βιβλία του νίκου μακρή

βιβλία του νίκου μακρή
The School of Athens-Raphael (Apostolic Palace, Vatican City)

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Νίκου Μακρή, Θυσία ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΚΑΙ ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ

                                              



 Η τραγωδία κυκλοφορεί και έντυπα απ' τις εκδόσεις ΔΡΟΜΩΝ, 2011, 132 σελίδες

Διατίθενται επίσης δύο παλαιότερες τραγωδίες (τελευταία αντίτυπα) του συγγραφέα: Ο ΔΙΑΜΕΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΙΠΠΟΤΗ και ΜΕΓΑΣ ΑΥΛΙΣΜΟΣ  απ' τις εκδόσεις ΔΡΟΜΩΝ
(τηλ. 210 2617648).

                                                       

  


 Νίκου  Μακρή        ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΚΑΙ ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ


                                                                                        2011
                                                                              Προοίμιο
                                               

Του ανθρώπου το χρυσό ομοίωμα
να κατάπινε το παγωμένο κύμα της αιωνιότητας…
Trakl


Ολανθισμένες χαίτες κορυφογραμμών
αδημονούν μακάρια προσμένοντας το νέο χιόνι
καθώς αμίλητα ρυάκια στάζουν λευκανθούς
που ολοδροσίζουν κατωφέρειες, τα πεδινά, τις πεδιάδες.
Ήλιος δεν τις πτοεί, αιχμαλωτίζεται στην κάτοψή τους
κι ας είναι ισχυρότερος.
Λευκαίνονται ακόμη και οι υδρατμοί
γλύφοντας την αμόλυντη γλυκύτητά τους
-όλα λευκά στο σιωπηλό το πανηγύρι
το πανηγύρι το ψυχρό που κάνει τη ζωή λευκότητα,
χοάνη χαρμονής κι αναμονής μαζί
και φαεινό καθρέπτη παιδικής ψυχής
των μυθογράφων του καιρού, των αλληγοριστών
κι όσων ψυχών δεν παύουν να ονειρεύονται.
Τις βλέπουμε τις κορυφές από μακριά,
κάποτε, τολμηροί αλπινιστές, τις πλησιάζουμε με δέος,
δείχνοντας σθένος, τόλμη και ανδρεία,
αδελφικά μας συναισθήματα, παντοτινά.
Συχνά λυγίζουμε κι ο πόθος γίνεται ατμός φυγής,
έναγχο βλέμμα πελιδνών κι ωχρών προσώπων,
φαντάσματα που κυνηγούν αμείλικτα
οπλές ψυχής καθημαγμένης.
Φθάνουμε πια στα πεδινά,
στης ακροποταμιάς τους φλοίσβους,
σε κοασμούς βατράχων
σε παραδείσια του αηδονιού καλέσματα,
σε ανέμελες αναμονές της έχιδνας
και στο ζαρκάδι που τινάσσεται καμαρωτό,
στις ζέρβες που ξεφεύγουν εναγώνια
από του λιονταριού τα δόντια.
Απέραντες κοιλάδες, λίμνες, ζούγκλες ζοφώδεις
με τους τριγμούς, τους οδυρμούς,
τις χάρες και τους χλοερότοπους
εκεί που πόνος και σκιρτήματα χαράς αδελφωμένα πάνε.
Ατέρμονοι ωκεανοί συνέχονται με ζούγκλες, πολιτείες και χωριά,
άλλοτε ήσυχοι, νηφάλιοι, κάτοπτρα φαεινά
με μύριες αποχρώσεις
που κρύβουν έσω σπαραγμούς ενάλιων κόσμων
με άσπλαχνα, νηφάλια, σαρδόνια χαμόγελα, ολημερίς, ολονυχτίς:
κι άλλοτε ορθώνοντας ράχες αφροκύμαντες,
ανάλγητες και δολοφονικές
ποντίζοντας ψυχές μ’ αβυσσαλέα αγωνία,
σφαδάζοντα πλεούμενα,
άφραστες πίκρες και καημούς
στα ύστατα βαθιά τους σπλάχνα.
Πόσες φορές οι ωκεανοί, τα πέλαγα,
οι όρμοι και οι ορμίσκοι
δεν πλάνεψαν ευδαίμονες κολυμβητές,
σκιέρ, καπεταναίους και θαλασσοπόρους…
Πόσες φορές δεν αξιώθηκαν να καταπιούν
το πάθος τολμηρών παιδιών του Αιώνα
που ξέφυγαν με πνέουσα οργή, ωκύποδα και ηρωικά;
Παιδιά του Αιώνα, των αιώνων δυνατά,
ψυχές που ακροβολίζονταν
στις ατελεύτητα ορμητικές λευκές του χαίτες,
χαίτες αμείλικτα εξαγριωμένου ωκεανού,
αντάμωσαν άλλες ηπείρους, νέες φυγές,
ανθρώπων παροικίες…
                            
                                      *

Δε σταματάει εδώ το βλέμμα του αναζητητή,
ορθανεμίζεται, πολιορκεί τον αστερόεντα ουρανό,
τις νύξεις των σελαγισμών,
την απεραντοσύνη αινιγματικών σημείων.
Νιώθει πολύ πιο κοντινός,
συμπαντικός και χοϊκός μαζί.
Εκεί αυλίζονται οι θεοί της αμβροσίας και του νέκταρος,
εκεί η αρμονία των ουράνιων σφαιρών,
εκεί κάποτε θα προσορμισθεί
κι ας είναι τα φτερά του Ίκαρου λιωμένα,
-μακάριος πνιγμός.
                                               
*
Στεριά και θάλασσα και ουρανός:
μύριες μορφές με χρώματα, όψεις πολλές
απέραντους εκφραστικούς παλμούς και πάθος
απ’ τις απλές δυνάμεις του μικρόκοσμου
με τις ασυναγώνιστες προοπτικές δημιουργίας
μέχρι τους γαλαξίες που ατενίζουν σιωπηλοί
κρύβοντας μυστικά ανείπωτα.
Άψυχος κόσμος με την πρώτη αφελή ματιά
είναι η πύρωση, τα νεφελώματα, η σχάση,
ορυμαγδός καταστροφής αλλά και δράσης
μηδενισμός ανθρώπινων προοπτικών
που ανατρέπει την ειδωλική ματιά του κόσμου.

                                                *
Δεν είναι αρμονία ο κόσμος μας
η κάτισχνη ματιά των ιδαλγών πλανάται,
τα ουρανομήκη όνειρα των ποιητών γκρεμίζονται
στην έναγχο χοάνη της αβύσσου,
στην άσταθμη στιγμή του άγχους και της εγκατάλειψης,
στους αναστεναγμούς των πρωτινών εκπλήξεων
που χάνουν την εωθινή μαγεία της αγνότητας…
Ω μάκαρες ψυχές των σκιρτημάτων της ηούς
με τις ηλιοστάλακτες δροσοσταλίδες!
Ω μυστικά χαμόγελα αρχέγονης μακαριότητας
που εμπνεύσατε εκστατικά Ρουσσώ και Φενελόν
κι άλλα θεσπέσια παιδιά με μυστική αναμονή !
Ω πεφτανθοί απ’ το μακάριο κήπο των χαρίτων
που θρέψατε Πλάτωνα και Πλωτίνο
και τόσους άλλους που ακολουθούν νηφάλια,
ω ιερή θρησκευτική μυσταγωγία των ψυχών
που αγκαλιάζει άπλετα της γης όλα τα πλάτη,
αποκαλύπτοντας τη θεία συμβολική
τη μυθική ανάχαρση της ιερής πραγματικότητας
με τις εκρήξεις και την ειρηνική κατάπαυση
των μυστικών στη χώρα των Ινδών,
στην ευρωπαία γη αλλά και πανταχού,
που ψιθυρίζεις άρρητα βιώματα, ανεξαγόραστα,
επισκοπώντας τον κλοιό και την πολιορκία των θορύβων,
την ύστατη επίκληση της βρόμιας κοινωνίας,
πού βρίσκεσθε και τι θα ομολογήσετε στην κουρασμένη μου συνείδηση;
στην παγωμένη μου πνοή,
στο ζόφο που αφάνισε τον πρωινό μου όλβο;
Φρίττει η ψυχή, κλείνουν τα βλέφαρα θολά,
νεκρώνονται οι αισθήσεις,
ολοσκοτίζεται ο νους,
ο θάνατος είναι παρών
στο σκέβρωμα σώματος και ψυχής.

*
Ακροβολίζονται πανάρχαιες εμπνοές,
δροσοσταλίδες της ανέσπερης αυγής
μακριά απ’ τη γνώση και το βάρος
του αποτρόπαιου μεσημεριού,
χωρίς τις εκμαυλίζουσες απάτες της εσπέρας
που οδηγούν ευθύβολα στο ζόφο της νυχτιάς.
Ανέσπερες εκλάμψεις, αγενεαλόγητες,
πλούτος παρθενικός ασπαίρουσας ψυχής,
όνειρο πρωτοπαιδικό με χαρμικές εκλάμψεις
πλήρωμα χάρης και ωκεανός φωτός.
Έφυγαν ψευδαισθήσεις της παιδικής αφέλειας
που τρέφει τη φενακισμένη μας συνείδηση;
Ονειροβάτης τραγικός παραδεισένιων μύθων
που ολοστεγάζουν θόλους θρησκειών,
που δίνουν μύστες μ’ αγλαούς καρπούς
που εγκεντρώνουν κάποτε θέσεις φιλοσοφούντων
για να στολίζουν αδιάστατα το κλέος των καλλιτεχνών,
να γίνονται ποιήματα παρθενικής πνοής,
τόπος διάπτυξης μεγάλων μυθημάτων
ατμίδες ωραιότητας που διαλύουν τις αισθήσεις
στον κόσμο της ενόρασης, της των όλων ενότητας…

                                                            *
Είναι η ζωή απάτη των ενιαυτών,
ψευδαίσθηση γεννήτρια των παραλογισμών
που εξαφανίζεται με την επιδρομή της σκέψης
και τις αιχμές του κοσμικού συμβαίνοντος;

                                    *
Ω εξωτερικότητα με τις απέραντες μορφές,
ω εγώ της εσωτερικότητας που πλήττεις,
άγχος βαρύ, αβάσταχτο και άγος της ψυχής μου,
άφραστο εγώ που επικαλείσαι το μηδέν σου,
θα τρέξω εμπρός, θ’ αρπάξω ό,τι βρω μπροστά μου
για να συντρίψω το μηδέν των απαρχών.
Θα γίνω ο δημιουργός, ανθρώπων οδηγός
εχθρός του μηδενός-αιωνιότητας,
ο νέος Κρόνος, ο μεγάλος, ο τρανός.
Με τα δημιουργήματά μου
θα καταξιωθεί η ύπαρξή μου,
τα έργα μου, οι τέχνες μου, οι γνώσεις μου,
δίνουν ζωή στον κόσμο
κάνουν το ζην φίλιο θησαυρό
και τη ζωή αγαπημένη.

Όπλα βαριά που ασφαλίζουν τη ζωή
που ωθούν το έναγχο εγώ
στη λήθη και στη λησμονιά,
στην άρνηση θεών και φαντασμάτων
στην ηδονή της πράξης
και στης αρπάγης τα μυστικά τα ωραία.






















1. Τραγική ευδαιμονία
                           
 ƒEγώ εÞμί πν τò γεγονός καÜ øν
καÜ ¤σόμενον καÜ τòν ¤μόν πέπλον
οéδείς πω θνητός Žπεκάλυψεν.
Πρόκλου, Υπόμνημα εις τον Τίμαιον

Προμηθέας:
Δε δόθηκε απ’ τους θεούς κανένα δώρο:
εγώ κατάγομαι απ’ αυτούς και ξέρω τα τερτίπια τους,
τις ζήλιες, τις απάτες τους, τον αλληλοσπαραγμό τους.
Θεοί ανθρώπων, άνθρωποι των θεών
ανήκουμε σε μια γενιά:
είμαστε χθόνιοι, παιδιά αυτής της γης,
κατασκευάσματά της λογιζόμενα,
με λογισμό και πάθος απροσμέτρητο.
Αν ο Επιμηθέας είναι μυθικός,
άθλια επινόηση φρικτών ηθικολόγων,
λέει και μιαν αλήθεια άγνωστη στους πολλούς.
Σκόρπισε δώρα σ’ όλα τα ερπετά,
τα πρόσφερε στης φύσης τ’ ακροπάτι
στη δίνη και στο σπαραγμό της θύελλας,
στου δάσους το αμείλικτο γιορτάσι.
Βλέπετε τι επικρατεί εκεί:
Η αναρχία των πανίσχυρων θηρίων,
οι ακόρεστες επιδρομές των κύτεων,
του ενάλιου βασίλειου η αδιάπτωτη κυριαρχία
η αποφορά των αδυνάτων -τρόμος τους,
ο δόλος επιβίωσης στην ξέπλεγη του κόσμου μας μανία.
Κανένας δεν αισθάνεται τις έντρομες στιγμές των ζωντανών
τη δίνη και το πάθος των αρπακτικών,
το ανελέητο αλληλοφάγωμα των όντων…
Ο δόλος και η πανουργία είναι άτρωτα,
μοναδική επένδυση στο τρομερό βασίλειο της φύσης
ό, τι συνθέτει την ενόργανη ζωή
με μύριες όψεις και τρανές πεδήσεις:
το ’πε ο Εφέσιος με τρόπο αινιγματικό
ο πόλεμος είναι πατέρας πάντων[1]*,
εκεί αναμώνονται της φύσης οι οπλές
αναχαιτίζοντας τις επιθέσεις του θανάτου.
Είναι ο πόλεμος της φύσης μας φρικτός:
η μεθοδεία, η πανουργία, η απάτη
κρύβουν αδυναμία και τη δύναμη μαζί
σε κάθε έκφραση ζωής που αιωνίζεται φευγάτη.
Δόλος η ευφυία του ανθρώπου,
παιδί του δόλου κάθε επιστήμη…
                                   
*
Είναι τα έργα ανθρώπων εμπαθών                       
που έχουν δύναμη κι αθανασία, λένε
κι ας τρέχουν οι ταλαίπωροι θνητοί
δύναμη ν’ αποκτήσουνε κι ελπίδα.
Γελάμε εμείς με τους θεούς
σαν βλέπουμε τα έργα τους
και τους εγκαταλείπουμε με βδελυγμία.

Ακόλουθος:
Η Ίσις όμως πρόβαλε γυμνή
φορώντας πέπλο διαφάνειας αεράτο
μαγνάδι θεϊκής πνοής σεπτό,
σάρκινη και ουράνια μαζί,
αιθέρια, απερίτμητη, όνειρο αφράτο.
Αυτή η θεία ζωγραφιά,
θήλυ αγνό, γραφίδα άμωμη, ευγενισμένη,
απάλυνε την τόλμη του επαναστάτη
του αφήρεσε το λόγο το σκληρό,
τον έκανε προσεκτικό,
προσκυνητή του κάλλους της, ευγενικό, δροσάτο.
Δεν είχε κάποια μαγική επιβολή
δώρο σοφών θεών, του Σεθ, του Ρα των ιερογραμμάτων
ήταν η κεκρυμμένη αοιδός των μυστικών
που άγγιζε την κοσμική ψυχή απαλά
άυλο αεράκι αιθέριο και λαμπρό
στης άγριας ψυχής το μολεμένο βάλτο.
Είναι η Ίσις με το πέπλο το λαμπρό
χωρίς το λόγο το σοφό και το μεγάλο
αποκαλύπτουσα το ένα απερίγραπτο, το μυστικό
τρισεύγενο της γης και τ’ ουρανού μας άστρο.
Έστρεψε τη ματιά του προς την άσπιλη θωριά,
ημέρεψε η όψη του, γιάναν τα σωθικά του,
μα πριν προλάβει να τη χαιρετήσει αγνά
άκουσε το πρωτάκουστο μαντάτο.

