βιβλία του νίκου μακρή

βιβλία του νίκου μακρή
The School of Athens-Raphael (Apostolic Palace, Vatican City)

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Ο Μαγεμένος Πύργος και ο Παλιάτσος


 ΝΙΚΟΥ ΜΑΚΡΗ, Ο ΜΑΓΕΜΕΝΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΛΙΑΤΣΟΣ
Εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα, 2011, 379 σελ. Τηλ. 2102617648
μ υ θ ι σ τ ό ρ η μ α


ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Αν η λογοτεχνία εισάγει στη μαγεία της ζωής και μάλιστα χωρίς καμιά επιτήδευση, το μυθιστόρημα ανακαλεί σε εγρήγορση με τη συνδρομή της λογοτεχνικής γοητείας τις γονιμότερες δυνάμεις μας.
Στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος ο συγγραφέας προσπαθεί να μυηθεί και να μυήσει τον αναγνώστη στις βαθύτερες αφετηρίες του, στον κόσμο ο οποίος, ουσιαστικά θεωρούμενος, είναι και κόσμος όλων των ανθρώπων. Μυθιστόρημα της παγκοσμιότητας και όχι της παγκοσμιοποίησης ο Μαγεμένος Πύργος και ο Παλιάτσος, ανατρέπει ειρηνικά το προσωπείο και ιχνεύει το πραγματικό πρόσωπο του ανθρώπου. Γι' αυτό ακριβώς η ιστορία του μαθήματος εκτυλίσσεται σε χώρους άγνωστους με την πρώτη ματιά, αλλά πολύ γνωστούς στις ευγενέστερες πτυχές του εαυτού μας. Η ουτοπία, η παροικία, η αισθητική συγκίνηση, η φιλοσοφική αναζήτηση, η εγγύτητα των ανθρωπίνων υπάρξεων, το ερωτικό στοιχείο όπως και οι συμπαντικές αναζητήσεις των ηρώων πλέκονται σε μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και φανέρωσης. Η γλυκύτητα, οι αναμονές, το πάθος και η υψιπέτεια διαπλέκονται ανεπιτήδευτα και κάνουν φίλους μας άντρες και γυναίκες που με την πρώτη ματιά φαίνονται απόμακροί μας.

Ο παλιάτσος μας έτσι αποδεικνύεται ως ο πραγματικός μυσταγωγός στο Μαγεμένο Πύργο, στον πύργο ο οποίος αποτελεί ''παροικία'' και όχι κατοικία, μαρτυρία και όχι απόκτημα, βαθιά πληροφορία πληρωμένης υπόσχεσης και όχι ψευδεπίγραφης αναμονής. Έτσι γίνεται φανερό γιατί η ουτοπία είναι η πραγματική μας κατοικία, το παροικείν μας δηλαδή στον κόσμο.




 Αποσπάσματα...

 ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ                                                         
                                                          
                                                            6
                                                 εντός εκτός…
          όπως η αναδυόμενη αστραπή απ’ τα σκοτεινά και πυκνά σύννεφα της καταιγίδας…
                                                              Κίρκεργκαρ

