βιβλία του νίκου μακρή

βιβλία του νίκου μακρή
The School of Athens-Raphael (Apostolic Palace, Vatican City)

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Εγελιανισμός και Μαρξισμός στη σύγχρονη Σκέψη. Προβλήματα και προοπτικές

ΕΓΕΛΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΔΥΤΙΚΗ  ΚΟΙΝΩΝΙΑ:    ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Είναι σε όλους μας γνωστή η ρευστότητα και η αβεβαιότητα τόσο του οικονομικού γίγνεσθαι όσο και δοκιμασία των δυτικών δημοκρατιών. Για να κατανοήσουμε όμως το φαινόμενο αυτό το οποίο επιδεινώνεται με όλο και πιο απρόβλεπτες συνέπειες, οφείλουμε να στραφούμε κριτικά και δημιουργικά στο παρελθόν και κυρίως στις μεγάλες θεωρήσεις οι οποίες επηρέασαν λιγότερο ή περισσότερο τη διαμόρφωση της κοινωνικοπολιτικής συνείδησης τουλάχιστον του δυτικού κόσμου. Πιστεύω πως θα αναδυθούν δημιουργικά εναύσματα και γόνιμοι προβληματισμοί.

Αν κάνουμε σύντομη αναδρομή στη δημιουργία της ευρωπαϊκής συνείδησης και της προόδου της διαμέσου της ιστορίας, θα διαπιστώσουμε πως ο πρώιμος και όψιμος φεουδαλισμός, η αυτοκρατορία, η δημοκρατία και ο ολοκληρωτισμός υπήρξαν καταστάσεις οι οποίες σφράγισαν την κοινωνικοπολιτική συνείδηση με μακρόπνοες επιδράσεις. Ο ευρωπαϊκός φεουδαλισμός λ.χ., δημιούργημα των αναγκών μετά τη διάλυση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και τις ακολουθήσασες βαρβαρικές επιδρομές, αλλά και της επικράτησης του χριστιανισμού στον ευρωπαϊκό χώρο, οδήγησε στις μικρές και αυτόνομες κοινωνίες με αυστηρή ιεραρχική δομή και με κύριο ιδεώδες τη στρατιωτική αρετή και ανδρεία λόγω  της αβεβαιότητας και των συνεχιζόμενων επιδρομών. Ήδη, η οικονομία ήταν κλειστή και οι συνθήκες ζωής πολύ δύσκολες. Βεβαίως, διεργασίες αιώνων επέφεραν αλλαγές τις οποίες ούτε ο ιπποτισμός μπόρεσε να αποτρέψει, κυρίως μετά τις Σταυροφορίες. Οι εσωτερικές συγκρούσεις, οι δυσκολίες, αλλά και τα πρώτα δειλά βήματα των χρηματιστών, των μεταφορέων, των αστών και των κατόχων ρευστού χρήματος, επέβαλαν την αναγκαιότητα της κεντρικής εξουσίας, με συνέπεια την αυτοκρατορία στην οποία οδηγήθηκαν αργά αλλά σταθερά οι περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Ας τονισθεί πως φεουδαλικά ήθη διατηρήθηκαν στο εσωτερικό των αυτοκρατοριών, οι παλαιοί seigneurs υπήρξαν αξιωματούχοι του κεντρικού συστήματος, τα κρατίδια και οι τοπικές κυβερνήσεις υφίστανται ακόμη, όπως και οι τίτλοι ευγένειας.
Ωστόσο, η πρόοδος στην οικονομία κυρίως, η τεχνολογία, οι οικονομικές αναγκαιότητες, αλλά και η πρόοδος της επιστήμης, συνέβαλαν στις πρωτοκαπιταλιστικές οικονομίες και εδώ τα πράγματα άλλαξαν. Όλο και πιο πολλοί, αστοί, διανοούμενοι, εργαζόμενοι υπό άθλιες συνθήκες αναρωτιόνταν ως προς τις προοπτικές του αυτοκτρατορικού συστήματος. Βεβαίως τα πρώτα βήματα ήταν δειλά και αξίζει να συμειωθεί πως προεπαναστατικοί στοχαστές, πολιτικοί κυρίως στοχαστές, όπως οι Rousseau, Hobbes, Spinoza, Montesquieu, Locke και άλλοι, υπήρξαν μεταρρυθμιστές και δεν αμφισβήτησαν τη μοναρχία. Απήτησαν συμβόλαιο, σύνταγμα δηλαδή, το οποίο θα ρύθμιζε τις σχέσεις του μονάρχη με το λαό. Ας σημειωθεί επίσης και ο προβληματισμός των πρώτων οικονομολόγων, των φυσιοκρατών, καθώς και των πατέρων της πολιτικής οικονομίας απέβλεπε στη θεώρηση της οικονομίας και δεν τη συνέδεε άμεσα με τη δομή του κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Το αυτό θα μπορούσε να διαπιστώσει κανένας και με το θετικισμό του Auguste Comte, όπως και με το έργο των Γάλλων ουτοπικών. Η Γαλλική Επανάσταση διακήρυξε για πρώτη φορά την ευρωπαϊκή γη πως πηγή της εξουσίας είναι ο λαός, αλλά αυτή η διακήρυξη ούτε εφαρμόστηκε παντού, ούτε είχε άμεσες επιπτώσεις, παρά το ότι νέα πνοή δημιούργησε μακροπρόθεσμα τη σημερινή κοινοβουλευτική-αντιπροσωπευτική δημοκρατία, κυρίως μετά το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και μετά το 1989 στην ευρύτερη Ευρώπη. Φαίνεται όμως πως η νεαρή σχετικά ευρωπαϊκή δημοκρατία βρίσκεται σε κόπωση ή και αμφισγητείται.
Ας αναφερθούν τέλος κάποιες σημαντικές προσωπικότητες οι οποίες άφησαν δημιουργικά στίγματα στην πολιτικοκοινωνική συνείδηση της εποχής τους Οι ουτοπικοί σοσιαλιστές (Owen -1771-1858-, Sismondi -1773-1843-, Saint-Simon -1760-1825, Fourier -1772-1837, Proudhon -1809-1865) υπήρξαν δημιουργικές προσωπικότητες με ουσιαστικό έργο. Επιπλέον, οι Hodgskin, Babeuf, Blanqui, Blanc, Buchez, Carlyle, Ruskin, Lassal, έντονες προσωπικότητες κινούμενες μεταξύ σοσιαλισμού, επαναστατικής εμπνοής, αναρχικών τάσεων αλλά, κάποιοι και κρατικιστικού και αυταρχικού κοινωνισμού, προσθέτουν κάτι στη δημιουργία της ευρωπαϊκής κοινωνικοπολιτικής συνείδησης. Περιττεύει να υπομνήσουμε τον επαναστατικό πυρετό ο οποίος επικρατούσε κυρίως στη Γερμανία, στην Αυστροουγγαρία και κυρίως στη Γαλλία κατά το 19ο αιώνα.
Βέβαια, παράλληλα, η τέχνη, η επιστήμη, η μουσική, ο στοχασμός ακολουθούσαν το δρόμο τους και άφησαν κράτιστους εκφραστές του πνεύματος. Όλη αυτή η πολυποίκιλτη συμβολή, ετερόκλητη και ετερογενής, όπως είναι φυσικό, κινούταν κατά βάση στα πλαίσια του ελληνοευρωπαϊκού πνεύματος, όπως γονιμοποιήθηκε απ’ τη χριστιανική παράδοση, παρά τις ριζικές κάποτε διαφοροποιήσεις ή και αρνήσεις. Ένα απλό παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό. Ο μεσσιανισμός πολλών σοσιαλιστών αλλά και άλλων κοινωνικών αναμορφωτών δεν είναι διανοητός χωρίς την ιουδαιοχριστιανική παράδοση και τη μακραίωνα παρουσία της στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.
Ας προσεγγίσουμε όμως το θέμα μας μετά τις απαραίτητες προκείμενες στις οποίες αναφερθήκαμε συντομότατα.
                                                        