Ίσις
Κανένας δε θα με γνωρίσει για καλά
μόνο ο Όσιρις, ο πρώτος και ο τελευταίος μου αγαπημένος
γιατί εγώ δεν είμαι το εγώ
το ψεύτικο το κόσμημα των πλανεμένων…
Δεν είμαι νύχτα σκοτεινή που κρύβεται
μες της Εκάτης τις αυλές τις μολεμένες
ούτε στους ίσκιους, των απόκρημνων βουνών
τις βλοσυρές κορφές,
τις ρεματιές τις μαγεμένες.
Δεν κρύβομαι: κάθε φανέρωσή μου
κρύπτεσθαι φιλεί[2] *
αυτό θα πω, το μυστικό της ζήσης
μακριά από φαντάσματα και μυθικές υποβολές,
στις αδαπάνητες αυλές μιας άλλης κρίσης,
πάναγνο περιδέραιο πριγκίπων της σιγής,
ευφρόσυνη αποκάλυψη της καθαρμένης θλίψης.
Αναζητώ το διαμελισμένο Όσιρι παντού
σ’ αυτού του κόσμου το απέραντο νεκροταφείο
σκύβω μ’ απέραντη στοργή εδώ και κει,
η εύρεση είναι σημείο μύχιας έλλαμψης
ενός άλλου χωρόχρονου μνημείο.
Ο Όσιρις με γνώρισε μια και μοναδική φορά,
πριν γεννηθούμε, αιωνίως,
κι όλη η συζυγία μας εδώ στα χθαμαλά
ήταν η πτωτική μας γνώση εγκοσμίως,
στου κόσμου μας τη μολεμένη απλοχεριά
στης γης τα ξέκοπα, τα δύστυχα τα μέρη.
…Πέρασαν θλίψεις, πόνοι, αναστεναγμοί
ο διαμελισμός των φωτοβόρων λυσσαλέος
-δεν είσαι μόνος, κι ας νομίζεσαι μοναδικός-
ήταν για μένα ο μόνος δρόμος, ο ιερός
που ανασυγκροτεί το πάσχειν αιωνίως
που αγγίζει τη μεγάλη σιωπή, τη σωτηρία.
Να γιατί δεν αποκάλυψε το πρόσωπό μου κανένας και ποτέ:
είναι το μόνο υφάδι της αμέθεκτης απ’ τους θνητούς αγνείας
το μυστικό υπερώο της ωραίας ψυχής
το ένδον φως μιας κορυφαίας μυσταγωγίας.
Όλοι οι θνητοί μπορούν να μυηθούν
θα βρουν τη χάρη του προσώπου μου βαθιά τους,
έξω απ’ τις συνήθειας και της περιέργειας τον εξολοθρεμό
σε μέρη της ζωής ουτοπικά που είναι και δικά τους.
Δεν είμαι η Ίσις που νομίζουνε πολλοί
της γης της πονεμένης στρατοκόποι,
δεν είμαι η άνασσα κάποιου βασίλειου θεϊκού
που θα λατρεύεται για πάντα απ’ τους χωρίς γνώση ανθρώπους.
Δεν είμ’ εγώ του ήλιου η θυγατέρα η υπέρτερη
ούτε και της ωχρής σελήνης δίδυμη αδελφούλα,
είμαι κάτι απλό και ταπεινό,
της φύσης των ανθρώπων ακριβή κορούλα.
Έχω μαζί μου δύο αδελφές, την Ευρυδίκη και την Περσεφόνη,
η πρώτη θα τυφλώσει τον Ορφέα λυτρωτικά
γιατί το φως των οφθαλμών ήταν δικό της.
Κείνο το φως, λυτρωτικό,
τύφλωσε ένθεα το θείο Ορφέα,
πρόσφερε όμως την ουράνια μουσική
που ανυψώνει διαλογισμούς στη χωρίς δύση μέρα.
Είναι το φως, το ένδοξο, το μαγικό,
χωρίς τα χαρμικά τα χρώματα, τις αποχρώσεις,
τις μύριες όψεις του παντός,
τις υποβλητικές θηλέων όψεις
που οδηγεί ανθρώπων τις ψυχές
στου ψεύτικου του έρωτα τις άσπλαχνες οσμώσεις.

Ακόλουθος
Ο Προμηθέας σιώπησε, βλέμμα πελιδνό,
προσπάθησε να ενωτισθεί της Ίσιδας τους λόγους,
αφέθηκε ολομεμιάς στο μύχιο λογισμό,
ανάγνωσε ψιθυριστά παλιές γλυκές στιγμές
με παιδικά μηνύματα, εξαίσιες εμβιώσεις
θεσπέσια σκιρτήματα μιας άλλης γνώσης…
Ανασηκώθηκε η ματιά, τανήθηκε το βλέμμα
κι ευθύς ο ημίθεος θωρεί εκστατικά
την ένθεη ιέρεια, την παστάδα.
Βρισκόταν κάπως πιο μακριά
στου δάσους το ακροπάτι,
ο Πλούτωνας απόμακρος έδειχνε αναιμικός
ο Κέρβερος ανήμπορος λησμόνησε τις πύλες,
σκιές πίσωθε έγνεφαν, έκλαιαν γοερά.

Ευρυδίκη
Ξέρω πως δε θα κλάψεις τον Ορφέα
συ κρατερέ της Γης Τιτάνα με τη μεγάλη δύναμη
και το συμπαντικό παλμό.
Γνωρίζω επίσης πως δεν είσαι
πρώτος ούτε και ο μοναδικός
-γνωστοί οι σύμμαχοί σου από καιρό.
Είναι, το ξέρεις, σ’ όλους μας κοινό
το περιβόητο ανδραγάθημά σου,
όπως και η συγνώμη των Ολύμπιων
με τον Ερμή πομπό.
Ας μην εκπλήττεσαι που δε σε θεωρώ μοναδικό
παρά τα ηρωικά τα βάσανά σου…
Είσαι το σύμβολο –αυτό ’ναι αληθινό
μύριων της Γης θνητών
που ομνύουν στ’ όνομά σου.
Η αιδώς και η δίκη που ονειρεύτηκες
μαζί με τη φωτιά
θα γίνουν γόρδια δεσμά σου,
δεσμά ανθρώπινης δουλείας κρατερά
με ψεύτικη επίφαση την ευτυχία
με αίφνης και εξαίφνης φρικιαστικές ριπές
και με οδυνηρό θυμίαμα ανθρώπων δυστυχία.
Ίσως τώρα μπορείς να δεις αναιμικά
γιατί τυφλώθηκε ο Ορφέας
κείνος ο θεουργός ο μουσικός
που αγάπησε καθώς λένε σκιές
-το φως μιας άλλης μέρας.
Δεν έχω άλλα λόγια να σου πω,
ό,τι εκστόμισα ήτανε φλυαρία
είμαι η σιγηλή, η άφωνη, η μυθική
χωρίς λαλιά και στέγη και εστία.
Θα βρεις, ελπίζω, άλλες μουσικές φωνές
ψυχανεμίστριες πνοές θείας μαγείας
πιο σιγηλές, πιο υποβλητικές από εμέ
αιώνια αιχμάλωτη της μελωδίας.

Ακόλουθος
Χάθηκε η γλυκιά μας Ευρυδίκη
στο φως εσπέρας, απαλή σκιά
κι ο Προμηθέας ο ταγός, ο ένδοξος, ο θείος
σωριάστηκε στο ανάκλιντρό του σιωπηλά.
Πιο ισχυρός απ’ τον Ορφέα έβλεπε καθαρά,
παρά τους εφιάλτες-τον περίζωναν δεινά:
κείνα τα άγρια πουλιά με τα γαμψά τα ράμφη
που σκύλευαν άπληστα και χωρίς βιάση
τα πονεμένα και γενναία του σωθικά.
Κείνος που τόλμησε, που άρπαξε, που πήρε
που σκόρπισε στους έρημους θνητούς
φως και πολιτισμό
ο αρχιγενάρχης των θεσμών και των ηρώων
βυθίστηκε στου ιλίγγου το γκρεμό,
στην άβυσσο με τον πανίσχυρο κρατήρα
πέρα από κάθε μέγα μέγεθος συμπαντικό,
σ’ ότι μονάχα η ψυχή μπορεί να νιώσει,
στο απερίγραπτο και στο αλλοτινό.
Έζησε χρόνια και καιρούς εκεί αναπαμένος,
άναυδος, άβουλος, δειλός, συνεσταλμένος.
Τα χρόνια, οι καιροί, σοφών και φίλων του επινοήσεις,
έσβησαν την πανίσχυρη στιγμή,
τη θραύση των ειδώλων και της αυταπάτης
στου πνεύματος την ακριβότερη αμυχή
στα όρια μιας άλλης χάσης,
όπως στην ανακάλυψη μιας νέας αυταπάτης.
Η Περσεφόνη όμως φάνηκε ευθύς
και τον συνέφερε με το γλυκό της χάδι
ειρηνική, υπέροχη, γεμάτη χάρη.

Περσεφόνη
Πατέρα της προόδου και του πολιτισμού
-έτσι σ’ αποκαλούν των συνανθρώπων μας τα γένη-
άκουσα από πολλούς πως είσαι δυνατός:
τι έπαθες και κείτεσαι βουβός;
Ίσως νοστάλγησες το θρίαμβο της σιωπής
-της Ευρυδίκης την παρότρυνση ερμηνεύω.
Έμαθα απ’ τον Πλούτωνα όλα τα μυστικά,
του Ήφαιστου την τέχνη, του Αχιλλέα την ασπίδα
δοξάρια, περικεφαλαίες, περικνημίδες και λοιπά,
όλα της τέχνης και της προσφοράς σου παλαμάρια.
Όλους βαρύνουν: θεούς και θνητούς,
σπέρνουν το όλεθρο, τα δάκρυα κάθε μέρα,
στην ολυμπίων το χορό, στης μάχης τα πεδία την εσπέρα.
Όμως τα πιο σκληρά συμβαίνουν στην ειρήνη
στο ψεύτικο ειδώλιο που ονομάζουμε πολιτισμό
στην αναυθεντικότητα του βίου της ημέρας,
στου ψεύδους τον καιρό.
Τα ξέρεις, δεν τα δέχεσαι, καυχάσαι
διακηρύττεις προμηθεϊσμό, αιδώ,
δικαιοσύνη, επιστήμη,
τεχνολογίας ένδοξης τον ερχομό.
Της Δήμητρας κοπέλα εγώ η Περσεφόνη
της κορικής της τάξης τέκνο ιερό,
ακροάζομαι τους ορφικούς, της Ευρυδίκης νύξεις,
των Πυθογορείων το συμβολισμό.
Είμαστε αιρετικοί μπροστά στη δύναμή σου Προμηθέα,
ανύπαρκτοι στην τύρβη και στην πλήξη της ημέρας
στης πόλης και στης πολιτείας τη φθορά
με τις γιρλάντες, τα συνθήματα και τόσα γλαφυρά…
Είν’ το εμπόριο, οι τέχνες, η αγορά και οι πλατείες
τα πλοία, οι πολεμιστές, οι πολεμίστρες
ναοί, τεμένη, σοφιστείες και συνθήματα
της πόλης η αυτάρκεια, η οίηση, οι ακκισμοί.
Για μας τα ιερά είναι μυστικά, υπερκόσμια
και αποκρίνονται στης άσπιλης συνείδησης την εμπνοή,
γι’ αυτό η ωραιότης είναι κάλλος άφατο
και όχι ξέφρενα ανθίζουσα στιγμή.

Ακόλουθος
Ο Προμηθέας ο επαναστάτης άκουγε
θεουργικές φωνές που ψέλλιζαν:
του ήταν δύσκολο να διαλέγεται με ουτοπικούς,
με περιθωριακούς της ιστορίας,
μ’ ανύπαρκτα είδωλα νοσώδους φαντασίας
που εξακόντιζαν ειρήνης λόγια τρυφερά
που αναμόχλευαν νηφάλια της ψυχής την εστία.
Απόηχοι αρχαίων ημερών σείσαν τα σωθικά του,
σιγή για μια στιγμή, σιγή αβύσσου ακολούθησε.
Μπροστά του βρέθηκαν και πάλι
οι τρεις μορφές με τη γυμνή ωραιότητα,
οι κόρες που μας δίδαξαν τον καταποντισμό
του τραγικού στην άσπιλη μακαριότητα.
Ανασηκώθηκε αργά –νωπές ήταν ακόμα οι πληγές του,
μπροστά οι τρεις υπάρξεις -σύμβολα
πίσω του η άδηλη ανησυχία του  δάσους.
Πέρα, βαθιά στον ακρορίζοντα
με την αχλύ εσπερινής φωτοχυσίας
εκεί που ο σάπφειρος ενώνεται με το χρυσίο
στην απλανή μαγεία μύχιας αγρυπνίας
όπου η συνείδηση απεγκλωβίζεται απ’ τις υποβολές του αισθητού,
εκεί αναγνωρίζεται εσαεί η παλιγγενεσία.
Όλα σιωπούν εκεί,
σβήνουν οι σεισμικές ελλάμψεις των αιώνιων ποιητών.
Μια σκάλα, ανέμη, ανεμόσκαλα,
αόρατα θρεμμένη απ’ τα πλουμίδια των πανώριων δένδρων,
χλοερή, ανθοσκεπής, ανάερη
και με κυματισμούς υπό ρυθμούς μιας άρπας
πήρε μαζί της, σιγανέβαζε τις τέσσερις μορφές.
Ευγενικός ο Προμηθέας έγνεψε στις κόρες
κι εκείνες προηγήθηκαν…
Ανέβαιναν πάνω απ’ τις κορφές των δένδρων
ακροάζονταν περίσκεπτα του δάσους τη σιωπή,
θωρούσαν αδιάστατα τα νεύματα της αμφιλύκης
μουντούς χρωματισμούς, σταχτιούς
δροσίζουσες, ολόδροσες ατμίσεις
των αποχρώσεων τις πρώιμες νύξεις,
γλυκόηχες αναλαμπές στα σπλάχνα της ψυχής.
Κυμάτιζε η ανέμη σιωπηλά
λίκνιζε σώματα, αισθήσεις και το νου,
γοργοπετάγματα σκληρών πουλιών χάνονταν μακριά
μαγνητισμένα απ’ το αναδυόμενο σκοτάδι.
Οι αόρατοι αστροδρόμοι της εσπέρας,
πασιφανείς και άδηλοι συνάμα,
ψύχωναν τους βιγλάτορες της νύχτας,
ανέμιζαν τα μυστικά τους ιερογράμματα,
διαφέντευαν τις άγρυπνες τροχιοδρομίες
κεντούσαν μαγικά τις άσπιλες φωνές των άστρων.
Μούσες, θεές και μάγισσες, κόρες αυγής, μαγνάδια της εσπέρας
σιγανεβαίνοντας, σιγανεμίζοντας,
ζωντάνευαν την έκπληξη, το θάμβος των ποιητικών ψυχών.
Εξαίσιοι αναβαθμοί,
βαθιά ενωμένοι με το συμπαντικό κοχύλι της συνείδησης
σμίλευαν αδιόρατα το ατόφιο, το απερίληπτο μυστήριο,
την όλβια ευτυχία ακένωτων στιγμών!
Σταμάτησε ο Προμηθέας την άνοδο για λίγο,
κέρωσε, σύγκρυος ιδρώτας τον περιέλουσε,
το ανέμισμα της ανεμόσκαλας ήταν γι’ αυτόν γκρεμός.
Είδε και κάτι δυσδιάκριτο κι απ’ το οξυμένο βλέμμα.
Δυνάμωσε το πάθος των ματιών,
τα όρια αφής και βλέψης κι όσφρησης
διαστάλθηκαν ειρηνικά.
Οι τρεις ιέρειες που σιγανέβαιναν, χαθήκαν,
όπως εξαφανίστηκαν οι ανταύγειες
του εσπέριου φωτός….


























2. Οδύνη και γλυκασμός
Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα.
                                                Σεφέρης

Θεωρός
Φτωχός εγώ και τελευταίος,
αδύναμο αποπαίδι των ενιαυτών
και της παραφοράς του κοσμικού ερέβους
στρουθίο ενδεές των παροικούντων,
των νοσταλγών, επήλιδων και απελεύθερων
στο διάβα των αιώνων και των εμπνοών,
παλιάτσος γραφικός, ονειροπόλος,
αλάστορας της νέμεσης των κατοικούντων,
των πόλεων και των καλοστεκούμενων αστών…
Αλίπνοα πουλιά με επλησίασαν,
σκιές που έγνεφαν παράδοξα στο σκότος
διαποτίζονταν από αιθέρα
-λάμψεις αδρές, σιγανεμίζουσες.
Ένιωσα μέσα μου θάλασσες αλγεινές
στην πλάγια όψη –κάτοψη του δάσους
που ανέβαινε, ανέβαινε αργά.
Τα γλαφυρά διάσελα της μνήμης
μπουγάζια θαλασσίων εμπνοών,
ορμίσκοι και ακροβαλτιές της πεδιάδας,
σύδενδρα με αλεπουδίτσες και σκιουράκια,
μύριοι χλοερότοποι με ανεμώνες
γλάροι μετά πλάι σε πάλλευκα πανιά
που αργοκινούνταν υποφωτισμένα
ψίθυροι ασμάτων από μαγικές ακτές
σταλμένοι από κόρες του αιώνα
–γλυκοφιλήματα του ανέμου,
μπουγαρινιές με γλυκοθώρητες αγκάλες
χρώματα, ήχοι, ομορφιές,
αντάμωναν τα νεκρωμένα σωθικά μου
έσπευδαν να στεγάσουν μια ψυχή,
ψυχή σπαράσσουσα και δεομένη
συμπαντική αναπνοή που σιγοσβήνει
στο άπειρο στερέωμα των ουρανών.
Φοβήθηκαν απ’ απ’ τους κρωγμούς των αγριμαίων
πτοήθηκαν απ’ τα γρυλίσματα των ερπετών.
Τέναγος αιχμηρό
–τέλμα απέραντο αποκαραδοκίας
κλοιός ασφυκτικός που καταπνίγει,
βρόγχος ψυχής, άγχος συμπαντικό
νέκρωσαν της ζωής μου τις αισθήσεις,
με γκρέμισαν σε άγνωστο βωμό.
Εκεί που θύματα σωριάζονται αναμέρα
στο περιθώριο της ζήσης των βροτών
θέαμα της αγέλαστης εσπέρας
βαρύ απόσταγμα των αναστεναγμών.