Ο Άλκης που ζούσε τις πρώτες μέρες της πρόωρης απόσυρσής του βάλθηκε να εξετάζει τι πραγματικά του συνέβη, αλλά, άμαθος σε ενδοσκοπήσεις αυτός το φαινομενικά τουλάχιστον εξωστρεφής άνθρωπος, συμπέρανε πως δεν του ήταν δυνατό να τα βγάλει πέρα με τα βάθη του εαυτού του τα οποία, φαίνεται, αγνοούσε απόλυτα. Συχνά ένα υπόδηλο ρίγος τον απειλούσε χωρίς όμως να τον οδηγεί σε οδυνηρές καταστάσεις, όπως τις προάλλες. Είχε συγκρατήσει τα λόγια της Πόλας η οποία φεύγοντας να συναντήσει την Αιμιλία, του είπε: ‘‘ Αν αναζητείς τον άγνωστο εαυτό σου, ένα είναι το μυστικό: Να τον θεωρείς φίλο σου, τον πιο κοντινό σου φίλο, τον απόλυτο φίλο. Θα ήταν μεγάλο λάθος να τον αντιμετωπίσεις ως εχθρό, ολέθριο μάλιστα. Ποιος αλήθεια δε θα ’θελε να συναντήσει ό,τι πιο όμορφο τον κοσμεί;’’ Ήταν σοφή η συμβουλή της γυναίκας του η οποία, αφού συναντήθηκε με την Αιμιλία, τη Μάγβα και το Λάπο, ταξίδεψε για λίγο τα παιδιά της για να γυρίζει στη συνέχεια, κάποια μέρα, στον πύργο του Μαρσέλ, εκεί όπου όλη η παρέα θα πραγματοποιούσε το ραντεβού της.
Ήταν ευχάριστο το ότι δεν του έλειψε καθόλου ούτε το χρηματιστήριο, ούτε οι τράπεζες και οι εταιρίες, η προσαρμογή του δεν πραγματοποήθηκε, γιατί δεν υπήρξε καν ανάγκη. Δεν έπαυε όμως να σκέπτεται κείνη την αποφράδα μέρα, αποφράδα κατά τα φαινόμενα, αλλά πολύ γόνιμη στην πραγματικότητα. Έτσι ήλπιζε και να που τώρα, στον πύργο του Μαρσέλ όπου έφθασε πολύ νωρίτερα απ’ τους άλλους, φιλοσοφούσε περιφερόμενος στο τεράστιο αγρόκτημα με τον εκφραστικό του μικρόκοσμο. Κείνο το πρωινό ο πυργοδεσπότης βγήκε για κυνήγι στο διπλανό δρυμό μόνος, αφού ο φίλος του είχε άλλες σκέψεις. ‘‘Θα μείνω εντός των τειχών, θα περιπλανηθώ να αναπνεύσω για καλά τις γνωστές κι άγνωστες γωνιές του πριγκιπάτου σου!’’ Ο άλλος γέλασε, καθώς τον αποχαιρετούσε καβάλα στο άσπρο του άλογο.
Ο πύργος ήταν μεσαιωνικός και ο Μαρσέλ που τον κληρονόμησε απ’ τους προγόνους του έκανε το παν να τον συντηρεί. Του κόστιζε πολύ και βρήκε μια ιδιαίτερα έξυπνη λύση. Καθώς το αγρόκτημα ήταν απέραντο, νοίκιαζε κομμάτια του σε επιχειρηματίες αγρότες, κολίγους και κτηνοτρόφους οι οποίοι βρήκαν ό,τι αναζητούσαν σ’ αυτή τη ζηλευτή γωνιά που δεν απείχε και πολύ απ’ την ξακουστή πόλη του φωτός. Ωστόσο, έμεναν πολλά άθικτα κομμάτια, όπως ο μικρός δρυμός, κάποιοι λοφίσκοι, η λιμνούλα και τα κάπως απόμακρα κτίσματα, οι παλιοί στάβλοι που ’στεκαν αγέρωχοι και αναπαλαιωμένοι με τα χρώματα της εποχής. Εκεί ο Μαρσέλ είχε εγκαταστήσει ό,τι είχε απομείνει απ’ τον παλιό καιρό, όπως πανάρχαια πατητήρια, πρωτόγονα άροτρα, μεσαιωνικές ενδυμασίες και λαϊκές ταπετσαρίες, δρεπάνια και λιχνιστήρια που δεν υπάρχουν πια, βαρέλια που φιλοξενούσαν άλλοτε τόνους κρασιού, πλάστες και γουδιά, όλα φροντισμένα και βαλμένα με τάξη.
Το πάθος του φίλου του για τους ουρανούς δεν του αφήρεσε την αγάπη του για τη γη, για τη γονιμότητά της, και κυρίως την ακατάλυτη σχέση του με την παλαιότητα των ημερών του γενεαλογικού του δένδρου. Ιππότης των ουρανών ο Μαρσέλ, ήταν και κάτοικος της γης, εκεί ηρεμούσε και περνούσε μεγάλο μέρος των διακοπών του, συχνά μόνος, άλλοτε με φίλους, μα ποτέ με επισημότητες και ατέλειωτα δείπνα και φιλοφρονήσεις. Τον τελευταίο όμως καιρό μια ανεξήγητη άπωση τον απομάκρυνε και αυτό άρχισε καθώς ο εραστής των παλαιών ημερών σχεδίαζε τα της ζωής του μετά την έξοδό του απ’ την υπηρεσία. Άπωση και άγχος ταυτόχρονα τα οποία αδυνατούσε να ερμηνεύσει…
Ο Άλκης είχε κείνο το πρωινό την ευκαιρία να μείνει μόνος, να ρωτήσει τον εαυτό του τι αναζητούσε, ποιος ήταν και τι έκανε. Τα σκληρά ερωτήματα τα οποία έβλεπε απέραντα και αναπάντητα σε πολλές πτυχές τους, τον καλούσαν σε σκέψεις, μόνο που απαιτούταν ηρεμία. Τα χρώματα της ημέρας ήταν γκρίζα, ο ήλιος, κρυμμένος πίσω απ’ τα σύννεφα, έδινε υποτονικά το φως του, μα τόσο το καλύτερο, αφού κάποτε το πολύ φως το οποίο αναζητούν οι Δυτικοί, μπορεί μεν να αναστέλλει τη μελαγχολία, αλλά καταπιέζει κατά βάθος, γιατί ωθεί στην εξωστρέφεια και στη λησμονιά.
Αυτά σκεπτόταν ο φίλος μας καθώς πήρε το δρόμο για το μικρό δρυμό του αγροκτήματος απ’ την κεντρική αλέα την οποία περίζωναν πανύψηλες λεύκες με τις λιγνές ικεσίες τους και τα ανεκλάλητα μυστικά των πτηνών που σιγοψιθύριζαν τις μελωδίες τους. Περπατούσε αργά, αλλά η μέριμνα δεν του επέτρεπε καν να θαυμάσει την ομορφιά. Την άφηνε να του υπαινίσσεται τους κόσμους της, μα η σκέψη του πήγαινε πιο μακριά, πιο μακριά και απ’ τα πέλαγα όπου φυτρώνουν ίσκιοι κατά τον ποιητή, πιο πέρα και απ’ τους αιθέρες του Μαρσέλ, πιο κάτω και απ’ τα υποθαλάσσια βάθη του Κλαυδίου, μα πού επιτέλους; Η σκέψη του μισοαγρίεψε για λίγο, μα τα λόγια της γυναίκας του τον επανέφεραν στην τάξη. Τι πάει τη σκέψη τόσο μακριά, αν όχι το ίδιο της το είναι; Άρα, σκεπτόταν, ο άνθρωπος είναι ανέστιος στο βάθος του, αφού διασχίζει άπειρες αποστάσεις, ξεπερνώντας και τις μέγιστες ταχύτητες του μικροκόσμου… ‘‘Πατρίδα μου το πουθενά, το πέρα απ’ τις αισθήσεις, μα τι είναι αυτό; Μήπως αυτό είναι ο εαυτός μου, η άβυσσος δηλαδή;’’ Αιφνιδιάστηκε και χαμογέλασε με τη σκέψη ότι του ήταν δυνατό να κάνει φιλοσοφικές σκέψεις αυτός ο μέχρι χθες εξωστρεφής παίχτης της αγοράς.
Ενοχλήθηκε όμως και πάλι καθώς θυμήθηκε ότι υπήρξε παίχτης, έστω και νόμιμος, σκακιστής, θα λέγαμε και όχι τζογαδόρος. Αν έλεγε σκακιστής και σαλταδόρος, θα πίστευε πως η αισθητική της φράσης είναι άθλια, πως προσβάλλει τις σοβαρές ή σοβαροφανείς παρουσίες των ευπρεπών κατά το πλείστο συναθλητών του ζατρικίου. Στάθηκε για λίγο κάτω από μια φτελιά και στη συνέχεια κάθισε στο ξύλινο παγκάκι πλάι στον κορμό. Το γνώριζε, οι παλιοί κύριοι του πύργου είχαν μεριμνήσει για την ξεκούραση των κυνηγών, των περιπατητών, των περιφερόμενων φιλοξενουμένων τους, ο Άλκης είχε ήδη συναντήσει και άλλα πιο γραφικά στις παρυφές, λίγο πριν. Το τοπίο ήταν ήρεμο, οι αλήτες του ουρανού, στεγασμένοι στα γύρω δένδρα, μάλλον ησυχία πρόσφεραν στους ερημικούς περιπατητές με τα ασταμάτητα άσματά τους. Ο φίλος μας όμως θα επιθυμούσε την απόλυτη ησυχία, ό,τι ίσως στερήθηκε αρκετά χρόνια τώρα, παρόλο που η κατοικία του ήταν σχεδόν εξοχική και διέθετε κήπο. Ίσως επιθυμούσε κάτι περισσότερο, μα ακόμη δεν ήταν σε θέση να το διακρίνει, παρόλο που ένας κόσμος τον πολιορκούσε, έστω και αρνητικά, με τις πρόσφατες επιθέσεις του. Ένιωθε πως το απρόσωπα πολυπρόσωπο της ομορφιάς η οποία χυνόταν μπροστά του άπλετη και χωρίς καμιά επιτήδευση ήταν πιο κοντά του και απ’ τις λουλουδένιες όψεις του σύγχρονου κόσμου, απ’ τις όψεις τόσων και τόσων ομοεθνών και αλλοεθνών του που κουβαλούσαν αμίλητα ίσως κάποια θαμμένα μυστικά. Τα διέκρινε στους Μάγβα, Λάπο, Αλί και σε αρκετούς άλλους, όπως οι φίλοι της ομήγυρης που θα βρίσκονταν έτσι, σχεδόν απρογραμμάτιστα, στον πύργο του Μαρσέλ. Μόνο που στο πρόσωπο της γυναίκας του και της Αιμιλίας αυτός ο κρυμμένος εαυτός ήταν ξέθωρος μπροστά στην τύρβη της ζωής και θα νόμιζε κανένας πως αυτές οι δύο γυναίκες αγνοούσαν την κοσμική ευπρέπεια της σοβαροφάνειας και κυρίως της συμμόρφωσης με την τρέχουσα αισθητική η οποία θέλει τη γυναίκα όλο και πιο καλλωπισμένη κατά τις υπαγορεύσεις των θεραπόντων της κοσμικής λαμπρότητας.
Τις κάλυπτε μια άλλη ομορφιά η οποία έτρεπε σε φυγή τους καθωσπρεπισμούς της μόδας και του modeling, έγνεφε σιγηλά και το δυστύχημα είναι ότι δεν την κατανόησε όπως θα όφειλε αυτός ο έξυπνος, ο κινητικός, ο εξωστρεφής Άλκης μας. Ξεθωριασμένη ομορφιά η οποία συνήδε τόσο ευχάριστα με το τραγούδι των πουλιών και με την υποβλητικότητα του τοπίου, μα ποιος θα άντεχε μακροπρόθεσμα την παραμονή του στο δάσος ή, τουλάχιστον, στον πύργο, χωρίς να κινδυνεύσει να τρελαθεί;
Είναι όμορφο να κατάγεις νίκες στον κοσμικό τζόγο…Ναι, τώρα έτεινε να  πιστεύει χωρίς να συντρίβεται και να δοκιμάζεται οριακά όπως τις προάλλες στο γραφείο του, τη μέρα που τα εγκατέλειπε όλα, τόσο μακρινό παρελθόν ήταν πια, πως δεν έχει και μεγάλη σπουδαιότητα η απόσταση ανάμεσα στο ζατρίκιο και στο τζόγο. Βέβαια, δεν τα ταύτιζε, αλλά διέβλεπε μια έσω συγγένεια η οποία του γινόταν όλο και πιο προσιτή. Στο ζατρίκιο η μάχη δίνεται με κανόνες, δεσπόζει η επινοητικότητα, η ευφυΐα, ίσως όμως και ο δόλος…το μέγα τέκνο της διάνοιας, της εσαεί πονηρευόμενης διάνοιας. Σε τι διαφέρει ως προς αυτό ο τζόγος; Επαλλάσσουσες διάνοιες που υπηρετούν με τον τρόπο τους τον εγωισμό, σκεπτόταν ο πρόωρα αποστρατευμένος απ’ τη μάχη της τρέχουσας ζωής άνθρωπος και αναζητούσε κάτι διαφορετικό, χωρίς όμως να το έχει ακόμη συνειδητοποιήσει. Ο ήχος των πηδημάτων ενός ελαφιού διέκοψε τις σκέψεις του καθώς η ανεμίζουσα μορφή του ζώου έσχιζε ελαφρά την πνοή των διπλανών βάτων και ελαφροπατούσε στη χλόη. Η εικόνα ήταν περισσότερο πνοή και λιγότερο κίνηση, τα γοργά πατήματα έμοιαζαν με ατλαζένια δάκτυλα που κάνουν τα πλήκτρα του πιάνου να ηχούν και έτσι γη και ουρανός συνηχούσαν γλυκά με το ρυθμό των ανάλαφρων οπλών και το ελαφρύ κροτάλισμα της διάσπαρτης με ανθάκια του δρυμού χλόης.
Ο ΄Αλκης ξεχάστηκε και παραδόθηκε χωρίς να το καταλάβει στη χάρη των κινήσεων, στη μουσικότητα της πνοής η οποία τον πολιορκούσε απελευθερωτικά. Τι παραμόνευε όμως στο βάθος της απέναντι λόχμης και έκανε το πετούμενο της γης να αλλάξει διεύθυνση και να ταχύνει τόσο που η ανεμίζουσα χάρη έγινε έντρομη σκιά η οποία απογειωνόταν με τα ανάλαφρα και ταχύτατα άλματα; Ένα βαρύγδουπο και αργοκινούμενο καπλάνι που πρόβαλε αμέσως μετά τον πληροφόρησε άνετα. Το αιμοβόρο που απέτυχε να αιφνιδιάσει το θήραμά του παραιτήθηκε από κάθε προσπάθεια, αφού το ελαφάκι ήταν πια άφαντο.
Του δάσους τα μυστικά δεν είναι και τόσο εξαίσια,  σκεπτόταν τώρα ο Άλκης περίφροντις και αρκετά θορυβημένος, σαν να τον έπληξε κεραυνός τη στιγμή την οποία νόμιζε πως ελευθερωνόταν απ’ τη σκουριά της καθημερινότητας και του τζόγου. Ο λόγος, το εγώ, δεν είναι παρά προχωρημένο ένστικτο, μεταλλαγμένο, ηθελημένα θανατηφόρο, σε αντίθεση με το ζωικό ένστικτο που χορταίνει την πείνα του ή ικανοποιεί την πρόσκαιρη επιθετικότητά του…Καμιά ουσιώδης διαφορά, τίποτε το διαφορετικό, και πλανιέται ευγενέστατα η γυναίκα του με τον κόσμο της ο οποίος δρασκελίζει τόσο ησύχια και απερίτμητα τα συμβαίνοντα…Η αγνότητά της τον προβλημάτιζε και είναι αλήθεια πως ήταν προσκυνητής της, τον είλκυε σαν μαγνήτης, σαν κάτι το οποίο ερχόταν από τόσο κοντά και από τόσο μακριά ταυτόχρονα…
Μες την αμηχανία του ο Άλκης άρχισε να ψάχνει κάτι, όπως οι κυνηγοί κρυμμένων θησαυρών που πασχίζουν να μείνουν απαρατήρητοι και μάχονται ταυτόχρονα να επιτύχουν το σκοπό τους με μια γλυκιά πρόγευση της λείας τους που τους κάνει να ξεχνούν τις κακουχίες τους, όπως οι Εσκιμώοι του Λάπο που στην απεραντοσύνη των πάγων περιμένουν να προβάλει η περιζήτητη φώκια απ’ τα βάθη των παγωμένων εκτάσεων, όπως οι Λάπονες της Φιλανδίας που τρέχουν με τους ταράνδους τους στην αναζήτηση των θηραμάτων τους, όπως, όπως….Μες τη σκληρή δοκιμασία υπάρχει η πρόγευση κάποιου αγαθού και αλίμονο, συνέχισε ο καταδικασμένος να φιλοσοφεί τεχνοκράτης, αν η ζωή ήταν ωραίο παραμυθάκι στο οποίο η έρημη του δάσους θα συναντούσε οριστικά και για πάντα τον πρίγκιπα των ονείρων της…
Σηκώθηκε, γιατί ένιωθε πως οι σκέψεις του που τον πυρπολούσαν με τόση μεθοδικότητα και ένταση, αποκάλυπταν ένα κρυμμένο κομμάτι του εαυτού του το οποίο θα μπορούσε να γίνει ωρολογιακή βόμβα με απίστευτη δύναμη και συνέπειες. Δεν ήταν ούτε τρομοκρατημένος, ούτε και ήσυχος κι αυτό του υποσχόταν πως δεν έμπλεξε τυχαία με τα σκληρά δίχτυα της ζωής απ’ τα οποία ίσως αλιευόταν κάτι σαν άυλος θησαυρός. Από μακριά άρχισαν να ακούγονται οι θόρυβοι απ’ τις αγροτικές εργασίες των ενοικιαστών και θέλησε να σπάσει τη σιωπή του αντικρίζοντας τους γεωργούς και τους ξωμάχους. Ένα χαμογελαστό μονοπάτι στα δεξιά τού ’δειξε το δρόμο προς την πλούσια πεδιάδα του αγροκτήματος. Το πήρε με άνεση, μα πριν καλά καλά προχωρήσει, κάποια σκιά πίσω από ένα σύδενδρο πυκνών θάμνων με αγέλαστη πρασινάδα, του κίνησε την περιέργεια. Η αδιόρατη σκιά έμοιαζε μάλλον με ανθρώπινη, μα ποιος μπορούσε να βρίσκεται εκεί, σε χώρο μάλλον έρημο και οπωσδήποτε ιδιωτικό;  Πλησίαζε μάλλον διστακτικά και προσπαθούσε να εντοπίσει το σχήμα της σκιάς, όταν ο ελαφρύς βήχας που ’βγαινε αναιμικός του ’σβησε μεμιάς όλες τις αμφιβολίες. Ναι, η σκιά πρόδινε ανθρώπινη παρουσία η οποία ίσως τον κατασκόπευε…Στάθηκε περιμένοντας και κάπως θαρρεμένος πια παρακολουθούσε την κινούμενη σκιά, ώσπου απ’ τα πυκνά φύλλα αντίκρισε τη γεροντική μορφή με το ρυτιδωμένο πρόσωπο και το, παρά το φαινόμενο βάρος της ηλικίας, ανάλαφρο βλέμμα. Ο άγνωστος γνώριζε άνετα την ερημική ζωή, γιατί, με μια έξυπνη και γρήγορη κίνηση βρέθηκε πεταχτός κοντά του. Φόρεσε το πανωφόρι-χιτώνα του το οποίο κρατούσε σφιγμένο στο χέρι, έσιαξε τα ανάκατα μαλλιά του με τα δάχτυλα των χεριών του και πλησίασε.
-Ωραία η μοναξιά, είπε πρώτος.
-Αν την αντέχουμε, αν μας λέει κάτι, αν είναι ο πραγματικός μας εαυτός.
-Είναι άραγε; Η ιστορία του ανθρώπου λέει πως ο πολιτισμός και οι τέχνες, όλες οι τέχνες και οι επιστήμες οφείλονται στην εγκατάλειψη της μοναξιάς και της απομόνωσης.
-Άλλο μοναξιά και άλλο απομόνωση. Απομονωμένοι είναι οι άνθρωποι των θορύβων, εκεί στις μεγαλουπόλεις δόκτορά μου.
-Τι γνωρίζεις και λες δόκτορα έναν άνθρωπο ο οποίος μετά τις σπουδές του δε διάβασε κανένα σχεδόν βιβλίο;
-Η παρουσία σου με πληροφορεί, ο αέρας σου μου λέει πως διαπρέπεις εκεί στον κόσμο του πολιτισμού και της ευτυχίας, στην ευτυχισμένη πολυκοσμία με τα φρικτά της αδιέξοδα και το συνεχή της πόνο. Εκεί, στη ματαιότητα των ημερών. Πώς όμως κι από δω; Σίγουρα είσαι φίλος του Μαρσέλ…
Ο γέρος στηρίχτηκε στο ραβδί του και τότε ο Άλκης κατανόησε πως είχε μπροστά του έναν παλιάτσο, έναν Αίσωπο ή ένα Διογένη, έναν καλοκάγαθο κατά τα φαινόμενα αλήτη που αρνήθηκε το άστυ, υπακούοντας ίσως σε ανεξήγητες μα σεβαστές παρορμήσεις. Ο παλιάτσος δε μιλούσε, τον αντίκριζε νηφάλια σα να ’θελε να του αποσπάσει κάποιο μυστικό, όχι από περιέργεια, αλλά από μακρινή διαίσθηση η οποία απέπνεε το άρωμα της αποδιασταλμένης απ’ το βάρος και το θόρυβο του κοσμικού χρόνου συνείδησης. Ήταν γοητευτικός μες τον ανεπιτήδευτο πρωτογονισμό του και εύκολα θα διαπίστωνε και ο πιο επιπόλαιος συνομιλητής του πως η παρουσία του δεν έμοιαζε σε τίποτε με τις προσποιήσεις και τα φερσίματα των νεόκοπων αρνητών της προόδου και του πολιτισμού. Ο αέρας του γεράκου ήταν εντελώς διαφορετικός, αλλοτινός.
-Έχω ανάγκη απ’ τις συμβουλές σας…
Γέλασε πάλι ειρηνικά, σα να εξέφραζε απορία αυτός ο άσημος απ’ τον οποίο ένας διάσημος κατά τα φαινόμενα περίμενε βοήθεια. Πάντα γερμένος στο ραβδί του, ανασήκωσε το ένα του χέρι σα σε ικεσία και το κατηύθυνε στο στήθος του.
-Η ερημιά και η μοναξιά δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο τα προβλήματά μας, αν τις θωρούμε σαν το φάρμακο. Μας κάνουν πιο πρωτογόνους και απ’ τους λεγόμενους αγριάνθρωπους οι οποίοι, νομίζουμε πως είναι απολίτιστοι, επειδή ζουν στη μοναξιά και με τις απειλές του δάσους.
Έτεινε κατόπιν το στο στήθος του γερμένο του χέρι και το κατηύθυνε στο στήθος του συνομιλητή του χωρίς να μετακινηθεί. Ο Άλκης παρακολουθούσε τις ανέμελες κινήσεις κείνου του αποστεωμένου σχεδόν χεριού, θωρούσε τα ειρηνικά μάτια και κατανυσσόταν την παρουσία, χωρίς να ξέρει τι να υποθέσει. Γνώριζε μόνο πως  μπροστά του βρισκόταν κάποιος ανέμελος της ζωής που ’κρυβε κάτι το οποίο ο ίδιος ίσως αναζητούσε, αν μπορούσε να γνωρίζει πως αναζητούσε κάτι το οποίο αγνοούσε. Ο τεντωμένος δείχτης του παλιάτσου στόχευε στην καρδιά του συνομιλητή του, τα μάτια του, ολοκοιτούσαν το απορημένο του βλέμμα με περίσσεια απλότητας που παρέπεμπε στον ανέφελο ουρανό της παιδικής ψυχής.
-Η καρδιά σου θα σε βοηθήσει, μόνο αυτή θα σου πει καλά πράγματα. Ξέρεις, συχνά τα βάζουμε με τους άλλους ή με τον εαυτό μας, αλλά στην πραγματικότητα εξορκίζουμε φαντάσματα, αφού κάνουμε και τους άλλους αλλά και τον εαυτό μας αγνώριστους. Καθαρή καρδιά είναι το καθαρό πνεύμα, το καθαρό συναίσθημα και δε χρειάζονται ούτε βιβλία, ούτε πολλές γνώσεις για να το καταλάβουμε.
-Πώς μπορούμε να γνωρίζουμε τους χτύπους της καρδιάς μας χωρίς αφή;
-Το βρήκες δόκτορά μου, δε χρειάζεται να πούμε περισσότερα. Σε ευχαριστώ που μου αποκάλυψες κάτι το οποίο στριφογυρνούσε μέσα μου σαν εκείνες τις παλιές ραμόνες, αθόρυβα, αλλά με κάποιο υπόκωφο ψίθυρο…Οι παλμοί της καρδιάς χωρίς την αφή, το πιεσόμετρο και τα άλλα εργαλεία, να τι μας λείπει.
-Συμπαντική αρμονία δηλαδή…
-Δε γνωρίζω αν αυτό που λέμε συμπαντική αρμονία είναι αυταπάτη και άλλοθι για να μας καθησυχάζει τις ψευδαισθήσεις. Όλα ξεκινούν απ’ τους παλμούς της καρδιάς και όχι απ’ τα σχήματα και τις ψεύτικες ομορφιές του κόσμου μας. Για να θωρήσεις την ομορφιά πρέπει να τυφλωθείς, ναι να τυφλωθείς!
Ο Άλκης έμεινε άναυδος με την τελευταία φράση του παλιάτσου και διαισθάνθηκε πως ίσως για πρώτη του φορά στη ζωή του αιφνιδιάστηκε τόσο. Στην ιερά ανάστατη σκέψη του ήρθαν αιφνίδια κάποια κείμενα τα οποία μελετούσαν η Πόλα και η Αιμιλία, κείμενα, έλεγαν οι περιπαθείς γυναίκες, τα οποία ανάβλυζαν απ’ την ιερή σιωπή των αιώνων και σύμφωνα με τα οποία η ομορφιά δεν πολυέχει και σχέση με την αρμονία, τον πλούτο των χρωμάτων και την αρμονία των ήχων. Ποτέ του δεν είχε καταλάβει εκείνες τις ασυναρτησίες, έτσι νόμιζε, και ο μόνος λόγος της ηρωικά παθητικής του αντίστασης ήταν η απέραντη αγάπη προς τη γυναίκα του και η πραγματική στοργή που ’νιωθε για την Αιμιλία. Κάποτε όμως πληρώνονται όλα, θετικά ή αρνητικά, διαλογιζόταν, καθώς κατάλαβε πως είχε ανάγκη να καθίσει, σαν οι δυνάμεις του να λιποψυχούσαν.
-Ας καθίσουμε κάπου…
Ο παλιάτσος στρώθηκε πρώτος στη χλόη, χωρίς να παύσει να τον θωρεί ειρηνικά.
-Είμαστε φίλοι από παλιά.
Νέο σοκ αιφνιδίασε τον ΄Αλκη ο οποίος, χαμένος σχεδόν, άρχισε να ψάχνει στο ιερό τέμενος της μνήμης του παλιές γνωριμίες. Η ιλιγγιώδης ταχύτητα στους πολυδαίδαλους ατραπούς όμως όχι μόνο δεν απέδωσε, αλλά ενέτεινε το σκότος του.
-Μην ψάχνεις, γιατί, για να βρεις ό,τι αναζητείς, οφείλεις να το έχεις γνωρίσει, να το έχεις αγαπήσει.
Ο παλιάτσος του έδειξε και πάλι την καρδιά χωρίς να πει τίποτε. Τον αντίκριζε σαν παιδί με μορφή που βρισκόταν στο εύδιο σύνορο του χαμόγελου και της απάθειας, στα όρια δηλαδή του ζην.
-Έχω τη γνώμη πως μάταια ψάχνω, γιατί είμαι πυρπολημένος, χαμένος και οπωσδήποτε ανόητος. Είναι βέβαιο, τώρα το πληροφορούμαι με απέραντη καθαρότητα μες στη σύγχυσή μου, πως είμαι ανόητος.  Θεωρούσα την ανοησία μου σοφία, ή, για να είμαι εντελώς ακριβής, επιτυχία. Πέτυχα στα οικονομικά, αλλά απέτυχα σε όλα τα άλλα.