*

Το έργο του Hegel (1770-1831) υπήρξε όντως επαναστατικό γιατί συνέδεσε την κλασική φιλοσοφική προβληματική με την πολιτική φιλοσοφία. Είναι γνωστό πως ο Γερμανός φιλόσοφος ο οποίος τράφηκε δημιουργικά απ’ την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, απ’ το μεσαιωνικό ιδεώδες και στοχασμό, απ’ τους Descartes, Spinoza, Schelling, Fichte, απ’ την πολιτική οικονομία των Άγγλων οικονομολόγων και ιδιαίτερα του Adam Smith (Ο Πλούτος των Εθνών, 1774), απ’ τη μυστική αλλά και τη χριστιανική φιλοσοφία, απ’ την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (κυρίως απ’ την Αντιγόνη του Σοφοκλή), όπως και απ’ την Ανατολική σκέψη, απ’ τη φορά της ιστορίας και απ’ τη Γαλλική Επανάσταση. Οι Αρχές της Φιλοσοφίας του Δικαίου εγκαινιάζουν μια επιβλητική σύνθεση η οποία θα μεγαλυνθεί με τη μνημειώδη δίτομη Φαινομενολογία του Πνεύματος (1807), όπου θρησκεία, φιλοσοφία, μυστική, τραγωδία, ωραία ψυχή, διαλεκτική του δούλου και του δυνάστη, διαφωτισμός, πολιτειολογία, επιστήμη, γνωσιοθεωρία, ηθική, διαπλέκονται συνεχώς και ασυνεχώς με τρόπο ανεπανάληπτο στην ιστορία της σκέψης. Όλο αυτό το σύμπαν περιγράφεται επαναστατικά υπό την αρχή του δυναμικού πανθεϊσμού, η αφετηρία του οποίου βρίσκεται στον Ηράκλειτο και με δημιουργικές επισταθμίες στους Στωικούς και στον Spinoza, και ο οποίος πυκνώνεται στην αρχή κατά την οποία αίσθηση και νόηση, κόσμος και Θεός αποτελούν μία και την αυτή πραγματικότητα: Το αισθητό και το νοητό είναι οι δύο κύριες όψεις μιας και της αυτής πραγματικότητας, κατά το σχήμα Θέση, Αντίθεση, Σύνθεση, όπου Θέση είναι το Πνεύμα (ο Hegel προσεγγίζει το χριστιανικό Θεό με ρηξικέλευθο τρόπο, ως θρίαμβο του πνεύματος, αλλά υπό πανθεϊστική εκδοχή, κάτι το οποίο τον αποστασιοποιεί από κάθε χριστιανική ορθοδοξία: Η έξοχη ιδέα της ένωσης του πεπερασμένου με το άπειρο έγινε αυτή η παραδοξότητα κατά την οποία αναζήτησαν το άπειρο ως ‘‘αυτό εδώ’’, σε ένα εξωτερικό αντικείμενο , εντελώς ειδικό. Η χριστιανοσύνη βρήκε το κενό μνημείο, αλλά καθόλου την ένωση του έγχρονου με το αιώνιο και γι’ αυτό το λόγο έχασε την Άγια Γη. Leçons sur la philosophie de lhistoire, Vrin, σελ.303) το απόλυτο, το Άφθαρτο, Αντίθεση ο αισθητός κόσμος με τους απειροποίκιλτους μετασχηματισμούς του και Σύνθεση η ιστορία ως πεδίο της εποποιία του πνεύματος.
Δε μπορούμε στα πλαίσια της παρούσας ομιλίας να εισέλθουμε σε λεπτομέρειες αυτού του θαυμαστού κόσμου, αλλά θα επιμείνουμε στις κοινωνικοπολιτικές του συνέπειες. Κατά το φιλόσοφο η ιστορία κατευθύνεται απ’ την Πρόνοια, οδηγεί αναμφισβήτητα στην κοινωνία διαμέσου των κοινωνικοπολιτικών σχημάτων υπό τους σπαραγμούς του Πνεύματος το οποίο τελεί υπό συνεχή ωρίμανση. Έτσι ερμηνεύονται τα κοινωνικά συστήματα με κρατερή συνθέτουσα το Νόμο, το εκάστοτε νομικό πλαίσιο. Ήδη ο Νόμος είναι εικόνα του θείου λόγου και αποτελεί σημείο αλλά και προϋπόθεση διέκφρασης της κοινωνικής ζωής, ανάπτυξης της προσωπικότητας, καλλιέργειας της επιστήμης, της τέχνης, του στοχασμού, κ.ο.κ. Η ωρίμανση επιτελείται με σπαραγμούς, αλλά ο γνωστός δόλος του εγελιανού λόγου ενέχει και αλήθεια και σοφιστεία: Παιδαγωγεί και παιδαγωγείται. Υπ’ αυτό το πνεύμα με τη γαλλική επανάσταση ανατέλλει η κοινωνία των πολιτών, εκεί η περίφημη απόλυτη γνώση με την οποία κατακλείεται η Φαινομενολογία του Πνεύματος, βρίσκει την οριστική στερέωσή της. Πρόκειται για το τέλος της ιστορίας, για τη  βασιλεία του πνεύματος υπό την αιγίδα της Πολιτείας, των θεσμών, αναγκαίων προϋποθέσεων τελείωσης του ανθρώπου. Το πολιτειολογικό σχήμα υπό το οποίο θα στεγάζεται ο θρίαμβος του πνεύματος θα είναι η μοναρχία υπό δημοκρατική αντιπροσώπευση…Ας σημειωθεί πως αυτό θα είναι και ο θρίαμβος του χριστιανισμού, του προτεσταντικού χριστιανισμού ο οποίος βέβαια είναι λαϊκός, εκκοσμικευμένος, διαφορετικός απ’ τον δογματικό χριστιανισμό.
Υπάρχει όντως σοφία στις θέσεις του Εγέλου, η οποία συμπυκνώνεται με τον πιο απλό και σαφή τρόπο και μακριά απ’ τις δαιδαλώδεις και αρκετά συχνά σκοτεινές αναλύσεις του, αναλύσεις οι οποίες δεν είναι απηλλαγμένες από σοφιστικές εξαπλουστεύσεις, ούτε από ‘‘καββαλιστικά’’ νεφελώματα, στο εξής: Το πνεύμα είναι ό,τι πιο οικουμενικό και ό,τι πιο συγκεκριμένο ταυτόχρονα: Ένα ωδείο, μια βιβλιοθήκη, ένα εργοστάσιο, ένα εργαστήριο, ένα ποίημα, ένα φιλοσόφημα κ.ο.κ. Απαραίτητη προϋπόθεση έκφρασής του είναι η κοινωνικοπολιτική συγκρότηση, η πολιτεία, το δίκαιο[1]. Είναι σαφές πως υπ’ αυτό το πνεύμα η συμβολή του Εγέλου δεν έγκειται τόσο στην αναγκαιότητα της κοινωνικοπολιτικής συγκρότησης (αυτό επισημάνθηκε και από άλλους στοχαστές), αλλά στην άμεση διασύνδεσή της με την πνευματική φύση του κόσμου και του ανθρώπου[2]. Οι άμεσοι μαθητές του φιλοσόφου ονομάστηκαν εγελιανοί της δεξιάς και εγελιανοί της αριστεράς, κατά τον τρόπο με τον οποίο ερμήνευαν τη φιλοσοφία του Hegel.
Μπορούμε να πούμε χωρίς να εξαπλουστεύουμε πως το σύγχρονο αστικό κράτος βρίσκεται λιγότερο ή περισσότερο κοντά στηννεγελιανή σύνθεση, έστω και εν αγνοία του.
                                            