*
Είν’ όλα ψέμα; Οι ομορφιές, οι αναμνήσεις
οι μύχιες λάμψεις ανθισμένων κοριτσιών,
οι ερωτικοί σπασμοί της έκστασης,
του πάθους οι μεθυστικοί εναγκαλισμοί
πλέγματα των κορμιών,
ακόμα και η μυστική μας ωραιότης
αιώνιων θήλεων κι εύψυχων ιπποτών;
Είναι η ζωή ξέχειλη ματαιότητα,
άψυχο συνοθύλευμα σωματιδίων
πλέγματα μάταιων σχηματισμών
με κορυφαία την απάτη του ανθρώπου
της ιστορίας και των κίβδηλων πολιτισμών;
Είν’ η ζωή που σιγοπαίζει
αρμονικούς, τους λέμε εμείς, και μύριους σχηματισμούς
μυριόχρωμους, μυριόσχημους, μυριάκουστους,
χωρίς κανένα νόημα, χωρίς σκοπό;
Είναι οι ουρανοί σχηματισμένο ψέμα
που ξετυλίγεται απρόσωπα, ψυχρά
οι ενάλιοι κόσμοι οι κρυμμένοι,
του δάσους τα πετούμενα και τα ερπετά,
οι άνθρωποι, οι πολιτείες, τα χωριά;
Είναι η χάσκουσα άβυσσος απάτη
αλχημιστών, αριθμολόγων και συμβολιστών
που σιγοσβήνει άσπλαχνα και μας σαρκάζει
για να ξαναγεννιέται διαδοχικά
μακριά απ’ τις δικές μας βλέψεις κι αναβλέψεις,
όλβιος και ανόλβιος παιδεμός;
Έρχονται οι φιλόσοφοι και μας μιλούν για την ουσία,
οι ιστορικοί υμνούν τα κλέη των λαών
οι φυσικοί αιχμαλωτίζουν τις δυνάμεις, περιγράφουν
με όπλο τους των μαθηματικών το λογισμό.
Οι καλλιτέχνες, οι ζωγράφοι, οι ποιητές, οι λογογράφοι,
αποκρυπτογραφούν, μας λένε, ένα κάλλος ιερό
σαρκώνουν την αλήθεια τους μακάρια σε φθέγματα,
 σε επιφάνειες, σε μάρμαρα σε εργαστήρια, σε τεμένη,
σε ανθρώπων έμπνοες, παλλόμενες κραυγές.
Οι μύστες της Ανατολής, οι εραστές του Βράχμαν
ιεροποιούν συνείδηση και κοσμικό εγώ,
περίβλεπτη η αλήθεια τους, τρισθαύμαστη, πολυυμνημένη,
αγγίζεται απ’ τις ενοράσεις του Ταό,
μιας πιο απόμακρης σοφίας
που στέγασε και Κομφουκιανισμό.
Ακόμη πιο μακριά, πιο σιγηλά, πιο απομονωμένα,
των πρωτογόνων οι φωνές, κι ας είν’ αναιμικές,
αινίσσονται το φως του αιθέρα
την ατρεμή αρχή σε θείες αυγές.
Οι ευρωπαίοι άρχοντες, έτσι τους θεωρούμε
-άλλη αφέλεια ευρωποκεντρική-
λάτρευσαν αρχαιότητα, Ελλήνων τη σοφία
τίμησαν το Μεσαίωνα, τα γλυκά θηλυκά του,
ιππότες ελεεινής μορφής αλλά και μεγαθύμους,
δέσποινες των πυργόσπιτων,
μάκαρες θεολόγους,
πυργοδεσπότες, λόγιους,
χριστιανούς και αθέους
για να προβάλει εκρηκτικά
η νέα θεωρία
με Μεταρρύθμιση ταγό,
μοντερνισμό και Φώτα
νέα μνηστεία κρατερή-του λόγου τους απάτη
με παρωπίδες ισχυρές που έδιωξε τα σκότη,
τη λήθη του παλαιού Θεού,
η νέα ανθρωπότη
με κέντρο τον ουμανισμό
τη λαϊκή τη γνώση,
που καταβύθισε γοργά στο θάνατο του ανθρώπου.

*
Είναι μηδέν απατηλό
φενάκη των αθώων
πανούργα επινόηση
για να μετεωρίζει
σε παιδικά χαμόγελα
του χάρματος της πλάνης…
Τι κι αν εθεοποίησαν
πάροδες ψευδαισθήσεις,
πλάνης οθνεία βιώματα
που τέρπουν τις αισθήσεις
κηπίσκων παραδείσιων
με αρχέγονο κάλλος
που φθείρεται, συμφύρεται
στο διάβα των αιώνων
απ’ τα τυχαία σχήματα
των κοσμικών μορφών;
Του κόσμου τα αφελή παιδιά
οι κοσμοπαρορίτες
αλήτες είναι, ιδαλγοί
ανύπαρκτων λειμώνων
όσο κι αν το κλέος τους
θηλάζει τις ιδέες
των ιερών τεράτων μας
που λάτρευαν οι αιώνες.
Είναι γλυκές οι ιαχές
ανθρώπων της σοφίας,
καταθέλγουν εξαίσια
ανθρώπους του Αιώνα:

οι ηρακλείτειες κρύψεις του λόγου
η παρμενίδεια ταυτότητα είναι και νου
η ρώμη των αχράντων ιδεών του Πλάτωνα
ο μίτος της Αριάδνης, ο λόγος ο αιώνιος.

*
Μάχη αντιθέσεων και παραδαρμών,
όλβια στάση της μακάριας πληρότητας
και ζοφερή επίσκεψη του μηδενός
που επικαλείται την αιώνια επιστροφή:
άρρητη θεουργία
και ενεργός προμηθεϊσμός
που υπόσχεται τον άλλο δρόμο, τον ανθρώπινο…

*
Τέλμα ακηδίας με αβυσσαλέο βλέμμα μηδενός
δυναμικότερο κι απ’ τους ασκού του Αιόλου,
άπειρα ισχυρότερο κι απ’ τη οργή του Ποσειδώνα,
βίαιο τσουνάμι ψυχής που κατακλύζεις
στεριές και θάλασσα, Γη κι ουρανό:
Τι θες; Υπάρχεις;
Ήχησαν οι Σειρήνες του Οδυσσέα ευθύς,
οι λωτοφάγοι με πλησίασαν γελώντας,
Κλοτίλδη, Βεατρίκη, Βιργινία,
Διοτίμα, Κορδελία, Αντιγόνη, Ελένη[3]*
πέστε μου κάτι για τους θησαυρούς σας…
…Προβάλλουν κι άλλοι μπρος μου με μαγεία
κραδαίνουν δώρα εορτής μεθυστικά
υπόσχονται τη μόνη ισχύουσα αλήθεια,
υπέρλαμπρα, πανώρια μυστικά.
Δόλιες εκείνες οι στιγμές του σπαραγμού
ήταν αιωνιότητα κρυμμένη μες το χρόνο
ή κάτι άλλο που αγωνιώ να κατοπτεύσω.
Πώς χάθηκαν οι πρωτινοί μου φίλοι;
Η Ίσι, η Ευρυδίκη, η Περσεφόνη
και συ αγκυλομήτη Προμηθέα
απολαμβάνετε αιθέριο κόσμο,
καθώς εγώ στα τρίσβαθα των πειρασμών του Άδη,
πλάι στους συντρόφους του Οδυσσέα
μαζί με τον Ελπίνορα, τον Αχιλλέα,
στρατούς αστέγων και κατατρεγμένων
αναζητώ χωρίς επλίδα,
ύπαρξη ολογκρεμής και δόλια.
Είναι το φάντασμα, η τύχη, η αλήθεια
πρωτεϊκής συνείδησης αγλαός καρπός;
Ίσως είναι κάτι υπέρτερο, πιστεύω,
κάθε θνητού οθνείος παιδεμός
που αποβλέπει στην αλήθεια
στο άνοιγμα των έσω οφθαλμών.
Δε θα παραδοθώ στου Άδη τις λαβίδες:
θ' αφουγκρασθώ με πάθος τις ακρώρειες του ζην,
η μυθικότητα της ιστορίας σαγηνεύει,
ο μυθικός ο λόγος της αλήθειας ακοντίζει
πέρα από σχήματα, μορφές, μεταφορές,
εικόνες και παραλλαγές
ανάγει στην ανείπωτη ομορφιά, στο φως του νου.






































3. Πάροικοι
    Αποκάλυψα τον εσωτερικό μου κόσμο όπως συ
                    ο Ίδιος τον είδες και τον γνωρίζεις.
                                                            Rousseau
Θεωρός
Σίγησα για πολύ και αναλογιζόμουν
αν έβλεπα όνειρο,
αν ήμουν των ορίων ακροβάτης.
Ο γλυκασμός των θήλεων κατέπαυσε
η γοητεία του γενάρχη με συγκίνησε.
Σύγκορμος θεωρός επίγειων και επουράνιων
νόμισα πως κατέβηκα στον Άδη,
πως βρέθηκα στον ουρανό,
καθώς Γη κι ουρανός αντάμωναν
το φάος της μαγείας
στην  έξοδο απ’ το χρόνο μας
μέσα στο χρόνο,
στην έξοδο απ’ το αισθητό
μέσα στο αισθητό,
στο είναι των πραγμάτων το ουτοπικό.
Νύχτα βαθιά, φέγγος πολύ
βλέψεις σκιών και αναβλέψεις,
μακάριων μορφών
απτόητα πτολίεθρα της δόξας και του σπαραγμού.
Σιγάνεψαν του κόσμου οι αισθήσεις
η ανεμόσκαλα των μυστηρίων,
ο κάθετος καθελκυστήρας
φαινόταν φάντασμα νυχτερινής μαγείας.
Τράπηκα σε φυγή μέσα στο δάσος
το φαναράκι μου, αναιμικό κι επίμονο
μ’ οδήγησε σ’ ένα κρυμμένο ξέφωτο.
Στο βάθος μακριά το πέτρινο σπιτάκι αγρυπνούσε,
μα πάλι ο φόβος κέρωσε τα σωθικά μου.
Πώς θα διαβώ την είσοδο;
Ληστή θα με περνούσαν –με περίμεναν.
Άνοιξε η πόρτα κι άκουσα: περάστε.
Ο ξένος είναι σεβαστός, είπε ο νοικοκύρης.
Η τράπεζα στρωμένη -με περίμεναν


Πατέρας
Είσαι χλωμός, σε πλάνεψε το τρίστρατο κει πέρα.
Σίγουρα πας στη συνοικία των παροίκων,
είναι κοντά, πολύ κοντά,
θα σ’ οδηγήσουμε εκεί αν το ζητήσεις.
Όμως θα μείνεις να αναπαυθείς τη νύχτα,
είμαστε τόσο φτωχικοί –δες τα κρεβάτια.
Γι’ αυτό και πάροικοι είμαστε.
Στρώματα από άχυρο κι είναι πολύ,
η χύτρα φτωχική, πήλινα τα δοχεία
κάτι ετοιμάζει το απλό –αργήσαμε να φάμε
και κάτι μας ψιθύριζε πως ξένος θα ’ρθει αργά.

Σκέπη
Φτωχούς μας βλέπεις,
ήμασταν κάποτε απ’ τους πλούσιους,
έτσι μας λεν οι πρόγονοί μας.

Γιος
Το ’λεγαν, το ξανάλεγαν με πάθος
πολλές γενιές που φτάνουν στην αρχή.

Κόρη
Ήμασταν κάποτε έτσι,
μα δε μπορώ να φαντασθώ
πλούτο στους πρωτογόνους.
Πριν από τους προπάτορες
ήμασταν πλούσιοι,
μα ποίο πλούτο εννοούμε;
Η ιστορία δεν το λέει,
ούτε οι ένδοξοι ιστορικοί της γνώσης των ανθρώπων.
Κι όμως…


Πατέρας
Ακούστε, αύριο όλοι μας
θα πάμε στους παροίκους:
εκεί θα δείτε οράματα και θάματα ασυνήθιστα.



Σκέπη
Θα δούμε με τα μάτια μας τη χρυσή εποχή,
παρόλο που απευθύνεται στα μάτια της ψυχής.
Αλλιώς προσμένω να τη δω
την εποχή του Κρόνου
κι ίσως ακόμη πιο μακριά
χωρίς παλιγγενέσεις
χωρίς θεών τις άδοξες αμάχες
που αποδεκάτιζαν ευθύς
στα σωθικά του είναι τους
θνητούς αυτού του κόσμου.

Κόρη
Μάνα τι λες; Τη βλέπουμε
την εποχή του Κρόνου,
του Δία, του Ιαπετού, της Ήρας και του Άρη.
Κάτι άλλο προσμένουμε
που υπόσχεται ο πατέρας.

Γιος
Στις μέρες και στις νύχτες,
στα άνθη και στο μαρασμό,
στο ψύχος και στην ευτυχία του ήλιου
στων κόρεων τα όμορφα τα σώματα
όπως και στων Κουασιμόδων την ασχήμια,
-έτσι μας λένε οι άμαθοι
στην αθλητών την άλκιμη τη δύναμη
και στων χωλών τα ντροπαλά παραπατήματα,
στου ίδιου μας του εαυτού τις αμαρτίες
βλέπω αρχαίες μέρες,
ω πανάρχαιες
ό,τι οι ποιητές ονόμασαν χρυσή εποχή.
Δεν έχω τη διάθεση να ’ρθω μαζί πατέρα.
Θα πάω στο δάσος να ξυλέψω
μαζί με τ’ άλλα αδέλφια που κοιμούνται.

Σκέπη
Μη λες παιδί μου λόγια που δεν είναι γνωστικά.
Η επιθυμία του πατέρα είναι ιερή
κι ας η πληρότη ολογεμίζει την ψυχή σου.


Κόρη
Είμαστε όλοι άγευστοι σοφίας.
Αλλήθωροι, νομίζουμε πως βλέπουμε μπροστά,
φτωχοί δραπέτες του φωτός, σκιάς ανεμοζάλες
ουτιδανοί, μικρόψυχοι, αγυρτοσοφιστές,
αδύναμοι στο βάθος μας, δόλιοι, εκκεντρικοί.
Τη χάσαμε την πρωτινή μας λάμψη
στου χρόνου τα περάσματα
σε νέες αποικίες
στεριώνοντας βασίλεια με φευγαλέα ρώμη,
χτίζοντας και συντρίβοντας τα ψεύδη του εγώ μας.
Αγάπησα πολύ βλάμη τις φίλες σου,
τις εστεμμένες κόρες των πολιτισμών.
Σας είδα καθώς μάζευα τους λευκανθούς
στου δάσους την εσπέρα
καθώς σιγοδιαβαίνατε
στου άνεμου τα χάδια.
Ξέρω πού βρίσκονται, το ψέλλισε
ο απείραχτος ανθός της πεταλούδας4*,
το άχραντο το περιδέραιο της περιστέρας4*.
Μου το ’παν κάποια άνθη του κακού[4]*
που ’μοιαζαν μαραμένα σαν θωρούσες
το γλυκασμό των κόρεων.
Σιγανεμίζονταν και ψίθυροι από μακριά
που ’βγαιναν απ’ τη σιωπή των άστρων
απ’ τις αγνές ψυχές παιδιών
απ’ τις δεήσεις τους
που γύρευαν νηφάλια το αστεράκι
που θα τα στέγαζε αιώνια.[5]*
Πτερορρυούντες θησαυροί, αμάλαχτοι, ακέριοι
που δεν αναμετρήθηκαν με τον αχό του πάθους
τι, κι αν αναμετριόντουσαν θα χάνονταν στα σκότη
της νύχτας που μας κυβερνά
το φως του Προμηθέα
μες της Αδράστειας το ζυγό
στα άδηλα και κρύφια δεσμά της ιστορίας,
στο ψέμα των πολιτισμών με τα μεγάλα κλέη
σας είδα: σας είδαν τόσοι δα πολλοί,
τόσοι δραπέτες της σκιάς στα μήκη και στα πλάτη:
δεν ειμ’ εγώ καμιά γνωστή προσωπικότητα
ούτε και το φιλοδοξώ –θα ήταν τρέλα.

Πατέρας
Κορούλα μου γεννήθηκες πριν από μας:
είσαι αδελφή της μάγισσας, του θήλεος
και της αναστημένης,
μα πλάι σας παρίστανται πολλά αρσενικά.
Θα ’θελα να αφουγκρασθώ και κείνων τις πνοές,
κείνων των φοβερών παιδιών που σέβονται οι αιώνες
κι ας θεωρούνται άχρηστα απ’ τους χρονικογράφους
απ’ τους γνωστούς ιστορικούς, τους στοχαστές, τους κάποιους.
Στην παροικία βρίσκονται
δεν κατοικούν στις πόλεις,
ανέστιοι, απάτριδες χωρίς βιός και πλούτη.

Γιος
Ελπίζεις πως εκεί θα βρεις αυτούς που θες πατέρα;
Δε σε κατάλαβα ποτέ ν’ αναζητάς παροίκους
-κι εμείς πάροικοι είμαστε.