-Δεν υπάρχουν αποτυχημένοι, υπάρχουν μόνο προσωρινά χαμένοι. Δε χάνουμε όμως λεφτά, ούτε περιουσίες, δε χάνουμε ερωμένες και ό,τι θεωρείται οιωνός επιτυχίας, κλειδί ή κλειδιά της βασιλείας. Χάνουμε τους παλμούς της καρδιάς και την ομορφιά. Δεν είναι να μας λυπούνται και τα αγριότερα θηρία; Σε αφήνω όμως δόκτορά μου, γιατί πολλά είπα, αρκετά, μα παλιέ μου φίλε, ας γνωρίζεις πως τα λόγια μου απευθύνονται πρώτα πρώτα στον εαυτό μου. Ούτε τους μυστικούς παλμούς της καρδιάς μου βρήκα, ούτε την ομορφιά, παρόλο που κάποιος δικός μας είπε πως αν τα βρούμε, θα πεθάνουμε αμέσως. Καταλαβαίνεις τι εννοούσε…
Ο παλιάτσος ανασηκώθηκε με τη βοήθεια του ραβδιού του και αγκάλιασε για τελευταία φορά με το βλέμμα του τον παλιό του φίλο. Ο άλλος έμεινε ακίνητος εκεί στη χλόη, με βλέμμα που παρακολουθούσε τη φωτεινή σκιά πίσω απ’ την οποία όδευε πειθήνια μια λεπτοκαμωμένη αλεπού. Το τοπίο έγινε ανάερο, η ανάλαφρη σιλουέτα γινόταν αθόρυβη και άυλη οπτασία, ώσπου μείχτηκε με τις σκιές και τα υποβλητικά χρώματα της ακρολαγκαδιάς. Έβλεπε και δεν έβλεπε, θωρούσε και νόμιζε πως βρισκόταν σε άλλο κόσμο αυτός ο επιδέξιος σκακιστής ή τζογαδόρος, αφού δεν τον ενδιέφερε πια η διαφορά, ήταν δεν ήταν ελάχιστη. Τα δένδρα, το υπόφως των σκιών που σχηματιζόταν μπροστά του απ’ τις κινήσεις των πτηνών και την πνοή του ουρανού στον οποίο αργοσάλευαν σύννεφα, ο μυστικός ψίθυρος του δάσους και η εξασθενημένη ροή του πλαϊνού ρυακιού, όλα μαζί και το καθένα χωριστά τον απομάγευαν, τον εξαπέστελλαν ειρηνικά σε έναν κόσμο που φώλιαζε στην πιο μυστική πλευρά της πραγματικότητας, αλλά τόσο διαφορετικά… Ένιωθε, μετά τη σύγχυση και τον προσωρινό ακρωτηριασμό της μνήμης και της κρίσης του, ήσυχος, ανάλαφρος, σαν το σώμα του να είχε γίνει άυλο, σαν η ψυχή του να είχε διαπεράσει και τις τελευταίες ρανίδες της σάρκας του. Βέβαια, δε μπορούσε να εξηγήσει τι συνέβαινε, αλλά υποψιαζόταν κάποιο ιλιγγιώδες συμβαίνον…
Ξάπλωσε ανάσκελα στη χλόη και άθελά του ξαναπροσπάθησε να θυμηθεί πού συνάντησε το γεράκο ο οποίος τον αποκάλεσε φίλο απ’ τα παλιά. Αιφνίδια όμως, σαν να λύθηκαν τα δεσμά που τον κρατούσαν ακίνητο, ευτυχισμένα ακίνητο, ήρθε η διαίσθηση η οποία δεν έχει ανάγκη ούτε τη μνήμη, ούτε την κρίση, ούτε τη φαντασία, γιατί προηγείται. ‘‘Τι ψάχνω άδικα; Δε χρειάζεται’’, είπε στον εαυτό του με βεβαιότητα. ‘‘Βιάζομαι και δε θα μπορέσω να σταθώ σε ό,τι όμορφο με κυνηγάει…Κάτι σαν τυφλό με κυνηγούσε όταν έτρεχα στις αγορές και στα χρηματιστήρια, κάτι σαν τυφλό και τώρα με πισωγυρίζει σε τόπους τους οποίους δεν πρόσεξα…Ίσως ο παλιάτσος είναι ο πιο πιστός μου φίλος. Οφείλω να τον ξαναδώ!’’ Κατηφόρισε το κυματιστό μονοπάτι και βρέθηκε στο λιβάδι με τις αγελάδες. Ο ενοικιαστής τους έριχνε σανό και κείνες, κάτασπρες και υπερτραφείς, κινούσαν τις ουρές τους και πλησίαζαν νωχελικά, σαν να είχαν βαρεθεί την  πολλή περιποίηση που μεταφραζόταν σε γάλα και σε αφύσικες σάρκες οι οποίες δεν έχουν καμιά σχέση με το φυσικό κρέας.
-Τι να γίνει; του είπε ο ενοικιαστής, έτσι κάνουν όλοι κύριε Άλκη μου, όλοι οι κτηνοτρόφοι, γιατί αλλιώς θα πεινούσαμε.
-Τι δηλαδή;
-Ε, κατάλαβα τις σκέψεις σας καθώς σας είδα να παρατηρείτε τα ζώα μου. Αν δεν είχαμε και κάποιες επιδοτήσεις, δεν ξέρω πού θα βρισκόμασταν…Δεν τις προσφέρουν από καλοσύνη βλέπετε.
Η γυναίκα του πρόβαλε απ’ την πόρτα του σπιτιού, ενός παλιού οικήματος του υποστατικού το οποίο ανακαινίστηκε. Περάστε για καφέ και καλώς ήλθατε! Καιρό είχαμε να σας δούμε.
-Καλημέρα σου Ελίζα! Στο εξής θα με βλέπετε πιο συχνά. Τα παιδιά;
-Όλοι καλά όπως και οι δικοί σας φαντάζομαι. Θα τους δούμε;
-Δε γνωρίζω ακριβώς. Ίσως τις μέρες που έρχονται.
Μπήκαν στο σπίτι όπου τους περίμενε ο καφές με τα κρουασάν. Αγροτικό, αλλά σύγχρονο εξαιτίας κυρίως των παιδιών τα οποία γνώριζαν καλά τις προκλήσεις της ηλεκτρονικής, κοσμούταν και με μια βιβλιοθήκη στην απέναντι άκρη.
-Σε λίγες μέρες έχει πανηγύρι, λαϊκό πανηγύρι που μαζεύει κόσμο από πολλούς οικισμούς ανθρώπους με διαφορετικές παραδόσεις. Μουσική, χορός, ακροβατικά, χρώματα, φωνές και αισθηματικές πνοές.
-Δεν έχω πρόγραμμα, καθώς ο Μαρσέλ πάει για κυνήγι στο μεγάλο δρυμό και δεν είναι σίγουρο αν θα έχει χρόνο.
-Τότε να ρθείτε μαζί μας, θα είναι ωραία. Θα δείτε καβαλάρηδες ντυμένους ιππότες του παλιού καιρού, πυργοδέσποινες, όχι βέβαια αληθινές, αλλά χαριτωμένες, ταχυδακτυλουργούς και ζώα, ζώα πολλά. Μεγάλο αλισβερίσι, με εκλεκτές τροφές και προϊόντα…Πάμε εμείς κάθε φορά, καθώς και σε άλλα πανηγύρια, αλλάζουμε κάπως και έτσι έχουμε την ισορροπία μας. Έρχονται και απ’ τη μεγάλη πρωτεύουσα, την ξακουστή, των Φώτων, κάποιοι αλλοδαποί με τις στολές τους και με τα όργανά τους τα ξωτικά και ακούς αυτούς τους σιωπηλούς απ’ τις πέντε ηπείρους να παίζουν με ένα παθητικό και αγέλαστο πρόσωπο κάποια κομμάτια που σε συγκινούν, γιατί σου δημιουργούν την υποψία πως παντού υπάρχει το κυνηγητό της ευτυχίας.
-Μη ζαλίζεις τον άνθρωπο, λες και πρόκειται να γίνει κάτι το πρωτοφανές Ελίζα! Δεν έχει τάχα δει ο Άλκης παρόμοια πράγματα; Είδε περισσότερα και καλύτερα σου λέω! Οι διπλανοί μας περιμένουν να τους κουβαλήσουμε εμείς, το ξέρεις;
-Δεν υποσχέθηκα τίποτε απολύτως! Ας έλθει ο κύριος Άλκης και βλέπουμε…
-Κάντε το πρόγραμμά σας χωρίς να με λογαριάζετε, και βλέπουμε. Εξάλλου, θα ήθελα να περπατήσω, να σας βρω εκεί, αν αποφασίσω να πάω. Θα πεταχτώ λίγο να τους πω καλημέρα και σκοπεύω να επιστρέψω στον πύργο.
-Μα μόνος; Να γυρίζετε να γευματίσουμε και κάντε ό,τι σας βολεύει στη συνέχεια.
Απέναντι, στην άλλη άκρη του πεδινότοπου βρισκόταν μια άλλη οικογένεια η οποία ασχολούταν με τις καλλιέργειες. Εκεί βρέθηκε για λίγο ο Άλκης, όφειλε να πάει, γιατί η μοναχοκόρη του σπιτιού έπασχε από χρόνια παράλυση και είχε παρουσιάσει τελευταία συμπτώματα κατάθλιψης. Η μεγάλη αποθήκη, πέτρινη, παλιό χάνι στο οποίο σύχναζαν άλλοτε οι υποτελείς, πρόδινε τις εμπορικές επιτυχίες του ακάματου καλλιεργητή, ενώ το σπιτάκι εκατό μέτρα πιο πέρα, στις παρυφές του μικρολόφου στον οποίο κατέληγε το δάσος, ηρεμούσε υπό την προστασία δύο γερμένων πεύκων που ’γνεφαν σιωπηλά. Πλησίαζε, και ο ίσκιος του έπαιζε άτακτα παιγνίδια με τις ακροκαλαμιές του μικρού βαλτότοπου, βατραχάκια κόαζαν, μικροχελώνες ελαφροπερπατούσαν αμέριμνες,  ενώ η μηλιά, πλάι απ’ το σπίτι άπλωνε τα νυφικά της μέχρι τους πλαϊνούς κισσούς που την αγκάλιαζαν ως ακροβάτες και φύλακες του τεράστιου φοίνικα. Στην ακινητοποιημένη αναπηρική πολυθρόνα αναπαυόταν η Βερονίκη η οποία πρώτη αντίκρισε τον Άλκη. Έβγαλε το λευκό της καπελίνο και το ανασήκωσε αργά. Η ισχνή της φωνή ακολούθησε σαν ικεσία:
-Καλώς τον!
Ο Άλκης ο οποίος πρόφτασε και μάζεψε αγριολούλουδα, τάχυνε το βήμα και ασπαζόμενος την κόρη, απόθεσε το πρόχειρο μα πολύχρωμο μπουκέτο του στο κεφάλι της άρρωστης. Τα λουλούδια την έραναν άτακτα, σκορπίστηκαν. Η Βερονίκη άπλωσε το χέρι της στα παράλληλα απλωμένα πόδια της και πήρε ένα άνθος λεμονιάς.
-Σκύψε χρυσέ μου!
Πέρασε τον ανθό στην μπουτονιέρα του φίλου της και τον έσφιξε με τα ακροδάχτυλά της στις παρειές. Ακολούθησαν οι ασπασμοί, οι αγκαλιές, τα θερμά λόγια, τα γεμάτα περιπάθεια, και τα δάκρυα, κυρίως της Βερονίκης.
-Όλοι καλά; ρώτησε ο Άλκης.
-Καλά είναι. Έφυγαν πριν λίγο. Μεταφέρουν σανό στην πόλη. Καλή η σοδειά, αρκετά τα έσοδα, καθώς ο Μαρσέλ δεν απαιτεί τίποτε. Εγώ υποφέρω τώρα τελευταία κι ώρες ώρες σκέπτομαι πως θα ήταν το ευτυχέστερο γεγονός της ζωής μου αν μπορούσα να κρεμαστώ από ένα κλαδί αυτής της όμορφης και θαλερής μηλιάς. Κάποιες στιγμές Άλκη μου η ομορφιά της ζωής γίνεται ασχήμια, απαισιότητα, όλα αντιστρέφονται και παίρνουν τη αλλόκοτη, την ηλίθια, την πληκτική τους όψη. Αδιαφορώ, μα κάποιος εχθρός με κυνηγάει και να που προβάλλει ο δαίμονας του μηδενός, της ανυπαρξίας. Ο γιατρός είπε πως αυτό οφείλεται στη μονοτονία των παραστάσεων, γιατί και τα ομορφότερα τοπία, όταν τα ζεις καθημερινά, γίνονται με τη πάροδο του χρόνου εφιάλτες. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει κληρονομική παθογένεια. Εμένα όμως, όλα αυτά μου είναι αδιάφορα…Πόσο θα διαρκέσει η ζωή μου, αυτό το άγχος των καιρών; Ξέχασα όμως να σε ρωτήσω για την Πόλα, για τα παιδιά.
-Καλά είναι, σε χαιρετούν. Την Πόλα, θα τη δεις κάποια απ’ τις μέρες που ’ρχονται. Σου έστειλε κάτι, μα αφηρημένος και απρογραμμάτιστος καθώς κίνησα το πρωί, το ξέχασα. Θα στο φέρω με την πρώτη ευκαιρία.
-Η Πόλα…
Το κορίτσι δε μπόρεσε να συνεχίσει.
-Έλα, μη δακρύζεις με το παραμικρό…Ξέρεις πως η Πόλα σε αγαπάει ιδιαίτερα. Αυτό εξάλλου σημαίνουν και τα δώρα της. Είναι συμβολικά.
Ο Άλκης περπάτησε μέχρι το σπίτι και πήρε ένα κάθισμα το οποίο απόθεσε πλάι στο αναπηρικό καρότσι της Βερόνικας.
-Συμβολικά, γιατί το έσχατο δεν εκφράζεται παρά με σύμβολα. Πανάρχαια άποψη στην οποία εμβάθυνα, καθώς διάβαζα ένα βιβλίο αφιερωμένο στη συμβολική. Έχω τη γνώμη πως αν δε ζήσει κανένας ακραίες καταστάσεις, δεν είναι σε θέση να αποτιμήσει το σύμβολο και τη φορά του. Απλά, περιγράφει και δίνει χρήσιμες πληροφορίες.
-Πες μου κάτι για το σύμβολο, έχω ανάγκη να σε ακούσω χρυσό μου.
-Εγώ; έκανε θαυμαστικά η Βερόνικα. Εγώ ετοιμάζομαι να αυτοκτονήσω με την πρώτη ευκαιρία και συ μου λες να σου εξηγήσω τι είναι σύμβολο και ποια η δυναμική του, αν υπάρχει δυναμική σε συμβολικές εκφράσεις ή σχήματα…
-Γιατί αυτή η απαισιοδοξία Βερόνικά μου; Είμαι βέβαιος πως ένα ταξίδι αναψυχής θα σε κάνει να ξεχάσεις όλα τα φρικτά που βλέπω να σε ταλανίζουν.
-Δεν τρέφω αυταπάτες Άλκη, δεν είμαι πια μικρή και η ηλικία του παραμυθιού έχει φύγει, δε γυρίζει πίσω. Βέβαια, υποκλίνομαι μπροστά στην αγάπη και στους ανθρώπους, είναι τόσο λίγοι δυστυχώς αυτοί που αγαπούν. Ο πόνος όμως, η δυστυχία, η δυστυχία μου, για να είμαι ειλικρινής, αλλά και η δυστυχία όλων των πασχόντων, δεν εξαλείφεται με την αγάπη. Υπάρχει κάποιος δαίμονας μέσα μας κι αυτός είναι ο εαυτός μας. Όταν δουλεύουμε, όταν ερωτευόμαστε, όταν παντρευόμαστε, διαπρέπουμε, κινούμαστε, ενεργούμε και τα λοιπά, αυτός ο δαίμονας που δεν είναι άλλος απ’ τον εαυτό μας, βρίσκει διεξόδους και έτσι μας αποκοιμίζει με τα μεγάλα λύτρα του εγωισμού. Να όμως που οι ανήμποροι, οι καταδικασμένοι να ζουν σε μια πολυθρόνα και τόσοι άλλοι απόκληροι της ζωής, ανακαλύπτουν τις ψευδαισθήσεις των άλλων που φαντάζουν σα θαύματα μπροστά στην ανημποριά τους… Τι ωραιότερο επομένως απ’ τον αιώνιο ύπνο, απ’ την απόλυτη φυγή;
-Μίλησες όμως για το συμβολικό χαρακτήρα της αγάπης, αν δεν απατώμαι.
-Είπα πως τα πηγαία δώρα της Πόλας είναι σύμβολα μιας αγάπης, μιας ανεπανάληπτης αγάπης. Μόνο έτσι τα πράγματα ιεροποιούνται, θα ’λεγα. Πόσοι όμως αγαπούν πραγματικά; Είναι αλήθεια πως η αγάπη προϋποθέτει ένα άλλο εγώ που δεν είναι το εγώ  της ιστορίας, των ιδεολογιών, των υποσχέσεων για γενική ευτυχία…Είναι κάτι σαν ιερό αστραποβόλημα στη νυχτιά του κόσμου, σα μια ιερή αποκάλυψη της κοσμικής νύχτας και υποκρισίας και να που όλα τελειώνουν. Η αγάπη είναι έκσταση, ειρηνική έκσταση που δεν αντέχει τη σκληρή διάρκεια των κοσμικών παθών. Είναι το ίχνος της απόλυτης ομορφιάς που δεν ανήκει στους ανθρώπους οι οποίοι μοιάζουν μπροστά της με άθλια τέρατα, γιατί παραμορφωμένος είναι ο άνθρωπος όλων των αιώνων και των εποχών. Μετά έρχεται η μοναξιά, το απογυμνωμένο εγώ που φρίττει μπροστά στη συμπαντική ψυχρότητα των πράξεών του. Να γιατί ο θάνατος είναι ο αιώνιος ύπνος, η μεγάλη φυγή…
Ο Άλκης άκουγε κατάπληκτος, γιατί αντίκριζε μια άλλη Βερόνικα, μια κόρη αγνώριστη σε σχέση με την τελευταία φορά που την είχε συναντήσει στον πύργο του Μαρσέλ, πριν δύο περίπου χρόνια. Αυτοδίδακτο το εικοσιπεντάχρονο κορίτσι, περνούσε για χρόνια τον καιρό της στο δωμάτιό της και στην αυλή του σπιτιού. Οι ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς την έκαναν να αγαπήσει την ανάγνωση και η βοήθεια  μιας δασκάλας συνέβαλε ουσιαστικά στην αφύπνιση των πνευματικών της ενδιαφερόντων. Επισκέψεις δεχόταν σπάνια, ενώ σπανιότερα μετακινούταν με τη βοήθεια των γονιών και κάποιων φίλων ανάμεσα στους οποίους και ο Μαρσέλ. Ήταν μέχρι τότε, σκεπτόταν ο Άλκης, γλυκιά, ειρηνική και ένα πνεύμα εγκαρτέρησης φώτιζε τη λευκή της μορφή.
-Βερόνικα, τον τελευταίο καιρό ζω μια κόλαση με όμορφα διαλείμματα ειρήνης και μιας κάποιας αισιοδοξίας, αλλά ξαναβυθίζομαι στις φρίκες οι οποίες με επισκέφτηκαν εντελώς πρόσφατα. Δεν είμαι σε θέση να σχολιάσω τις σκέψεις σου, είμαι αδύναμος…
-Αδύναμος ο άνθρωπος της τόλμης και της πλέριας άνεσης του χθες…Εγώ Άλκη μου αδυνατώ να ελέγξω τον εαυτό μου, έφτασα να τον μισώ και οι γιατροί κάνουν λόγο για νευρική κατάθλιψη. Άστους να ψάχνουν μες το ερειπωμένο εγώ τους θησαυρούς της ψυχικής υγείας, άφησέ τους να ματαιοπονούν. Αυτοί οι μεγάλοι ερευνητές της αβύσσου του ανθρώπου νομίζουν πως παίζουν τένις σε όμορφο λιβάδι το οποίο κακοπάτησαν κάποιοι δαίμονες τους οποίους προσπαθούν να εξορκίσουν με τα γιατροσόφια τους. Αν εξαιρέσουμε τις καθαρά παθολογικές περιπτώσεις για τις οποίες έχουν λόγο, δεν πρέπει να δίνουμε και μεγάλη σημασία στις θεωρίες τους.
Η ανθοφορεμένη μηλιά έστελνε το μύρο της, πεταλούδες του αγρού ανέμιζαν πάλλευκες, το πράσινο του ανθισμένου τριφυλλιού έπαιζε με τις ανθισμένες κορυφές του, οι βόμβοι της ανοιξιάτικης ευωχίας έρχονταν από όλες τις κατευθύνσεις, ενώ απέναντι, το δάσος έγνεφε με την φαινόμενη αταραξία του. Πίσω τους, το πυκνό τείχος της πρασινάδας στην αγκαλιά της οποίας ενώνονταν ερωτικά θάμνοι με λούλουδα, έπλεκε το αμίλητο μυστήριό του, αφήνοντας τους γάμους των ξωτικών χρωμάτων να αρπάζουν τη ματιά του παρατηρητή και να την εξακοντίζουν σε χώρους θαυμαστικής συγκίνησης. Η Βερόνικα, μικρή, πριν τη χτυπήσει η ξαφνική αποπληξία, γνώριζε και την τελευταία γωνιά, ήταν το κορίτσι του παραμυθιού, το λευκοντυμένο κορίτσι που μάζευε λουλούδια, που σιγομιλούσε με τα ελάφια και που χάιδευε τις χελωνίτσες τις οποίες και τάιζε με αχλάδια και αγριόμουρα. Ήταν μια μικρή νεράιδα της ακρώρειας του δάσους και της πάντα υγρής πεδιάδας, τολμηρή και περιπαθής, ικανή να διηγείται περιπέτειες παραμυθιών τις οποίες συνέδεε με τους ασταμάτητους περιπάτους της στις μαγεμένες άκρες με την πλούσια και παρθενική ομορφιά της εξοχής. Δε χάθηκε όλο αυτό το ατέλειωτο όνειρο της παιδικότητάς της, η παραλυσία της τρεφόταν για χρόνια με αυτούς τους πραγματικούς μύθους και η ψυχή της ειρήνευε, βαλσαμώνοντας τον πόνο και τα δάκρυα με το υπέροχο δώρο της εγκαρτέρησης. Φαίνεται όμως πως οι ανθοί του πρωτινού χάρματος εξάντλησαν τη γονιμότητά τους, αφού, με τα χρόνια, η καταιγίδα της συνεχούς δοκιμασίας μεταβλήθηκε δε καταστροφική λαίλαπα…Αυτά σκεπτόταν ο Άλκης κατά τη μακρά σιγή που ακολούθησε και το άλγος του όλο και τον περιέσφιγγε σβήνοντας άσπλαχνα όλη τη γύρω του ομορφιά, απάγοντας βίαια την αιωνιότητα των παιδικών στιγμών της Βερόνικας. Μέσα του, έξω του, κι αυτός δεν ήξερε τι να υποθέσει, χάνονταν όλα, χρώματα, ήχοι, μορφές και χρονικότητα, ενώ η παγωμένη του αντίληψη ακινητοποιούσε όλο του το πνεύμα.
-Σε βλέπω ωχρό, του είπε κάποια στιγμή, διακόπτοντας την κάθοδό του στον Άδη.
Με αντίδραση που οφειλόταν στον αιφνιδιασμό του έστρεψε το αδύναμο βλέμμα του κι αντίκρισε ό,τι δεν είχε ίσως ξαναδεί. Το πρόσωπο, το άλλοτε γλυκό και υπομονετικό πρόσωπο της παράλυτης κόρης, του φάνηκε αγνώριστο. Η ωχρότητά του που φιλοξενούσε κυνικά ένα επιθετικό βλέμμα το οποίο δεν ήταν σε θέση να κάνει πράξη την έξοδό του απ’ το ορατό πεδίο με τα φαντάσματα του Άδη του, προσλάμβανε προοδευτικά μια φρικαλέα όψη που παραδινόταν στον αμείλικτο γκρεμό της αβύσσου. Δεν ήταν τρέλα, δεν ήταν παράκρουση, ούτε φυγή απ’ το πραγματικό…ήταν ο ενταφιασμός της ομορφιάς, ο καταποντισμός της στο σκοτεινά και ηφαιστειώδη βάθη της ανθρώπινης κόλασης. Ίχνος κακότητας δεν ήταν δε θέση να εντοπίσει και ο οξυνούστερος ψυχαναλυτής του ανθρωπίνου δράματος, γιατί, ό,τι και να έλεγε, θα ήταν σχεδόν ανόητο. Κάτι πέρα απ’ το καλό και το κακό, μια απαθής έκρηξη με απύθμενο βάθος και κυνική αποκαραδοκία, κάτι που δεν ήταν σε θέση να εκφράσει το δυναμισμό του παρά την απόλυτη διαγραφή κάθε κοσμικής εμπειρίας, σαρκωνόταν σαν αρνητική αιωνιότητα σε κείνο το πολυβασανισμένο πρόσωπο. Καθώς ο Άλκης αντίκρίζε τη Βερόνικα με όλη του την αγάπη, διέγνωσε στο πρόσωπό της πραγματικά σπαράγματα της ίδιας του της υπόστασης. Κείνη που δεν έπαυσε να τον αντικρίζει, επανέλαβε:
-Γίνεσαι όλο και πιο ωχρός…
-Ο ένας καθρεπτίζεται στο πρόσωπο του άλλου...
-Θα χρειαζόταν ένας μεγάλος ψυχογράφος του τύπου Ντοστογιέφσκυ, Στρίνμπεργκ ή και Βαν Γκογκ για να αθανατίσει τη στιγμή. Όσο για το δικό μου πρόσωπο, διεκδικεί τον τίτλο του καταλύτη κάθε ομορφιάς. Η ασχήμια μας δεν εξωραϊζεται ούτε με τους ωραιότερους πίνακες των ρομαντικών, ούτε με τους περιπαθέστερους στίχους των θεϊκών ποιητών, έτσι τους ονόμασαν οι πλανώμενοι, γιατί δεν έξυσαν λίγο πιο πολύ την ανθρώπινη φύση για να αντικρίζουν έντρομοι τον Άδη της, τον Άδη τους, γιατί ο Άδης είναι ένας και μοναδικός. Είναι το ίδιο το ανθρώπινο είναι, και συ και εγώ και όλοι μας, και η χαριτωμένη σου Πόλα και η ζηλευτή μας Έμιλυ. Όλοι!
Ησύχασε κάπως κι έσκυψε στη μπουτονιέρα του άσπρου φορέματός της να μυρίζει τον ανθό τον οποίο της είχε κρεμάσει ο Άλκης. Μάζεψε κατόπιν όσα άνθη είχαν απομείνει  στα ακίνητα μέρη του σώματός της και τα σκόρπισε στο πρόσωπο του καλού της φίλου.
-Απόλαυσέ τα με τα ρουθούνια σου, δίνουν χρώμα, είπε γελώντας πικρά.
Ο άλλος περιμάζεψε μηχανικά όσα μπόρεσε και τα μύρισε μηχανικά.
-Δε μπορεί να είναι αυτή η αλήθεια του ανθρώπου, έκανε αναποφάσιστος, σαν να μην πίστευε στα λόγια του. Ο παλιάτσος μου είπε πως η πραγματική ομορφιά σκοτώνει, κι αυτό σημαίνει κατά τη φτωχή μου γνώμη πως η ασχήμια τρέφει τους ενιαυτούς μας, φορώντας στο πέτο της το γαρύφαλλο του αισθητισμού. Άρα, τα πράγματα μπορεί να είναι και διαφορετικά, να έχουν και την καλή τους όψη.
-Μακάρι, δε διεκδικώ το αλάθητο, βιώματά μου εκφράζω, απάντησε αινιγματικά η Βερόνικα. Α, ο παλιάτσος, ο κάθε παλιάτσος μας, καθένας μας έχει τον παλιάτσο του…
Ο ήχος του φορτηγού που γύριζε απ’ την αποστολή διέκοψε το διάλογο των δύο απογοητευμένων. Η ατμόσφαιρα άλλαξε κάπως, οι γονείς της κόρης δεν πολυκαταλάβαιναν το δράμα της, γιατί ο μακροχρόνια ασθενής, θεωρείται από κάποια στιγμή και πέρα παράξενος, απογοητευμένος, περίπου ακατανόητος. Παρά τις παρακλήσεις τους να γευματίσει μαζί τους, ο Άλκης πήρε το δρόμο του γυρισμού στον πύργο.
     24
 