*

Ο Karl Marx (1819-1883) ήρθε απ’ τη νεότητά του σε επαφή με τους Εγελιανούς της Αριστεράς, γαλουχήθηκε απ’ τις αρχές του ουτοπικού σοσιαλισμού, αλλά διαπνεόταν από άλλες αφετηρίες, παρά την τελική σύγκλισή του με την εγελιανή πολιτική φιλοσοφία. Εμπνευσμένος απ’ τον επιστημονισμό της εποχής του, κυρίως απ’ τον ματεριαλιστικής εμπνεύσεως ματεριαλισμό, διέσωζε το ρομαντισμό των ουτοπικών, κυρίως στα έργα της νεότητάς του. Κρίνοντας λ.χ. και επικρίνοντας τον Feuerbach, συμφωνούσε μαζί του ως προς το ότι ο Θεός και η θρησκεία κάλυπταν την ανθρώπινη συνείδηση όσο η τελευταία αγνοούσε πράγματα, κατά τρόπο που όσο αυξανόταν η γνώση, τόσο θα ατονούσε η ιδέα της θρησκείας, μέχρι τελικής εξάλειψης. Οι νεαροί Marx και Engels, επιστήθιος φίλος και οικονομικός αρωγός του πατέρα του μαρξισμού και κατά τρία χρόνια νεώτερός του, επικρίνουν ταυτόχρονα τον Feuerbach επειδή δεν κατανόησε την κοινωνικοπολιτική φορά του αθεϊσμού ο οποίος όφειλε να διακηρύττει την αποδέσμευση του ανθρώπου από ψευδείς και καταπιεστικές αυθεντίες, όπως και κοινωνική δυναμική την οποία όφειλε να πάρει η ανθρώπινη δραστηριότητα.
Ήδη αγγέλλεται η κοινωνική επανάσταση, η επικείμενη κατάρρευση του καπιταλισμού (της εποχής τους βέβαια), η κοινωνιστική φύση του ανθρώπου, ο ανατέλλων κομμουνισμός και μάλιστα στους αντίποδες του ουτοπικού σοσιαλισμού. Στην αταξική κοινωνία που θα είναι κομμουνιστική, ο άνθρωπος, απελευθερωμένος πια, θα οικοδομήσει την πραγματική ιστορία και όλες οι μέχρι τότε επιτεύξεις δεν ήταν παρά προϊστορία. Τα κείμενα της νεότητας κάνουν λόγο για παρακμή της Γερμανικής Ιδεολογίας, για τη συντηρητική φιλοσοφία του Hegel, για τις πλάνες των ουτοπικών οι οποίοι στήριζαν τις αναμονές τους στην ηθική επιταγή για δικαιοσύνη και όχι στην πάλη των τάξεων[3] και στη δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά ταυτόχρονα υποδηλώνουν ιδεαλιστικές, μεσσιανικές και νεομυθικές επιδράσεις. Κατά τον Athousser, αλλά και πολλούς μελετητές του Marx, η περίοδος ωρίμανσης του στοχαστή εγκαινιάζεται με το έργο του Εισαγωγή στην Πολιτική Οικονομία (1857), όπου ο ρομαντισμός της νεότητας υποχωρεί, τουλάχιστον φαινομενικά.
Μέχρι στιγμής μπορούμε να πούμε πως το εγελιανό σχήμα Θέση-Αντίθεση-Σύνθεση ανατρέπεται: Θέση είναι η Ύλη, Αντίθεση το Πνεύμα ως επιφαινόμενο και συνέπεια της διαλεκτικής της φύσης και Σύνθεση η Ιστορία η οποία οδηγεί στον κομμουνισμό.