Πατέρας
Ακροάζομαι παιδί μου τις ενστάσεις σου
και νιώθω έκπληκτα τα σωθικά μου.
Ίσως να ’ναι φαντάσματα,
επινοήσεις όμορφες της άγρυπνης ψυχής μας.
Θυμήσου, τότε, ναυαγοί,
φεύγαμε απ’ άλλη χώρα
γη των ονείρων, παραδείσιο νησί
πλάι στην Αχερουσιάδα
έτσι μου λέει η μνήμη μου
κι όχι μακριά απ’ του Οδυσσέα τη χώρα.
Έλεγαν τόσα για την Πηνελόπη, για τους Κύκλωπες,
κάποιους παράδεισους τραγούδαγαν οι αοιδοί
κι από ψηλά κινιόντουσαν νανουριστά οι Εσπερίδες.
Ήτανε τότε ο Οδυσσέας ο κλεινός
μες την καρδιά της Πηνελόπης
κι ας βρίσκονταν μακριά μες τα πελάγη
και των θεών την καταδίωξη.
Λέγανε πως ο άρρενας, παρέα με το θήλυ
πλάθουν ενότητα ιερή, αμίαντη απ’ τα χείλη
του σαρκικού του έρωτα που πνίγει τις αισθήσεις
στην τύφλα της απόλαυσης και της σαρκολατρίας.
Είναι η ενότητα ιερή πέρα απ’ το αρσενοθήλυ
που πλάσανε διαλογισμοί έξοχων μυθογράφων,
ρομαντικών, νοσταλγικών, ζητητών της αλήθειας.
Οι ώριες οι βιώσεις μας στον ιερό τον τόπο
στην πρώτη κατοικία μας θα μείνουν στους αιώνες
γι’ αυτό κι είμαστε πάροικοι, νοσταλγικοί ιππότες
μιας χώρας που δε βρίσκεται σε τόπο και σε χρόνο.
Αν σβήσουμε τον άρρενα το θήλυ δεν υπάρχει,
αν όμως αγνοήσουμε το θαύμα της γυναίκας
παύουμε να σκεπτόμαστε, να ζούμε, ν’ αγαπάμε.
Κάτι θα πω στο φίλο μας που βρίσκεται μαζί μας.
Ξένε που χτύπησες την πόρτα μας
ανήκεις στους δικούς μας.
Ήμουν κι εγώ μαζί σου την εσπέρα
η κόρη μου δεν είναι η μόνη που σας είδε…
Σας είδαν κι άλλοι, ναι, πολλοί
σ' όλα της γης τα μέρη.
Ήσουνα λίγο απόμακρος, όπως και τώρα μοιάζεις.
Γνωρίζεις πώς την έλεγαν οι αρχαίοι
την ιερή τη μύηση τη θεογεννημένη
την ακριβή αλήθεια κάποιων μας θεουργών:
η θεοπτία ως καρπός της ιερής πηγής
δεν ειν’ τυχαίο απόκτημα εκείνων
που παριστάνουν τους σοφούς περίτεχνα…
Είναι το φως που ανατέλλει μέσα μας,
αυτό μας φέγγει στις μεγάλες
και στις μικρές στιγμές του βίου.
Σας είδανε οι αναζητητές της ομορφιάς…
Οι οριακές, οι άγραφές μας εμπειρίες
που κάποτε ματώνουν την καρδιά
που αναστρέφουν τη μακάρια γη
στη μέγιστή μας ουτοπία
είναι δικές μας -όλων είναι.   

Σκέπη
Ο φίλος αδελφός μας άκουσε πολλά
γι’ αυτό τον βλέπω κουρασμένο.
Οφείλει να δειπνήσει και να κοιμηθεί μαζί μας
αφού του πλύνουμε τα πόδια, τον μυρώσουμε.

Θεωρός
Είμαι και ’γω απ’ τη γενιά σας,
τώρα το ενωτίζομαι.
Ασπιδοφόρος ήμουνα ιπποτών,
ηρώων και πολλών επιφανών
με φρούδες ψευδαισθήσεις,
φαντάσματα φανταχτερά
πάντα λειψός, αδύναμος κι ακμαίος.
Όνειρο ήταν οι παλιές της ζήσης φάσεις
με αμάχες και με νίκες τρομερές
-ποτέ δεν ήμουνα ο νικητής-
κι ας τόλμαγα με άλλους δυνατούς.
Κάποτε όμως κάποια δειλινά,
μετά το θρίαμβο των ισχυρών
που ακολουθούσα ως ασπιδοφόρος,
συντρίφτηκα απ’ το βλέμμα των θριαμβευτών
που μαρτυρούσε θλίψη, ακηδία, άγχος.
Ο Μάκβεθ το ’πε καθαρά μετά το θρίαμβό του
πως η ζωή δεν είναι παρά μύθος
διηγημένος απ’ τα λόγια και τις πράξεις ηλιθίων…[6]*
Αναχαιτίστηκαν μεμιάς οι τοτινές μου βλέψεις
διαμελίστηκε το σύγκριμα ανείπωτων ονείρων,
ολογκρεμίστηκε ο κόσμος κάθε επιθυμίας,
σωριάστηκα νεκρός στα τάρταρα του Άδη.
Ο κρύος ιδρώτας έγινε ποτάμι που με κάλυψε,
τα σωθικά μου ηφαίστειο πυρπολημένο,
οι ιαχές θριάμβου, ολολυγμοί άγριων σαρκοβόρων ζώων.
Κι όμως, αυτή η πλέρια αποσύνθεση του εγώ
η τραγική δοκιμασία του υπάρχειν,
κράσπεδο του θανάτου,
είναι η μόνη προϋπόθεση ανάβλεψης
γιατί το φως βρίσκεται μέσα μας,
αν οι λαμπτήρες της ψυχής το αναθεαθούν.
Η άπαυστη στιγμή των συνειδήσεων
γίνεται όλη λάμψη, φέγγος χωρίς δύση.
Ακόλουθος εγώ μα πάντα έπομαι
χωρίς φιλοδοξίες πρωτοστάτη
γιατί στην ευωχία του πνεύματος,
πρώτος και τελευταίος είναι ο αληθινός.
Η Ίσις, η Ευρυδίκη, η Περσεφόνη
αντίκρισαν ευθύβολα τον Προμηθέα
και κείνος πήρε φως απ’ τη θωριά τους.
Υπάρχουν Ίσιδες, Περσεφόνες, Ευρυδίκες
υπάρχουν Προμηθείς πολλοί
πέρα απ’ τα σύμβολα και τους συμβολισμούς.
Είναι η φύση μας: μακάρια και τραγική συνάμα.

































4. Ιντερμέδιο 
            Ποτέ ο ουρανός και η γη δεν είδαν …
..παρόμοιο θαύμα.
                                        Goethe
Ακόλουθος
Χάθηκ’ ο φίλος μας ευθύς
γλυκά περιλουσμένος
πέρα απ’ τ' ανάρια και γλυκά
κοιτάγματα των άλλων.
Κράτησε μέσα του απαλά
τους λόγους της σιωπής,
νάματα υπέρτερης πηγής
κι ουράνιας ευτυχίας.
Χαιρέτησε την όμορφη ανέστια εστία,
ανάγνωσε στα πρόσωπά τους και στους λόγους τους
ικμάδες γλυκοθώρητες του εγώ του.
Ανέτειλε ο ανέσπερος ορίζοντας
της απολησμονιάς
ή ψευδαισθήσεις άλλων ημερών
αναζωπύρωσαν πλαστά τα σωθικά του;
Όνειρο ήταν πλανερό η συνάντηση
ή μιας νέας ζήσης πλησμονή
αγήραστης κι αιθέριας;

                                                            *
Θεωρός
Πλανεύτρα θάλασσα ζωής με τη δροσιά σου
και ψεύτικες ανατολές στη χάση του ματιού,
τοπία ολοπόρφυρα ερημικών περιγιαλιών
κι αναπιτήδευτες υποβολές της ακρολαγγαδιάς
που ντύνετε ολοπόρφυρα την πρωτινή συνείδηση
δεν είστε πια η ομορφιά που αναζητώ…
Οι υποβλητικές ματιές του γήινου βασίλειου,
κάθε απόχρωση με μύριες ανακλάσεις των στοιχείων
και σεις συμπαντικά μηνύματα των ουρανών
με σχήματα, μορφές κι αιθέριες όψεις
εύκολα παρασύρετε στην αυταπάτη του αισθητισμού,
μας κάνετε αιχμάλωτους της δόξας των αισθήσεων
του ψεύδους των καιρών αποκαραδοκίας.
Στεγάζετε, είναι βέβαιο, τη σάρκα μας,
μας δίνετε πνοή, αναπνοή, τροφή και βλέψη
ουράνια δώρα τα έλεγαν οι παλαιοί.
Κινείσθε, αυξάνεσθε, μαραίνεσθε, αναγεννάσθε
και μεις μαζί στον ατελεύτητο κι αμίλητο για τους πολλούς
δακτύλιο της επιστροφής,
στο δακτυλίδι της επιστροφής[7]*
που μάγεψε τις κατασθμαίνουσές μας συνειδήσεις.
Τα μάτια μου αγγίζουν τη μαγεία σας,
φιλούν τα χείλη μας με ίμερο τις αγκαλιές σας:
οι αισθήσεις μου,
δανδελωτές στις ράχες των κυμάτων σας,
γλυκά ανεμίσματα με αποδιεσταλμένη χάρη
σμίγουν μ’ ανέκφραστες δονήσεις της καρδιάς μου.
Συμπαντική, απόλυτη η έκσταση,
διάλυση μαζί του εγώ
και αποθαυμασμός,
αγγίζει κάτι που δε λέει η όψη σας…
Είναι η ένωση με το συμπαντικό εγώ
η άπλωση του μακάριου Πλωτίνου,
κι αν είναι έτσι
γιατί η φθορά, η κίνηση
η αλλαγή κι ο μαρασμός της ομορφιάς;
Ω, το κατανοώ βαθιά στα μύχια σωθικά μου,
δεν είναι η ωραιότητα που φαίνεται
με έσχατη φανέρωση τη σαρκική λαγνεία,
την έκσταση του έρωτα σ’ αγκαλιασμένα μέλη
ούτε στους γάμους ουρανού και γης
με άληστες εκφάνσεις των στιγμών.
Αν όλα φθείρονται, αλλάζουν και μαραίνονται
οι έρωτες κάθε στιγμής είναι οθνείοι.
Τι απομένει έρημη ψυχή παλινωδούσα,
έσχατη κόρη των τριγμών του Αιώνα;
Τι μένει απ’ το θαυμασμό, το χάρμα, τη συγκίνηση
που ολογεμίζει πρόσκαιρα τα σωθικά της κοσμικής μας μοίρας;
Ω, κάτι ωραιότερο, το έκπαγλο μυστήριο του  κόσμου-εγώ,
η άχρονη ωραιότητα που λένε κάλλος,
άρρητο για τους ποιητές, φιλόσοφους κι αγνώστους
μαζί και για τους ιδαλγούς στο κοσμικό σεργιάνι,
πλήρωμα αγαθότητας
στην πρώτη γεύση την απόλυτη
που δίνει φως στη γνώση.








































5. Ακρώρειες
            …πιο γρήγορος απ’ τη αστραπή,
            πιο κεραυνοβόλος, αλλά πιο βέβαιος…
                                               Kierkegaard
                                     
Ακόλουθος
Ο Προμηθέας αιθέριος κατέβηκε
ξανά στη γη και στα δεσμά της.
Τα θήλεα της συντροφιάς τον άφησαν
και στράφηκαν σε άλλα μέρη.
Άχνιζαν οι ασπρόγκριζοι ουρανοί
έπλεκαν στέφανο μελαγχολικό
στις κορυφογραμμές που αντάμωναν
σα να ’θελαν να αιχμαλωτίζουν τον ταγό,
τον αρχηγέτη των ανθρώπων του Αιώνα.
Τον είδα μελαγχολικό και σκεπτικό μαζί
αυτόν τον ένδοξο Τιτάνα.
Ποιος είδε πρόσωπο πικρό σ’ ήρωα όψη;
Ποιος θα μπορούσε να σκεφθεί
την πλήξη του επαναστάτη;
Τι σάρκωνε αυτός ο ουράνιος και χοϊκός μαζί;
Κάτι άρπαξα απ’ τα μυστικά που ανέμιζαν μαζί του,
καθώς εκείνος έγνεφε στ’ ακροστεφάνια
καθώς ατένιζε την άχνη των μουντών κορφών
καθώς δρασκέλιζε ποτάμια, πεδιάδες και λοφίσκους…
Χορός κινούμενος σημείων ήταν το ανέμισμά του,
αναμονή απώτερων βημάτων χωρίς όρια,
ρωγμή μιας βεβαιότητας που επέμενε:
μα πιο πολύ μια τραγική πληροφορία,
έσχατη αναμέτρηση, οριακή και ατρεμής υπόσχεση.
Ο Προμηθέας κατέβαινε κι απ’ το χιτώνα που ανέμιζε,
απ' τις πτυχές που θορυβούσαν άτακτα στο ράπισμα του ανέμου
σιγόκλεβα με τη ματιά κοφτά
πληγές αγιάτρευτες,
μαστίγια των θεών και των στοιχείων
που θέριευαν τη λάμψη του και την ορμή του
στα απροσμέτρητα τα όρια πόνου και δύναμης,
του άγχους και της βεβαιότητας
ό,τι οξύρρυγχες κι ωκύποδες ματιές
δύσκολα συλλαμβάνουν.
Πού πήγαινε ο γιος του Ιαπετού
και της Ωκεανίδας το παιδί;
Βαθιά, πολύ βαθιά, μακριά στο βάθος
φάνταζαν οι ωκεανοί
κι είχε στα μάτια του ζωγραφιστή την τρικυμία τους,
τ’ άπληστα επίφορά τους βλέμματα
που θραύονταν σ’ άσπλαχνους βράχους
ερημικών και κυανών ακτών.
Θριάμβευαν, χανόντουσαν
στο διάβα των αιώνων
διαλύονταν και γίνονταν
στη βιάση και στο πάθος,
ακόνιζαν και λείαιναν
οξύνοντας τιτανικά τους λογισμούς,
την ευτοκία των Ωκεανίδων.
Πιο πέρα στα βαθιά ο Τάνταλος
ζούσε το Γολγοθά του,
ο κλέφτης της αμβροσίας και του νέκταρος
σιγαναστέναζε και σκέπτονταν τη Δήμητρα
που κλαίοντας την Περσεφόνη της
ξεσκέπαζε τη δολιότητά του,
τις σάρκες του παιδιού του Πέλοπα.
Ο Προμηθέας όμως ήταν ο υπέρτερος,
η πράξη του απολύτρωσε ανθρώπους και θεούς,
δεν ήταν Τάνταλος που στέναζε
σ’ αυτής της γης τους χθαμαλούς τους τόπους.
Το νευρικό του ανέμισμα με ζάλισε,
κατέβασα τα μάτια ολοφυρμένα
κι ένιωσα δίπλα μου την παρουσία του.
Ήταν τα μάτια του θολά,
η μνήμη του Ταντάλου τον αφήνιασε
και μου ’γνεψε να τον ακολουθήσω.
Σιγάνεψε το τάχος των ποδιών,
χορεύανε οι κορυφογραμμές
η κάθοδος ήταν γλυκιά
τα μύρα των αγρίανθων
οι υλακές εύχρωμων και σπινθόβολων
ζώων αρπακτικών εκλυστικές,
η μουδιασμένη γοητεία των χρωμάτων,
ανάκατη με πάχνη κι έρπουσα ομίχλη
που αποτρύγαγε τη λάμψη της
αναζωντάνευε τη γοητεία πρωτινών στιγμών
ανασκιρτούσε λάμψεις πρωτοπαιδικών εκλάμψεων
ντυμένες μ’ αδιόρατη χλαμύδα μαρτυρίου.

Προμηθέας
Γιατί το ρίγος σε κατέχει όλο;
Ξέρεις πως η Κλωθώ, η Λάχεση, η Άτροπος,
άγρια αποκυήματα του πλέγματος των εποχών
και της φρικτής δουλείας των ανθρώπων,
δεν υπάρχουν,
τις άρπαξε η χαίνουσα άβυσσος της λήθης.
Α, σε καταλαβαίνω φίλε θεωρέ
αρχαία σκουριά είναι ακόμη μέσα σου,
μόνο με τις πληγές θα τηνε γιάνεις:
είναι η θυσία της άρνησης
το ναι στην περιπέτεια του πάθους
η άρνηση στα δικαιώματα κάποιων ψευτοθεών
που ταλανίζουν δόλια τους ανθρώπους.
Είναι λαμπρή η αποστολή μου
η όρθωση του νου και των αισθήσεων
η λάμψη της φωτιάς, οι τέχνες,
τα επιτηδεύματα, η επινόηση…
Τι θα γινόμασταν χωρίς αυτά;
Γι’ αυτό ακριβώς, αν θες να μάθεις την αλήθεια,
δεν είμαι ’γώ γιος του Τιτάνα
και της Ωκεανίδας ακριβός βλαστός,
όπως οι μύθοι το δηλώνουν με αυτάρκεια.
Αυτάρκεια, βεβαιότητα, ευδαιμονία
ήταν στολίδια πλανερά θεών και ηρώων
με φθονερά φαντάσματα φτιαγμένα για βροτούς
που αιωνίζουν την εξάρτηση και τη δουλεία.
Για μένα άγρυπνε θεωρέ των μυστηρίων
η ένδεια, η αδυναμία, η απειλή, ο θάνατος,
είναι αλήθειες της ανθρώπινής μας φύσης,
ό,τι αργότερα οι μυστικοί
αλλά και οι κόρες που μας έγνεψαν προχθές
αποκαλούν αρχέγονη πληρότητα,
μακαριότητα, άσπιλου νεύματος το φως,
είναι φαντασιώσεις,
φαντασιώσεις σεβαστές που ’θρεψαν
τους αιώνες των ευνουχισμένων,
όσο κι αν άνθη πλανερά βλάσταιναν ’δω και ’κει…
Χωρίς φωτιά, χωρίς τέχνες, επινοήσεις, τεχνική και γνώσεις,
χωρίς το φως της επιστήμης
και της οργάνωσης το μυστικό,
χωρίς πολιτική, θεσμούς και νόμους
χάθηκε ο πολιτισμός, οι πόλεις:
δε θα ’χαμε το θαύμα το μοναδικό,
τον Άνθρωπο της Ιστορίας.
Κατανοείς ποιος είν’ ο Προμηθέας
το μέγα θαύμα φύσης και δημιουργίας:
το αίμα και η δόξα του αρμόζουν
κι είναι απλό να μάθεις την αλήθεια
που γνέφει τραγικά και ηρωικά μαζί.
                                               
*
Άγχος βαθύ με περισφίγγει μόνο,
δεν ειν’ το άγχος του Αδάμ το πρωτινό.
Ακούστηκε βαθιά ο λόγος του Θεού τους
¨σεσθε Éς θεοί[8]*
κι αυτό ’ναι ύβρη
που οδηγεί στο θάνατο,
αφού η ζωή η αιώνια είναι το θεϊκό.
Το άγχος το δικό μου είναι ανθρώπινο,
να οι πληγές μου –στίγματα δόξας,
άγχος της ένδειας, το πόνου, της οδύνης.
Ξέρεις, τα έργα των ανθρώπων
είναι βαθιά προμηθεϊκά,
μηνύουν πάθος, πόνο και αμάχη:
έτσι έρχεται η δόξα και η πληρότη.