     στις ακτές του ωκεανού και του ελέους
              το παιδί είναι ο πατέρας του ανθρώπου
                             Γουόρντσγουόρθ


Πήραν το τραίνο γύρω στο μεσημέρι. Για την Κορίνα τα πράγματα δεν ήταν και τόσο εύκολα, γιατί οι μικροτραυματισμοί της περιόριζαν κάθε άνεση κινήσεων και ο κάματος της ψυχής της ήταν ακόμη έντονος. Η ταχύτατη αμαξοστοιχία έτρεχε με πολύ μεγάλη ταχύτητα, αφήνοντας στα μάτια τους τα ανοιξιάτικα τοπία σαν προκλητικές ριπές που χάνονταν και επανέρχονταν με ασίγαστους ρυθμούς.
-Σε κουράζει, σε ζαλίζει η ταχύτητα;
-Όχι, αντίθετα, ό,τι πιάνουν τα μάτια μου απ’ την απίστευτη κινητικότητα του τοπίου, οδηγούν τη σκέψη μου και το συναίσθημα μου στις φρικιαστικές εναλλαγές των σκηνών των τελευταίων ημερών. Ανθισμένα δένδρα, χλοερά λιβάδια, στυφές κορυφές, σύννεφα και γαλάζιος ουρανός, ήλιος και σκιά, όλα πια λειτουργούν μακάβρια και συμβολικά…Δε γνωρίζω αν θα ξεπεράσω αυτή τη φρίκη.
-Μα κορίτσι μου την ξεπέρασες ήδη…Μιλάς για εναλλαγές, για στυφές κορυφές, αλλά και για χλοερά λιβάδια…
-Οι ριπές φωτός όμως έρχονται από μακριά προσπαθώντας να διώξουν τις μακάβριες παραστάσεις…
-Να λοιπόν που διαθέτεις πηγές ανεφοδιασμού απ’ τα απώτερα χρόνια της ήβης σου και της πρώτης σου νιότης, αν όχι και της παιδικότητάς σου.
-Με παρηγορείτε με τόση ευγένεια.
-Δεν υπάρχει επικινδυνότερος άνθρωπος απ’ τον ψευτοπαρηγορητή Κορίνα και ποτέ μου δεν έπαιξα αυτό το ρόλο εγώ ο καταραμένος.
-Μην ξαναπείτε αυτή τη λέξη κύριε Κλαύδιε, μη, ποτέ!! Αν κάποιος είναι καταραμένος είμαι εγώ και όχι εσείς.
Το κορίτσι δάκρυσε και πάλι και έκρυψε το πρόσωπό του με τους μωλωπισμένους του καρπούς. Τώρα όμως, έτσι καταλάβαινε ο Κλαύδιος, ο πόνος της δεν ήταν πόνος που θα οδηγούσε στην απόγνωση, αλλά στις ακτές του ελέους. Ξαφνιάστηκε μάλιστα που στη σκέψη του έπεφταν συμβολικές εκφράσεις, όπως ακτές του ελέους…
Κείνα τα δάκρυα όμως οδήγησαν την άυπνη Κορίνα στον ύπνο. Χωρίς να το καταλάβει, έγειρε ελαφρά στην αριστερή της πλευρά, στο βάθος του καθίσματος και με κλεισμένα τα μάτια, ανάσαινε αργά. Τα μαλλιά της όμως που μετακινήθηκαν ελαφρά απεκάλυψαν το τραύμα της στο μέτωπο το οποίο είχε ματώσει μετά την αθέλητη και βιαστική κίνηση των χεριών που έσπευσαν να κρύψουν το πρόσωπό της κατά τη στιγμή των λυγμών της. Ο Κλαύδιος έβγαλε το μαντίλι του και με προσεκτικές κινήσεις απομάκρυνε τις ρανίδες του αίματος χωρίς να γίνει αντιληπτός απ’ το κορίτσι. Δεν πρόφτασε να τελειώσει και η πόρτα της καμπίνας σύρθηκε ελαφρά. Ήταν ο ελεγκτής ο οποίος, παραξενεμένος, ρώτησε χαμηλόφωνα αν πήγαιναν σε νοσοκομείο ή αν ταξίδευαν.
-Ακυρώστε τα εισιτήριά μας και συνεχίστε παρακαλώ τη δουλειά σας…
Η Κορίνα μισάνοιξε τα μάτια, αλλά δεν κατάλαβε τι συνέβαινε και τα ξανάκλεισε μετά ένα χάδι των χεριών του Κλαύδιου στην παλάμη της.
Ωστόσο, ο ελεγκτής επέστρεψε, απόθεσε στο τραπεζάκι το κινητό φαρμακείο του βαγονιού και απομακρύνθηκε νεύοντας συγκαταβατικά στον Κλαύδιο. Το αίμα σταμάτησε να τρέχει, η Κορίνα συνέχισε τον ύπνο της στην παράξενη στρωμνή, ο Κλαύδιος παραδινόταν σε σκέψεις, καθώς τα μάτια του ανταμώνονταν με τις εναλλασόμενες σκηνές της υπαίθρου. Πίστευε για πρώτη ίσως φορά πως μέσα του υπήρχε αρκετή ηρεμία η οποία του έδινε τη δυνατότητα να υποψιάζεται ότι η κατάρα της ζωής του δεν ήταν κάτι το οποίο κουβαλούσε στα γονίδιά του, αλλά κάτι άλλο το οποίο ίσως οφειλόταν στις κάκιστες φωτογραφήσεις της πραγματικότητας οι οποίες μεταβάλλονταν σε απειλητικά φαντάσματα που έβαλλαν κατά πάντων και πρώτα πρώτα κατά του εαυτού του.
Βέβαια, δεν ένιωθε ελευθερωμένος, αλλά ελαφρυμένος απ’ τους δαίμονές του, απ’ τους στεναγμούς της καρδιάς του τους οποίους για χρόνια τώρα ονόμαζε αναποδιά του σύμπαντος και του ανθρώπου, αυτού του τυχαίου και παράξενου συνοθυλεύματος που κουβαλούσε αθέλητα όλες τις κοσμικές παραδοξότητες. Οι σκέψεις του ανέμιζαν χωρίς όμως να γίνονται άτακτα και σκληρά κύματα που τον απειλούσαν, ήταν μάλλον δημιουργικές υποβολές με τις οποίες θα όφειλε να αναστραφεί με κάθε νηφαλιότητα. Έστρεφε κάθε λίγο τη ματιά του στην Κορίνα της οποίας η κοιμισμένη όψη τον οδηγούσε χωρίς να το θέλει σε κείνη την ηρεμία η οποία επισκέπτεται σαν ουράνιο δώρο και τις πιο πληγωμένες υπάρξεις, τη θωρούσε κι έβλεπε στο νήδυμο ύπνο της κουρασμένης μια κάποια αθωότητα, μια κάποια άσπιλη ρυτίδα η οποία είναι απρόσβλητη και απ’ τις πιο καταχθόνιες επισκέψεις των παθών και των πλανών μας…
Αναπρόβαλλαν κάποιες άλλες πληροφορίες οι οποίες δεν έρχονταν ούτε απ’ το κοιμισμένο και, παράδοξα, ιλαρό πρόσωπου της αμαρτωλής, ούτε καν από κάποια υποσυνείδητα βάθη της κουρασμένης του συνείδησης, κάποιες πληροφορήσεις, θα ’λεγε, των οποίων η καταγωγή δεν ήταν δυνατό να εντοπισθεί πουθενά και με κανέναν τρόπο. Η συνείδησή του διαστάλθηκε απέραντα, σταμάτησε να σκέπτεται και περιέπεσε σε ένα είδος άνοιας το οποίο συναντάμε σπανιότατα στα πρόσωπα που, παύοντας οποιαδήποτε διανοητική ή και συναισθηματική προσπάθεια προκειμένου να πετύχουν κάτι, παραδίνονται στην έκσταση της έκστασης, στην πραγματική ζωή. Αρπάχτηκε απ’ το απόλυτο στο οποίο τον οδήγησαν οι μορφές, τα σχήματα, τα πρόσωπα, τα δράματα, ως τα μόνα ορατό σύμβολά του. Έκλεισε τα μάτια και δεν ήταν αργότερα σε θέση να γνωρίζει αν κοιμήθηκε ή αν…Το μόνο που μπορούσε αργότερα να διαπιστώσει ήταν πως το όνειρο ή ο ονειρικός περίπατός του τον οδήγησε σε τόπους και σε καταυλισμούς της καταραμένης του ζωής, στο γιο του, στη δεύτερη γυναίκα του την οποία χτύπησε βάναυσα, στις παραξενιές του, στις διαμάχες του, μα καθόλου στα υπόγεια των ωκεανών, στις σπουδές του, στις εργασίες του, στις ψευτοεπιτυχίες του. Επιστρέφοντας έτσι στο χθες και στο ταξίδι, ξύπνησε ή συνήλθε, αφού δεν ήξερε αν ονειροβατούσε ή αν πραγματοποιούσε ονειρικό περίπατο, και αντίκρισε το φρεσκοξυπνημένο πρόσωπο της Κορίνας να τον ατενίζει νηφάλια.
-Σας κούρασα υπερβολικά κύριε Κλαύδιε…
-Όχι Κορίνα μου, όχι παιδί μου, δε φαντάζομαι να κοιμήθηκα, αλλά ίσως. Νιώθεις καλύτερα;
-Δε μπορώ να πω τίποτε. Το μόνο βέβαιο είναι ότι παραδόθηκα σε βαθύ ύπνο και έτσι ξέχασα τα πάντα, όλους τους ζωντανούς μου εφιάλτες.
Το πρόσωπό της ήταν αρκετά αγνισμένο, η αδυνατισμένη της όψη, μες την αδυναμία της, άρχιζε να προμηνύει την ανατολή των ελάχιστων δυνάμεων της συνείδησής της που προσπαθούσαν να ανασυγκροτηθούν, μια κάποια ομορφιά… Της έσφιξε το χέρι για να της δώσει δύναμη και τότε κατάλαβε κάτι το απόλυτο. Για να λέμε την αλήθεια, τότε συναντήθηκαν οι δύο μέχρι πριν λίγο και τυχαία άγνωστοι, κείνη τη στιγμή συνειδητοποίησαν μια μεγάλη αλήθεια της ζωής τους, μια αλήθεια που είναι πυρήνας της ζωής όλων των ανθρώπων.
-Σας βλέπω σαστισμένο και αρχίζω πάλι να αποκαρδιώνομαι…Δε μου φτάνουν τα τόσα κακά; Αλλά τι λέω; Σας βλέπω με άλλο μάτι, με άλλη θωριά και δεν ξέρω αν τώρα αρχίζω να βλέπω ή αν η ματιά της ζωής μου ήταν κάλπικη, παρά τη ζωντάνια των αισθήσεων…
-Συνέχισε παιδί μου, πας να πεις κάτι σημαντικό. Ξέρεις, ένας φιλόσοφος τον οποίο διάβαζα στα νιάτα μου, ο Νίτσε, έλεγε πως ο πόνος είναι ο ύστατος ελευθερωτής του πνεύματος και τώρα αρχίζω να αντιλαμβάνομαι ό,τι ο ίδιος ο φιλόσοφος δεν είχε ίσως αντιληφθεί, όταν ξεστόμιζε μια τόσο σοφή φράση. Μην ανησυχείς όμως, δεν είμαι τόσο ανόητος να βάνω τον εαυτό μου πάνω από μεγάλα ονόματα, γιατί εννοώ κάτι το διαφορετικό.
-Δηλαδή…
-Να, ο πόνος είναι ελευθερωτής, γιατί μας συντρίβει το εγώ και τις αυταπάτες του, γιατί ανοίγει στο πνεύμα τους πραγματικούς δρόμους τους οποίους είχε παραγνωρίζει ή και περιφρονήσει. Δεν είναι δυνατό ο πόνος να οδηγεί στη σκληρότητα ή στο θάνατο…
-Ίσως, αλλά πιστέψτε πως όταν όρμησα στο παράθυρο, ήμουν βέβαιη πως δεν είχα τίποτε άλλο να κάνω…
Η φωνή της κόρης ράγισε και πάλι, μα κάποια δύναμη τη συγκρατούσε σε επίπεδο σχετικής τουλάχιστον αυτοκυριαρχίας.
-Δεν ήλθε η ώρα να επιστρέψεις σε κείνη την τραγική στιγμή. Ίσως ήταν η μεγάλη και μόνη στιγμή που σου πρόσφερε τη σωτηρία και αυτό βέβαια το πιστεύω, χωρίς όμως να εννοώ πως είμαι ο σωτήρας σου. Για μένα όμως αυτή η πράξη, η προσπάθειά μου να σε αποτρέψω, υπήρξε η μεγάλη στιγμή της πραγματικής μου γέννησης. Όταν προσφέρεις, γεμίζεις, νιώθεις πως κάποια συμπαντική αγάπη ενώνει τους ανθρώπους πέρα απ’ τις μικρότητές τους. Δε μπορώ να εκφραστώ σωστά, δε σπούδασα φιλολογίες, ναυπηγός είμαι…
-Αυτά τα βιώματα δεν έχουν και μεγάλη σχέση με τις σπουδές.
-Σωστό. Υπάρχει όμως κάτι το οποίο δεν είμαι σε θέση να εκφράσω.
-Τα ουσιώδη δεν εκφράζονται, αυτό το πιστεύω απόλυτα.
Διακρίνονταν ήδη οι πρώτοι οικισμοί και το ταχύ τραίνο άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα. Ο Κλαύδιος κοίταξε το ρολόι του και διαπίστωσε πως πλησίαζαν.
-Θα κατεβούμε στο σταθμό και θα ενοικιάζω ένα αυτοκίνητο. Το τραίνο αλλάζει πορεία.
-Δε φτάνει στις ακτές του Ωκεανού;
-Όχι. Θα απαιτηθούν δύο ακόμη ώρες δρόμου με ιδιωτικό αυτοκίνητο.
-Μήπως είστε κουρασμένος και δυσκολεύεστε να οδηγήσετε;
-Είναι απλό και αισθάνομαι δυνατός. Εξάλλου, δε μας πιέζει τίποτε. Οφείλουμε όμως να πάμε στο πρακτορείο για να πάρουμε την κατάλληλη κάρτα και τα κλειδιά. Τα διαμερίσματα είναι κλειστά και τα ανοίγουν οι πελάτες. Υπάρχει βέβαια και εστιατόριο πιο πέρα. Βλέπεις, το αυτοκίνητο είναι σε αυτές τις περιπτώσεις απαραίτητο.
-Και ο Ωκεανός;
-Το κτίσμα στο οποίο θα μείνουμε είναι στα βράχια, πλάι στα κύματα.
-Δεν τα γνωρίζω αυτά τα μέρη.
-Υπάρχουν επίσης και γραφικές ταβέρνες στα κοντινά ψαροχώρια, είναι αρκετά όμορφα.
-Πιστέψτε με πως δεν έχω καμιά όρεξη…
Βγήκαν και περπάτησαν μέχρι την έξοδο του σταθμού. Η Κορίνα δυσκολευόταν αρκετά, αλλά με προσεκτικά βήματα και απαλές κινήσεις των ποδιών της τα κατάφερνε.
-Το γραφείο ενοικίασης αυτοκινήτων είναι, ευτυχώς, πολύ κοντά, είπε ο Κλαύδιος καθώς έσερνε στο πεζοδρόμιο τη μοναδική βαλίτζα με τις λίγες αποσκευές τους.
-Δε γνωρίζω καν τα ρούχα που είχατε την καλοσύνη να βάλετε στη βαλίτζα, μα μου είναι αδιάφορο.
-Έχω κάποιο γούστο και εγώ, κι ας είμαι άνδρας. Βρήκα στη ντουλάπα σου τα καταλληλότερα! Όσο για τα δικά μου, είναι λίγα, όπως πάντα.
-Κοιτάξτε σας παρακαλώ! έκανε έκπληκτη η Κορίνα και έδειξε με το χέρι της κάποια σιλουέτα δεξιά τους, στον απέναντι δρόμο.
Σταμάτησαν το βάδισμα και αντίκρισαν έναν μεσόκοπο άνδρα αχτένιστο, αναμαλλιασμένο, αξύριστο και προχειροντυμένο, με ξερακιανό και απίστευτα κουρασμένο πρόσωπο. Κρατούσε στην αγκαλιά του ένα βρέφος που ήταν περίπου νεογέννητο και βάδιζε ψάχνοντας για κάτι.
-Κάτι του συμβαίνει…Πώς είναι δυνατό να κουβαλάει ένα βρέφος και να μην ξέρει πού να πάει;
-Λες να συμβαίνει κάτι;
-Ας περάσουμε απέναντι. Ίσως να ξέπεσε στην πόλη, μάλλον, μοιάζει με ορεσίβιο.
-Και το νήπιο;
-Θα δούμε.
Διέσχισαν τον πολυσύχναστο δρόμο και με γοργά βήματα πλησίασαν τον χαμένο άνδρα, η μορφή του οποίου επικαλούταν τον οίκτο.
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν με τόση εκφραστικότητα, που ο άθλιος άγνωστος σταμάτησε μπροστά τους.
-Μήπως θέλετε βοήθεια; τον ρώτησε ο Κλαύδιος με πραγματικά συμπονετική όψη.
-Μόνο ο χάρος μπορεί να με βοηθήσει…Να, το βλέπετε; Γεννήθηκε πριν ένα μήνα και η μάνα του πέθανε πάνω στον τοκετό. Την έθαψα στο μέρος των φτωχών και των άστεγων στο κοιμητήρι χωρίς κανέναν. Τώρα προσπαθώ να γυρίζω στον καταυλισμό μας στο λόγγο, μόνος, με τη μικρή στα χέρια. Οι δικοί μου, η μάνα μου δηλαδή, δε μπόρεσε να βοηθήσει, έχουμε λίγα ζώα απ’ τα οποία ζούμε…
Δε μπόρεσε να συνεχίσει, ο καημός τον έπνιξε, μα γυμνασμένος στις δυσκολίες με τις οποίες ζούσε απ’ τα παιδικά του χρόνια, κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυά του.
-Μου ’δωσαν αυτά τα κουτιά με γάλα και αυτό το μπιμπερό… Τα βάνω στα χείλη της μικρής όταν κλαίει και ηρεμεί.
-Αλήθεια;
-Ναι που να μην ήταν, ναι που να μην είχα γεννηθεί, ναι και όχι, θα ήθελα να πιστεύω… Η μάνα μου ήθελε να με παντρέψει στα πενήντα μου με μια μεγαλοκοπέλα απ’ τον πάνω οικισμό και πίστεψε πως θα ’κανα δυο τρία παιδιά…Τώρα, στα γεράματά της θα ξαναγίνει μικρομάνα αυτή η άρρωστη και πικραμένη μάνα.
Δεν ήθελαν να το πιστέψουν, δεν έβρισκαν λόγια να πουν.
-Πάτε εκεί;
-Πού αλλού να πάω; Η μικρή είναι πια η μόνη μου ελπίδα και η εικόνα της δύστυχης μάνας της.
Ο πονεμένος δε μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του αυτή τη φορά.
-Δεν καλοξέρω και τους δρόμους και η ώρα είναι περασμένη…
-Θα σας πάμε εμείς, να έρχομαι αμέσως, έκανε ο Κλαύδιος.
-Μπορείτε;
-Μα να, δίπλα ενοικιάζουν αυτοκίνητα, έρχομαι σε πέντε λεπτά, είναι εύκολο.
-Δεν πάτε αλλού;
-Εκεί πάμε, περιμένετε!
Ο πονεμένος μύριζε αϋπνία, πείνα και πόνο. Έδειχνε κατάκοπος, ετοιμόρροπος και απ’ την παραμικρή πνοή του αέρα, απέραντα κακουχημένος και δυστυχής. Η Κορίνα άπλωσε αυθόρμητα τα χέρια της και κείνος της παρέδωσε τη μικρή. Την τύλιξε στην αγκαλιά της και ένιωσε να τη διαπερνάει μια απέραντη θαλπωρή. Άγγιξε τα χείλη της στα χεράκια της, αποθέτοντάς τους δυο δάκρυα, ως πρώτα πολύτιμα δώρα, ως ακριβά αντίδωρα της άρρητης συνάντησης.
-Το ονοματάκι της;
-Αυγή, Αυγίτσα, αυτό είναι και το όνομα της μάνας μου η οποία περιμένει φαρμακωμένη…
-Θα μου τη δώσετε την Αυγίτσα μας; Αχ, θέλω να την υιοθετήσω…να γίνει και κορούλα μου, να φωτίζει τα σκότη της ψυχής μου! Μη μου το αρνηθείτε, θα συνεχίσετε να είστε ο πατέρας της και η μητέρα σας γιαγιά της…
Ο ταλαίπωρος αιφνιδιάστηκε τόσο, που αδυνάτησε να απαντήσει.
-Τι είπατε; ρώτησε για να κερδίσει χρόνο.
-Να, να μου δώσετε την Αυγίτσα να τη μεγαλώσω, να γίνω εγώ μητερούλα της…
-Την κόρη μου;
-Μα πάντα θα είναι κόρη σας, πάντα.
Ο Κλαύδιος όμως πλησίαζε και με το κλάξον τους ειδοποίησε να επιβιβαστούν το γρηγορότερο, γιατί ο δρόμος ήταν πολυσύχναστος και απαγορευόταν οποιασδήποτε μορφής στάθμευση.
Ο Μάρκος κάθισε δίπλα στον οδηγό και η Κορίνα κατέλαβε την πίσω θέση, πάντα με το μικρό στην αγκαλιά.
-Πέστε μας λοιπόν την κατεύθυνση, τον παρακάλεσε ο Κλαύδιος με ενθαρρυντική φωνή.
-Παίρνουμε το μεγάλο δρόμο και στα πέμπτα φανάρια κόβουμε αριστερά. Συνεχίζουμε ευθεία το στενό δρόμο και μετά μισή ώρα στρίβουμε πάλι αριστερά.
-Έχετε όσο μπορείτε το νου σας και λέγετέ μου σε κάθε περίπτωση πού οφείλω να αλλάζω κατεύθυνση.
-Δεν πολυξέρω, αλλά δε θα λαθέψουμε…Η κοπέλα μου είπε πως θέλει να υιοθετήσει τη μικρή. Είστε ζευγάρι; Συμφωνείτε και εσείς;
Ο Κλαύδιος ξαφνιάστηκε και συγκινήθηκε ταυτόχρονα.
-Είμαστε φίλοι, απλοί φίλοι και βρίσκω την πρόταση της Κορίνας πάρα πολύ καλή.
Απ’ τον μπροστινό καθρέφτη κατάφερε να αντικρίσει την αχνή μορφή της κόρης και να αντιληφθεί τη μεγάλη της συγκίνηση.
-Είναι κάποια πράγματα που δε λέγονται Μάρκο. Είπα πως η απόφαση της Κορίνας είναι πολύ καλή, αλλά αυτό δεν εκφράζει παρά κάτι σχετικό.
-Ζούσα με τα ζωντανά μου και με τη μάνα μου και δεν είχα κανένα σκοπό να παντρευτώ, κι αυτό όχι από φτώχεια. Φτωχοί είμαστε, μα δε μας λείπουν τα απαραίτητα. Τώρα, στον πόνο μου και στη δυστυχία μου υπάρχει ένα αστέρι, η Αυγή. Θα τη μεγαλώσει η μάνα μου, κι ας είναι ανήμπορη.
-Η Αυγίτσα θα μείνει κόρη σας, σας βεβαιώνω. Εγώ θα τη μεγαλώσω και θα της προσφέρω ό,τι μπορώ και δε μπορώ…
-Πονάω καλή μου κοπέλα, δε μπορώ να πω τίποτε. Μα εσύ αύριο μεθαύριο θα παντρευτείς, θα κάνεις τα δικά σου παιδιά και σίγουρα το δικό μου θα είναι περίσσιο…
Τα λόγια του αθώου έπεσαν σαν κεραυνός στην ψυχή της Κορίνας. Αιφνιδιασμένη η τελευταία, ψιθύρισε απλά:
-Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση κύριε Μάρκο, όχι.
Ο Κλαύδιος προσπάθησε να βοηθήσει καθώς πλησίαζαν στο πέμπτο φανάρι, αλλά ο πονεμένος του είπε πως σε διακόσια μέτρα έπρεπε να κόψουν αριστερά.
-Να, εκεί, βρισκόμαστε στον καλό δρόμο. Όμως, λίγο μετά τη στροφή, εκεί που η κίνηση καταλαγιάζει πρέπει να αλλάξω τη μικρή, μυρίζει…
-Θα τα κάνω όλα εγώ κύριε Μάρκο, μην ανησυχείτε…
Πάρκαραν και ο πατέρας έβγαλε απ’ τη μεγάλη τσέπη του σακακιού του με στριμωγμένη νάιλον σακούλα με τις πάνες της μικρής.
-Κάποια καλή νοσοκόμα μου τις έδωσε μαζί με το γάλα, καθώς έφευγα. Εμένα  ο νους ήταν χαμένος, σκόρπιος και πονεμένος.
Δάκρυσε και πάλι. Η Κορίνα τέλεσε τα καθήκοντα της λεχούς με υποδειγματικό τρόπο. Το μικρό μοσχοβολούσε. Ο πατέρας που παρακολούθησε με προσοχή τη διαδικασία, είπε:
-Πείθομαι, πείθομαι και σου προσφέρω την κόρη μου να τη μεγαλώσεις…Θα βοηθάω και εγώ οικονομικά… Κι αν η μάνα μου έχει διαφορετική γνώμη, θα την πείσω.
-Θα τη φέρνω τη μικρή πολύ συχνά να τη βλέπετε… Το οικονομικό ξεχάστε το, δε ζητάω να γίνω τροφός μιας ορφανής.
Τι ζούσαν στην πραγματικότητα: όνειρο, παραμύθι ή μια απίστευτη αλήθεια; Κανένας τους δεν ήταν σε θέση να το βεβαιώσει. Ο Κλαύδιος και η Κορίνα ξέχασαν την ακτή του ωκεανού και το βάρος των ημερών τούς δώρισε ένα άσπιλο δώρο στο οποίο δε μπορούσαν ακόμη να πιστέψουν. Η συγκίνηση των δύο φίλων μεταμορφώθηκε σε φωτεινό ουρανό με απίστευτο πλήθος φωτοβόλων γαλαξιών και με εκατομμύρια έτη ζωής.
-Αριστερά και φτάσαμε.
Είχε θαμπώσει όταν το αυτοκίνητο πλησίαζε τον οικισμό.
-Θα συνεχίσουμε για λίγο, ζούμε σαν ξωμάχοι, μένει δρόμος ενός χιλιομέτρου.
Πέντε λεπτά χρειάστηκαν για να παρκάρουν έξω από ένα ερημικό σπιτάκι απ’ την πόρτα του οποίου πρόβαλε μια χαροκαμένη γριά, σκυμμένη, μαυροφορεμένη, αναστενάζουσα. Ο Κλαύδιος βγήκε πρώτος με προφανή αμηχανία και άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού απ’ την οποία πρόβαλε ένα πραγματικό ράκος. Μητέρα και γιος πλησιάζονταν και οι στερεμένες απ’ τα δάκρυα και τον πόνο καρδιές  τους χτύπησαν δυνατά στους αδυσώπητους βράχους τους, για να κατρακυλήσουν μουγκά στον κοπετό. Δεν είχαν λόγια να πουν, μόνο ο εναγκαλισμός ήταν εύγλωττος μάρτυρας του σπαραγμού τους. Βγήκε και η Κορίνα με το μωρό και πλησίασε. Τα ενστικτώδη κλαψουρίσματα έστρεψαν το βλέμμα της γιαγιάς, κίνησαν το κουρασμένο κορμί της πλάι στην Κορίνα η οποία της το άπλωσε για να το δει. Μιλιά δε βγήκε απ’ το και πάλι στεγνό πρόσωπο και μόνο το βλέμμα μπορούσε να εκφράσει κάτι.
Στη σκληρή ερημιά και μοναξιά της προχωρημένης εσπέρας, εκεί στο λόγγο γραφόταν ένα απ’ τα αναρίθμητα δράματα των ψυχών του πλανήτη και διαγραφόταν ταυτόχρονα ο δρόμος της παιδείας και της αγάπης. Η Κορίνα που παράστεκε κρατώντας το μικρό πήρε θάρρος και είπε:
-Ας μπούμε μέσα στο σπίτι σας, το μικρό κινδυνεύει να κρυώσει…
Η γιαγιά άνοιξε την πόρτα και τους έκανε τόπο να περάσουν. Μέσα βρίσκονταν οι γονείς της μακαρίτισσας, ο γιος τους, η νύφη τους. Σηκώθηκαν αμίλητοι και στράφηκαν ενστικτωδώς στο νεογέννητο. Και πάλι βουβά κλάματα με πρωταγωνιστή τον πατέρα.
-Ο χάρος και η τύχη μας, είπε μόνο και έπεσε στην πρώτη καρέκλα εξαντλημένος.