Το έργο ολοκληρώνεται κυρίως με το Κεφάλαιο, ο πρώτος τόμος του οποίου δημοσιεύθηκε το 1867. Οι δύο άλλοι, με επιμέλεια του Engels, μετά το θάνατο του στοχαστή. Στο Κεφάλαιο που είναι καθαρά οικονομική ανάλυση, ο Marx, γνώστης και μαθητής μέχρι ένα σημείο των Άγγλων πατέρων της Πολιτικής Οικονομίας, αναθεωρεί δυναμική την περί Υπεραξίας θεωρία του Smith, με βάση το ακόλουθο σχήμα: Χρήμα-Εμπόρευμα-Χρήμα (Χ-Ε-Χ) το οποίο, επαναλαμβανόμενο, παράγει όλο και πιο πολύ χρήμα (Χ΄, Χ΄΄, Χ΄΄΄ κ.ο.κ)[4], κατά τρόπο που ο βιομήχανος-κεφαλαιούχος, παρακρατεί την υπεραξία, το μόχθο των εργαζομένων προσφέροντάς τους μισθούς κατώτερους της αξίας της εργασίας τους η οποία υπολογίζεται με βάση τις ώρες εργασίας και τον παραγόμενο πλούτο. Έτσι προκύπτει η συσσώρευση πλούτου, καθόσον η δύναμη εργασίας του εργάτη προσδίδει στην υπεραξία πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα. ο οποίος δεν είναι παρά κλοπή του μόχθου των εργαζομένων, πάντα κατά τις θεωρήσεις του Κεφαλαίου. Ήδη οι λιμοκτονούντες εργαζόμενοι περιέρχονται σε κατάσταση απελπισίας, με συνέπεια την οργάνωσή τους, τους κοινωνικούς αγώνες, την όλο και πιο μεγάλη συγκέντρωσή τους στα βιομηχανικά κέντρα και την τελική επανάσταση η οποία θα οδηγήσει στη δικτατορία του προλεταριάτου και την αταξική κοινωνία. Βέβαια, παρεμβαίνουν  και άλλοι παράγοντες, όπως η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, η αυτοκαταδίκη δηλαδή του ίδιου του συστήματος το οποίο είναι καλεσμένο στην κατάρρευση, οι σχέσεις σύνθεσης κεφαλαίου και οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου που οφείλεται στο μεταβλητό και στο σταθερό κεφάλαιο, κ.α. Αν όμως η ίδια η δομή του καπιταλισμού τον οδηγεί στην κατάρρευση, οι κοινωνικοί αγώνες, η ταξική πάλη και η δικτατορία του προλεταριάτου είναι περιττά.
Συμπυκνώνοντας, αναφέρουμε τις εξής βασικές συνθέτουσες του Μαρξισμού: Διαλεκτικός Υλισμός (η διαλεκτική των στοιχείων της φύσης, υπάρχουν κρύφιοι νόμοι που διέπουν το φυσικό συμβαίνον), Ιστορικός Υλισμός[5] (υλιστική ερμηνεία του ανθρωπίνου φαινομένου το οποίο συνεχίζει υπό ποικίλα σχήματα το διαλεκτικό υλισμό), Πάλη των Τάξεων (οι αγώνες για κοινωνική απελευθέρωση που με τον καπιταλισμό έρχονται στην τελική τους φάση αγγέλλοντας την έναρξη της ιστορίας), Δικτατορία του Προλεταριάτου (μεταβατικό στάδιο μετά την επαναστατική πτώση του καπιταλισμού) και Αταξική Κοινωνία (Κομμουνισμός). Αυτή η κατάταξη οφείλεται στους πρώτους μαρξιστές Kautsky  και Berstein, αλλά υιοθετήθηκε ευρέως, παρά το σχηματικό της χαρακτήρα. Περιττεύει να πούμε πως έννοιες όπως δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια κ.ο.κ., είναι όχι απλά ξένες προς τη μαρξιστική συνείδηση, αλλά και αιτία λοιδορίας τόσο του ουτοπικού σοσιαλισμού, όσο και των ανθρωπιστικών ή θρησκευτικών θεωρήσεων[6].
Ακολούθησαν πολλές μελέτες οι οποίες προσπάθησαν να διερευνήσουν τυχόν χάσματα, ανακολουθίες, παραλείψεις στη σκέψη του Marx και δημιουργήθηκε απέραντη βιβλιογραφία στην οποία δε μπορούμε να αναφερθούμε στα πλαίσια αυτής της διάλεξης.
                                                         *