Θεωρός
Μίλησες για πληρότητα
χωρίς να αναλογισθείς
τον πόνο των ανθρώπων –γόνων σου.
Στρέψε το βλέμμα σου στις παρυφές της γης,
δες τις αμάχες, τον κατατρεγμό, τον πόνο
τις αδικίες, τους φτωχούς, τους πεινασμένους.
Όλοι δραπέτες των ονείρων σου
θυσιάζουν και θυσιάζονται στον πόνο.
Θα σου ανακοινώσω κάποιες άλλες φωνές πάθους
που υμνούν τον άνθρωπο δημιουργό κι όχι τον Προμηθέα.
Διαβαίνουν τους αιώνες σιωπηλές
κι ηχούν στα μύχια βάθη της ψυχής
χωρίς βιτρίνες στο φανταχτερό παζάρι ιδεών
που ενθουσιάζουν τους ανθρώπους –ερπετά του αιώνα.
Δεν είναι ψίθυροι του αισθητισμού
ούτε φωνές σταλμένες από κάποιο υπερπέραν,
δεν είναι θεογέννητες, ούτε ανθρωπογέννητες:
είναι οι νότες κάποιας θεωρίας
όχι παλιών αλχημιστών, αριθμολόγων, μάγων
που πλάνευαν, που υπέβαλλαν
κι έπειθαν κάποτε πολλούς.
Πραγματικά θεουργικές φωνές
είναι οι οριακές βιώσεις των ψυχών
που δοκιμάστηκαν, που ιχνεύουν
εμπειρικές αλήθειες κι εμπειρίες.
Παιδί του ανθρώπου είναι ο Θεός[9]*
γιατί γεννιέται αιώνια σ’ ανθρώπων τις καρδιές.
Η αλουργίδα η μυστική που δρασκελίζει
κάθε μαγεία του φωτός, κάθε όψη
και που μαραίνεται στον κόσμο μας
φτάνει στην έκσταση, όχι στον εκστασιασμό,
στη θεία παιδικότητα,
στην ψυχή της ψυχής μας
σε κάποιο θείο ανασασμό
στη μαγεία του κόσμου
στη μόνη θεουργό οδό.
Η θεία περιχώρηση του Άτμαν και του Βράχμαν
η άφωνη συγκίνηση του μυστικού Ταό,
οι άγνωστες μα θελκτικές κραυγές των πρωτογόνων
που υμνούν τη θεία πληρότητα με αφέλεια –μεγαλείο
δεν αναλώνονται ποτέ απ’ το σθένος του φωτός σου.
Δεν ειν’ φωνές κάποιων σεπτών
πριγκίπων της αμάθειας
που κάνουν την παραίσθηση και την πλάνη αλήθεια
ούτε τα μυθικά- μυθομανή άκοσμα παραμύθια
με εκκωφαντικά παράδοξα
και το όμορφο τέλος.
Είναι η άτρεμη καρδιά της Žληθείης[10]*
που επιποθούμε όλοι μας
που αναζητάμε πάντα.   
                                                *

Η πάχνη της πρωίας,
δροσοσταλίδες ακριβής αυγής
περίλαμπρο στολίδι των ανθέων,
και της θαυμάζουσας ψυχής
άφθαρτο σύμβολο,
αντάμωσε τις πρωινές ηλιαχτίδες
-κόρες του ήλιου της Ανατολής.
Χάρμα ματιών πρωτόγνωρο
ανέσπερε δακτύλιε
που περιλούζεις κυκλικά την πλάση
αντιφεγγίζεις δυνατά άλλη ομορφιά και χάρη…
Τα χρώματα της μέρας
που έρχονταν γοργά,
οι χαίνουσες ευγενικά
πρωινές σταγόνες της αυγής
καλούσαν το σαρδίο, το χρυσόλιθο
τον ίασπη και τον αμέθυστο
στην άβυσσο της θείας έλλαμψης
κι ακόμη πιο μακριά,
στις θείες φοράδες του παρμενίδειου άρματος.

                                                            *
Ήμουν μικρός,
πολύ μικρός
να νιώσω
το άπεφθο στερέωμα
ποιητικών στιγμών,
να εξεγερθώ ειρηνικά
κατά του εαυτού μου,
να μπω στο είναι των πραγμάτων
μαζί με τα πετούμενα
τα ερπετά, τα ζωντανά,
τη μαγική χλωρίδα,
την κόρη μύριων όψεων
και ιερών υποβολών.
Ράγισε απ’ το  θαυμασμό
η δόλια μου η ψυχή
αθώες όψεις στο στερέωμα
τι είστε
αν όχι η συμβολική
και μυστική ταυτόχρονα
φανέρωση του αρρήτου;
Λιποθυμώντας ζω
αυτό που οι μύθοι μας
διά τÇν σπαραγμÇν δηλοèσι,[11]*
ό,τι αποκαλύπτει
τον πρωτινό μας εαυτό,
παρθενικό και αδαπάνητο.
Το θάμβος και ο σπαραγμός της έκστασης
αρπάζουν τη φωνή μου.
























6. Χαρμονή και πάθος
            Το αντικείμενο της έκστασης είναι
             η απουσία απάντησης απ’ έξω.
                                                Bataille
Ακόλουθος
Κατέβηκαν οι δυο τους χαμηλότερα
στα πεδινά, στ’ απλόχωρα τα μέρη,
σε ποθεινή και σε γαλάζια στέγη
της ευρωπαίας γης και των παιδιών της.
Οι όγκοι των καθεδρικών ναών
με τις τοξοειδείς απειρικές τους κόψεις,
τα ύψη τους που σέμνυναν τη μέριμνα
και την ενδόμυχη λαχτάρα της ψυχής
μετέφεραν την απειρία των ουρανών μπροστά μας,
ενώ τ’ αγάλματα των ταπεινών και των οσίων
πάνω απ’ τις πύλες των εισόδων τις μεγάλες
-πόλοι αιχμαλωσίας του απείρου στο πεπερασμένο
υποβολή του απόλυτου στο σχετικό,
απόδιωχναν ευγενικά τη βαρβαρότητα
κοσμώντας το ανθρώπινο με κάτι ιερό.
Κάποια μορφή από τα μάρμαρα τα σμιλεμένα
πετάχτηκε μπροστά μας στοργικά.
Ποιος ήταν: Ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης
ή ο Μαρτίνος των Αγρών;
Ήτανε ο Βοναβεντούρα
ο γλυκύς δόκτορας των Σεραφείμ,
ήτανε ο Βερνάρδος ή ο Ιωάννης του Σταυρού;
Δεν τον γνωρίζαμε κι αυτός μας πήρε,
πνεύμα ανεμόφερτο, γλυκό και σιωπηλό.
Μπήκαμε στο ναό με μέγα δισταγμό
θωρώντας πλήθος που ’βγαινε
απ’ την ακολουθία ιλαρό
κατανυσσόμενο το ύψος και το δέος
των παιδικών φωνών της χορωδίας.
Το αρμόνιο τιθάσσευε απειρικά
τη γοτθική μεγαλοπρέπεια
σμίγοντας λάμψη και ρυθμό,
σιωπή-κραυγή άρρητης μελωδίας
με της ψυχής τον ατρεμή ανασασμό.
Δεξιά, αριστερά, μπροστά μας
στα ύψη των κυρτών γραμμών
βιτρώ πολύχρωμα, εκφραστικά
έντεχνα αρμοσμένα με τη νηφάλια
συμπάθεια των λάμψεων
σαγήνευαν και τον ανίερο λογισμό.
Καθίσαμε στην άκρη του εξομολογητήριου
στην κρύπτη ενός μικρού παρεκκλησιού
κοντά στο άγαλμα της θείας Γενεβιέβης.

Όσιος
Έρχεσθε από μακριά
μα οι αποστάσεις είναι σχετικές,
έρχεσθε απ’ τη σιωπή
-τη μυστική κραυγή αιώνων
γι’ αυτό οι λόγοι σας ήταν τρανοί.
Πώς γνωριζόμαστε θα πείτε;
Ποια σχέση έχει ο Προμηθέας
μ' έναν καθεδρικό ναό,
μ’ ένα ασίγαστο μα ταπεινό στρουθίο
πανάγνωστο στο κόσμου τον εσμό;
Ένας μεγάλος ακροβάτης των ορίων
που κούρσεψε το βάθος το ιερό,
που μεταμόχλευσε τη σιωπή σε γνώση
κραδαίνοντας τον ιερό του τον πυρσό;
Σε ξέρω αγαπημένε φίλε και γενάρχη,
όλοι μας φέρουμε κάτι προμηθεϊκό,
άτακτοι οι παλμοί της κοσμικής ψυχής.
Υπάρχει όμως κάτι πιο βαθύ,
σου ξέφυγε ηρωικέ ταγέ της γνώσης.
Το ’χασες γιατί στόχευσες έξω,
δε στράφηκες στην άβυσσο του εγώ
κείνου του εγώ του απερίτμητου,
του άσπιλου που τίκτει κάθε νοητό.
Κάλλος το είπαν οι μεγαλοδάσκαλοι,
μήτρα αιώνια κάθε λογισμού,
αρχή της ομορφιάς, ιερό δοξάρι
κάτι που τραυματίζει με την άπειρη αγάπη
ό,τι αποκαλούμε, ναι, Θεό.
Το συναντάς σε βλέμματα παρθένων
στο κούρειο χαμόγελο των απαρχών
σε πονεμένες όψεις που σηκώνουν
του κόσμου το βαθύ αναστεναγμό.
Κι όμως δε θα το βρεις ποτέ καλέ
ποτέ σ’ ανθρώπων όψη
σε χρώματα, σε ήχους
και σε αρμονικές γραμμές.
Ό,τι όμορφο στον κόσμο μας
είναι συμβολικό.

Προμηθέας
Κάτι μου λένε οι αρχέγονες πληγές μου
προκλήθηκαν απ’ τη βία των θεών,
τις θεωρώ πολύτιμα μαργαριτάρια
όχι για με: για τους βροτούς όλων των εποχών.
Θεοί τις έδωσαν, είναι κακοί και αλαζόνες
τους έσβησα απ’ τη μνήμη του εγώ,
είναι η άθλια όψη του ανθρώπου
σε κάθε χώρα και πολιτισμό.
Μόνοι τους οι ανθρώποι προοδεύσαν
γκρεμίζοντας ναούς, βωμούς,
δεήσεις  και ικεσίες βλοσυρές.
Η γνώση σώζει μόνη και φωτίζει
την ύπαρξη ανθρώπων και θεών.
Όσιε σοφέ μόλις που διακρίνω
μια άλλη όψη του ιερού
κάτι ανάλαφρο, αγνό διάφανο, ωραίο,
έξω απ’ γη, πέρα και από τον ουρανό.
Οι δόκτορές σας το αναζήτησαν με πάθος
στη σιγαλιά και στις υπόσχεσες του νου,
το ’ραναν μ’ άνθη εμπειρίας
με μουσική, με αισθητική, με λογισμό.
Κι όμως το στήριξαν στον ιερό το μύθο
σ' απρόσιτο και τιμωρό Θεό
που σας κραδαίνει βλοσυρά την τιμωρία,
τυφλή υποταγή, αφανισμό.
Γλυκός ο ήχος των κυμβάλων
πανώριες οι φωνές των ψαλμωδών,
άφραστη η αρμονία των οργάνων,
πολύφωνες και συναρπάσσουσες
οι νουθεσίες των ταγών.
Δεν οδηγούν στη χώρα που ονειρεύομαι,
στη μυστική φωτοχυσία των πληγών,
θέλουν Θεό μαστιγωτή κι άνθρωπο δούλο…
Αυτόν ξαπόστειλα στον Άδη τον πραγματικό,
στον Άδη της ψευδαίσθησης, της αυταπάτης
που γίνεται πηγή αρχέγονου φωτός
από ψυχές όντως εκλαμπρυσμένες
όσων ανασυντάσσονται και βλέπουν
το βάθος το ανθρώπινο, το μυστικό.
Όσο κι αν γοητεύει αυτή η απάτη,
είναι ψευδαίσθηση ευγενής:
Την κράζει η νεώτερη επιστήμη
-παιδί μιας νέας εποχής.
Τέρμα οι αφηγήσεις, μας το λένε,
με νέα ανάσα και παλμό,
απομωράνθηκαν παμπάλαιες δοξασίες
μπροστά στης γνώσης τον καθάριο ουρανό.
Κι όμως αδημονώ να φθάσω παραπέρα,
στο νέο άνθρωπο, το μόνο αληθινό.

Θεωρός
Αναγνωρίζεις ευθαρσώς μεγάλε Προμηθέα
κενά και δυσκολίες στο θρίαμβό σου.
Το βλέμμα σου δεν είναι πληρωμένο,
 η άδολη απληστία σου υποβάλλει
σε μύρια ερωτηματικά το πνεύμα σου.
Οι μύθοι οι μεγάλοι που απορρίπτεις
η ιερή συμβολική όλων των μυστηρίων
είναι κάποιες φορές ειδωλικοί
φτωχά, ρακένδυτα κοστούμια
ανθρώπων που πονούν κι αναζητούν.
Θα ’τανε όμως πιο μεγάλη πλάνη
η εξαπλούστευση κάποιων ερευνητών
που κατακαπηλεύονται την επιστήμη
ορθώνοντας νέα είδωλα ψευτοϊδεών.
Δεν είπαν νέα πράγματα, το ξέρεις,
παλιές σκουριές αναμορφώσαν
προσθέτοντας κάποια φτωχά ψιμύθια
που τα θεώρησαν μαργαριτάρια εκλεκτά.
Ο όσιος κάτι θέλει να προσθέσει.
 

Όσιος
Δεν κτίζεται η ζωή με αψιμαχίες,
η αλήθεια δεν οικοδομείται με τις πλάνες.
Ω Προμηθέα ταγέ
βαρέθηκες, σε βλέπω.
Έδωσες, λένε, στους ανθρώπους τον πυρσό,
το φως της γνώσης, τον πολιτισμό.
Η αιδώς και η δίκη όμως είναι άλλα δώρα.
Υπάρχει κάτι πιο βαθύ,
ό,τι αγγίζει όλους μας
τους γνωστικούς και τους αγράμματους.
Η ιερή συμβολική το δίδαξε εν μέρει,
οι εστεμμένες κόρες που ακροασθήκατε,
η Ίσις, η Ευρυδίκη, η Περσεφόνη
κι άλλες πολλές μαζί
δε στέκουν μόνες τους
κι ας κούρσεψαν ειρηνικά τον Άδη.
Είναι αμέτρητες, του ανθρώπου η ψυχή
εισβάλλει στα θεία της τα βάθη,
στην ίδια της την άσπιλη ακμή.
Δε συλλαμβάνει κάτι το φανταστικό
μόν’ συναντάει το απόλυτο εγώ της,
στο πλέριο μη-εγώ κατά τους ανατολικούς,
ένα εγώ χωρίς εγώ με άσπιλη ρανίδα,
απόλυτο, παρθενικό και θείο,
μήτρα της γνώσης και της επιθυμίας
-κάλλος μοναδικό.
Η γνώση Προμηθέα είναι γνώση
όταν φλογίζεται απ’ τη θυσία
και όχι απ’ τη βίαιη αρπαγή.
Κάτι θα σ’ έμαθαν, πιστεύω, οι πληγές σου,
ναι τις γνωρίζεις πιο καλά από μένα,
οι γνώσεις οι πολλές που μας πολιορκούν,
πτολίεθρο χαμένης δόξας,
σπινθοβολούν σιγά-σιγά
κι ας λένε πως ανακουφίζουν.
Μας οδηγούν σοφέ στην άγνοια της Γνώσης,
μας κατακαίουν με τη θερμική ενέργειά τους…
Δες τη ζωή, το φως, τη γνώση
στο ατρεμές θεμέλιο των πραγμάτων,
στην αθωότητα των παιδικών στιγμών,
στην καθαρότητα του βλέμματος
-καθρέπτη της ψυχής-
στο μύχιο των ανθρώπων λογισμό…








































7. Συγκλονισμός
            Ό,τι ούτε το παρόν, ούτε οι αγέννητοι ενιαυτοί
δε μπόρεσαν να με κάνουν να δω,
αποκατάστησε η ουράνια ομορφιά.
                                       Wordsworth

Ακόλουθος
Τα πλήθη σιγοδιάβαιναν κάτω απ’ τους θόλους του καθεδρικού
κάποιοι προσεύχονταν –σκιές απαρατήρητες,
ο όσιος ξεχάστηκε απ’ τα χαμόγελα
μικρών παιδιών που τον πλησίαζαν.
Ανασηκώθηκε ο Προμηθέας μελαγχολικά,
βγήκε ακολουθώντας τους πολλούς.
Με ύφος έντονα εκζητητικό
με αφωνία που διέχεε το άγχος
χάθηκε κάπου, μα ξανά
μπροστά στο γηραιό πανεπιστήμιο
δρασκέλιζε, βημάτιζε η αρχοντιά του.
Νέοι ακόλουθοι της γνώσης και των επιστημών
μορφές με τη ζωντάνια της νεότητας,
εύθυμα πρόσωπα με τη σφραγίδα της υπόσχεσης,
αγλαά πιο πέρα σπουδαστήρια
και τίτλοι πανεπιστημιακών
έδιναν άλλη όψη στις αναμονές.
Πλούσιες βιβλιοθήκες με παλαιά και νέα συγγράμματα
Ακριβά αποστάγματα σοφίας,
θόλοι κι’ αυλές με κλασική διακόσμηση και λάμψη,
απόκρυβαν τον επισκέπτη
τον άγνωστο μες τους αγνώστους…
Ένας σοφός καθηγητής –έτσι
φαινόταν απ’ την επιτήδευση,
την πλούσια κόμη και την τήβεννο
ανέβαινε τη σκάλα του υπερώου
και κει, στην άγνωστη μικροβεράντα
περίμενε το μακρινό επισκέπτη.
Ο Προμηθέας ακολούθησε
-ήταν παλιός του γνώριμος.