-Όλα από μας τους δύστυχους θα περάσουν. Χάρε, πάρε μας όλους να τελειώνουμε…Όλους εκτός απ’ τη μικρή…
-Τη μικρή τη ζητάει η κυρία Κορίνα, τη θέλει να τη μεγαλώσει και βλέπω πώς στην καρδιά του πόνου φυτρώνει το λουλούδι της αγάπης…
Όλων τα βλέμματα στράφηκαν στην Κορίνα η οποία κρατούσε τη μικρή.
-Τι λες μάνα;
-Ευτυχώς παιδί μου που σε περιμάζεψαν δύο άνθρωποι του καλού… Θα μας τη φέρνει όμως, δε θα χάσουμε τη μόνη παρηγοριά μας.
-Ω ξένοι, να είστε ευτυχισμένοι και ποτέ να μη σας βρει κακό, ποτέ τα βάσανά  μου…
Το αγροτικό σπίτι έμοιαζε με φτωχικό, μα ήταν καθαρό και όλα μαρτυρούσαν πως η γιαγιά, παρόλα τα βάρη της ταλαίπωρης ζωής της, ήταν καθαρή και τακτική.
-Καθίστε, είπε η πεθερά, κάτι έβαλα στη φωτιά, είστε κουρασμένοι και πεινασμένοι.
Δε γνώριζαν τι όφειλαν να κάνουν και μόνο η διαίσθηση της στιγμής τους οδηγούσε.
-Έχουμε τα απαραίτητα για τη μικρή;
-Όλα τα προμηθευθήκαμε, παρόλο τον πόνο μας. Να και η κούνια της, να τα ρουχαλάκια της, να η βασιλική της γωνιά…
Το μωρό βρισκόταν ήδη στην κούνια του, πλάι απ’ το κρεβάτι του μεγάλου δωματίου και κοιμόταν.
-Αλλού πηγαίνατε, αλλού βρεθήκατε, είπε ο Μάρκος απευθυνόμενος στον Κλαύδιο και στην Κορίνα. Είναι όλα φτωχικά εδώ μέσα και μοιάζετε άνθρωποι της ψηλής κοινωνίας…Να που υπάρχουν και καλοί στις τάξεις σας, καλοί, πολύ καλοί. Πώς να σας το πω το ευχαριστώ; Το μέσα δωμάτιο μένει πια άδειο, ήταν το δωμάτιό μου, το δωμάτιο της γυναίκας μου…Μπορείτε να κοιμηθείτε εκεί μέσα, αφού φάτε κάτι.
-Αν έχετε όλα όσα χρειάζεται η μικρή, φεύγουμε και θα γυρίσουμε σε λίγες μέρες να την πάρω. Δεν νομίζω να αλλάξετε γνώμη… Είναι και για μένα η μεγάλη ελπίδα, η ελπίδα της ζωής μου, σας παρακαλώ…
-Πηγαίνετε στο καλό και σας περιμένουμε. Ο Μάρκος, σα μπορέσει, θα μου πει πώς τον συναντήσατε, πώς τον βοηθήσατε.
-Μάρκο, μήπως χρειάζεσαι χρήματα μετά τα τόσα απρόσμενα;
-Ευχαριστώ κύριε Κλαύδιε, είχα κάποιες οικονομίες, δε μας περισσεύουν, αλλά ούτε και μας λείπουν τα αναγκαία. Ευχαριστώ.
Τους καληνύχτισαν χωρίς να ξέρουν αν έπρεπε να μείνουν μαζί τους.
-Έχετε το κουράγιο να οδηγήσετε μέχρι την ακτή;
-Ναι, μα δε γνωρίζω αν είναι σωστό αυτό που κάνουμε.
-Ίσως οφείλουμε να τους αφήσουμε ήσυχους, αφού μαζί τους είναι οι γονείς της μακαρίτισσας.
-Την περίμενες Κορίνα αυτή την εξέλιξη;
-Για μένα πρόκειται για ένα νέο και γοητευτικό ταξίδι στις ακτές όχι του Ωκεανού, αλλά του Ελέους.
Ρίγη μυστικής συγκίνησης την κατέκλυσαν καθώς πρόφερε αυτές τις λέξεις. Μυστικά ρίγη που διέγραφαν τα σφάλματα της ζωής της, αποκαλύπτοντάς της καινοφανείς διαστάσεις οι οποίες ξυπνούσαν στην πονεμένη της συνείδηση νέους κόσμους.
-Θα αφοσιωθώ στη μικρή, στην Αυγίτσα μου, και κείνη θα κάνει να ανατείλει ο ήλιος στη σκοτεινή μου ζωή…Αυτό μπορώ να πω αυτή τη στιγμή και τίποτε άλλο.
-Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας κατά τις οποίες, από υπερβολική συναισθηματική φόρτιση, αποφασίζουμε κάτι το σημαντικό για το οποίο κάποτε μετανιώνουμε. Τολμώ όμως να πω πως τούτο το τραγικό και παραμυθένιο όνειρο θα είναι καταλυτικό. Θα υποστήριζα μάλιστα πως είσαι όχι απλά αποφασισμένη, αλλά και έτοιμη. Πέρασες την καταιγίδα και το δώρο του πόνου σου θα είναι μια μεγαλόπνοη θυσία και προσφορά ζωής.
Ο Κλαύδιος οδηγούσε προσεκτικά, γιατί δε γνώριζε καλά την περιοχή. Όταν όμως έφτασαν στην πολιτεία και όφειλαν να πάρουν το γνωστό του δρόμου για τις ακτές, τάχυνε κάπως.
-Ας φτάσουμε και αργότερα. Τίποτε δεν αλλάζει…
-Έχεις δίκιο.
Στάθμευσαν λίγο αργότερα σε μια εξοχική ταβέρνα και δείπνησαν ελαφρά. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν βρίσκονταν στο μικρό διαμέρισμα.
-Μείνε λίγο μαζί μου πριν ξαπλώσεις, έχω κάτι να σου εκμυστηρευτώ.
Πέρασαν στο μικροσκοπικό σαλονάκι και κάθισαν στις πολυθρόνες ο ένας απέναντι στον άλλο.
-Τι σε ώθησε κορίτσι μου να σπεύσεις τόσο γρήγορα και να δηλώσεις πως αναλαμβάνεις τη μικρή;
Έκπληκτη κάπως η Κορίνα, τον αντίκρισε κατάματα και του είπε:
-Με ρωτάτε κάτι το οποίο εσείς γνωρίζετε καλύτερα από κάθε άλλον; Είμαι βέβαιη πως το γνωρίζετε… Θυμηθείτε πόσο σας δυνάμωσε η πράξη σας να με επισκεφθείτε και να με σώσετε, εσείς ο μέχρι πριν λίγο καταραμένος. Όσο βέβαιη είμαι πως είστε ένας άνθρωπος με κρυμμένους θησαυρούς οι οποίοι ανατέλλουν σιγά σιγά, άλλο τόσο πιστεύω πως η πράξη μου δεν είναι απλά ο εξιλασμός μου, αλλά η περίσσεια του ό,τι μπορώ να προσφέρω. Δε νιώθω συντρίμμι και είμαι έτοιμη για όλα.
-Κι αν αποφασίσεις να παντρευτείς και να κάμεις παιδιά;
-Αδύνατο! Αυτό είναι απολύτως αδύνατο! Εγώ στερήθηκα τη μητρότητα από κακοτυχιά ή από επιπολαιότητα, θα ζήσω όμως μια άλλη μητρότητα, την πνευματική που είναι και ουσιαστική. Η μητρότητα, συνέχισε η Κορίνα, η μητρότητα της καθημερινότητας και του φυσικού ενστίκτου, είναι ίσως  μεγάλη ένοχος των τραγωδιών…
Τα μάτια της πλημμύρισαν, αλλά αυτή τη φορά τα δάκρυα ήταν διαφορετικά.
-Όπως μου είναι αδύνατο να σας ερωτευθώ, γιατί σας αγαπάω με μια αγάπη θεία, παρόμοια είναι αδύνατο να ερωτευθώ οποιονδήποτε άνδρα. Κλαύδιε, ο έρωτάς μου με το Γόρη είχε και στοιχεία γνησιότητας, αλλά δεν ήταν ιδανικός, γιατί, απλούστατα, δεν υπάρχουν ιδανικοί έρωτες. Μόνο η αγάπη δείχνει το δρόμο του ιδανικού, μόνο αυτό το θεϊκό μονοπάτι πληρώνει. Μην παραξενεύεσαι που λέω λόγια τα οποία δεν είχα καν υποψιαστεί πριν το μοιραίο περιστατικό. Η φρίκη που ακολούθησε με συνέτριψε ουσιαστικά και αυτό σημαίνει πως ανάστησε μέσα μου ό,τι ομορφότερο διαθέτει η ανθρώπινη φύση… Πιστεύω πως δε μιλάει ένα συναίσθημα της στιγμής το οποίο μπορεί αύριο να μην υπάρχει…Αν συμβαίνει αυτό, σου το υπόσχομαι πως θα αυτοκτονήσω οπωσδήποτε, αφού τίποτε πια δε θα υπάρχει, τίποτε απολύτως.
-Συγκινούμαι και ανησυχώ.
-Κάθε όμορφη απόφαση είναι και διακινδύνευση και θα έλεγα πως είναι η μόνη ουσιαστική διακινδύνευση. Μόνο όταν δίνεις προσφέρεις. Μου το διδάξατε πρώτοι τόσο εσείς, όσο και η Πόλα με την Αιμιλία. Αναθυμάμαι τη φροντίδα σου, αναπαριστώ τη διακριτικότητα της Πόλας, σφυγμομετρώ στο μέτρο του δυνατού την κατάστασή μου και συμπεραίνω με βεβαιότητα πως ό,τι συνέβη ήταν ένα ουράνιο άνοιγμα.
-Χαίρομαι, παρόλο που δυσκολεύομαι να πιστέψω.
-Πιστέψτε Κλαύδιε στην ομολογία των συμβαινόντων. Οι δύο τελευταίες μέρες δεν είναι δυνατό να γίνουν πιστευτές, γιατί μοιάζουν ή με νοσηρή σύλληψη ευφάνταστου παραμυθά ή με τυφλή σύμπτωση συμβάντων…Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο.
-Τι είναι λοιπόν;
-Μη με ρωτάτε σας παρακαλώ.
-Μα ξεκίνησες κάτι και οφείλεις να ολοκληρώσεις.
-Θα το έλεγα πολύ απλά: Ζω τη μετουσίωση του έρωτα σε αγάπη και η μόνη μου ανησυχία είναι αν θα αντέξω αυτό το τόσο ουράνιο δώρο. Αλλιώς, το επαναλαμβάνω, θα αυτοκτονήσω.
-Μετουσίωση του έρωτα σε αγάπη…
-Πρόσεξε όμως κάτι: Αυτό δε γίνεται παρά με τη βοήθεια του βλέμματος, της στοργής, της πνοής του άλλου. Το έζησα με έξοχο τρόπο και στο τραίνο, όταν σκούπισες το αίμα απ’ το μέτωπό μου. Η αγάπη, για να φανερωθεί, θέλει το συ, δεν υπάρχει μόνο με το εγώ.
-Όμορφες σκέψεις που αξίζουν, κι ας μην έχουν καμιά μεταφυσική κάλυψη.
-Δε γνωρίζω τι σημαίνει μεταφυσική και ούτε νομίζω πως θα φροντίζω ποτέ μου να μάθω. Ίσως μου το αναλύσεις κάποια άλλη στιγμή.
-Ο Γιάννης θα ήταν σε θέση να το κάνει. Εγώ μέχρι πρόσφατα μισούσα κάθε μεταφυσική άποψη, γιατί τη θεωρούσα καθαρά αυταπάτη. Τώρα όμως κατανοώ κάτι το οποίο υπερβαίνει τις διδασκαλίες των σοφών, κάτι απλό.
 -Πες το μου λοιπόν…
-Δεν έχει σημασία αν έχει κανένας μεταφυσικές δοξασίες. Ό,τι είναι πραγματικά σημαντικό είναι η πνοή ζεστασιάς και αγάπης, το άνοιγμα στον άλλο και αυτό δεν απαιτεί καμιά μεταφυσική κάλυψη, καμιά θρησκευτική αξιομισθία, κανένα αντάλλαγμα σε καμιά ζωή. Είναι η ζωή.
-Δε θα με πιστέψεις αν σου πω πως στο βλέμμα σου βλέπω τον άλλο, τον πλησίον για να κυριολεκτώ, κι αυτό με οπλίζει με έναν παροξυσμό ήρεμης συγκίνησης που ανοίγει αχειροποίητες πύλες οι οποίες ελευθερώνουν για πάντα. Είναι, φαίνεται, αλήθεια πως ο ορατός κόσμος μας ξεγελάει συχνά και μας δίνει την ψευδαίσθηση πως αποτελεί τη μόνιμη στέγη μας στην οποία διαπρέπουμε με διάφορες αυταπάτες. Δεν αρνούμαι την ομορφιά του φυσικού κόσμου, δε μου είναι δυνατό να κάνω κάτι τέτοιο, αλλά διακρίνω πως υπάρχει κάτι άλλο στο βάθος των ορωμένων, κάτι που δεν καθοράται, γιατί αποτελεί την προϋπόθεση οποιασδήποτε θέας. Αυτό αποκαλύπτεται με τη βαθιά θέαση του ανθρώπινου είναι και όχι της ανθρώπινης φαινομενικότητας.
-Πας μακριά και κατανοώ πώς οι οριακές εμπειρίες ή μας σκοτώνουν ή μας δωρίζουν μια άλλη θέαση της ζωής, μια θέαση η οποία αρχίζει εκεί που τα μάτια δε βλέπουν. Δε θα μπορούσα να πω τι είναι αυτό το πράγμα, αν πρόκειται για πράγμα, αλλά τείνω να πιστεύω πως αυτό ορίζει το ανθρώπινο είναι. Το οδυνηρό ερώτημα συνίσταται στην πλήξη, στο χρόνο, στην καθημερινή ζωή. Νόμιζα πως όλα είναι οργή της τύχης που κυβερνάει θεούς και ανθρώπους, πως ο κόσμος είναι ό,τι το χειρότερο θα μπορούσε να σχεδιάσει η πιο ευφάνταστη διάνοια, και δεν είχα και τόσο άδικο, γιατί τα ερεθίσματά μου ήταν τέτοια. Σιγά σιγά και χωρίς βέβαια καμιά βεβαιότητα, νομίζω πως και όλες οι σωρευμένες κακίες και αναποδιές δεν είναι σε θέση να περιγράψουν πλήρως τον κόσμο και κυρίως τον άνθρωπο. Τα μεγάλα διλήμματα…
Ο Κλαύδιος σιώπησε, γιατί δεν είχε να προσθέσει τίποτε περισσότερο. Δεν ήταν σε θέση να πει κάτι άλλο, ίσως επειδή υπάρχουν πράγματα που δε λέγονται και φαίνεται πως αυτά άρχισε να αναζητάει ο τολμηρός θαλασσομάχος. Η Κορίνα άκουγε με μεγάλη προσοχή και ήταν περίπου βέβαιη πως καταλάβαινε χωρίς να καταλαβαίνει, πως αντιλαμβανόταν χωρίς να μπορεί να δίνει λογική εξήγηση σε ό,τι βίωνε περισσότερο και συνελάμβανε λιγότερο. Είχε όμως συνέλθει τόσο, που ήταν αδύνατο να εξηγήσει κανένας τη λαμπρότητα του προσώπου της, τη χάρη των ματιών της, τον ήχο της φωνής της. Έλαμπαν και ηχούσαν από κάποια άλλη χώρα την οποία η κοπέλα επισκέφθηκε στις ύψιστες στιγμές της δοκιμασίας της. Είχε βέβαια κάποιες υποδόριες κρίσεις κι αυτό φαινόταν στην αλλαγή των χαρακτηριστικών της, η λαίλαπα της δοκιμασίας άφησε ορατά ίχνη, αλλά ο δρόμος της υπέρβασης ήταν βέβαιος.
-Ναι Κλαύδιε, η τυραννία του χρόνου και της συνήθειας πάνω μας είναι το μεγάλο πρόβλημα και το αντιμετωπίζουμε μόνο αν αρνούμαστε τον ψεύτικο χρόνο τον οποίο κλώθει ο φτωχός μας εαυτός. Το δράμα του ανθρώπου βρίσκεται σ’ αυτό ακριβώς. Κάνει το εγώ του ρυθμιστή των πάντων και βυθίζεται στο χρόνο της απώλειας και της τραγικότητας νομίζοντας πως έχει δίκιο. Τι πιο παράλογο που τόσο συχνά συναντάμε στους ανθρώπους της καλής κοινωνίας με τις αμοιβαίες αυταρέσκειες; Πρόκειται κατά τη γνώμη μου για μεγάλη αυταπάτη, τραγική.
-Ωριμάζεις καταπληκτικά…
-Δε νομίζω πως μιλάω εγώ η φτωχή, η ταλαίπωρη, η…καταραμένη, η μέχρι χτες ανόητη και δεν ξέρω τι άλλο.
-Ποιος μιλάει λοιπόν με το στόμα σου;
-Δεν το κατάλαβες ακόμη Κλαύδιε ποιος μιλάει…
Ο Κλαύδιος παραξενεύτηκε αρκετά και άρχισε να υποψιάζεται τα πιο απίθανα πράγματα, πράγματα που περιφρονούσε, όπως η πνευματισμός, η μεταβίβαση σκέψης και τα παρόμοια. Σαν τι θα μπορούσε να συμβαίνει όμως; Άθελά του θυμήθηκε κείνη τη νυχτιά στο δάσος της συνάντησής του με την Ίντρι, το γεροντάκι του οποίου τα λόγια ηχούσαν συχνά με αινιγματικό τρόπο μέσα του. Θυμήθηκε επίσης τη συνομιλία του με την Αιμιλία στο ησυχαστήριο, όταν βρισκόταν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, μετά το διάλογο με τους εκκλησιαστικούς και με το ραβίνο, αλλά με τρόπο πολύ διάχυτο, που έτεινε να φωτίζει την αναζήτησή του…Τότε κείνη τη νυχτιά, η Αιμιλία του είπε αινιγματικά, καθώς εκείνος της μίλησε αόριστα για τον παλιάτσο, πως όλοι έχουμε τον παλιάτσο μας…Το ίδιο περίπου έλεγε και η Βερόνικα και το μυστήριο μεγάλωνε πολύ.
Κατά πρώτο λόγο, ο Κλαύδιος όχι μόνο περιφρονούσε τις διηγήσεις περί φαντασμάτων και οπτασιών, αλλά δεν επέτρεπε στον εαυτό του ούτε να τις ακούει. Όμως, εκείνος ο παλιάτσος ήταν μεν αινιγματική παρουσία, αλλά παρουσία, έτσι του έλεγε η άληστη μνήμη. Βέβαια, ό,τι ακολούθησε δεν του επέτρεψε να επανέλθει στο θέμα, μα τώρα συνδύαζε τις εξελίξεις και υποψιαζόταν την επέμβαση του γεροντάκου στα δρώμενα.
-Ο παλιάτσος μου τα είπε, του πέταξε με περισσή βεβαιότητα και ευγένεια η Κορίνα η οποία παρακολουθούσε αμίλητη τους προβληματισμούς του.
-Ο παλιάτσος; Μα πώς τον γνωρίζεις;
-Πριν μου πεις πως μιλάω σοφά, να στο παράθυρο, παρουσιάστηκε μια μορφή η οποία γελούσε μακάρια και μου ’νευε να της έχω εμπιστοσύνη…Αγαθή μορφή χωρίς άλλο.
-Και γιατί τον ονόμασες παλιάτσο;
-Α, αυτό ήρθε από μόνο του, παρόλο που με συνεπή σκέψη θα μπορούσα να τον αποκαλέσω ο,τιδήποτε άλλο. Μοιάζει απόμερος, ερημικός, μα πραγματικός, κοντά στους ανθρώπους, σαν ένας παράξενος σωσίας τους.
-Παρουσιάστηκε σε αρκετούς της παρέας.
-Της παρέας; Ποιας παρέας;
-Δεν την ξέρεις την παρέα, μα ελπίζω πως θα τη γνωρίσεις.
-Θα εννοείς τον κύκλο της Αιμιλίας, κάποιους τους οποίους γνώριζε και ο Γόρης. Όμως, καταλαβαίνεις πως μου είναι αδύνατο να προσεγγίσω αυτές τις ωραίες ψυχές…
-Μα μη σκέπτεσαι όπως οι άνθρωποι του κόσμου. Το ίδιο θα έλεγα και εγώ, μα τα πράγματα αλλάζουν.
-Υπάρχουν κάποιες καταστάσεις που θα μου είναι απαγορευτικές. Βέβαια, δε με ενοχλεί αυτό, το παν είναι να βρει κανένας τον εαυτό του…Να ποιος είναι ο παλιάτσος.
-Η σκιά μας, η ιερή σκιά μας δηλαδή. Τίποτε δεν ανήκει ουσιαστικά στην ιστορική μας παρουσία, το βλέπεις.
-Μη μου πεις πως ο παλιάτσος μάς οδήγησε στην Αυγίτσα…
-Ω, θα ήμουν ανόητος αν έκανα τέτοιες παρακινδυνευμένες σκέψεις. Εξάλλου, το ουσιώδες δεν είναι το τι μας οδήγησε, αλλά πώς αντιμετωπίσαμε το πρόβλημα. Εσύ το έζησες εντονότερα από μένα.
-Το ομολόγησες…Ναι, κάποιο υφάδι της ύπαρξής μας μάς οδήγησε εκεί και δεν ξέρω πού αλλού.
Η συζήτηση συνεχίστηκε μέχρι τις πρωινές ώρες, παρά την κούραση, την εξάντληση της μέρας που πέρασε.
-Πριν ξαπλώσουμε, αξίζει να δούμε το χορό των κυμάτων του Ωκεανού καθώς περιλούζονται απ’ το άρμα των ακτίνων του ηλίου στο βάθος, μακριά, εκεί που ο ορίζοντας χάνεται αδελφωμένος με τον ουρανό και τη θάλασσα. Είναι ωραία, νιώθεις πως βρίσκεται στις αυγές του ανήσυχου διαστήματος, στη γλυκύτητα και στην ψυχρότητά του ταυτόχρονα. Ταξιδεύεις και ξεχνάς την πραγματικότητα του Ωκεανού, γιατί ένας άλλος κόσμος σε γεμίζει, έστω και ρομαντικός ή φανταστικός. Χάνεις για λίγο την εστία με τα μικρομάγαζά της και με τις βιτρίνες της.
Το συγκρότημα ήταν κτισμένο πάνω στους βράχους, σε απόσταση τριακοσίων μέτρων απ’ τις ακτές. Διάδρομοι λαξευμένοι στις άτακτες επιφάνειες της άγριας πέτρας οδηγούσαν στην ακτή, στα γήπεδα ψυχαγωγίας, στα εστιατόρια, σε χαρτοπαικτική λέσχη, στο χώρο των θεαμάτων.
-Είναι πραγματικά υποβλητικός ο χώρος, άγρια η ομορφιά του.
-Εξαρτάται απ’ τις εποχές. Αυτές τις μέρες είναι έρημος και προσφέρεται για ηρεμία.
Καλά τυλιγμένοι στα ρούχα τους και πάντα με προσεκτικές κινήσεις, έφτασαν κοντά στην ακτή την οποία θωρούσαν απ’ το ύψος των βράχων.
-Όταν κάνει κακό καιρό, δεν πλησιάζεται, γιατί τα ωκεάνια κύματα σκαρφαλώνουν στους βράχους και ο δυνατός αγέρας παίρνει μαζί του και τον πιο δυνατό αθλητή.
Χοροί κυμάτων που χάνονταν στο βάθος, στο αχανές βάθος του κατακτημένου απ’ το αδέλφωμα του ουρανού και της θάλασσας ορίζοντα, κυμάτων που άφριζαν ακούραστα στο σμίξιμο και στο χωρισμό τους, έψαλλαν το εμβατήριο του Ωκεανού, το αμείλικτο εμβατήριο μπροστά στο οποίο σιγούσαν οι φωνές της γης. Μουντοί και ασπρογάλαζοι χρωματισμοί που γίνονταν γλαυκοί και απαντούσαν στη συνέχεια με απέραντους ιριδισμούς στις πρώτες επισκέψεις των ηλιαχτίδων που ξέφευγαν απ’ την πολιορκία των έντονα κινούμενων σύννεφων, πρόσφεραν στην άγρια ορμή του τοπίου μυστηριώδεις διαστάσεις. Κάπου κάπου θραύσματα σταγόνων έφταναν στα μέτωπά τους, καθώς τα μαλλιά τους ανέμιζαν άτακτα, νευρικά, πότε μπρος και πότε πίσω. Το θέαμα ήταν υποβλητικό και επιβλητικό ταυτόχρονα, η απεραντοσύνη που θύμιζε τους άπειρους χώρους της συνείδησης, προσλάμβανε συμβολικές διαστάσεις στις σκέψεις και των δύο οι οποίοι προτιμούσαν να κατανύσσονται το τοπίο χωρίς σχόλια.
Η Κορίνα στηριζόταν στα μπράτσο του Κλαύδιου, αλλιώς δε θα μπορούσε, αρκετά αδύναμη ακόμη, να αντισταθεί στην ορμή του αγέρα. Κάποιοι θάμνοι ριζωμένοι στο αδιαπέραστο στρώμα των μυτερών βράχων ανάδιναν βιαστικές και μυρωμένες οσμές, τα τολμηρότερα θαλασσοπούλια κατέβαιναν με τρομερή δύναμη αντίστασης στις βίαια κινούμενες ράχες των κυμάτων ζητώντας χαμένα ή παρασυρμένα ψάρια, ο απόηχος της άγριας συναυλίας, τους άφηνε άφωνους.
-Αυτά τα τοπία αγάπησα απ’ την παιδικότητά μου και πίστεψα πως μπορώ να τα αντιμετωπίσω και μάλιστα απ’ τα βάθη τους, ριζικά. Βέβαια, ο άνθρωπος δαμάζει τα πάντα με τη δύναμη της αφαιρετικής του διάνοιας η οποία όμως, ιδωμένη κατά βάθος, δεν είναι παρά έλασμα ματαιότητας και ψευτοδύναμης. Δεν είναι πραγματική δύναμη, αμείλικτο πεπρωμένο στην καλύτερη περίπτωση.
-Υπάρχει ωστόσο τόλμη και τυχοδιωκτισμός στην πάλη του ανθρώπου με τη θάλασσα. Υπάρχει κάτι το ασυνήθιστο.
-Άντε να βρεις την αφετηρία του, τα πλέγματά του, τις καταβολές του. Προσωπικά, δεν αισθάνομαι τολμηρός, κι ας βυθίστηκα στους ωκεανούς.
-Το άγνωστο, το επικίνδυνο δεν είναι για όλους.
-Σου είπα πως δε βγάζεις άκρη και αυτό ισχυρίζεται και ο Μαρσέλ, ο αεροπόρος και αστροφυσικός ταυτόχρονα. Πες μου όμως Κορίνα μου, όλα αυτά που θαυμάζουμε, δεν είναι αυταπάτες; Ένας φυσικός θα τα ανέλυε σε σχέσεις ιδιοτήτων και μάλιστα με μαθηματική ακρίβεια…Θα μας γέμιζε εξισώσεις και τίποτε άλλο. Είναι να απορείς.
-Ένας ζωγράφος όμως, ένας μουσουργός, ένας ποιητής, θα ’βλεπαν άλλα πράγματα, πιο πραγματικά νομίζω.
-Γιατί πιο πραγματικά σε παρακαλώ; Η διάνοια δεν πλανιέται τόσο εύκολα.
-Υπάρχει όμως και η διάνοια του συναισθήματος που είναι πιο καθαρή, που βλέπει πολύ πιο μακριά.
-Βλέπει δηλαδή τι; Δε μπορώ να το κατανοήσω αυτό. Άλλο πράγμα η αγάπη η οποία δεν έχει όψη.
-Κρατάω τις απορίες σου, γιατί θέλουν σκέψη…Θα ’λεγα μόνο πως τα συναισθήματα που δημιουργούνται από παρόμοιες εμπειρίες μηνύουν καταστάσεις ψυχής που δεν εκφράζονται χωρίς το άγριο ή ήρεμο παιγνίδι των χθόνιων και ουράνιων δυνάμεων. Πρέπει ο κόσμος να είναι συμβολική έκφραση του ανέκφραστου. Αυτό μας έλεγε κάποτε ένας καθηγητής μας στο Λύκειο, χρόνια πριν. Κάποιες σκέψεις ηχούν μέσα μας και νομίζουμε πως ξεχνιούται, αλλά ο απόηχός τους έρχεται την ωραία στιγμή.
Γύρισαν στο κατάλυμά τους, όταν οι λιγοστοί πελάτες του ξενοδοχείου των ακτών ξυπνούσαν να πάρουν το πρωινό τους. Ξάπλωσαν και εύκολα τους πήρε ο ύπνος.