Παρά τους εμφανώς διαφορετικούς χαρακτήρες του εγελιανισμού και του μαρξισμού, ο σκοπός είναι κοινός και εκείνο το οποίο προβληματίζει δεν είναι τα μυθικά, μυθομανή και αδόκιμα στοιχεία των συστημάτων, όσο τα πιθανά θετικά τους στοιχεία. Θα οφείλαμε εδώ να αναφερθούμε τόσο στους Νεοεγελιανούς, όσο και στους Νεομαρξιστές για να διαπιστώσουμε τόσο τη γονιμότητα κάποιων θέσεων, όσο και τις πασιφανείς ανεπάρκειες. Αυτό όμως δεν είναι δυνατό να γίνει και γι’ αυτό θα αρκεσθούμε σε τηλεγραφική αναφορά.
Οι Νεοεγελιανοί του εικοστού αιώνα, πέρα απ’ τους εγελιανούς τους Δεξιάς και της Αριστεράς, επέμειναν περισσότερο στη θεωρητική φιλοσοφία του Hegel (Royce Bradley, κ.α.), διατηρώντας το δυναμικό πανθεϊσμό του φιλοσόφου. Οι Νεομαρξιστές αναζήτησαν δομικές υποβολές στο έργο του δασκάλου τους και επέμειναν στη σχέση δομής (η οικονομική σταθερά που αποκλήθηκε και δίκαια οικονομισμός) και υπερδομών (δίκαιο, μυθολογία, ηθική, θρησκεία κ.ο.κ.) για να άρουν ή να απαμβλύνουν αντιφάσεις ή και υπερβολές (Balibar, Althousser, κ.α.) ή αναζήτησαν (μάταια) αρχές πολιτειολογίας (Πουλαντζάς, κ.α.) οι οποίες δεν υπάρχουν στη μαρξιστική ανάλυση. Επιπλέον, στο ερώτημα τι είναι ο Μαρξισμός;, ο Althousser απαντάει: Θεωρία της ιστορίας (τόσο αξιόλογη, όσο και η θεωρία του Newton) , απ’ την οποία όμως απουσιάζει μια στέρεη και διαμορφωμένη λογική. Πολλές επίσης είναι οι μαρξίζουσες, αλλά όχι ακραιφνώς ενστάσεις των εκπροσώπων της Σχολής της Φραγκφούρτης (Marcuse, Adorno, Horkheimer, Habermas o οποίος απομακρύνθηκε απ’ το μαρξισμό), όπως και πολλών άλλων περισσότερο ή λιγότερο νεομαρξισμών, δεδομένης της επίδρασης του μαρξισμού όχι μόνο στην πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία, αλλά και σε άλλες επιστήμες του ανθρώπου, για να μην κάνουμε λόγο για παράξενες μείξεις, όπως ο μαρξοφροϋδισμός. Η μαρξιστική συνθέτουσα στην κοινωνική φιλοσοφία του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα είναι αξιομνημόνευτη, αλλά συνέβαλε, έστω και ερήμην της στην αποδυνάμωση του μαρξισμού.
                                                        