Εγελιανός
Τούτη μας η συνάντηση δεν είναι σαν τις άλλες:
το βλέμμα σου ω Προμηθέα μηνύει τραγικά
τις θύελλες και τις καταστροφές της γνώσης.
Δε σ’ έπεισαν οι όσιοι και τα κοράσια,
όλοι εκφράζουν παραισθήσεις μυθικές
όμορφα τυλιγμένες με σοφίας λόγο,
όσο κι αν συμβολίζουν κάποιες μυστικοπάθειες…
Ούτε η οικογένεια των πάροικων
που  είναι αμέτρητοι σ’ όλα της γης τα πλάτη.
Ξέρεις, ο λόγος σου είναι δόλιος,
μα με το δόλο ωριμάζουν
θεοί και άνθρωποι αντάμα.
Υπάρχει κάτι πέρα από το λόγο,
κάτι που κατευθύνει τη φωτιά σου.
Είναι η Αιδώς και η Δίκη που εκφράζονται ως Πνεύμα,
ως Πνεύμα που ορίζει κάθε ετερότητα
που αντικαθιστά ναούς, θεούς, θυσίες και λοιπά.
Μ’ αυτό το πνεύμα ανατέλλει η γνώση,
η γνώση που ’ναι απόλυτη, μεγάλη και οικουμενική.
Εκεί θα στεγασθεί η ανθρωπότητα που δημιούργησες
κι αυτό απαιτεί οδύνες, πόνο και εγρήγορση.
Κοίταξε πιο βαθιά την πόλη, τα οικήματα,
ατένισε τα εργοστάσια, τα εργαστήρια έρευνας
μουσεία, ωδεία, αρχιτεκτονήματα,
τους επιστήμονες που εργάζονται με πάθος
κι ακόμη πιο πολύ τη θεία σκέπη τους,
το δίκαιο, το κράτος, τους θεσμούς.
Δεν πρέπει ν’ αμφιβάλλεις συ Μεγάλε,
ο προμηθεϊσμός είναι τροφή των πάντων,
πανάκεια που διαλύει τη σκουριά
και τις αναιμικές ασθένειες του νου.
Αν μπεις σε κάθε επιστήμη και ρωτήσεις
σένα θα δείξουν οι πραγματικοί ερευνητές.
Θα διακρίνεις πως το πνεύμα
είναι απόλυτο και οικουμενικό,
αυτό μηνύει η παγκοσμιότητα της γλώσσας
ο κόσμος της μαγείας των μαθηματικών,
οι υπολογιστές και οι επιτυχίες
βιολόγων, αστροφυσικών και των γενετιστών.
Έτσι η φύση αποκαλύπτει μυστικά,
το πνεύμα αποτρυγάει το θησαυρό.
Τα παλαιά τα σύμβολα αλχημιστών και θεοσόφων,
οι ενοράσεις τους, συμβολικές, τρανές,
δεν είναι παρά σχήματα που υποκρούουν
το μέγα το μυστήριο και το πνευματικό.
Είναι ο δρόμος ο αληθινός, μην αμφιβάλλεις,
εμείς, η ένδοξη σχολή μας
ορθοτομήσαμε το λόγο της αλήθειας,
ολοκληρώσαμε ό,τι έμεινε λειψό,
θολό απ’ τις απάτες των αιώνων,
κάθε απολίθωμα αναιμικό.
Βρήκαμε όμως και στο παρελθόν
στοιχεία ακμής και σφρίγους,
δεν απορρίψαμε, δεν αποκλείσαμε,
ευρύναμε, ανακαινίσαμε τις εμπνοές πολιτισμών
της ζηλευτής ωραίας ψυχής τα μυστικά
τη δύναμη των μεσαιωνικών συμβόλων,
της αρχαιότητας τις ακραιφνείς συλλήψεις.
Ενώσαμε πνεύμα και σάρκα,
ύλη και σκέψη,
λόγο και καρδιά
στο φως του κάλλους,
στο λαμπιρίζον πνεύμα.
Είναι η γνώση η απόλυτη, η αποκαθαίρουσα.

Προμηθέας
Δεν αμφιβάλλω για τις κατακτήσεις σου,
είσαι ο αυχμός της πάλης των ανθρώπων
και των θεών ο σπαραγμός.
Έθραυσα μια κι ολομεμιάς
Το μέγα το μεσότοιχο που χώριζε μακάβρια
ανθρώπους και θεούς.
Κατάργησα οριστικά τη θεϊκή καταγωγή
που με κοσμούσε ως τρομερό
κι έδωσα στους ανθρώπους
ό,τι επιθυμούσαν, ό,τι τους είναι ακριβό,
την ανθρωπότητά τους,
-τη θεωρούσαν για αιώνες σκοτεινή.
Για δες τεκμήρια ακριβά,
τις χαίνουσες πληγές μου,
τον πόνο μου το διαχρονικό…
Δεν ειν’ τα αίματα
μάταιο μαστίγιο των θεών,
είναι κάτι βαθύ που παραλύει το λογισμό.

Εγελιανός
Κι όμως σε βλέπω πονεμένο,
στους λόγους σου υποκρύβεται μελαγχολία.
Δεν ειν’ ο θρίαμβός σου τελικός.

Προμηθέας
Βλέπεις καλά, πονάω διαχρονικά,
είμαι ανθρώπινος,
αυτή ’ναι η φύση των ανθρώπων,
το λάβαρό τους το ιερό
που ακυρώνει θεοκρατίες και δουλείες,
που αποτολμάει ό,τι είναι ιερό.
Αν συ φιλόσοφε πιστεύεις
πως ο άνθρωπος-Προμηθέας
είναι ο θεουργός-πνευματικός,
χωρίς ψεγάδια, πόνο κι αγωνία,
μπορείς να δεις στο τρόπαιο της  ιστορίας
αίμα και πάθος, αναστεναγμό,
γι’ αυτό η αυγή ανατέλλει απ’ το σκότος
η γνώση από της αμάθειας τα δεσμά,
απ’ τον αιμάτινο ιδρώτα
με ακμαίο λογισμό.
Κι όμως, πληγές συνέχουν τους ανθρώπους
κι ας θριαμβεύει η γνώση, ο πολιτισμός.
Ο όσιος πιο κάτω μου αποκάλυψε ένα μεγάλο μυστικό,
τη μεταμφίεση της πλάνης και της άγνοιας
σε πλήρωμα πνευματικό,
σε ακύμαντη αθωότητα φως-πρωινό.
Η Ίσις, η Ευρυδίκη, η Περσεφόνη,
σύμβολα ωραία και γι’ αυτό ακραία
κομίζουν πρωτινές πληροφορίες
απόκρυφες ανταύγειες εωθινής αυγής
και μένουν μακριά απ’ τον πυρσό μου
χωρίς να παύουν να είναι τηλαυγείς.
Θα υπήρχαν άραγε χωρίς εμένα,
χωρίς την πόλη, νόμους και πολιτισμό;
Ω, δεν το ξέρω, μα οι πληγές μου,
είναι η ιστορία μου η τραγική,
η τραγωδία των ανθρώπων,
κι όπου οι παιάνες ανακρούουν
ακριβοθώρητους ήχους θριάμβου
υπάρχει πάντα κάτι τραγικό.

Εγελιανός
Μα δεν πανηγυρίζουμε σαν τα παιδάκια στη γιορτή
κράζοντας άναρθρα συνθήματα αθώων ημερών:
αναγνωρίζουμε τους σπαραγμούς του πνεύματος
γιατί οι οδύνες τίκτουν τη ζωή.
Να η θυσία δίδυμε αδελφέ
ιδού το ατίμητο μυστήριο.

Θεωρός
Σιώπησαν και οι δυο τους.
Ο πόλη, η πολιτεία η μεγάλη
δεν τους παρέσυρε στο αναυθεντικό,
σε μάταιους λογισμούς και αναζητήσεις.
Βλέμματα αιχμηρά, αποφασισμένα,
οπλές που ’θραυαν με ακένωτη ορμή
όλα τα ψευδοκάτοπτρα επίγειων
και ουράνιων ψευδαισθήσεων,
βλέμματα αβυσσαλέα που αναμάχονταν
με το απόλυτο μηδέν του νου,
με την ακένωτη πηγή της σκέψης,
φανέρωναν χωρίς να το επιθυμούν
τη φρικαλέα τη στιγμή του υπάρχειν,
το άλγος της ψυχής μας
πριν τη φρικτή την έλευση
στην έγχρονη δουλεία μας.
Είναι ο αρραβώνας της απείρανθης αγνείας:
Γκρεμίζεται στου κόσμου τα τενάγη
και αιχμαλωτίζεται φρικτά,
ισοπεδώνει στη δουλεία των θεσμών
στο δίκαιο του εγελιανού το ιερό.
Βλέμματα αετίσια –έτσι φαίνεσθε,
χέρια που αγγίζετε
κι αισθήσεις που ακροάσθε επιθετικά
και με ακύμαντη ορμή τη φαινομενικότητα,
είστε πεπερασμένα, παγιδεύεσθε
απ’ τη καθυποβάλλουσα γοητεία του αισθητού…
Μέσα σας όμως, στα ενδότερά σας,
στην αδιάσκεπτη διάσταση του είναι σας
χαίνει το μέγα το κενό
που αποσαρθρώνει  και λυτρώνει ακαριαία
τον ανερμάτιστό σας λογισμό.
Δε σας περιφρονώ,
είστε λαμπτήρες της αειθαλούς αυγής
τι κι αν η απάτη και η κοσμική μαγεία
σαν έκαναν το μόνο φως;
Βλέμματα δυνατά μες την αδυναμία σας
η ιστορία των ανθρώπων –γόνων σας
σας παραμένει πάντοτε κρυφή,
ακούστε μια φωνή που συγκλονίζει
κι ας είναι τραγικά παρθενική.




























8. Σκοτοδίνη και φως
            Σεβαστείτε τον υπέρτατο Καταραμένο με τις αιμάσσουσες
            νύχτες…Σ’ αυτές τις απύθμενες νύχτες στις οποίες κοιμάσαι
            και εξορίζεσαι…
                                                                        Rimbaud
Ακόλουθος
Ο θεωρός τους πήρε αντάμα:
κατέβηκαν κάποια κρυφά σκαλιά
πλάι τους, πάνω τους ο θόρυβος
των περιπατητών συνεχιζόταν.
Θόλωναν οι διάδρομοι απ’ έξω
πλήθος αστών μετακινούταν βιαστικό,
κλάξον, φωνές πραματευτών,
προθήκες γυαλικών, ασημικών, χρυσαφικών,
κρέπες που άχνιζαν σε χείλη γευστικά
ζευγάρια νέων αγκαλιά 
-παρέλαση ηλιόλουστης ημέρας.
Σιγοσταθήκαν κατεβαίνοντας
ο Προμηθέας και ο Εγελιανός
σ’ ένα μεγάλο, ευπρεπές και
άνετο παράθυρο αυτοκρατορικής νοοτροπίας
κι ατένισαν στέγες σπιτιών παλαιάς κοπής
με τα ρομαντικά και κλασικά μηνύματα.
Στο βάθος πολυκατοικίες και ουρανοξύστες.
Αντίκρισαν και το καθεδρικό κωδωνοστάσιο
βαρύ, κομψό, τεχνουργημένο
απ’ τα απειρικά πετάγματα της γοτθικής ψυχής.
Σκίρτησε μέσα τους τραχύς ο αναστεναγμός
τρανή φανέρωση του άγχους, της ανησυχίας
ο πελαργός ψηλά που ατένιζε αμέριμνος
κορύφωσε τη θύελλα της ψυχής τους.

*
Στιγμή αιωνιότητας που ολογεμίζεις
τις βασιλείες των θνητών ανθρώπων
και αυτοκρατορίες κρατερών σοφών,
στιγμή, τομή του άγχρονου στο ψεύδος του καιρού
εξαίφνης θύελλα ειρηνική που ανατρέπεις
το κάλπικο εγώ ανθρώπων και πολιτισμών…
Στιγμή στιγμών που αναιρείς το ψεύδος,
μετράς του Προμηθέα τον παλμό και τον αναχαιτίζεις,
ευγενικό ξεγύμνωμα ψευδόσοφης αλαζονείας
γίνε το μέτρο το οικουμενικό
γιατί ανήκεις στους θνητούς
ως περιδέραιο αθανασίας ιδαλγών.

*
Το βλέμμα των σοφών μας θόλωσε
μόλις που μπόρεσαν να ορθοποδήσουν.
Συνέχισαν την κάθοδο αμήχανα
σκότος σκιών της μέρας άπλωνε
γλυκά μαγνάδια που τους τύλιγαν.
Έσπρωξα τη σκληρή τη σιδερένια πόρτα
αιφνιδιάζοντας τον πυλωρό και τους συντρόφους του.
Βαθιά σιγή απλώθηκε και μόνο
αμήχανα τα βήματα συνέχιζαν
ψάχνοντας σαν τυφλά ποδήματα για χώρο.
Αναδυόταν απ’ το βάθος ο πυρσός
μιας άλλης δόξας, άλλης αλκής μαρτύριο,
μόλις που καταδίωκε τα σκότη
κι αμέσως άσπρη οθόνη ξεδιπλώθηκε
και μια φωνή μόλις που ακουόταν.
Ήταν φωνή ιλαρή και βέβαιη
άγνωστη στους αιώνιους στρατοκόπους
του σκότους και των ψευδαισθήσεων της παίδευσης,
φωνή γλυκιά χωρίς ηχολαλιά και τρόπους.
Η Βεατίμα[12]* ήρθε πλάι μας,
ειρηνική σκιά των Πλάτωνα και Δάνδη,
θωρούσε τις ανήσυχες τις όψεις μας
χωρίς να εκπλήττεται, γεμάτη χάρη.