                                                25

                                      ωραίες ψυχές
            ...όποιος μπορεί να παραμένει σε κατάσταση άσπιλης απλότητας
     είναι πραγματικός άνθρωπος…
                                                   Τσουάνγκ Τσε

Ο Λάπο ο οποίος άκουγε όλο και πιο προσεκτικά την Ίντρι και το Γιάννη, παρέμενε στην πόλη των θαυμάτων και αμελούσε όλο και περισσότερο τις νέες του υποχρεώσεις στη μεγαλούπολη, μετά την αποχώρηση του Άλκη. Αν αυτό συνεχιζόταν, θα σήμαινε απώλεια της αρκετά καλής του θέσης και μέριμνα για νέα επαγγελματική αποκατάσταση. Βέβαια, κάθε μέρα έκλεβε χρόνο και παρακολουθούσε με τον υπολογιστή του την κίνηση της αγοράς, αλλά διαπίστωνε πως αυτός ο χώρος άρχισε να του γίνεται όλο και πιο βαρετός, παρόλο που έδωσε αρκετά χρόνια ζωής και σπουδών για να εισδύσει στα μυστικά του.
Αποφάσισε λοιπόν να ζητήσει άδεια έξι μηνών επικαλούμενος προσωπικούς και λοιπούς λόγους, αλλά η επιχείρηση ήταν άτεγκτη. Ο Άλκης όμως αποδείχτηκε για μια ακόμη φορά στοργικός και διορατικός μαζί του. Στο συμβόλαιο που είχε υπογράφει προβλεπόταν γενναία αποζημίωση σε περίπτωση απόλυσης και να που ο φίλος μας βρέθηκε με ένα σημαντικό ποσό χρημάτων απ’ την επόμενη της κοινοποίησης της παύσης της συνεργασίας. Όπως όμως εξελίσσονταν τα πράγματα, το μόνο που δεν ενδιέφερε τον αγαπημένο της Μάγβα ήταν τα χρήματα. Αυτό ήταν κείνες τις μέρες το μεγάλο του πρόβλημα, γιατί είχε τη βεβαιότητα πως με τις γνώσεις του θα μπορούσε να απασχοληθεί στην αγορά εργασίας χωρίς κανένα πρόβλημα, έστω και σε μια μεσαία θέση.
-Τι θα τα κάνουμε τα χρήματα Μάγβα μου; Τη ρώτησε καθώς της ανακοίνωσε την ευτυχή απόλυσή του.
-Δεν ενδιαφέρομαι χρυσέ μου, όπως και συ. Άφησέ τα στην τράπεζα και βλέπουμε. Η ζωή μας, όπως βλέπεις, τροχιοδρομείται τόσο όμορφα και το ωραιότερο στοιχείο της είναι η μακάρια αβεβαιότητά μας! Για σκέψου τα γεγονότα, τις εμπειρίες και το τι μπορεί να ακολουθήσει…Αν σε ρωτούσαν τι προτιμάς, τη Λαπωνία, την Αλάσκα των Εσκιμώων ή το δυτικό κόσμο, τι θα αποκρινόσουν;
-Για να έχω καλή απάντηση συμπληρώνω την ερώτηση: Τι θα προτιμούσες: Τα υψίπεδα του Περού όπου έζησαν οι πρόγονοί σου οι Ίνκας απ’ τους οποίους κατάγονται οι γονείς σου ή τούτη την πόλη που στη σκέψη μου γίνεται όλο και πιο πολύ πόλη των θαυμασίων; Θυμήσου τις πρώτες μας γκρίνιες, τον πρωτινό μας νόστο που μας ταξίδευε σε ονειρεμένους κόσμους των λεγόμενων προγόνων μας, τη νοσταλγία των καταγωγών μας…
-Βλέπω πως θέλεις να μου απαντήσεις με ερώτηση η οποία όμως αινίσσεται την απάντηση. Θα οφείλαμε να έχουμε μαζί μας την Ίντρι και τα πνευματικά της αδέλφια, ώστε η εκπροσώπηση της νοσταλγίας να είναι σχεδόν οικουμενική. Όμως υπάρχει μια πρώτη και εύγλωττη απάντηση η οποία προβάλλει χωρίς την παραμικρή σκέψη. Βλέπεις πως στους τοίχους τούτου του δωματίου υπάρχουν ακόμη σκηνές και εικόνες των προγόνων, σύμβολα και σημεία. Ωστόσο, η παλιά διάταξη που έγινε στο δωμάτιο δεν υπάρχει πια, αφού όλα τακτοποιήθηκαν με τη δυτική τάξη κατοικίας, θα λέγαμε. Βρίσκομαι και εκεί και εδώ, και, αν θέλεις, και στο διαμέρισμα της Ίντρι και στης Αιμιλίας τους χώρους, και στον πύργο…
-Στον πύργο, στο μαγεμένο πύργο των μυστηρίων ο οποίος όλο και μας αποκαλύπτει τα μυστικά του τα οποία θα μάθουμε πριν τον πατήσουμε με όλη την παρέα.
-Ποια παρέα; Βλέπεις πως μαζευόμαστε και χανόμαστε, λες και ο καθένας ψάχνει τον εαυτό του διαπιστώνοντας πως δε μπορεί να αντιμετωπίσει το μέγα πρόβλημα της ζωής μόνος…Υπ’ αυτό το πνεύμα είμαστε παντού, και στη Λαπωνία και στην Αλάσκα και στην Κεντρική Αμερική και στην κοσμούπολη και στην πολιτεία μας και στο πύργο και όπου αυλιζόμαστε με τις καθημερινές μας περιπλανήσεις. Είμαστε παιδιά της γης των ανθρώπων, της γης του κόσμου. Δεν είναι όμορφη αυτή η διαπίστωση;
Τα βήματα που ακούστηκαν απ’ τη σκάλα διέκοψαν τη συνομιλία τους. Η Ίντρι με τους αδελφούς της πρόβαλαν χαρούμενοι και ανανεωμένοι.
-Θα μείνουμε ή θα περπατήσουμε;
-Θα μας διηγηθείτε τις νέες σας εμπειρίες…
-Τίποτε το ουσιαστικά νέο, είπε η Ίντρι. Πολλά όμως τα τυπικά νέα. Ας κατεβούμε, περιμένει και ο Γιάννης στο σταυροδρόμι.
Κατέβηκαν και κατευθύνθηκαν στα περίφημα προάστια.
-Σαν τι μας ετοιμάζεις Γιάννη μου;
Ο Γιάννης που είχε ταξιδεύσει μακριά για μια βδομάδα, ήταν κάπως αινιγματικός. Είχε μεταβεί στην υπηρεσία του και διευθετήσει την έκτακτη ετήσια χωρίς αποδοχές άδειά του μετά την οποία θα αποχωρούσε, νέος κι αυτός, όπως οι Άλκης, Μαρσέλ και Κλαύδιος.
-Σαν τι δηλώνει η συναγωγή των πρόωρων συνταξιούχων; ρώτησε η Μάγβα με το πλατύ της χαμόγελο.
-Και του απολυμένου; έκανε ο Λάπο ανακοινώνοντας στην παρέα τα της απολύσεώς του.
-Όλα δηλώνουν κάτι, ψιθύρισε ο Γιάννης του οποίου όμως η σκέψη ήταν αλλού.
Κάθισαν στα καθίσματα ενός café, στις παρυφές της πλατείας και παρήγγειλαν το όψιμο πρωινό τους.
-Γύρισα προχθές, είπε ο Γιάννης, και σας παρακαλώ ακούστε κάτι το καταπληκτικό. Γνωρίζετε τα του θανάτου του Νομάρχη και πρέπει να μάθετε τη συνέχεια η οποία είναι καταιγιστική. Η ερωμένη του την οποία απέτρεψε βίαια απ’ την αυτοκτονία ένας άλλος πρώην υποψήφιος αυτόχειρας, ο Κλαύδιός μας, βρέθηκε στις ακτές του ωκεανού με το σωτήρα της. Καθ’ οδόν όμως, συνάντησαν ένα δύστυχο πατέρα, όψιμο πατέρα, αφού στα πενήντα του απέκτησε ένα κοριτσάκι, που το κρατούσε στην αγκαλιά του μόνος κι έρημος. Η εμφάνισή του ήταν αξιοθρήνητη και το ένστικτο της απελπισμένης ερωμένης διέγνωσε κάτι που σπάνια συμβαίνει. Τον πλησίασαν, προσφέρθηκαν να τον βοηθήσουν, γιατί έμοιαζε χαμένος, και έμαθαν πως η μητέρα πέθανε κατά τον τοκετό. Ο ίδιος γύριζε στο φτωχικό του όπου τον περίμενε η έρημη μάνα του με την προτροπή της οποίας και παντρεύτηκε…Η συνέχεια είναι καταλυτική. Για να μην πολυλογώ, η Κορίνα προσφέρθηκε να υιοθετήσει τη μικρή, να τη μεγαλώσει χωρίς να άρει απ’ τον πατέρα οποιοδήποτε πατρικό δικαίωμα. Γυρίζοντας προχθές, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα απ’ τον Κλαύδιο ο οποίος με παρακαλούσε να πάω στον οικισμό όπου κατοικεί η δύστυχη οικογένεια για τα της υιοθεσίας, ανάληψης φροντίδας ή δεν ξέρω πώς αλλιώς ονόμασαν την πράξη. Όλα έγιναν στο διπλανό δήμο με πολύ αυστηρές λεπτομέρειες, μα δεν τελειώσαμε, γιατί απαιτούνται τόσα και τόσα πιστοποιητικά.
Είδα στην καρδιά της δυστυχίας την ελπίδα, στο βάθος του πόνου τη γλυκιά υπόσχεση ζωής…Ο Κλαύδιος είναι άλλος άνθρωπος, ενώ η Κορίνα δίνει την εντύπωση της γυναίκας του ελέους και θα χρειαζόταν ένας ευαίσθητος ποιητής για να περιγράφει τον κόσμο αυτής της κοπέλας…
-Πού βρίσκονται αυτή τη στιγμή;
-Θα δυσκολευτείτε να το πιστέψετε. Η Κορίνα παραμένει στο σπιτάκι του δύστυχου, φροντίζει τη γριά μάνα και τη μικρή, Αυγίτσα είναι το όνομά της, όπως και το όνομα της γιαγιάς, ο Κλαύδιος γύρισε πάλι στην ακτή του Ωκεανού από όπου επιστρέφει προσεχώς. Τον γνωρίζω, είμαστε συνάδελφοι και θα απέκλεια τέτοια τροπή της ζωής του, από έναν ο οποίος αυτοχαρακτηριζόταν καταραμένος. Φαίνεται πως η οργή των αιώνων, ο θυμός των στοιχείων της φύσης και των ωκεανών, είχαν σκληρύνει τη συνείδησή του η οποία ζητούσε ό,τι είχε στερηθεί, ό,τι κρυβόταν βαθιά μέσα της.
-Θυμηθείτε τον παλιάτσο εκείνο το βράδυ! Κάτι είχε ψιθυρίσει, κάτι μας είπε και νομίζω πως όλα αυτά είναι σχετικά με την αόρατη δράση του. Εμένα ο παλιάτσος μου με έσωσε και όχι ο καθοδηγητής μου απ’ τον οποίο έχω απομακρυνθεί. Βλέπω τα Τάντρα με άλλο μάτι, γιατί ως τεχνική μέθοδος, οδηγεί συχνά σε ψευδαισθήσεις και σε παραλογισμούς, όπως και η ιερή πορνεία. Η Κάλι, η θεία μητέρα που πάλλει δίνει τόσα στην Κάμα, στη θηλυκή θεότητα, για να οδηγούνται στη Σάχτι, στη δύναμη της φανέρωσης, στη μεγάλη μητέρα θεά, γνωστή με διάφορα ονόματα σε όλες σχεδόν τις παραδόσεις. Καταλαβαίνω μάλιστα πως για να κατανοήσει κανένας τη σοφία της παράδοσής του, οφείλει να στραφεί και σε άλλες μεγάλες συνειδητοποιήσεις χωρίς τις οποίες ο άνθρωπος εκτιμάται με μονομέρεια.
Έτσι αρχίζω να πιστεύω πως δεν υπάρχει ερωτικό στοιχείο στη θεία ενέργεια, αλλά αγαπητικό, και διαπιστώσεις όπως, όταν δύο σώματα ενώνονται αρμονικά, το εγώ αφανίζεται, όσο κι αν συνεχίζουν λέγοντας πως με την εξαφάνιση του εγώ η σεξουαλική πράξη παύει να είναι σεξουαλική, και πως το άρωμα της αγάπης που αναδύεται οδηγεί στην έκσταση που παρομοιάζεται με τη θεία παιδικότητα, είναι ύποπτες….Πιστεύω ακράδαντα πως η σεξουαλικότητα στον άνθρωπο είναι ένας μεγάλος πειρασμός και πως μόνο η αγάπη ανασταίνει το γνήσιο εγώ. Αυτό όμως δεν επιτυγχάνεται με τη σαρκική κοινωνία, αλλά με άλλους τρόπους, με τη φιλάνθρωπη δράση. Στη σαρκική σχέση θα υπάρχει πάντα κάποιο υπόλοιπο ιδιοτέλειας, χάρη στο οποίο αιωνίζεται το δράμα του κόσμου. Έζησα καταστάσεις που δεν περιγράφονται στην προσπάθειά μου να σώσω ανθρώπους προσφέροντάς τους το κορμί μου και υπαινισσομένη τους λεγόμενους θησαυρούς της σοφίας…Μην παραξενευτείτε αν ακούσετε πως ένας απ’ αυτούς είναι και ο Κλαύδιος, ναι ο Κλαύδιος, ο φίλος μας…Το λέω τώρα, γιατί πιστεύω πως αυτός ο άγριος και άξενος τύπος ανθρώπου έχει αρχίσει να βλέπει αλλιώς τη ζωή.
Η Ίντρι σταμάτησε τις εξομολογήσεις της, όχι γιατί δίσταζε να πει περισσότερα, αλλά γιατί ήταν βέβαιη πως η παρέα της δεν επιθυμούσε να μάθει λεπτομέρειες της ζωής της. Ό,τι μετρούσε ήταν το παρόν το οποίο ανάλωνε όλο το παρελθόν και προδιέγραφε το μέλλον. Μόνο ο Γιάννης είπε κάτι το οποίο ερμηνεύει αρκετά τη σύνθεση του ομίλου των αναζητητών μας.
-Κάτι διαισθανόμουν, όταν σε προσκάλεσα να μας ακολουθήσεις με τα τρία ζηλευτά αδέλφια σου… Πολλοί θα έλεγαν: Τι κάνουν αυτοί οι χασομέρηδες που κινδυνεύουν να γίνουν τεμπέληδες, καθώς περιφέρονται αδέσποτα εδώ κι εκεί; Σε ποιους λειμώνες μυθικού χρόνου ζουν αυτοί οι υπνοβάτες με τις παράδοξες εκζητήσεις; Ποια είναι η εστία αυτών των ανέστιων που μπερδεύουν αξίες, παραδόσεις και δεν ξέρω τι άλλο; Ποιος ο ρόλος αυτού του μυστηριώδους παλιάτσου που περιφέρεται σα φάντασμα στους ουρανούς, στα δάση, στα πάρκα και στις ερημικές κρήνες; Θα πολλαπλασίαζα τα ερωτήματα τα οποία όμως, όσο πληθαίνουν, τόσο χάνουν το νόημά τους.
-Υπάρχει μια βεβαιότητα η οποία κινεί τη σκέψη της Ίντρι και του Γιάννη φίλοι μου. Είναι κάτι πολύ απλό το οποίο ελλοχεύει στα βάθη κάθε ανθρώπου και το οποίο ύμνησαν μόνο όσοι έζησαν τη χαρμονή του. Είμαι ανάξια να το υμνήσω, να το πω, γιατί είναι ανέκφραστο. Μπορούμε όμως να δούμε το φως το οποίο μας λέει πως όσο απομακρυνόμαστε απ’ τις βεβαιότητές μας, απ’ τις αυταπάτες του εγώ μας, τόσο εγγίζουμε την οικουμενική ομορφιά που ανήκει σε ανθρώπους, σε ζώα, σε πτηνά, σε πλανήτες, στο σύμπαν ολόκληρο…
Η σκέψη της Μάγβα τους βρήκε σύμφωνους και έστρεψε το στοχασμό τους στην Πόλα και στην Αιμιλία, χάρη στην αγνότητα και ομορφιά των οποίων η κόρη βρισκόταν μαζί τους. Το ίδιο περίπου ίσχυε και για το Λάπο…Όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο πιο πολύ αναγνωρίζονταν και ήταν σίγουροι πως αυτό το οδοιπορικό της αμοιβαίας τους συνάντησης δε θα κορυφωνόταν ποτέ, γιατί αυτή ήταν η μοίρα τους ως παιδιών του αιώνα. Εξάλλου, ποια μεγαλύτερη τιμή τους απ’ το να είναι προσκαλεσμένοι στο μαγεμένο πύργο των αρχαίων ιπποτών και να μην αδημονούν, να μην καυχώνται και να αναστρέφονται με άρχοντες δυτικού τύπου με τόση άνεση και φυσικότητα;
-Νομίζω, είπε ο Γιάννης, πως το ομορφότερο πράγμα είναι η γνώση του πλησίον χωρίς την οποία δε γνωρίζεται το εγώ. Το εγώ ξεκινάει απ’ το συ, ο άλλος δεν είναι ο ξένος, αλλά τα πραγματικό πλήρωμα του εγώ μας, και όταν ακόμη φαίνεται κακός, δύσκολος, επικίνδυνος, και όταν δηλαδή είναι βυθισμένος στις αυταπάτες του χθόνιου εγώ του…Ώρα όμως να πηγαίνουμε.
Σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν στην πάροδο, όπου ο Γιάννης είχε σταθμεύσει το μικρό λεωφορείο για τις ομαδικές μετακινήσεις τους. Κείνο το προχωρημένο πρωινό θα πήγαιναν στο νοσοκομείο για εθελοντική αιμοδοσία, εκεί, στο νοσοκομείο στο οποίο πέθανε ο Νομάρχης.
-Οι διαδικασίες είναι απλές.
Ναι, οι διαδικασίες ήταν απλές, γιατί η μικρή ομάδα είχε επαναλάβει το εγχείρημα αρκετές φορές. Ο έλεγχος είχε γίνει με μεγάλη προσοχή και έτσι η σημερινή επίσκεψη δεν ήταν παρά υπόθεση ρουτίνας. Βέβαια, μετά την αιμοδοσία, η παρέα όφειλε να εκτελέσει και μια άλλη αποστολή. Θα έκανε τη διερμηνεία ανάμεσα στους ξένους ασθενείς και στους γιατρούς, υπήρχαν πάντα αλλοδαποί οι οποίοι δε μιλούσαν καμιά ξένη γλώσσα και η παρουσία γλωσσομαθών ήταν πολύτιμη.
Στάθμευσαν στην αυλή και ανέβηκαν απ’ τη σκάλα υπηρεσίας. Ο θάλαμος αιμοδοσίας βρισκόταν στον πρώτο όροφο, όλα έγιναν πολύ εύκολα, οι λεμονάδες που ακολούθησαν τους βοήθησαν να πάρουν δυνάμεις, παρά το ότι κανένας τους δεν αισθάνθηκε αδυναμία, τα χαμόγελα με τις νοσηλεύτριες άπλετα. Η διερμηνεία διήρκεσε κάμποσο χρόνο και ήταν αρκετά δύσκολη, μα οι γιατροί κατάφεραν να συνεννοηθούν με τους ασθενείς…Η τσάντα του Γιάννη, φορτωμένη με δωράκια, ήταν η ευχάριστη έκπληξη των ασθενών οι οποίοι συγκινήθηκαν. Μικρά ρολόγια, αριθμομηχανές, μπρελόκ, ημερολόγια, κομπολόγια κ.ο.κ., διανεμήθηκαν στο θάλαμο και μετά, χωρίς την παρότρυνση κανενός, η παρέα μας άρχισε ένα τραγουδάκι το οποίο συναιρούσε ανατολικούς και δυτικούς ήχους, το οποίο στέγαζε βόρειες και νότιες νοσταλγίες, το οποίο σκορπούσε την ανεπιτήδευτη μαγεία της γνησιότητας.
Η Ίντρι διάβαζε με προσοχή στις μορφές των άγνωστων άρρωστων φίλων τους αισθήματα αγωνίας και απόγνωσης τα οποία ωστόσο διαπερνούσαν ακτίνες ελπίδας και παρηγορίας, ανάλογα με την κατάστασή τους. Η πτέρυγα όλως ήταν πτέρυγα καρκικοπαθών και η ζωή των περισσότερων ήταν μετρημένη. Δύο νεαρές μητέρες κίνησαν την προσοχή της και ο Γιάννης ξαφνιάστηκε όταν άκουσε απ’ την πρώτη πως τα δύο ανήλικα κορίτσια της ζούσαν σε μια τρώγλη των προαστίων, κοντά στο διαμέρισμα της παρέας της.
-Πώς συντηρούνται τα μικρά;
-Ζητιανεύοντας στους δρόμους, κι αυτό οδηγεί σε τόσους και τόσους κινδύνους…
-Ο πατέρας τους;
-Δεν τον γνωρίζουν, τα απέκτησα εκτός γάμου, ήταν το μεγάλο λάθος της ζωής μου. Αν μείνουν μόνα και ακυβέρνητα, τα έφαγε ο υπόκοσμος, η διαφθορά…
-Δε θα μείνουν μόνα.
-Μα βρίσκομαι στο τελευταίο στάδιο καρνικοπάθειας, το ακούσατε, δεν υπάρχει ελπίδα.
-Θα φροντίζουμε εμείς για τα κορίτσια, έχετε πίστη στην ανθρωπιά.
-Όταν υπάρχει, ναι. Περισσεύει όμως η απανθρωπιά, κυρίως στις γειτονιές μας…
Η διπλανή άρρωστη πετάχτηκε αμέσως και είπε:
-Μην καταριέσαι τον τόπο σου, την καταγωγή σου, άλλοι φταίνε για την κατάσταση. Φταίει η σκληρότητα των λευκών, των Δυτικών…
-Μη λες τέτοια πράγματα παιδί μου, μη. Οι γιατροί και τόσοι άλλοι Δυτικοί δεν είναι άνθρωποι με αισθήματα;
-Υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις που βεβαιώνουν τον κανόνα.
Η Ίντρι γύρισε προς το μέρος της δεύτερης άρρωστης και τη ρώτησε για την οικογενειακή της κατάσταση.
-Άγαμη, πρώην ιερόδουλη σ’ αυτές τις γειτονιές. Εκεί αρρώστησα, τον έχω στη μήτρα, από υπερβολική άσκηση του επαγγέλματος. Τι κατάλαβα; Τον έρωτα πρόσφερα, μα έρωτα δε γνώρισα, λεφτά έπαιρνα, μα τα ξόδευαν οι προστάτες μου. Παλιοζωή, παλιάνθρωποι και παλιοκοινωνίες…Γνωστούς δεν έχω, άφησα το σπίτι μου, αν ήταν σπίτι, στα δεκαπέντε μου και από τότε ασκώ το επάγγελμα. Είκοσι χρόνια, ναι.
-Η κατάστασή σας δε φαίνεται πολύ σοβαρή. Είναι στα πρώτα στάδια.
-Δεν πιστεύω να γλιστρήσω, καλύτερα όχι. Κι αν βγω από εδώ, ποια θα είναι η θέση μου στην κοινωνία, σε αυτό που οι καλοί και αγαθοί λένε κοινωνία; Καμιά. Θα με παραλάβουν και πάλι μέχρι να τελειώσω.
-Μπορείτε να αποφύγετε, αν θέλετε.
-Είναι μια θεωρητική διακήρυξη στην οποία δεν πιστεύει κανένας. Άμα πάρεις κάποιο δρόμο, όσο κι αν τον σιχαίνεσαι, σε τραβάει σα μαγνήτης ο έρμος, ο καταραμένος. Ξέρετε τι σημαίνει να σε τραβάει ό,τι μισείς; Μπορείτε να φανταστείτε την κατάντια του ανθρώπου και ιδίως της γυναίκας;
-Αυτό συμβαίνει με όλους μας.
-Όχι στα φανερά…Α, και σεις λοιπόν του επαγγέλματος; Γι’ αυτό μάς μυριστήκατε; Ω, το ένστικτο τι είναι, αν και δε μοιάζετε κορίτσι μου. Αλλά εσείς θα συχνάζατε σε υψηλής περιωπής στέκια και ξενοδοχεία.
Γύρισε τη συζήτηση στον ενικό και συνέχισε.
-Τώρα που σε θωρώ, στο βάθος του ματιού σου και στην κόψη των χειλιών σου, διακρίνω κάτι το αγοραίο. Μόνο που το σωματάκι σου μοιάζει με σφιχτό κι αυτό σημαίνει πως το ’κανες για λίγο! Τυχερή που ξέφυγες!
Το χαμόγελο της Ίντρι ενισχύθηκε και σε λίγα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητο πάνω στην άρρωστη εταίρα. Κείνη περιμαζεύτηκε, γιατί η δεύτερη πληροφορία ήταν εντελώς αντίθετη.
-Ίσως και να πλανήθηκα, αλλά να ξέρεις πως η πορνεία είναι στη φύση της γυναίκας, όπως η σωματεμπορία πάει με το μέρος των ανδρών. Τι να κάνουμε; Έτσι κατανέμει η φύση τις προσφορές της.
Η άλλη, η σοβαρά άρρωστη, αγανάκτησε και στράφηκε με οργή στην τολμηρή, για να της πει με πάθος, παρά την εξασθενημένη της βραχνή φωνή:
-Δε ντρέπεσαι μωρή και μιλάς έτσι στο κορίτσι που μας εξυπηρετεί; Ποιος σου ’πε πως είναι σαν τα μούτρα σου μωρή; Έχεις τύχη που είμαι στα τελευταία μου, αλλιώς θα σε πετούσα έξω απ’ το παράθυρο.
-Πουτάνας κόρη, τι ανακατεύεσαι εκεί που δε σε έσπειραν; Τι σε νοιάζει εσένανε;
-Σκάσε μωρή που είσαι σε θέση να αναφέρεις τη μάνα μου, μωρή βρωμιάρα.
Οι φωνές έγιναν υστερικές, οι νοσηλεύτριες μαζεύτηκαν και άρχισαν τις φωνές, οι φίλοι μας, αμήχανοι, αποτραβήχτηκαν στην άκρη…Ακολούθησε ησυχία και έτσι ο διάλογος με τους ασθενείς συνεχίστηκε αρκετά. Ο Γιάννης κουβέντιαζε με ένα μεσόκοπο ο οποίος περνούσε τη ζωή του ως clochard έξω απ’ τα μπαρ, σε κάποια απ’ τα οποία παρείχε προστασία, όταν ήταν νεότερος. Το ποτό του έκανε κίρρωση του ύπατος, συνήλθε την πρώτη φορά, βγαίνοντας, ξαναθυμήθηκε το πάθος του, ξαναθεραπεύτηκε και να τώρα που για τρίτη φορά σε κρίσιμη κατάσταση.
-Κατά τους γιατρούς, του θύμισε ο Γιάννης, υπάρχουν περιθώρια, αρκεί να μην ξαναμυρίσεις αλκοόλ, όχι να το βάλεις στο στόμα σου…Προσπάθησε, έχεις περιθώρια ζωής και είσαι νέος.
-Ξέρεις φίλε μου πως το πάθος είναι δεύτερη φύση. Για να ξεκόψω, πρέπει να ζήσω σε μια κοινωνία χωρίς ποτά…Μου λένε να αλλάξω περιβάλλον, προσπάθησα, πήγα στην επαρχία και στήθηκα στο πατρικό μου με τη φτωχή μου σύνταξη. Ε, σου ομολογώ πως εκεί ο πειρασμός εκεί είναι μεγαλύτερος. Πώς είναι δυνατό να περάσει η μέρα χωρίς να πας στο café, χωρίς να μιλήσεις; Μα και μόνος, στο σπίτι, τα πράγματα είναι χειρότερα, άκουσέ με. Μου είπαν να παντρευτώ, μα ποια με παίρνει; Βρήκα μια Ανατολίτισσα, μα εκείνη έπινε περισσότερο από μένα. Είναι πια αργά. Εξάλλου, μάταια η ζωή, δεν τη γουστάρω χωρίς τις βρώμικες συνήθειές μου.
Ο Γιάννης κρατούσε διευθύνσεις και υποσχέθηκε στους ασθενείς πως θα τους συναντούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, οι φίλοι της Ίντρι μιλούσαν με Αφρικανούς, ενώ ο Λάπο και η Μάγβα έπιασαν συζήτηση με Λατινοαμερικάνους. Ήταν όλοι περιθωριακοί, ταλαίπωροι, μελλοθάνατοι, με πόνο και με πάθος, ανθρώπινα σκεβρώματα, χωρίς ελπίδες, χωρίς σπίτι, χωρίς προοπτικές.
Βγήκαν αργότερα με βαριά καρδιά, ίσως επειδή πήραν στους ώμους των ψυχών τους φορτίο απ’ τον πόνο των ανθρώπων, ίσως γιατί συνειδητοποιούσαν πόσο σκληρή είναι η δομή της κοινωνίας η οποία δε διευκολύνει τους παραστρατημένους, ίσως γιατί υποσυνείδητα πληροφορούνταν πως οι ίδιοι τους βρίσκονταν στην αρχή των παθών τους.
-Τα κορίτσια της Κάκιας θα μπουν σε ορφανοτροφείο, είπε η Ίντρι και έστρεψε ερωτηματικά το βλέμμα στο Γιάννη.
-Είναι εύκολο, μα εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Ας είναι όμως μια λύση ανάγκης το ίδρυμα. Γνωρίζω την ατμόσφαιρα που βασιλεύει εκεί μέσα.
-Όχι σε όλα Γιάννη μου, όχι.
-Δεν εννοώ τόσο τη συμπεριφορά του προσωπικού, όσο την ψυχολογική κατάσταση των ορφανών, των τροφίμων. Δεν είναι η καλύτερη.
-Απ’ το πεζοδρόμιο είναι ασφαλώς καλύτερα. Εγώ γνωρίζω κορίτσια που σήμερα είναι ευτυχισμένες μητέρες…Μεγάλωσαν σε ίδρυμα, οι ιθύνοντες τις πάντρεψαν με παιδιά άλλου ιδρύματος, τα βοήθησαν να αποκατασταθούν επαγγελματικά μαθαίνοντάς τους μια τέχνη κατά τη διάρκεια της θητείας τους εκεί, και τώρα, ευτυχισμένα και με δάκρυα, πηγαίνουν  και βοηθούν με τη σειρά τους. Κρύβει ομορφιά η ζωή.
Η Μάγβα συνέχισε με έκδηλη συγκίνηση:
-Σε παρόμοιο ίδρυμα έζησα και εγώ την παιδικότητά μου, μέχρι που στη ζωή μου ανέτειλε ο φωτεινός ήλιος, το άστρο της Μεγάλης Αυγής, για να θυμίζω κάποιο θεότητα των προγόνων μου. Αυτό όμως το άστρο λέγεται Αιμιλία.
Η  κοπέλα απ’ το Περού δε μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της.
Το λεωφορειάκι συνέχιζε, η ομάδα θα ’βγαινε στην εξοχή, μια άλλη όμορφη και φιλάνθρωπη απασχόληση την περίμενε.
-Δεν υπερβάλλω, συνέχισε η Μάγβα, λίγο μετά, καθώς κατόρθωσε να τιθασεύσει τη συνείδησή της. Πολλοί, συνέχισε, εξιδανικεύουν τις πρώτες ερωμένες τους ή κάποιες άλλες δημόσιες, φιλικές και δεν ξέρω ποιου άλλου είδους σχέσεις. Εγώ πιστεύω πως στον κόσμο μας υπάρχουν όντα, πως ζουν υπάρξεις που έχουν το χάρισμα να αντιφεγγίζουν με την παρουσία τους και τις πράξεις τους το άσπιλο σε έναν κουρασμένο και γεμάτο σύγχυση και πάθος κόσμο…Πες μας Γιάννη μου κάτι, σε παρακαλώ, μετά το φορτισμένο και συγκινησιακό κλίμα του θαλάμου των άστεγων καρκινοπαθών…Ο Γιάννης οδηγούσε, άκουγε, σκεπτόταν.
Είπε αποφθεγματικά:
-Ένας κυβερνήτης υποβρυχίων με σπουδές στη ναυπηγική στέκει τόσο χαμηλά για να μιλάει για τόσο υψηλά και ωραία. Μαθητής όμως μεγάλων μυστών, μπορεί να επαναλάβει άκομψα κάποιες αιώνιες θέσεις που βγήκαν ως άφθαρτο άνθος όλων των πολιτισμών…Ναι, η εξιδανίκευση προσώπων είναι επικίνδυνη, όπως και η προσωπολατρία κάποιων δήθεν πνευματικών, γκουρού και δεν ξέρω τι άλλο. Παίρνω δρόμο όπου αντικρίζω πρόσωπα σοβαροφανή, μάτια απλανή που δε σε κοιτάζουν, γιατί το μόνο που θέλουν είναι να σε υποβάλουν στις εγωμανείς τους εκκεντρικότητες…Λυπάμαι σαν αντικρίζω το ψέμα να παίρνει την υπεράσπιση του αδύνατου, να διεκδικεί τίτλους προσφοράς και σωτηρίας του ανθρώπου…Τα ζούμε, τα βλέπουμε και θα τα βλέπουμε σε όλες τις βαθμίδες της ζωής μας, σε όλα τα επίπεδα και τους θεσμούς των κοινωνιών μας…Είμαι όμως προσκυνητής του κάλλους των ωραίων ψυχών και θα είμαι για όσο ζω. Κατασυγκλονίζομαι απ’ τις διαθλάσεις της ομορφιάς την οποία αναδύουν οι χαριτωμένες υπάρξεις, άντρες ή γυναίκες. Σίγουρα δεν υπάρχουν αιώνια θήλεα, όπως δεν υπήρξαν ποτέ ιδανικοί ιππότες κ.ο.κ. Υπάρχει όμως κάτι που είμαι άπειρα πιο σπουδαίο, κι αυτό με καταγοητεύει. Εννοώ τις συγκεκριμένες ανθρώπινες υπάρξεις που στο βαρύ αχό του πάθους και της δυσοσμίας αναδίνουν ομορφιά, κάτι το άφθαρτο. Είναι μνηστευμένες με το αιώνιο το οποίο δε θα νοήσουμε χειροπιαστά. Οι χαριτωμένες υπάρξεις όμως κάνουν το νόστο του αιώνιου έγχρονη πραγματικότητα χωρίς να το καταναλώνουν στη φθορά. Κρίμα που είμαι ανίκανος να εκφράσω ό,τι θέλω να πω, παρόλο που και οι ενδοξότεροι ποιητές δε θα μπορούσαν να το υμνήσουν όπως πρέπει.
Καμιά ψυχή δε μπορεί να απαλλαγεί απ’ τη μνηστεία της με την αιωνιότητα, το παράδειγμα του Νίτσε είναι χαρακτηριστικό, ναι χαρακτηριστικό. Ο αδιέξοδος μηδενισμός του τον έσπρωξε στο δαχτυλίδι της αιώνιας επιστροφής, της μεγάλης του μνηστής.
Αγαπημένοι μου φίλοι, αυτά δεν είναι θεωρίες, αλλά πλήρωμα ζωής και καμιά σοφιστεία δεν είναι σε θέση να τα καταργήσει, κανένας κάλαμος σοφιστών δεν έχει τη δύναμη να αναμετρηθεί μαζί τους. Συντρίβουν ειρηνικά όποιους αναμετρούνται μαζί τους.
Το λεωφορειάκι των συνεπαρμένων έστριψε δεξιά, κατόρθωσε να απεγκλωβιστεί απ’ την κυκλοφοριακή συμφόρηση της πρωτεύουσας και πήρε το δρόμο για την εξοχή.