*

Είναι γνωστό πως οι Hegel και Marx είναι στοχαστές των μοντέρων καιρών, όσο είναι σαφέστερο πως στο έργο τους (και κυρίως σε αυτό του Marx, γιατί ο Hegel δεν προσπάθησε να ανατρέψει αξίες αλλά να τους προσδώσει νέα δυναμική πνοή) υπάρχουν μυθικά στοιχεία που κάποτε θυμίζουν μυθιστορήματα, αφηγήσεις με μεσσιανικό σκοπό, με απλά λόγια, νοηματοδότηση του κόσμου και πίστη στον άνθρωπο. Στο μεταξύ, η ανάδυση της τεχνικής, ο γάμος της επιστήμης με την τεχνολογία, η επανάσταση των επικοινωνιών και η ριζοσπαστική διαφοροποίηση του τρόπου παραγωγής, μετακίνησης αγαθών, σε σχέση με τις χρηματιστηριακές αξίες, οι μετοχοποιήσεις, ο νεοφιλελευθερισμός και η εμπέδωση της δημοκρατίας, παρά τα προβλήματα που δημιουργούνται απ’ την ούτως ή άλλως αδόκιμη έκφραση και εφαρμογή της, η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση παρά τον αμφίβολο χαρακτήρα της, δημιουργούν σημαντικές  ερωτήσεις, κρίσιμα προβλήματα ως προς τη βιωσιμότητα των συστημάτων.
Αν μάλιστα προσθέσουμε και τη διάλυση του προσώπου και το τέλος των αφηγήσεων, των λίγο ή πολύ μυθικών συστημάτων με την εμφάνιση της νεωτερικότητας (και αυτός ο όρος εν πάσχει από αντιφάσεις), οι προβληματισμοί μας γίνονται εντονότεροι. Ας τονισθεί πως η θρυλούμενη νεωτερικότητα δεν είναι και τόσο νεωτερική, γιατί παράλληλες θέσεις έχουν εκφρασθεί και παλαιότερα, σε αρκετά ρεύματα της Αρχαιότητας και δεν εννοούμε μόνο τους σοφιστές όλων των αρχαίων πολιτισμών. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το μεταμοντέρνο συνιστά μία απ’ τις πολλές συνθέτουσες της σύγχρονης σκέψης η οποία είναι αρκετά ετερογενής.
Τι απομένει; Μια πρώτη απάντηση είναι απλή. Παραμένει ό,τι είναι βιώσιμο, έγκυρο, αληθινό. Αν όμως ο μαρξισμός είναι επιστημονική θεωρία, όπως διατείνονται οι μαρξιστές, είναι εξ΄ ορισμού ευάλωτος, γιατί, σύμφωνα με τους εγκυρότερους επιστημολόγους των καιρών μας, αλλά και με τη στοιχειώδη λογική, καμιά επιστημονική θεωρία δεν είναι οριστική και αμετάκλητη. Άλλως, δε θα ήταν επιστημονική, αλλά μυθολογική. Η επιστήμη θεμελιώνεται καθώς αυτοαναιρείται δημιουργικά. Αν  μαρξισμός είναι ιδεολογία, είναι απορριπτέος εξαρχής, αφού η ιδεολογία είναι προσωπικός λόγος ο οποίος αντικρούεται άμεσα απ’ την πραγματικότητα, ενώ, αν ο μαρξισμός είναι φιλοσοφία, πάλι είναι ατελής και δεν είναι δυνατό να αποτελεί τη βάση οποιασδήποτε κοινωνικής συγκρότησης. Είναι μορφή ολοκληρωτισμού τέλος; Είναι, στο βαθμό που και ο εγελιανισμός θεοποιεί το κράτος και υποβαθμίζει, αν δεν καταργεί το πρόσωπο. Επιπλέον, ο εγελιανισμός προσέλαβε πολλά στοιχεία απ’ την παράδοση και οι ριζικά μεταρρυθμιστικές του θέσεις, οσοδήποτε εντυπωσιακές και όντως ένσοφες, έχουν τα ριζώματά τους στο φιλοσοφικό πανθεϊσμό και σε διάσπαρτες ανά τους αιώνες πολιτικές θεωρήσεις. Επιπλέον, ο μαρξισμός αδυνατεί να προσφέρει πολιτική θεωρία, δεν έχει πολιτειολογία, γιατί ο ολοκληρωτισμός που υποβόσκει στην έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου και της αταξικής κοινωνίας, αποκλείει την ελεύθερη κοινωνία των πολιτών.
Υπάρχει ωστόσο κάτι το βασικότερο το οποίο και πρέπει να μας προβληματίζει. Αν η πολυδιαφημιζόμενη νεωτερικότητα διατυμπανίζει το θάνατο του ανθρώπου και την έκλειψη του υποκειμένου, βρίσκεται σε πλήρες αδιέξοδο το οποίο δημιουργεί η αφετηριακή της αντίφαση: Ποιος κάνει λόγο για διάλυση του υποκειμένου εκτός απ’ το ίδιο το υποκείμενο; Ας θυμηθούμε λίγο το παράδοξο του Επιμενίδη στο οποίο επανήλθε ο πλατωνικότερος των λογικομαθηματικών, ο Gödel με το περίφημο θεώρημά του. Κανένας μας δε γνωρίζει πού οδηγείται ο άνθρωπος, η δυτική δημοκρατία, οι διακρατικές σχέσεις, το μέλλον των κοινωνιών μας, δεδομένων των τόσων προβλημάτων των δυτικών κοινωνιών. Κανένας μας δε γνωρίζει αν η δημοκρατία δυτικού τύπου η