Θεωρός
Βρέθηκα πλάι τους, κρυφό περίπνευμά τους
και κείνη νήφουσα στο φως μιας άλλης ζήσης
απ’ της Εκάτης τα στενά τα δύσβατα
έμοιαζε άυλη και φωτίζουσα οπτασία
στης τραγικής της γης μας την απίστευτη σκοτία.
Ήταν γλυκιά μα δεν αντίκρισα την όψη της,
έμοιαζε τόσο με την Περσεφόνη,
ο πέπλος της,  διαφανής λευκότητα,
μου θύμιζε την Ίσιδα και η φωνή της
τόσο ευφρόσυνη και εύδια
ανάσταινε μιαν άλλη Ευρυδίκη.
Μου θύμιζε και άλλα θηλυκά αρχέγονα
όπως την αδιάψευστη Αντιγόνη,
την ευγενή εκείνη αρχόντισσα
που συγκινεί κάθε καρδιάς στημόνι.
Ήταν ακόμη εκεί η Διοτίμα του Σωκράτη μας
η Βεατρίκη η οδηγός του Δάντη,
η Ανδρομάχη η υπέρλαμπρη βασίλισσα,
η εγκαρτέρηση, η ανεμώνη,
η δυνατή, η αδύνατη, η μόνη.
Δεν ήταν μόνο αυτές –αιώνια θήλεα
βρίσκονταν δίπλα μας αμέτρητες υπάρξεις
η anima του παντός μας η θηλύμορφη
που εμψυχώνει ποικιλόμορφα και άπαυστα
κάθε ψυχής τις ιερές εξάρσεις.
Αν οι ηρωικές γενιές έδωσαν άρρενες,
αν κουρσευτές, γενάρχες και γενναίοι
έστησαν άστεα, σταθήκαν ρωμαλέοι,
αν του αιώνα τα παιδιά εθήτευσαν
ηρωικά στην αγυρτεία,
αν ποιητές και μυθογράφοι αξιοθαύμαστοι
έγιναν δύναμη πνοής και ιστορία,
υπάρχουν πάντα αδιάψευστα τεκμήρια
που τρέπουν τον ερευνητή σ’ άλλα σημεία.
Στο θήλυ το υπέρλαμπρο, το αιώνιο
στην υπερσαρκική του γοητεία,
στο φως της δόξας του άρρενα
στην υπερκόσμια ευαισθησία.
Αγγίζω την πνοή του Προμηθέα μας,
αναγνωρίζω του Έγελου τη γοητεία
εκστασιάζομαι απ’ το πλατωνικό το μάθημα,
από το πνεύμα, απ’ την  ιστορία
όχι των μυθολόγων μας των ένδοξων,
ούτε απ’ του Διαφωτισμού την υστερία.
Οι μύθοι του επιστημονισμού κατέρρευσαν
κατέπεσε τον αποδομιστών η σοφιστεία,
υπάρχουν τόσα μέτωπα απέναντι
τόσες πλεκτάνες με ηχηρά σημεία,
ακροζυγίζομαι με πάθος και περίσκεψη
σε ακρώρειες με ιλιγγιώδη αφασία.
Αναζητώ τα όρια της ύπαρξης,
το άνοιγμα των νέων οριζόντων
κι όμως, μωρός και ασυγχώρητος,
πέφτω στα χαμηλά και χαλαρώνω
με ασπιρίνες και παυσίπονα περίτεχνα
ανθρώπινης σπουδής και μεθοδείας
που διαλύονται ως κύμβαλα αλαλάζοντα
σε τραγικές δονήσεις ακηδίας.

Ακόλουθος                                                      *
Άναυδοι μες τη δίνη οι πορθητές
έχασαν τον πυρσό και τις περγαμηνές.
Η Βεατίμα, αόρατη και διακριτική,
τους σιγαντίκριζε απαλή και μητρική.
Έκανε βήματα ανάλαφρα
και πήρε θέση πλάι στην οθόνη.

Βεατίμα
Σε γνωρίζω Προμηθέα αρκετά καλά
είσαι μεταγενέστερός μου και το ξέρεις.
Πρώτη εγώ εκθρόνισα τον έρωτα απ’ το πάνθεο,
τον έκανα ανθρώπινο, ερωτικό, φιλόσοφο.
Ξέρεις καλά πως με το πάθος μας
αγγίζουμε τα μυστικά, τη γνώση,
αλλ’ αγνοείς καλέ πως δεν αρπάζουμε
παρά ό,τι υπάρχει ως δόση θεία.
Είναι η μόνη αρπαγή που μας παραχωρήθηκε
ειρηνική αρπαγή, ανάφλεξη, θείας μανίας δώρο.

Αυτό μας κάνει επιθυμητές
επιθυμούμενους επιθυμητές.
Μίσησες τους θεούς και ανήρεσες την κυριότητά τους,
ακύρωσες τη σκοτοδίνη των ειδώλων τους,
μα ξέχασες τα έσχατα δεινά τους.
Αν ήταν οι θεοί σοφιστικοί, τυραννικοί και αλάστορες,
αν κράταγαν το φως και τη φωτιά για την ευδαιμονία τους,
μάταιο, επικίνδυνο και αλαζονικό αυτό που πήρες.
Δεν ήταν η φωτιά, ο πυρσός αυτό που έκλεψες,
για να οικοδομήσεις τον πολιτισμό
τη νέα λατρεία επικίνδυνων ειδώλων
που διαστρέφουν κάθε ανθρώπου λογισμό.
Ξεκίνησες το εγχείρημα με δόλο, το γνωρίζεις
όπως γνωρίζεις πιο καλά πως κάθε δόλος, πανουργία και απάτη
στρέφουν ευθύβολα τους δόλιους και τους επίγονους
σε ανήλεες και καταστροφικές επινοήσεις,
σε νέα απέραντα μαρτύρια και πάθη, στον εξανδραποδισμό.
Βλέπε λοιπόν.

Ακόλουθος
Η οθόνη μας φωτίστηκε υπόκωφα,
μόνο σκιές τριγύριζαν πάνω και κάτω
σκιές που ’δειχναν σκίτσα αναιμικά, κακότεχνα,
απότοκα φαντάσματα, σκιάχτρα θανάτου.

Βεατίμα
Κοίτα λοιπόν χρυσέ ιππότη του φωτός:
μαχαίρια, τόξα αιχμηρά, ασπίδες και σκληρόβεργες,
δες τα πώς εκτοξεύονται και πώς εξαφανίζουν…
Θαύμασε έφιππους κατακτητές
που βιάζονται να εξοντώσουν πληθυσμούς,
που σπέρνουν τη θανή.
Μάστιγες είναι των θεών
κι ας έχουν τους θεούς τους,
προστάτες της κατάκτησης, της δυστυχίας, του μίσους…
Αν θες να πας στα πέρατα και στ’ ακρινά της γης μας
θα δεις και κει τον άθλο σου να θριαμβεύει
αφού κι άλλοι λαοί
με της φωτιάς την έμπνευση στήνουν αμάχες, πάλη…
Κύλησαν χρόνια και καιροί
στης γης αυτό το σπήλαιο
οίκο εξολοθρεμού, ολολυγμών κατοικητήριο.
Άγριες μάχες, παιδεμός, οργάνωση και μάθος
έκτισαν τον πολιτισμό, τη βάρβαρη ανθρωπότη…
Βασίλεια μεγαλούργησαν πάνω στην αδικία
οργάνωσαν τη μόρφωση, τις τέχνες, την παιδεία
ικάνωσαν τον άνθρωπο να δει λίγο πιο πέρα,
μα της Αδράστειας ο ζυγός έμεινε ακλινής.
Κοίταξε πιο προσεκτικά δήθεν επιτυχίες
των χρόνων που σεμνύνονται για τις καινοτομίες…
Είναι ο ανθρωπισμός, ο λόγος και η νιότη
όσων ανθρώπων νόμισαν πως έφτασαν στη λύση
του δράματος που τυραννεί λαούς και δυναστείες
το φαύλο κύκλο το δεινό που θέλει το δυνάστη
δούλο του ανίσχυρου κι αυτόν
καθώς η διαπάλη τους στηρίζεται στο πάθος.

Θα δεις ακόμη πιο πολλά,
αν έμφρονα θεωρήσεις
της γνώσης της αληθινής το θείο μονοπάτι,
το άθραυστο, το ακέραιο, το θείο, το αιώνιο.
Πριν αντικρίσεις τη φωτιά και τις δεινές της λάμψεις,
πριν εννοήσεις όργανα, τέχνες και παλαμάρια
που πλέκουν στους αιώνες μας της τεχνικής το θαύμα
πριν θεωρήσεις έξοχα τη γνώση και τους δρόμους
το λόγο εκείνο που γεννά τις τραγικές ανέσεις
τη χλιδή και την άνεση με τρανά περιδέραια
πρέπει να πας πιο μακριά, στο βάθος του ανθρώπου.

Κοίταξε τώρα πιο καλά την ομορφιά του κόσμου
κι αντίκρισε φιλάνθρωπα την τραγική της μοίρα.
Υπάρχει Προμηθέα μου κάτι που μένει αιώνια;
Των κοριτσιών τα σώματα που εξάπτουν τις αισθήσεις,
των άρρενων η ομορφιά που καταγοητεύει,
της φύσης τα πετούμενα, οι ανθοί και τα λουλούδια,
της άνοιξης τα χρώματα, οι ανθοί και η νεότης,
τα όμορφα εργαλεία σου και οι λαβύρινθοί τους
που ’δωσαν ηλεκτρονική, λογισμικά και κλέος,
αυτή η επανάσταση κι άλλες πολλές μαζί
δεν άλλαξαν τη φύση μας, τα πάθη, τα δεινά μας.
Βελτίωσαν τις όψεις της, ψέλλισαν ευτυχία
γιγάντωσαν τις απειλές και την αβεβαιότη
και απειλούνε τραγικά τη μοίρα του ανθρώπου.
Η γνώση όμως η αγνή και τα θεμέλιά της
βρίσκονται όλα πιο μακριά, πέρα απ’ τις αποστάσεις
πέρα απ’ το χρόνο των βροτών που δώρισε ο Κρόνος
και οι δραπέτες οι θεοί, τα παιδιά των ανθρώπων.
Κοίταξε μέσα σου βαθιά, στον πλέριο λογισμό σου
ατένισε τις απαρχές, θεμέλια του είναι,
την άσπιλη, αμόλυντη, απόλυτη αλήθεια
που ’ναι πηγή του λογισμού, της σκέψης και του μάθους.
Αντάμωσε περίτρανα το θεϊκό παιγνίδι
τη φύση την αιώνια όλων ναι των πραγμάτων
τον έξοχο τον κόσμο μας και τον αληθινό…

Προμηθέας
Άκουσα φίλη σου συχνά αυτές τις ουτοπίες,
τις ψέλλισαν ομόφωνα και άλλα θηλυκά
πολλές γλυκές υπάρξεις της τις ύμνησαν γλυκά.

Δεν προσκυνώ φαντασιώσεις
ούτε τις άσαρκες βλακείες
απόκοσμων συμβολιστών.
Μητέρα μας η γη και οι αισθήσεις της
ό,τι οδήγησε στον άνθρωπο και στον πυρσό του.
Τα μίση και τα πάθη των ανθρώπων
κινούν από την άγνοια
κι από τις παραζάλες των θεών.
Θα καθαρθεί όμως κάποτε η γνώση
η νέα ανθρωπότητα ανατέλλει
φως και πυρσός του Προμηθέα.
Δεν είναι εύκολο, το ξέρεις,
να οι πληγές μου,
θυσία πραγματική, μόχθος και πάθος
παιδί τους ο πολιτισμός.

Βεατίμα
Τολμάς να λες για ουτοπίες
συ ο κατεξοχήν ουτοπικός;
Πού βρίσκεται η αλήθεια το γνωρίζεις
και ας κομπάζεις άμετρα
όπως τόσοι και τόσοι φλύαροι σωτήρες
σωφρονιστές των δόλιων βροτών.
Ξέρω πως ο πολιτισμός είναι αναγκαιότης
σκληρή δουλεία μίμησης των φυσικών στοιχείων
έξυπνη επινόηση με επιστήμης τέχνη
δόλια καταδυνάστευση κι ας μοιάζει ελευθερία.
Ξέρουμε όλοι πού οδηγεί,
η τυραννία μάς το κράζει δυνατά,
ο παραλογισμός του πάθους, ο κατατρεγμός.
Κοίτα τον κόσμο: τις σκιές
που βλέπεις στην οθόνη:
Βοή, πάθος, κάποιες αναλαμπές και πάλι σκότος.
Άκουσε και τους βρυχηθμούς:
δεν είναι ζούγκλας απειλές
μα ανθρώπινες κατάρες
και ο ορυμαγδός που ακολουθεί
είναι του πόνου ωδίνες.
Το ξέρεις πια. Η οθόνη και ο κόσμος της
δεν είναι  τίποτ’ άλλο απ’ τη γη μας.
Όσο κι αν οι ηλιαχτίδες τέρπουν τις αισθήσεις,
όσο κι αν η εικόνα μάς εκτρέπει,
είναι φαντάσματα, σκιές, κακογραφίες.
Πού θα τον βρεις τον όμορφο τον κόσμο μας
αυτό το αιώνιο  πρόβλημά μας;
Ο κόσμος ο πραγματικός είναι ουτοπικός,
δεν έχει τόπο στης ιστορίας τα περάσματα,
στης Άτροπου την αδήριτη επιτήρηση.
Είναι ο κόσμος ο πραγματικός
που υπαινίσσονται τα σύμβολά του
όπου του κόσμου οι ιαχές και οι δυνάμεις.
Υπέροχη, θαυμάσια, εξαίσια
η ατρεμής αλήθεια των πραγμάτων
δίνει την όντως επιστήμη, γνώση, ομορφιά.

Προμηθέας
Τόση, περίτρανη θυσία για τις σκιές που βλέπουμε;
Άδειο πουκάμισο[13]* λοιπόν ο πόνος μου και οι πληγές μου;
Θα βγω στα ξάγναντα να αναπνεύσω.
Γιατί με φέρατε ’δω κάτω, εμένα τον πανίσχυρο;
Εμένα που εκπροσωπώ το γένος των ανθρώπων;
Ποιος μ’ αιχμαλώτισε σ’ αυτό το σκοτεινό κελί;
Ποιοι νέοι θεοί της παρακμής και της απάτης;

Θεωρός
Ποιος θα μπορούσε να μας πει τον πόνο και το πάθος
αυτής της δυνατής ψυχής με τις τρανές αισθήσεις,
την αίγλη και τη δύναμη του νου και της καρδιάς;
Η όψη του άλλαξε μεμιάς κι έμοιαζε πονεμένη
-αυτό τουλάχιστον μπορούσα να διακρίνω.
Η οθόνη όπτριζε τρελά την κίνηση
το τάχος ζοφερών στιγμών.
Θόρυβοι αναδύονταν, αίμα, καπνοί και οιμωγές,
συντρίμμια και μακάβρια κορμιά κάτω σπαρμένα,
ο ήλιος ο λαμπρός και στοργικός δε φάνταζε
παρά ως μαύρο σκέβρωμα
-σκελετωμένος κύκλος.
Τι απογίναν τελικά το μάθος και το σθένος
της προμηθεϊκής ψυχής
που ’πλεξε στους αιώνες
δόξας και τόλμης οχυρά
και στέρεο στεφάνι,
πώς έγινε και ο ταγός ένιωθε τυφλωμένος
στον ερειπίων το σωρό
τον εξουθενωμένο;
Γιατί ψυχή ραβδίζεσαι και σιγαναστενάζεις
στου πόνου το βαθύ γκρεμό
στης άγνοιας το σκότος;
Μικρός εγώ και ταπεινός
κλονίζομαι και πάλι
στου χρόνου το βαθύ γκρεμό
στης μοίρας τα τενάγη,
χωρίς καμιά βοήθεια
της παιδικής μου μνήμης…
Ω Βεατίμα μας γλυκιά
άπλωσε τα φτερά σου
αγκάλιασέ μας τρυφερά,
άπλωσέ μας στο χώρο
ανάλωσέ μας άχραντη
στη χώρα των μακάρων
στον κόσμο των κυρίων σου
κι αιώνιων τροφών σου…
Συ το μπορείς υπέρτατη
ελπίδα των πασχόντων.


Βεατίμα
Περίπαθη συνείδηση
επόπτη των υψίστων
αναγνωρίζεις άριστα
φτωχή θεραπαινίδα
θήλυ ανεπιτήδευτο
στης ιστορίας το διάβα
μια οπτασία και σκιά,
του ποιητή αστέρι
που έδειξε τον έρωτα
στο σοφό Αθηναίο…

*
Έτσι με έπλασε η μούσα
και ο βαθύς του φιλοσόφου στοχασμός.
Όμως, το πιο απλό, το πιο ακριβό
ποτέ του δεν ειπώθηκε.

*
Ακροθιγείς οι ενοράσεις των σοφών
δε μπαίνουν στον πυρήνα της αλήθειας.
Το φως της γνώσης και της ομορφιάς
είναι απέριττο, έξω από κάθε λογισμό,
το είναι μας το άπειρο
με τους αρίφνητους σελαγισμούς.
Εκεί υπάρχουμε όλοι.


Προμηθέας
Λάθος αυτές οι φλυαρίες,
όνειρα μοσχαναθρεμμένης κόρης.
Ανοίξτε μου την πόρτα, θε να φύγω,
θέλω να φτάσω στα ψηλά
στο φως του κόσμου
με την πυρφόρα δύναμη των λογισμών μου.
Την τρίαινα του Ποσειδώνα επιθυμώ
κι ας μην υπάρχει,
θ’ αρπάξω και της Αθηνάς τον οπλισμό,
ακόμα και του Δία τους κεραυνούς,
είναι δικά μου δώρα,
δώρα πυρπολητή
που όμηροι χάρισαν στους θεούς!
Όμως κουράστηκε με τις σκιές και τα φαντάσματα,
Δε βλέπω…


Βεατίμα
Δε βλέπεις συ που πρόσφερες το φως;
Συ που, καθώς το λες, ανάστησες τον άνθρωπο;
Η οθόνη αυτή μπροστά μας είναι
το σκοτεινό δωμάτιο του κόσμου
με τις απρόσμενες υποβολές
και το μυστήριο:
θα το διαπιστώσεις
αν πιο βαθιά ετάσεις τον εαυτό σου.

Ακόλουθος
Άκουσ’ ο Προμηθέας και λογίστηκε
μα πόσος χρόνος του ’μενε ακόμη;

Βεατίμα
Εγώ θα σ’ οδηγήσω Προμηθέα στα ψηλά.
Εκεί θα βρεις τα νέα τοπία,
κείνα που θες να γιάνουν τη ματιά σου
ω τρομερέ πυρπολητή άστεων και θεών.
Θα ψάξεις κι ίσως βρεις κάτι πανώριο,
τον μέγα κόσμο, το βαθύ και τον αληθινό.

