                                                            26

                                                κήπος χαρίτων
                                     θέαμα ευδαιμόνων θεατών
                                                         Πλάτων
                                       


Ο Άλκης και η Πόλα, μετά σύντομη επίσκεψη στα παιδιά τους, γύρισαν για λίγο στο σπίτι τους το οποίο έμοιαζε κάπως εγκαταλειμμένο. Θα ’λεγε κανένας πως οι ταραχές των τελευταίων ημερών τους είχαν κουράσει ιδιαίτερα, μα κάτι τέτοιο δε φαινόταν. Είχαν αναστείλει κάθε εκκρεμότητα και κάθε σχέδιο, κι αυτό έδινε την εντύπωση πως βάδιζαν χωρίς κανένα σκοπό. Το πρωινό της άφιξής τους το αφιέρωκαν στις αναγκαίες δουλειές για να φρεσκάρουν το σαλόνι και να το απαλλάξουν απ’ τη σκόνη, να τακτοποιήσουν το υπνοδωμάτιο, την κουζίνα και τους άλλους χώρους. Ο Άλκης έριξε μια ματιά στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο και το βρήκε γεμάτο μηνύματα…Τράπεζες, παράγοντες, τζογαδόροι του χρηματιστηρίου και οικονομικοί παράγοντες του ’ταζαν περίπου δώρα, σ’ αυτόν τον άμαθο που τάχα δε γνώριζε το δόλο του χρήματος και των ανάλογων προσφορών. Γέλασε καθώς διαπίστωνε πως αυτοί οι αετονύχηδες αγνοούσαν την οικονομική του κατάσταση την οποία υπερτιμούσαν υπερβολικά. Στην πραγματικότητα τα έσοδα που προέκυπταν από μερίσματα και από καταθέσεις, αρκούσαν για μια άνετη συντήρηση και τίποτε περισσότερο. Φαίνεται πως η αύρα του κέρδιζε περισσότερο απ’ χρήματά του τα οποία οι ευφάνταστοι  μεσάζοντες ανέβαζαν σε πακτωλό δολαρίων. Έτσι είναι, σκεφτόταν. Το χρήμα είναι τυχοδιωκτισμός όχι μόνο κατά το στάδιο της απόκτησής του, αλλά κυρίως κατά τα αναρίθμητα στάδια αύξησής του και επέκτασής του. Πόσο όμως αυτός ο κόσμος τον οποίο αποχωρίστηκε πρόσφατα και παρά την ηλικία του θα μπορούσε να τον συγκινεί; Τα πράγματα έδειχναν πως ήταν μακρινό παρελθόν το οποίο ποτέ πια δε θα ξαναπλησίαζε. Τι θα έκανε όμως αυτός ο ζωντανός και ευφυής άνθρωπος μακριά απ’ τους τόπους του, μακριά απ’ τον αστραφτερό θόρυβο των ημερών και των αγορών;
Μηδένισε όλα τα μηνύματα και κράτησε ένα συγκινητικό. Ο Μαρσέλ του ’στειλε την όμορφη φωτογραφία της Πόλας, καθώς η τελευταία τάιζε τα περιστέρια στο κιόσκι, εκείνο το μεσημέρι, παρέα με τον Άλκη και τον Λάπο. Ήταν μαγική, όχι τόσο γιατί το μηχάνημα του φίλου τους ήταν καλό, όσο γιατί οι συνδυασμοί του φωτός και η κατάλληλη φάση δύσκολα θα μπορούσαν να συνδυαστούν. Έδωσε εντολή στον εκτυπωτή και λίγο αργότερα, καθώς απαλλάχτηκε απ’ τον υπολογιστή, το απολάμβανε στην πολυθρόνα του σαλονιού του. Καθώς η Πόλα πετάχτηκε με το αυτοκίνητο στην αγορά να αγοράσει κάποια φαγώσιμα, ο νέος συνταξιούχος και ερευνητής των μυστηρίων του εαυτού του και της ανθρώπινης φύσης, αφοσιώθηκε στη μορφή της γυναίκας του και ένιωσε με έκπληξη πως αγνοούσε κατά βάθος το μήνυμά της. Επηρεασμένος μάλιστα από κάποιες επισκέψεις του σε μουσεία και σε καθεδρικούς ναούς, προσπάθησε να διακριβώσει τις σχέσεις που θα μπορούσαν να υπάρχουν ανάμεσα στο πρόσωπο και στη φυσική ομορφιά, αλλά κάποιες νεορομαντικές και ιδεαλιστικές ιδέες τις οποίες άκουγε κυρίως απ’ το Γιάννη, τον πήγαν πολύ πιο μακριά. Είναι, αναλογιζόταν, η καθαρότητα, η αγνότητα, η γλυκύτητα και το ανεπιτήδευτο της παρουσίας της γκριζομάλλας γυναίκας του κάτι που έχει σχέση με την ομορφιά; Τι είναι η ομορφιά και τι γοητεύει;
Αυτές οι ερωτήσεις τον αφόπλισαν στην κυριολεξία και εξακόντισαν τη σκέψη του πολύ μακριά, στις πρώτες του αγάπες με την Πόλα, στα φοιτητικά τους χρόνια. Αμήχανος, αναζητούσε να βρει τι τον προσείλκυσε στην τόσα υποσχόμενη παρουσία της και η σκέψη του εποχούμενη στην οξυμένη του μνήμη, σταματούσε στις πύλες ενός άγνωστου πύργου(;), ναού(;), κι αυτός δε γνώριζε. Δε γνώριζε και γνώριζε πως δε γνώριζε. Να που πιανόταν για άλλη μια φορά, αυτός ο τετραπέρατος ή, στη χειρότερη περίπτωση, επιπόλαιος, ανθρωπάκι που παντρεύτηκε χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει απόλυτα τι έκαμε και με ποια κόρη ένωσε τη ζωή του. Αυτή η πικρή διαπίστωση που ταξίδεψε με απίστευτη ταχύτητα σε όλες τις κρυμμένες κόγχες της συνείδησής του αποκτώντας παραλλαγές και προσλαμβάνοντας αποχρώσεις, στάθηκε σαν πολικό αστέρι  στα βάθη της σκέψης του και φωτίστηκε, παράδοξα, με έκπαγλο τρόπο. Τι συνέβαινε; Μήπως οι πληροφορίες του έγγαμου βίου του τού έδωσαν άλλη απάντηση, λιγότερο αρνητική και περισσότερο ελπιδοφόρα; Ή μήπως η φωτογραφία της γυναίκας του εκεί με τα περιστέρια να την περιζώνουν ειρηνικά, έσβησε όλο το σκότος των αρνητικών του περιπλανήσεων;
Όμως, το ερώτημα επανήλθε δριμύτερο: Γνώριζε τι έκανε, όχι μόνο όταν παντρεύτηκε, αλλά σε όλη του τη ζωή, παρά τις φαινομενικές του επιτυχίες; Οι ήχοι των βημάτων της Πόλας τον συνέφεραν, αλλά το οξύ βλέμμα της διέγνωσε σχετική ταραχή στο πρόσωπό του. Η γυναίκα απόθεσε τα ψώνια στην κουζίνα, πλύθηκε ελαφρά και γλίστρησε κοντά του, χωρίς να προσέξει τη φωτογραφία η οποία βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του καναπέ.
-Σίγουρα κάτι σε απασχολεί…
-Η παρουσία σου…
-Μα βρίσκομαι κοντά σου και δεν είμαι σε θέση να πάω πιο μακριά.
-Κοίταξε τη φωτογραφία…Τη βρήκα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο πριν λίγο. Θυμάσαι;
-Αν θυμάμαι λέει! Θυμάμαι και την τραγική νυχτιά που είχε προηγηθεί, μα νομίζω πως αυτά είναι όμορφα επεισόδια στην αναζήτηση νοήματος και γι’ αυτό ακριβώς και έπαψαν να με ανησυχούν. Φυσικά, όταν παύει κανένας να ανησυχεί, κάτι δεν πάει καλά, γι’ αυτό και λέγοντάς σου πως είμαι ήσυχη, εννοώ πως δε με απασχολούν σοβαρά προβλήματα σχετικά με την ψυχική σου υγεία…Πάμε σε παρακαλώ στο κιόσκι, αρχίζει ένα όμορφο απογευματινό. Στο μεταξύ θα ψήσω καφέ.
Ο Άλκης ήταν σχετικά απρόθυμος, κάπως βαρύθυμος και δυσμετακίνητος.
-Μα τι έχεις; Σίγουρα κουβαλάς το σοκ του θανάτου του Γόρη. Πέθανε σχεδόν στα χέρια σου…Και τότε, κείνο το βραδινό που σε βρήκα σε κακή κατάσταση στο γραφείο σου, σκέφθηκα κάτι το οποίο ήρθε χρυσέ μου η ώρα να σου πω…
-Θα το πεις στο κιόσκι, όπου και θα σε περιμένω, καθώς θα πίνουμε τον καφέ μας.
Έσυρε δύο αναπαυτικές πολυθρόνες και κάθισε έχοντας πίσω του τους ανανεωμένους κισσούς. Κατά βάθος νόμιζε πως ζει μια ονειρική κατάσταση η οποία δεν ήταν ούτε πραγματική, ούτε ψεύτικη. Παρατηρούσε τη σιλουέτα της γυναίκας του να πλησιάζει και το αισθητικό της χάρμα με τις ανεπιτήδευτες κινήσεις τον μετέφερε σε άλλους κόσμους τους οποίους ούτε η πιο εκλεπτυσμένη αισθητική θα μπορούσε να υποψιασθεί. Παρηγορήθηκε με ένα αίσθημα, με μια ικανοποίηση αυταρέσκειας, γιατί νόμισε πως επιβεβαιωνόταν πως και δεν ενεργούσε τυφλά και τυχαία όταν της ζήτησε να παντρευτούν. Κάτι άλλο επομένως τον κυνηγούσε αμείλικτα, κάτι που υπολάνθανε χρόνια τώρα, μα το οποίο άρχισε να υποφώσκει έστω και σαν αμυδρή ακτίνα ήλιου που ξεφεύγει απ’ το άγριο κυνηγητό των μελανιασμένων κυμάτων του ωκεανού. 
-Θυμάσαι τι είχε πει ο Λάπο, καθώς έβλεπε τον Μαρσέλ να σε φωτογραφίζει, ο τότε δύστυχος για τη Μάγβα Λάπο;
-Θυμάμαι καλέ μου, δε ξεχνιούνται οι ωραίες συλλήψεις των ευγενών ψυχών.
-Στιγμές στιγμές μύριοι κόσμοι ξανοίγονται από μέσα μου σαν καταπιεσμένοι σε μια απίθανη ακρούλα της συνείδησής μου και αφανίζονται, χάνονται κάπου, σε κάποιον πύργο με μαγεμένες αυλές…Εκεί δε μπορώ να πλησιάσω. Νιώθω πως μένω εξόριστος, αλλά ευγενικά και εθελούσια εξόριστος, αφού διαισθάνομαι πως θα σημάνει η στιγμή κατά την οποία ο μυστηριώδης πύργος θα μας ανοίξει τα μυστικά του. Ο παλιάτσος, ο μυστηριώδης παλιάτσος, δουλεύει για όλους μας και εμείς ακόμη δε μπορούμε να εντοπίσουμε, να μαντέψουμε σε τι συνίσταται η δυναμική του.
-Δεν εντοπίζονται πράγματα τα οποία απ’ τη φύση τους, ούτε ο εντοπισμός, ούτε η μαντική μπορούν να φωτίζουν. Είναι, μάλλον, μυστήρια και τα μυστήρια παραμένουν μυστήρια. Για να προσεγγίσεις το μυστήριο, οφείλεις να δεχτείς πως δεν είναι κάτι το εξωτερικό, κάτι σαν τα αντικείμενα, αλλά κάτι το οποίο βρίσκεται και μέσα σου και έξω σου. Αυτό μας έλεγε ο Γιάννης προχθές και μας ανέφερε μάλιστα το φιλόσοφο ο οποίος μίλησε για τον κόσμο του μυστηρίου. Βρήκα αυτή τη θέση συγκλονιστική, γιατί ελευθέρωσε πολλές απορίες μου, γιατί φώτισε πολλά λάθη της ζωής μου…
-Μήπως ένα απ’ τα λάθη σου ήταν ο γάμος σου με μένα;
Η Πόλα τον αντίκρισε με ακίνητο βλέμμα του οποίου όμως η ήσυχη, η παρθενική, θα λέγαμε, δυναμική, διαπλωνόταν στον απέραντο κόσμο της ψυχής του.
-Σίγουρα είσαι επηρεασμένος απ’ το τραγικό θάνατο του Γόρη και χωρίς να το θέλεις κάνεις τον παραλληλισμό…
Έσυρε την πολυθρόνα ακριβώς δίπλα απ’ τη δική του ώστε να τον έχει πλάι της και του ’πιασε τα χέρια.
-Δε θέλω Άλκη να μου πεις αν σου συνέβη ποτέ κάτι παρόμοιο με αυτό που συνέβη στο Γόρη και δεν θέλω, όχι επειδή θα επηρεασθώ αρνητικά ή απλά επειδή δε θέλω να ξέρω, όπως ψιθυρίζουν κάποιες νευρωτικές γυναίκες, για να διασφαλίσουν την ευπρεπή τους ηρεμία και άλλα τινά, αλλά για κάποιον άλλο λόγο. Ο εγωισμός απωθεί και αυτήν την περιέργεια, και μάλιστα εις βάρος της καθαρότητας, δεν την έχω. Γνωρίζεις πως όσο αγγίζονται δύο συνειδήσεις, όλα τα παρόμοια δεν έχουν κανένα νόημα ύπαρξης. Ναι, μου έκρυβες τα σχέδιά σου να αποσυρθείς από μέριμνα για μένα, για να μη μου δημιουργήσεις προβλήματα, μα να που αυτό έδωσε την κρίση εκείνης της νυχτιάς. Μόνο που η εγγύτητά μας δεν έφτασε στην ωριμότητά της. Θα γινόταν απόλυτη, μα αυτό φαίνεται πως δε βρίσκεται στα όρια του ανθρώπινου. Τι να πω; Νομίζω πως προσπάθησα να σου δώσω ειλικρινή απάντηση, χωρίς όμως να είμαι βέβαιη. Δύο άνθρωποι γνωρίζονται απόλυτα, και εννοώ το άρρεν και το θήλυ, μόνο αν αποτινάξουν και το τελευταίο ψιμύθιο της ψευδοαισθητικής και του εγωισμού, μα αυτό θα αναιρούσε την ίδια την ανθρώπινη φύση και την ιστορία της. Ωστόσο, αυτή πρέπει να είναι η μύχια βεβαιότητά μας. Δε γνωριζόμαστε απόλυτα, αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν είμαστε αμοιβαία ειλικρινείς Άλκη μου.
Ο Άλκης απορούσε με τα λόγια της γυναίκας του και απορούσε τόσο περισσότερο, όσο η όψη της Πόλας ήταν ήρεμη και  ανάδινε ακύμαντη βεβαιότητα.
-Θα ήταν όμως σφάλμα να νομίζουμε πως οι αυταπάτες μας παραχωρούν εύκολα τη θέση τους σε βεβαιότητες…Ο μήνας που πέρασε Άλκη δεν ήταν μόνο κατακλυσμιαίος από πλευράς γεγονότων και καταστάσεων τα οποία ένα επιπόλαιο στόμα θα θεωρούσε συσσώρευση συμπτώσεων. Είμαι βέβαιη πως συμβαίνει κάτι σημαντικότερο, κάτι ουσιαστικότερο το οποίο όμως αδυνατώ να προσδιορίσω…Περίμενες ποτέ σου τις συνθήκες θανάτου του Γόρη, την αλλαγή του Κλαύδιου, την τροπή των σχέσεων του Λάπο και της Μάγβα, τα δρώμενα της παρέας των ευγενών παιδιών του αιώνα, την αποχώρησή σου, όσο και εκείνη του Μαρσέλ; Όσο για το Γιάννη, δεν είμαι σε θέση να κάνω κανένα σχόλιο. Τι να πω για την Βερόνικα, την Κλοτίλδη, την Κορίνα, την Ουλί… Θα μπορούσες να διανοηθείς τι μας εμποδίζει να μπούμε στον πύργο, στο χώρο στον οποίο τόσες και τόσες φορές περάσαμε πολύ όμορφα; Τα ερωτήματα γίνονται γονιμότερα απ’ τη στιγμή που συνειδητοποιούμε πως κανένα αόρατο χέρι  δε μας εμποδίζει να κάνουμε ο,τιδήποτε και φαίνεται πως υποβόσκει ένας ολόκληρος ωκεανών συγγενών εμπειριών και βιωμάτων.
-Είσαι βέβαιη καλή μου;
-Σου το είπα πως έχω μια βεβαιότητα: Τέλος οι βεβαιότητες και η επιφανειακή γλυκύτητα της ζωής μας. Τελειώνουν οι ψεύτικες νοσταλγίες, γιατί, κάθε νοσταλγία δεν μας συγκινεί, παρά ως νοσηρή και ανεκπλήρωτη επιθυμία συντροφευμένη απ’ την πικρή γεύση της αδυναμίας επιστροφής σε χαμένους παραδείσους. Αγγέλλεται πάντα κάτι πιο σοβαρό, κάτι πι άρρητο.
-Ο παλιάτσος;
-Ω, θέτεις ένα μεγάλο πρόβλημα, το μεγάλο πρόβλημα, ναι. Δεν είμαι όμως έτοιμη να σχολιάσω το μεγάλο φίλο χωρίς να προχειρολογήσω. Η Αιμιλία έλεγε στον Κλαύδιο, όταν εκείνος ήταν στις κακές του, πως όλοι μας έχουμε τον παλιάτσο μας. Χωρίς να πω περισσότερα, πιστεύω πως ο παλιάτσος μας θα χαθεί όταν παύσουμε να υπάρχουμε. Ξέρεις μάλιστα πολύ καλά πως αν η ανθρώπινη φύση δεν έχει ουσιαστικά ημερομηνία γεννήσεως, αφού το ανθρώπινο είναι χάνεται στο άπειρο, και ο παλιάτσος της είναι αιώνιος. Θα μας συντροφεύει.
-Δεν καταλαβαίνω καλά, αλλά κάτι μου λέει πως κάποτε θα αρχίσω να καταλαβαίνω και η στιγμή θα έρθει τόσο γρηγορότερα, όσο πιο σύντομα αποτινάξω από πάνω μου την ιδιότητα του σκακιστή ή του ποκαδόρου.
-Μιλάς με σύμβολα και αυτό μου αρέσει. Σε κούρασε αυτή η αναζήτηση και να που φθάνεις σε σημείο να κατανοείς το συμβολικό της βάθος. Θέλω όμως εσύ ο ίδιος να μου το εξηγήσεις.
-Εγώ;
-Φυσικά εσύ, αφού το θέμα σε απασχόλησε…Εμπρός λοιπόν.
-Είναι τόσο απλή η εξήγησή μου, που ίσως θεωρηθεί αστεία.  Όλα τα παιγνίδια, και τα πιο διανοητικά ή επινοητικά, στηρίζονται στην ίδια την ιστορική φύση του ανθρώπου. Όλοι μας είμαστε παίχτες, άλλος πολύ και άλλος λίγο. Μόνο τα παιδιά παίζουν με ανιδιοτέλεια και μόνο το παιγνίδι του κόσμου μοιάζει με το παιγνίδι των παιδιών…Γίνε λοιπόν παιδί για να παύσεις να είσαι παίχτης παλαιάς ή νέας κοπής και μόδας. Για να γίνεις όμως παιδί, οφείλεις να καταργήσεις το εγώ σου, να αναθωρήσεις  τη διάνοιά σου και όχι τον πονηρευόμενο ιστορικό σου λόγο που μοιάζει με δόλο. Αυτός είναι ανεπίδεκτος βελτίωσης.
-Δε σε πιστεύω Άλκη μου! Μα σε ποια σχολή θήτευσες τέλος πάντων; 
Ο Αλκης γελούσε ανέμελα, παρόλη την έκπληξη της Πόλας.
-Πριν λίγο ήσουν ταραγμένος και τώρα μου αποκαλύπτεις όμορφα πράγματα…
-Αυτό είναι το πιο παρήγορο. Για σκέψου να μεταμορφωνόμουν σε νεοφώτιστο οπαδό μιας κάποιας θεωρίας που θα έλυνε τα πάντα…Θα ήμουν αξιοθρήνητος.
-Ναι, αλλά αυτά που είπες είναι τόσο σημαντικά. Τα διάβασες κάπου; Τα είδες κάπου, εκεί στα μουσεία και στα κονσέρτα;
-Ούτε διαβάζονται, ούτε βλέπονται. Για να τα διαβάσουμε και να τα δούμε να ορθώνονται ως έργα τέχνης ή  λόγου, πρέπει να ζυμωθούν επί αιώνες ως εμπειρίες που θα κρύβονται μες το μεγαλείο της παρουσίας τους.
-Κι ο Γιάννης λέει πως το απόλυτο δεν εκφράζεται…
-Είναι μια πανάρχαιη διαπίστωση την οποία όμως δε συνειδητοποιούμε και πρέπει να φτάσουμε στα όρια του θανάτου για να την υποψιαστούμε, μακριά από κάθε ευπρόσωπη λογική. Δε νομίζω πως έφτασα, ούτε και θα φτάσω σ’ αυτό το θαυμαστό σημείο. Ένα γνωρίζω: Η φαινομενική μου τέρψη και η ενασχόλησή μου με την αγορά και τα οικονομικά μεγέθη, κουβαλούσαν το βάρος και την οργή των αιώνων και ήμουν τόσο ανόητος που πίστευα πως ήμουν επιτυχημένος. Έφυγε από πάνω μου ένα τεράστιο βάρος και, όπως και να έχει το πράγμα, η ορμή και ο ορυμαγδός του αντηχούν ακόμη μέσα μου.
Η Πόλα τον παρακολουθούσε πελιδνή και με εναγώνια βλέμματα. Σπάνια αγωνιούσε και έχανε τη δροσιά της αυτή η εύδια γυναίκα η οποία κείνη τη στιγμή αισθανόταν τόσο μικρή και αποπλανημένη σε ψεύτικους κόσμους οι οποίοι, παρά την πρωτινή τους αφέλεια, δεν της υπαινίχτηκαν ποτέ το ιλιγγιώδες συμβαίνον της ζωής. Ποτέ της δεν είδε ούτε υποψιάστηκε την άλλη όψη, την ορατή πλευρά των συμβαινόντων, γιατί ζούσε όπως και η φίλη της η Αιμιλία στην πάντα θετική εκδοχή των πραγμάτων, χωρίς να κατανοεί πως πρέπει και πως θα όφειλε να διαπεράσει και τα σκοτεινά μονοπάτια της αγωνίας και της ριζικής αμφισβήτησης του εαυτού για να κερδίζει το άσπιλο είναι της.
-Σε βλέπω πελιδνή, κουρασμένη με όσα ακούς, παρόλο που θα σε περίμενα ευτυχισμένη.
-Συνέχισε, αν θες.
-Η ομορφιά συνίσταται στο να βλέπει κάποτε ο ένας τον εαυτό του στον άλλο. Πάμπολλες φορές είδα τον κρυμμένο εαυτό μου στην απερίτμητη παρουσία σου, κι αυτό σε κρίσεις αμηχανίας, δυσκολιών. Δε θα ήταν υπέροχο να αντικρίσεις το είναι σου στον κόσμο μου; Δεν είναι η ωραιότερη εμπειρία; Δεν είμαστε οι ιδιοκτήτες καμιάς αρετής, μακαριότητας, κανενός πάθους, πολύ περισσότερο. Ό,τι ακούς δεν είναι δικό μου, αλλά ένα φτωχό αντίδωρο των προσφορών σου, κι αν επιθυμούμε να πάμε πιο μακριά, για να μην πέσουμε στην παγίδα της ανόητης αυταρέσκειας και της ψευδοευδαιμονίας, ό,τι ακούς, τόσο φτωχά και αδέξια, απηχεί ίσως τις εκζητήσεις όλων ανεξαίρετα των ανθρώπων. Δεν αρκεί να λέμε πως δεν είμαστε ιδιοκτήτες ιδεών, ούτε πληρεξούσιοι κάποιων αιωνίων θεών ή αρχών. Ανήκουμε προαιωνίως στην αγαθότητα, σε πείσμα των ιστορικών παραδόξων στα οποία εμπλεκόμαστε.
Ο Άλκης σταμάτησε. Πώς αλήθεια τον επισκέφθηκε αυτή η καταπληκτική γονιμότητα ιδεών, αυτόν τον πρακτικά επινοητικό άνθρωπο ο οποίος, χωρίς να περιφρονεί τις πνευματικές εκζητήσεις των ανθρώπων, έστεκε, φαινομενικά τουλάχιστον, τόσο μακριά; Είναι αλήθεια πως όλοι μας υποψιαζόμαστε κάτι το οποίο παραμελούμε και πως κάποια τραγικά γεγονότα μάς αναγκάζουν να σταθμεύσουμε κάπου, να σκεφθούμε σοβαρά, να παύσουμε δηλαδή να σκεπτόμαστε όπως χθες, παρά τις αναστροφές και το βάρος του παρελθόντος. Ήταν αυτό ή η αβίαστη ωριμότητα που τον ανέμενε;
Η Πόλα βυθίστηκε σε σκέψεις οι οποίες μέχρι εκείνη τη στιγμή την επισκέπτονταν ως αιθέρια αύρα ικανή να καλλωπίζει το συναίσθημά της και να περιλούζει την αυλή της ζωής της χωρίς το παραμικρό ίχνος υποκρισίας ή και επιτήδευσης. Τώρα όμως ένας άλλος κόσμος άρχιζε να της κρούει τη θύρα, όχι για να συντρίψει ό,τι οικοδόμησε με τόση γνησιότητα, αλλά για να την πληροφορήσει πως θα όφειλε να γίνει αναγνώστρια του ό,τι ούτε γράφεται, ούτε ζωγραφίζεται, ούτε άδεται στην ουσία του. Και η Αιμιλία της έλεγε και μάλιστα στις στιγμές του πόνου της πως για χρόνια ονειροβατούσε στις ακτές του αισθητισμού χωρίς να το έχει κατανοήσει και πως αρκούσαν κάποια πικρόχολα σχόλια του Κλαύδιου, κάποιοι μακρινοί απόηχοι από λόγια των καθηγητών της και κυρίως το τελευταία τραγικά γεγονότα για να την αποκολλήσουν απ’ το επικίνδυνο τέλμα της, που ήταν ο παράδεισός της…Αυτός ίσως ο παράδεισος δεν την επέτρεψε να υποψιασθεί τη ζωή του συντρόφου της και να προφθάσει κατά το δυνατό το τραγικό του τέλος.
Ο Άλκης άφησε τη γυναίκα του στους ρεμβασμούς της και πήγε στην αποθήκη από όπου πήρε την ψαλίδα για να κουρέψει λίγο τα παρτέρια που περιέζωναν το κιόσκι. Ασχολούταν από παλιά με τον κήπο, τον ξεκούραζε αρκετά και όταν ακόμη οι ασχολίες του πίεζαν το χρόνο του. Αργότερα ήρθαν τα περιστέρια και φαίνεται πως αναθάρρησαν σαν είδαν τη δέσποινά τους εκεί. Η Πόλα ανέβηκε και έτριψε ψωμί, κατέβηκε και, με απλωμένα τα χέρια, καλούσε τους φίλους της αλήτες στο συμπόσιο. Ο Άλκης σταμάτησε για λίγο το ψαλίδισμα και απήλαυσε τη σκηνή, απέναντι, απ’ τις φυλλωσιές των δένδρων του κήπου από όπου διέκρινε κανένας τις απογευματινές ακτίνες του ήλιου που χρύσωναν την περιοχή. Κινήσεις πτηνών, θροΐσματα φύλλων, γερμένες όψεις δένδρων που συναντιόνταν απ’ την πνοή του ζέφυρου, συρσίματα ερπετών απ’ το λιβαδάκι που συνόρευε με τον κήπο, τιτιβίσματα και εσπερινή φωτοχυσία που γινόταν όλο και πιο αισθητά με τις μύριες αποχρώσεις των λουλουδιών και των θάμνων, σκορπούσαν την αδιόρατη μαγεία των στιγμών, καθώς το λυγερό κορμί της δέσποινας αναδιπλωνόταν λικνιστό και πλησίαζε το πηγαδάκι.
-Θυμήθηκα Άλκη μου ένα παλιό τραγουδάκι της εσπέρας που μιλούσε για το πηγαδάκι, για τους καημούς του κηπουρού, για το κακάρισμα των πουλερικών τα οποία η γιαγιά της αυλής θα ’κλεινε και πάλι στο κοτέτσι…Κείνα τα μυθικά, τα παιδικά χρόνια που είναι τόσο κοντινά, τόσο παρόντα σαν κάποια άυλη τροφή. Δεν είναι ένας υπέροχος συμβολισμός των καθαρών διαστάσεων της ζωής;
Κάθισε στο κράσπεδο του πηγαδιού και συνέχισε να αντικρίζει το σύζυγό της ανέμελη, αποφορτισμένη απ’ την πρόσφατη συγκίνηση η οποία, φαίνεται, της υποσχέθηκε δώρα. Ο Άκης άφησε της κηπουρικές του μέριμνες και πλησίασε. Περπατούσε ανάρια, λέτε και κάποια μυστική αύρα τον κρατούσε πάνω απ’ τη χλόη, λέτε και οι νόμοι της βαρύτητας κάμφθηκαν απ’ την αέρινη παρουσία του. Οι γραμμές του έσβηναν ζωηρά και μεταβάλλονταν σε περιγράμματα φθίνουσας και διαστελλόμενης παρουσίας που άγγιζε τους αχνούς ήχους των πρώτων σκιών…Απέναντί του η γυναίκα του τον θωρούσε μαγεμένη και άρχισε να τραγουδάει το παλιό τραγουδάκι:

Σιγοπρόβαλε η εσπέρα
Με μαγνάδια της σιγής
Θείε Τόμμυ μην αργείς
Να καθίσεις στο πηγάδι
Λίγο να ξεκουραστείς…

Η γιαγιά σε περιμένει
Στο κοτέτσι της αυλής
Θέλει να της τραγουδήσεις
Τη χαρά της εξοχής
Και των λούλουδων τη χάρη
Των αγρών την ομορφιά
Τη μαγεία της εσπέρας
Της ψυχής σου τη χαρά…
                                             
Απλή, αγύμναστη, σχεδόν παιδική η φωνή που θύμιζε δοκιμές κοριτσιών μαθητικής χορωδίας. Η μουσική της όμως απηχούσε τις πιο γλυκές μελωδίες όσων ύμνων και συλλήψεων δεν είναι δυνατό να εκφρασθούν με απλούστερο τρόπο χωρίς να προδοθούν. Αυτό υποσχόταν η σκιά του Άλκη που πλησίαζε, αυτό υπαινίσσονταν τα απ’ τις όψεις της εσπέρας χρωματισμένα μάτια της κόρης που με αμήχανη παιδικότητα παραδιδόταν σε ένα παλιό σκοπό. Εκείνη η σκηνή της απέριττης νηφαλιότητας και του υπερνοητού θάμβους που ενέσκηψε χωρίς καμιά προσπάθεια, έδωσε τους πολύτιμους καρπούς της, αν μπορεί να κάνει κανένας λόγο για καρπούς. Κάποια στιγμή η άδουσα νεάνις και ο ιπτάμενος ονειροπόλος ακινητοποιήθηκαν, έγιναν ανάλαφρες ζωγραφιές, γιατί το άσμα που ακουγόταν κόμιζε μια άυλη μουσική την οποία κανένας μουσικός δεν είναι σε θέση να  διδάξει. Ο παρατηρητής τους θα νόμιζε πως οι ρόλοι εναλλάσσονταν και πως το τραγουδάκι της κόρης ερχόταν από μακριά, ενώ η έκφραση του άντρα σκιαγραφούσε ταξίδι επιστροφής από μακρινές χώρες με μαγικό μεγαλείο. Τα πράγματα όμως, παρόλες τις υποβλητικές νύξεις της εσπέρας, ήταν πολύ πιο απλά, μαρτυρούσαν κάτι το απέριττα σαφές, ένα διαφανές μυστήριο που αχνιζόταν σε μια γωνιά χωρίς μάγισσες και θαυμάσια, εκεί στον κήπο με τα κρυφά μυστικά.
Κάποιες στιγμές η ανθρώπινη παρουσία φθάνει σε καταστάσεις οι οποίες δε θυμίζουν εκστάσεις και εκστασιασμούς προς αιχμαλωσία του απόλυτου, αλλά απλά, αποδιαστέλλεται, φθάνει στην αιώνια αυγή της χαρμονής της, της κατάνυξης της παρθενικότητάς της, στην αυγή που είναι ταυτόχρονα ακοίμητο μεσημέρι αγάπης και γλυκιά εσπέρα μυστικών ψιθύρων. Σιγονύχτωνε και η μούσα μας είχε ήδη σταματήσει τις μουσικές της επιδόσεις, καθώς άνοιγε την αγκαλιά της να δεχθεί εκεί στα παχιά τοιχώματα του μικρού πηγαδιού το άλλο της εγώ στο οποίο ξανοιγόταν όλο και με πιο περίσκεπτη σοφία.
Τι έγινε όμως που τα ανοιγμένα χέρια περίμεναν αρκετά την ανάρια παρουσία που ’μοιαζε ακινητοποιημένη; Σίγουρα κάποιο όνειρο, κάποια ψευδαίσθηση σιγανέμιζε, σίγουρα ο χρόνος ακινητοποιήθηκε εκείνες τις στιγμές, γιατί δεν εξηγείται αλλιώς η αναμονή, τουλάχιστον για τον αόρατο παρατηρητή. Για τους δύο αγαπημένους όμως δε συνέβαινε κάτι τέτοιο, γιατί οι όψεις τους ανάδιναν ό,τι δεν έχει καμιά σχέση με την προσμονή, με την αναμονή, με την ικανοποίηση ενός πόθου ή μιας επιθυμίας. Αιωνίστηκαν, θα λέγαμε, δεν περίμεναν τίποτε και μόνο ο γλυκός απόηχος του άτεχνου τραγουδιού θα μπορούσε να τρέφει τη διάνοιά τους μέχρι που η μνήμη και η φαντασία αφάνιζαν και το παραμικρό γραφικό σκηνικό…Εκείθεν, η σιωπή.
Αν η Αιμιλία παρακολουθούσε τα ταπεινά δρώμενα, θα ’λεγε πως εκείνη η αιώνια στιγμή επιμαρτυρούσε το είναι της τέχνης η οποία δεν επιθυμεί τίποτε περισσότερο απ’ την μακάρια ακινητοποίηση του απλού συμβαίνοντος υπό τη μεγαλοφυή σύλληψη του καλλιτέχνη. Τα χρώματα όμως και τα χθόνια υλικά αδυνατούν να αποδώσουν το μυστικό συμβαίνον και γι’ αυτό το συμβολίζουν αναιμικά. Η πρωτογενής αφετηρία του είναι ανέγγιχτη, αφού τον απήμονα τόπον κανένας ποιητής ούτε ύμνησε, ούτε θα υμνήσει ποτέ κατ’ αξίαν, κατά τους λόγους του φιλοσόφου.
Γι’ αυτό ίσως η τέχνη ξαφνιάζει, αλλά δεν οδηγεί στην ουσιαστική κατάνυξη του αληθεύοντος…Και η έκσταση της μουσικής δεν είναι παρά πρόλογος σε κάτι το οποίο δεν είναι δυνατό να δοθεί με κανένα χθόνιο υλικό. Αυτά φαίνεται πως ζούσαν οι δύο αγαπημένοι και χρειάστηκαν σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια κοινής βιωτής και συγκλονιστικές δοκιμασίες για να αρχίσουν να υποψιάζονται τι τους κινούσε στην έγχρονη βιωτή τους…  Ευτυχής συγκυρία υπό την επιμαρτυρία των συμβαινόντων ή ανακάλυψη υποκρυπτόμενου νοήματος το οποίο επωαζόταν χρόνια τώρα για να προβάλει ανάριο και μυρωμένο απ’ τα μύρα της αιωνιότητας; Όποια κι αν είναι τα ερωτήματα τα οποία θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν, ένα μόνο απέκλειαν οι δύο τανυόμενες πτέρυγες: Δεν ήταν ψευδαίσθηση, ούτε αυταπάτη, δεν ήταν συναισθηματική έξαρση, ούτε νόθος λογισμός που οδηγεί σε φαντασιώσεις και σε επιστροφικές παλινωδίες.  Είμαι Συ, θα μπορούσε να ειπεί ο ένας στον άλλο με απόλυτη βεβαιότητα η οποία όμως θα καλούταν στο εξής να άρει όλο το βάρος του χρόνου και της έγχρονης, όπως, και κάποτε ενστέναγμης θητείας των δύο.
Καθισμένη αργότερα πάντα στο πηγαδάκι, δεν ανησύχησαν σαν είδαν τη σκιά του παλιάτσου να διασχίζει τις πίσω πορτοκαλιές και να πλησιάζει ανάλαφρη. Του ’καναν τόπο και κείνος κάθισε ανάμεσά τους με τα χέρια απλωμένα στους ώμους τους. Ήταν αλλαγμένος, η αθωότητα και η αφέλειά του πλουμιζόταν πια με την παιδική φρεσκάδα η οποία καθιστούσε την παρουσία του γοητευτική. Ο λευκός του χιτώνας ήταν φρεσκοσιδερωμένος και η Πόλα τον αναγνώρισε, αφού η ίδια τον έπλυνε και τον σιδέρωσε χωρίς να ξέρει ίσως τι κάνει. Φρεσκοπλυμένος, μύριζε το σαπούνι το οποίο χρησιμοποιούσαν κατά τα λουτρά τους στη μπανιέρα, ενώ τα παπούτσια του δεν ήταν παρά τα καλά υποδήματα του Άλκη. Ερχόταν λοιπόν απ’ το σπίτι, ανέβηκε, αλλά, για να μπορέσει να μπει, χρησιμοποίησε την πισώπορτα του περιβολιού και άρα κάποια στιγμή πέρασε από κοντά τους χωρίς να τον καταλάβουν. Βλέποντάς τους, τα μάτια του καθρέφτιζαν, παρά το υπόψως των σκιών του δειλινού, άλλοτε την όψη της ενός και άλλοτε της άλλης. Δεν εντυπωσιάστηκαν απ’ τη διαπίστωση, αλλά ανέτρεξαν με τη μνήμη τους κάπου μακριά, όχι εκεί που συναντήθηκαν για πρώτη φορά, στη μαγική κοιλάδα με τις τουλίπες και τον πλατύ ποταμό, ούτε στους πανεπιστημιακούς χώρους οι οποίοι κραταίωσαν τη γνωριμία τους. Δεν πήγε ούτε στις πρώτες τους ερωτικές συνομιλίες με τη φαιδρότητα των ημερών και την πληρωμένη αναμονή των βλεμμάτων τους.
Πού ταξίδεψαν οι δύο αγαπημένοι καθώς τα χέρια του παλιάτσου τους αγκάλιαζαν και τα μάτια του αντιφέγγιζαν το φως τους; Βγήκαν οπωσδήποτε έξω απ’ τον κόσμο των παραστάσεων και των μνημών, οσοδήποτε πολύτιμων και συγκινητικών, εισήλθαν στο βασίλειο του αμνημόνευτου, του ό,τι δεν είναι δυνατό να γίνεται αντικείμενο μάθησης και μνημόνευσης, γιατί συνέχει κάθε μάθηση και κάθε μνήμη ή ανάμνηση. Οι ίδιοι βέβαια είχαν αποβάλει κάθε ίχνος περιέργειας και δεν δοκίμαζαν καμιά έκπληξη με την πρωτινή και αιώνια διαπίστωση, γιατί μια άμεση πρωτοπληροφορία τους έλεγε με απόλυτη βεβαιότητα πως δε συνέβαινε τίποτε το νέο και πως απλά συνειδητοποιούσαν την αιώνια νεότητα του κόσμου και της ζωής, όπως διαζωγραφιζόταν αμυδρά και συμβολικά στα πρόσωπά τους και, ίσως, στην ακολουθούσα βιωτή τους.
Πέρασαν στιγμές, ώρες, μέρες ή και χρόνοι, ποιος ξέρει; μα κατά το μεσονύχτιο ανέβηκαν και οι τρεις. Η Πόλα μπήκε στην κουζίνα να ετοιμάσει κάτι φαγώσιμο, ο Άλκης κάθισε στον καναπέ, ο παλιάτσος, άλλαξε ρούχα και με το χαμόγελό του τους καληνύχτισε. Εκείνοι του ανταπόδωσαν το χαιρετισμό χωρίς έκπληξη και λίγο αργότερα δείπνησαν αμίλητοι και ακούγοντας κλασική μουσική.
-Θα βγούμε σε τρεις ή τέσσερις μέρες με τα παιδιά του Γιάννη στην εξοχή;
-Σχεδίασε όπως θες την παραμονή τους στις αυλές μας. Το σπίτι μας τους χωράει και θα είναι τιμημένο αν τους φιλοξενήσει.