οποία λοιδορείται απ’ την οικονομία λόγω της απληστίας και του καταναλωτισμού μας, έχει μέλλον. Πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να γίνουν προβλέψεις, δεδομένου ότι στην κοινωνικοπολιτική της διάσταση η ιστορία επιφυλάσσει μεγάλες εκπλήξεις. Προσεκτική θεώρηση των όσων συνέβησαν τον εικοστό αιώνα, μάς αφήνει άναυδους, κυρίως όλους όσοι ενστερνίζονται την υπεραισιοδοξία του Διαφωτισμού, του Γαλλικού κυρίως. Αν λάβουμε υπόψη μας πως νέες οικονομίες αναδύονται και μάλιστα από λαούς με νοοτροπία διαφορετική απ’  την ελληνοευρωπαϊκή, αν σταθμίσουμε τις συνέπειες που δημιουργούνται από μεταναστεύσεις λαών, κάτι που θα ανατρέψει την ισορροπία αλλά και την επικυριαρχία της λευκές φυλής, αν σκεφθούμε τι συμβαίνει στον αραβικό κυρίως κόσμο, όπως και σε έθνη τα οποία δέχτηκαν και δέχονται βάρβαρες επιθέσεις από ‘‘πολιτισμένους’’ λαούς, με πρόσχημα τη βίαιη εγκαθίδρυση της δημοκρατίας (πραγματική απάτη ή, στην καλύτερη περίπτωση, άγνοια των δυνατοτήτων έξωθεν επιβολής της δημοκρατίας), αν υπολογίσουμε επίσης τον υπερπληθυσμό και τη νέα δυναμική που δημιουργείται και μάλιστα με ιλιγγιώδη ταχύτητα, οδηγούμαστε σε μια ασφαλή πρόβλεψη: Τίποτε δεν είναι προβλέψιμο, ούτε η διατήρηση στοιχειωδών θερμών υπό τους οποίους ανδρώθηκε η κοινωνικοπολιτική συνείδηση. Ίσως προκύψουν και θετικά αποτελέσματα, όπως η ριζική ανακατανομή του παγκόσμιου πλούτου, και μάλιστα υπέρ των φτωχών. Ίσως, επίσης, οδηγηθεί η ανθρωπότητα σε νέες πολιτειολογικές μορφές συγκρότησης όπου ο ρόλος της πολιτικής δε θα έχει τον πρώτο λόγο. Ίσως…
Υπάρχει επομένως ισχύς στον εγελιανισμό; Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η καθαρά φιλοσοφική του διάσταση είναι τόσο παλαιά, όσο και νέα, δεδομένου του δυναμικού χαρακτήρα των πολυδαίδαλων συνθέσεών του. Ας μην ξεχνάμε πως οι αφετηρίες του, οι στοιχειώδεις αλλά βασικές τουλάχιστον, βρίσκονται στον Ηράκλειτο, αν όχι σε παλαιότερα θρησκειοφιλοσοφικά κείμενα και παραδόσεις. Αν λάβουμε υπόψη μας μάλιστα τη δυναμική την οποία προσέδωσε ο Hegel στο δυναμικό πανθεϊσμό, μπορούμε να πούμε πως τα κείμενά του θα έχουν πάντα να πουν κάτι το σημαντικό.
Η πολιτική του φιλοσοφία στην οποία στεγάζεται το όλο σύστημα έχει στοιχεία αλήθειας τα οποία επισημάνθηκαν και από παλαιότερους στοχαστές, όπως η αναγκαιότητα της πολιτειακής συγκρότησης και η αναγκαιότητα των νόμων και των θεσμών. Ο ουτοπικός όμως και μεσσιανικός χαρακτήρας του εγελιανισμού είναι μυθικός (γιατί υπάρχει και ουτοπία χωρίς μυθικότητα) και δε νομίζουμε πως επιβεβαιώνεται. Απλά επιμαρτυρεί ριζικές αρχές της πολιτικής φιλοσοφίας, αρχής γενομένης τουλάχιστον απ’ τον Αριστοτέλη.
 Παράλληλα, ο μαρξισμός, παρά τον ολοκληρωτικό του χαρακτήρα, θα επανέρχεται κυρίως λόγω των μυθικών και μεσσιανικών του στοιχείων τα οποία είναι και θα είναι ριζωμένα στην ανθρώπινη φύση. Ας σημειωθεί πως χωρίς το εσχατολογικό-μεσσιανικό του στοιχείο που είναι κατά βάθος ουτοπικό, η μαρξιστική σκέψη δεν έχει να δώσει σχεδόν τίποτε. Είναι κατά βάθος μια αντιστραμμένη μεταφυσική.
Το κομμουνιστικό ιδεώδες όμως, έστω κι αν στον μαρξισμό προκύπτει απ’ την απρόσωπη διαλεκτική της οποίας ο άνθρωπος είναι δούλος, θα αποτελεί πάντα πόλο έλξης και θα γοητεύει, κι αν ακόμη ο μαρξισμός δε θα είναι παρά μια παλαιά θεώρηση, όπως εκείνη των ουτοπικών.
Όποια κι αν είναι η τροπή του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι, όποιοι λαοί κι αν διαδεχθούν τους ευρωπαϊκούς στους οποίους οφείλεται ό,τι προσέφερε η φιλοσοφία, η επιστήμη και η πολιτική θεωρία, είναι βέβαιο πως τα προβλήματα τα οποία εγείρουν ο εγελιανισμός και ο μαρξισμός, είναι προβλήματα τα οποία θα αγγίζουν την ανθρώπινη ψυχή, και οι αρνητικές τους μάλιστα πλευρές.
                                                        
*

Ας δώσουμε όμως επιγραμματικά δύο τρεις θέσεις προερχόμενες απ’ την αρχαία ελληνική σκέψη, χωρίς σχολιασμό. Δεν απαιτείται σχολιασμός, γιατί τα ίδια τα κείμενα, με την αφοπλίζουσα απλότητά τους, πάνε πολύ πιο πέρα απ’ τις μεγάλες θεωρίες οι οποίες απασχόλησαν και απασχολούν την κοινωνικοπολιτική σκέψη.
 Δια γαρ την απόκτησιν των χρημάτων πάντες οι πόλεμοι γίγνονται (Πλάτων).
 (Η δικαιοσύνη) …τελεία μάλιστα αρετή ότι, της τελείας αρετής χρήσις εστίν, ότι ο έχων αυτήν και προς έτερον δύναται τη αρετή χρήσθαι, αλλ’ ου μόνον καθ’ εαυτόν…όσω δ’ άμεινον η πολιτεία μειχθή, τοσούτω μονιμωτέρα (Αριστοτέλης).
Και επέπεσε πολλά και χαλεπά κατά στάσιν ταις πόλεσιν, γιγνόμενα μεν και αεί εσόμενα, έως αν η αυτή φύσις των ανθρώπων η. (Θουκυδίδης)*
Σεπτέμβριος 2011                                        ΝΙΚΟΣ ΜΑΚΡΗΣ

 
*Πλήρης ανάπτυξη του θέματος όπου και σχετική βιβλιογραφία και ευρύτερες παραπομπές, στα βιβλία μας Τα Κοινωνικά Συστήματα, Πολιτικά Θέματα/Ίρις, 1991 και Πανόραμα της Σύγχρονης Σκέψης, Πολιτικά Θέματα/Ίρις, 1994.
Ευρεία περίληψη εισήγησης που έγινε στο Φιλοσοφικό Καφενείο Βρυξελλών (Οκτώβριος 2011) και Αθηνών.


1Έχει λοιπόν κανένας ταυτόχρονα την εσώτερη ενότητα των αντιθέσεων που είναι η ουσία τους: την απόλυτη ιδέα και το χωρισμό τους στη μορφή της ενότητας απ’ τη μια πλευρά, όπου η έννοια είναι δικαίωμα και καθήκον και υπό τη μορφή της πολλότητας, όπου είναι υποκείμενο κοσμημένο με σκέψη και θέληση. Le droit naturel, Gallimard, σελ. 99. Επίσης: Το Δίκαιο είναι η ελευθερία γενικά ως Ιδέα…το δίκαιο είναι κάτι το ιερό γενικά μόνο και μόνο επειδή είναι η ύπαρξη της απόλυτης έννοιας, της κατ’ επίγνωση ελευθερίας. Principes de la philosophie du droit, Gallimard, σελ. 76,77.
2Η συνείδηση η οποία στην πρώτη της αποτελεσματικότητα είναι αισθητή βεβαιότητα και στόχευση του αυτό-εδώ, επιστρέφει σ’ αυτό το σημείο μετά όλο το διάβα της εμπειρίας της και γίνεται εκ νέου γνώση αρνητικότητας σε σχέση με τον εαυτό της  ή γνώση των αισθητών πραγμάτων. Phénoménologie de lesprit, Aubier, II, σελ.110. Είναι η απώλεια της πρωτογένειας, όπως εκφράσθηκε με το Διαφωτισμό.
3 Όλοι οι αγώνες μέσα στο κράτος, η πάλη ανάμεσα στη δημοκρατία, αριστοκρατία και μοναρχία, η πάλη για την απελευθέρωση  κλπ., είναι ολοκληρωτικά πλασματικές μορφές με τις οποίες διεξάγονται μεταξύ τους οι πραγματικοί αγώνες των διαφόρων τάξεων. Selected Writings in Sociology and Social Philosophie, Bottemore and Rubel, σελ. 111.
4 Οι αναλύσεις βρίσκονται στον πρώτο κυρίως τόμο του Κεφαλαίου, αλλά και στους δύο επόμενους. Το κέρδος ορίζεται ως ο λόγος της υπεραξίας προς το σύνολο του κεφαλαίου: K= υ/σ+μ, όπου σ το σταθερό κεφάλαιο και μ το μεταβλητό. Le Capital, III, t 1, σελ.50, 66 κ. εξ.
5 Τι ήταν ο ιστορικό υλισμός; Ήταν χωρίς αμφιβολία μια επιστημονική μέθοδος για την κατανόηση των συμβάντων  του παρελθόντος στην αληθινή τους ουσία. Και όμως , αντίθετα από τις ιστορικές μεθόδους της μπουρζουαζίας, αυτή ήταν ταυτόχρονα σε θέση να παρατηρήσει από την οπτική γωνιά της ιστορίας, άρα επιστημονικά, επίσης και το παρόν, να συλλάβει μέσα σ’ αυτό όχι μόνο τα επιφανειακά φαινόμενα;, αλλά και εκείνες τις βαθιές ιστορικές δυνάμεις από τις οποίες στην πραγματικότητα προκαλούνται τα συμβάντα. Lucacs, Ιστορία και ταξική συνείδηση, Οδυσσέας, σελ. 304.
6Οι θρησκευτικοί στοχασμοί για τον πραγματικό κόσμο μπορούν οπωσδήποτε να εξαφανισθούν μόνο όταν οι πρακτικές σχέσεις της καθημερινής ζωής ανάμεσα στους ανθρώπους και στη σχέση τους με τη φύση  παρουσιασθούν σε μια διαφανή και λογική μορφή. Capital, I, σελ. 173. Εισήγηση στο Φ. Κ. Βρυξελλών και Αθηνών (Οκτώβριος 2011)