9. Προμηθεύς Πειραζόμενος
            Ω πρίγκιπα της εξορίας που αδικήθηκες,
   που, αν και νικημένος,
 ορθώνεσαι ισχυρότερος.
                                Βaudelaire

Του πιάσαμε απαλά τα χέρια,
κείνος, σχεδόν τυφλός, ακολουθούσε
με πλήρη αμηχανία, κάθιδρος.
Αγόρια και κορίτσια χαριεντίζονταν
στις πανεπιστημιακές αυλές,
αγάλματα αγλαών επιστημόνων
έστεκαν σιωπηλά και μας θωρούσαν,
πουλάκια διαβατάρικα τιτίβιζαν
οι δρόμοι –ποταμοί αυτοκινήτων-αδιαφορούσαν,
καθαριστές των δρόμων κατηφείς
συνέχιζαν αχάριστες υποχρεώσεις.
Σε μια πλατεία ειρηνική το αερόστατο περίμενε.
Πλήθος πολύχρωμων κι ανέμελων παιδιών
έπαιζε στην αλάνα
και μια λευκοντυμένη μοναχή
τα επιτηρούσε σιωπηλά.
Ζητιάνοι άπλωναν δισάκι στις γωνιές των δρόμων,
αεροπλάνα από ψηλά μας θεωρούσαν.
Στα εργοστάσια πιο πίσω η κατήφεια
εδώ και κει εταίρες ψάρευαν πελάτες
και το πολύ το πλήθος το απέραντο
στην έρημη τη χώρα με το θόρυβο
την πολυτέλεια, τους μαγικούς κομπιούτερς μες τη θήκη
περνούσε και χανόταν σε διαδρόμους
εταιριών, υπηρεσιών αναψυχής και πλήξης.
Ψεύτικη πολιτεία, αβάσταχτη
κάτω απ’ την καστανή ομίχλη[14]*
κανένας δε θα σε γνωρίσει αληθινά
μες την απίστευτη απροσωπία σου
το έκδηλό σου άγχος – θανάτου παγωνιά
και τη βιασύνη που η αλκή των υπολογιστών
σου υπέβαλε –σκληρή φυλάκιση μ’ άδηλο μέλλον,
μοίρα σκληρή κι οδυνηρή
μάγου που μαθητεύεται[15]*
Βαδίζαμε, βαδίζαμε σαν αιχμαλωτισμένοι,
φυλακισμένοι σε ανοιχτούς ορίζοντες
προσμένοντας κάτι πιο όμορφο,
κάτι ελπιδοφόρο
που θα ’θραυε τα άθλια δεσμά μας.
Ο Προμηθέας πάσχιζε να διακρίνει,
να αντικρίσει άπλετα το φως του ήλιου
-η μέρα ήταν σκιερή, σε λίγο θα ’βρεχε.
Πρόβαλε αιφνίδια η Αντιγόνη
που μας περίμενε διακριτικά.

Αντιγόνη
Δε βλέπεις Προμηθέα τα έργα του
και συ εγελιανέ που εκστασιάζεσαι
με την απέραντή σου γνώση;
Κορούλα εγώ αμίλητη, ολιγομίλητη,
δε θα εκφρασθώ για να πολυλογήσω.
Δέστε καλά αν θέλετε τα έργα σας,
τα έργα των ανθρώπων, όπως λέτε
κατάγεια οίκηση[16]* δεν είναι η οθόνη
σκιών και φαντασμάτων που σας τρόμαξαν.
Είναι ό,τι αντικρίζετε θολό, συγκεχυμένο
και δολοφονικό μαζί.
Υπάρχει άλλο φως, υπέργειο
το φως του μύχιου εαυτού σας
που δε θα βρείτε πουθενά,
η εξαίφνης φλόγα η  άσβεστη.
Είναι οι νόμοι της καρδιάς οι άγραφοι
που αγνοούνται απ’ τους νομοθέτες
και απ’ τους σοφούς διδάκτορες,
είναι ο άλλος άνθρωπος ο αληθινός
που αντικρίζει με νηφαλιότητα
της φρίκης τα δεσμά και κάθε πόνο.

Ακόλουθος
Σιώπησε ο κόρη, άγγιξε
και αγκάλιασε τη δίδυμη αδελφή της Βεατίμα.
Χάθηκαν σαν ανάερες σκιές
με φωτεινό περίπνευμα,
διέσχισαν ειρηνικά το πλήθος,
το προσπέρασαν,
προσπάθησα δειλά να τις ακολουθήσω
εγώ ο ταπεινός ο μετεωριζόμενος.
Κατάλαβε ο Προμηθέας την πρόθεσή μου,
με τράβηξε κοντά του.


Προμηθέας
Μη φεύγεις, θ’ ανεβούμε πιο ψηλά
θα δούμε φως και δύναμη και δόξα.
Οι κόρες που μας μίλησαν,
όπως και οι άλλες οι ρομαντικές
που αναδύονται απ’ τα βάθη των αιώνων
και των πολιτισμών
εκφράζουν την ανθρώπινη αλλοτρίωση
κι ας φαίνονται ευγενισμένες
και πλουμισμένες  με τους ψεύτικους
παράδεισους της παιδικής ψυχής.
Στο λέω μια φορά ακόμη
μ’ όλη τη δύναμη που έχω:
Οι μύθοι και τα παραμύθια της γιαγιάς,
αναπλασμένα απ’ την τέχνη των ονειροπόλων,
δυναμωμένα απ’ το νόθο λογισμό των στοχαστών
βαραίνουνε το κλέος της ψυχής,
ραβδίζουν επιπόλαια τη γνώση.
Είναι τα νεφελώματα που κρύβουν
τον ήλιο της ζωής και της λαμπρότητας.
Βλέπω την καταχνιά τους, μας σκεπάζει,
μακριά, πολύ μακριά θα φύγουμε
ένα αερόστατο γοργό μας περιμένει!
Έλα και συ καθηγητή μαζί μας,
θα επιστρέψεις πιο ισχυρός  στους χώρους σου,
Ακαδημία και Πανεπιστήμιο προσμένουν.


Εγελιανός
Με κούρασαν τα πνεύματα που επικαλέστηκες
πλημμύρισε η ψυχή μου ομίχλη
και κάποιες θέσεις τους με κλόνισαν.
Βαρύγδουπα τα λόγια του δασκάλου μου απορρυθμίζονται,
χάνουν το σφρίγος τους και το δυναμισμό τους,
βυθίζονται στο ζόφο της δοκιμασίας.
Δε βλέπω πια καλά, ασθμαίνω ανήμπορος
δοκιμασίες ισχυρές προέρχονται
από παράτολμους σε λεωφόρους ρωμαλέας σκέψης.
Κι όμως πού βρίσκεται η αλήθεια:
στη δύναμη ή στην αδυναμία,
στο πάσχειν της αδύναμης ψυχής
ή στις διακηρύξεις ηγητόρων της σοφίας;
Δεν ξέρω, επιστρέφω στην καθηγεσία μου,
εκεί θα βρω το φως, ας το ελπίζω.

Θεωρός
Ο διχασμός, σκληρή στιγμή κάθε συνείδησης,
η σκοτοδίνη των αρμών του συναισθήματος,
ο καταποντισμός βεβαιοτήτων επιφάνειας
εξαφανίζουν κάποτε τα κάτοπτρα ειδωλικών φαντασιώσεων
και ψευδαισθήσεις των καιρών της ευφορίας.
Κατατρεγμός συνέχει τις αισθήσεις μου,
οι τελευταίες ειν’ ο λογισμός μου
κραδαίνοντ’ επιβλητικά συνθήματα,
όψεις, κατόψεις, αινιγματικά σημεία.
Τι μου συμβαίνει με ψελλίσματα παράδοξα
μετά τους συνεχείς καταιγισμούς μιας μοίρας
ατύφου και αλαζονικής ταυτόχρονα
στα όρια των σπαραγμών της ιστορίας; 
Βάρη, παραλυσία των μελών διαστέλλονται
αγγίζουν άμετρες πτυχές της νοσταλγίας
που απαιτεί ηρωική απόδραση
απ’ τους βαλτότοπους της ιστορίας.

*
Χαμός το σύμπαν και οι εκρήξεις του
ολοφυρμός ο κόσμος της ψυχής μου,
ιδέες γλαφυρές καταποντίστηκαν
στο αχανές μηδέν της ύπαρξής μου.

*
Προσβλέπω σε καλύτερη κατάσταση
σε μυστικά που δεν ανακοινώνονται με λόγια,
σ’ ό,τι η ζωή μού χάρισε αιώνια
μυριάδες χρόνια πριν τα ψεύτικα τα δώρα.
Μήπως ο Προμηθέας με παγίδευσε
όχι εκείνος της μυθιστορίας,
ο άλλος, ο κακός –όχι το σύμβολο
εκείνος της δικής μας ιστορίας;
Λέω πως είμ’ εγώ, μα  χάνομαι,
ποιο εγώ θα ασπασθώ για ν’ αναπνεύσω;
Τρέμουν, παράλυσαν τα πάντα γύρω μου
η ύπαρξή μου συγκλονίζεται εντός μου,
ψύχος δεινό συνέχει τις αισθήσεις μου
διαπερνά αμείλικτο τον εαυτό μου,
ο νους παλινωδεί, εξαφανίζεται
συμπαντικές εκρήξεις αναλώνουν
το δύστυχο, το άμοιρο  το είναι μου
στο δρόμο των κλεινών των αλαζόνων.
Τι έχασα, τι είχα, τι απόκτησα;
Ο στεναγμός μου ολοφύρεται χαμένος
σαν χτυπημένο αγρίμι και παντέρημο
που αναζητάει τρελά τροφή το πεινασμένο…
Συντρίμμια η δύναμη, ανύπαρκτη θεότητα
πολλών προσκυνητών της ιστορίας,
άσημο πεφταστέρι που αφανίστηκε
σε τραγωδία ανείπωτης θητείας.

Προμηθέας
Γιατί αργείς παλιέ μου σύντροφε;
Σε αχνοβλέπω πελιδνό και απελπισμένο
σένα το συνοδίτη της σοφίας μας,
τον ταπεινό και παιδεμένο.
Έχω και ’γω τους πειρασμούς, τις τύψεις μου,
ολογκρεμίζομαι στις τρίβους της δουλείας
στην ερημιά της μεγαλούπολης
σε άγος στεναγμών και δυστυχίας,
στα αγεφύρωτα τα χάσματα
 ανθρώπινης παλινωδίας.
Αρνήθηκα θεούς και δαίμονες
για να ορθώσω την ανθρώπινη σοφία,
ο θρίαμβος ειν’ αφανής, το ξέρουμε
φρίκες και παλαιά φαντάσματα, αδυναμία.
Το σκότος και η οδύνη ολοφύρονται
είναι τα λύτρα της ανθρώπινης θυσίας:
Δε θυσιάζω σε θεούς και ημίθεους,
η νέα θυσία είναι τίμια και θεία
οφείλουμε να την ακολουθήσουμε
είναι η φύση του ανθρώπου η αγία,
η μόνη αληθής και η απρόσκοπτη,
ό,τι ο εγελιανισμός ονόμασε δόλια σοφία
που σιγοσβήνει και που αναφαίνεται
στις αινιγματικές ρωγμές της ιστορίας.
Η πάχνη και το σκότος που μας κιότεψαν
οι ψεύτικες σκιές της Βεατίμας
είναι τα τελευταία νεφελώματα
της πανανθρώπινης δουλείας.
Πάμε λοιπόν πιο πάνω, θ’ ανασάνουμε
ακροδρομιές και τρίβολοι δε μας αρμόζουν
το αερόστατο προσμένει, ας κινήσουμε.

Ακόλουθος
Βαδίζαμε αναποφάσιστα, τρικλίζαμε,
περαστικοί μάς έβλεπαν και λοιδορούσαν
ωχροί εμείς και πειραζόμενοι
πιστεύαμε, ελπίζαμε κι ας μάς γελούσαν.
Γελούσαν ποιους; με ποιους κοιτάζονταν,
με τα αλλοιωμένα είδωλά τους
με τους ταγούς της γνώσης και της μάθησης
ή με τον κομπασμό απατεώνων;
Γελούσαν και γελούσαμε ξεδιάντροπα,
ο τραγικός περίγελως της ιστορίας
κρύβει και αποκρύβει τα βαθύτερα
την τραγωδία της ανθρώπινης δουλείας.
Λέξη αμφίσημη, απόκρυφο χαρτί
στο πόκερ των παιχτών –παλινωδία
που αποκρύβεται περίτεχνα σε ακρώρειες
των θεωρών της κοσμικής σοφίας.









10. Καρναβάλι κορυβαντιώντων
            Η ζωή στην επιφάνειά της φαίνεται ως κωμωδία,
                       αλλά στο βάθος της είναι βαθιά τραγωδία.
                                                                Schopenhauer
  
Ακόλουθος
Εκεί στην πόλη τη μεγάλη και την ένδοξη
πρόβαλε αιφνίδια καρναβάλι μασκοφόρων,
πολύχρωμο, πολύμορφο, αδιάντροπο
με Διόνυσο ταγό και με Μαινάδες απειλούσες,
με Σάτυρους, με Σειληνούς, με πλήθος κορυβαντιώντων.
Ήταν οι μασκοφόροι της αλήθειας, έλεγαν
που παρασύρθηκαν στο πλήθος που παρέσυραν,
που χόρευαν, γελούσαν και ξεφάντωναν,
που περικύκλωναν την ένδοξη παρέα των σοφών…
Με μια φωνή, μ’ ένα ρυθμό ανάκραζαν
άσματα κωμικά και τραγικά αντάμα,
άσματα νέων και παλαιών καιρών
με εκκωφαντικούς θορύβους κι επιτήδευση,
κινήσεις φιλικές και απειλητικές μαζί
που θέλανε να αμφισβητήσουν,
να ξεγυμνώσουν τη σοφία των ενδόξων…
Τρομπέτες, φυσερά, ράβδοι, γιρλάντες κερατότραγων
όπως κι αγριωπές περούκες,
αβανταδόροι  άγριοι του συρμού
ανέμιζαν, γελούσαν, απειλούσαν
σπασμωδικές κινήσεις εβεβαίωναν
όνειρο, και ενόραση ποθούσα.
Παρέσυραν και τους λοιπούς περαστικούς,
έγιναν όλοι πλήθος μασκοφόρων,
ήταν μια όψη της ζωής φαιδρή κι αυτή
που με το θόρυβό της έκρυβε-φανέρωνε έντεχνα
αλήθειες κωμικές και τραγικές μαζί.
Οι μασκοφόροι έκραζαν αντάμα:

Μασκοφόροι
Είμαστε όλοι μασκοφόροι, το γνωρίζετε
καθένας με τη μάσκα του δικού του ψεύδους
οι μικραλήθειες που κρύβει ο καθένας μας
κάνουν το μέγα ψεύδος των αιώνων.
Τι κι αν αλλάζουν τα συστήματα,
δομές, θεσμοί, τα πολιτεύματα, οι υποσχέσεις;
Το δράμα των ανθρώπων το μοναδικό
βρίσκεται στη μεγάλη μάσκα του εγώ
του πλάνου που πολλοί το είπαν Εωσφόρο.
Ο φίλος μας ο Αίσωπος το είπε καθαρά:
Καθένας μας φέρει δύο σακούλες:
η μια είναι τα σφάλματα –μάσκες των άλλων,
η άλλη, η μεγάλη μάσκα του εγώ αποκρύβεται…
Τυφλό παιγνίδι μασκοφόρων που κρατάς,
που αιωνίζεις πόνο και απάτη,
ποιος θα σε διώξει απ’ το άλγος των καιρών;
Είστε και σεις όπως και ’μεις μεγάλοι μασκοφόροι
φτωχών ανδρών και γυναικών ναρθηκοφόρων,
μπέστε λοιπόν μαζί μας στο γιορτάσι
η μάσκα του εγώ δεν οδηγεί πιο μακριά…

Ακόλουθος
Αιφνιδιάστηκαν οι δυο σοφοί
και περικυκλωμένοι απ’ την πομπή
αφέθηκαν στο βουητό και στο γιορτάσι
απαισιόδοξοι, με πλήξη και κατήφεια
αμήχανοι, χωρίς ιδέες, πελιδνοί…
Το πλήθος όμως τους περιγελούσε
και τράπηκε στη διπλανή πλατεία
καθώς παλιός μας γνώριμος
μας ξάφνιασε και πάλι:
μου μίλησε εμπιστευτικά και είπε:

Διογένης
Τι σε ξαφνιάζει φίλε μου το πλήθος
και ο εσμός των αλητών που κομπορρημονεί;
Δεν εκατάλαβες τις μάσκες, τους θιασώτες
τον ξιπασμό σοφών και σοβαρών
που επικαλούνται γνώση κι επιστήμη
στης άκρατης αφέλειας τους μύθους;
Γέλασε τραγικά μαζί τους
γιατί το κωμικό είναι το μόνο τραγικό
η όψη της ζωής είναι πεσκέσια
που τάζουν οι παλιάτσοι των καιρών…
Απόλαυσε ευθύς την τραγική σοφία
που αναβλύζει απ’ τους αιώνες σιγηλή
άπλωσε πάλι τα φτερά σου
και φύγε, φύγε, φύγε στη σιωπή,
ας τους σοφούς που πλαισιώνουν την παρέα
να λούζονται σε ματαιοδοξίας λογισμό…

Θεωρός
Ακούσαμε και κάτι συγκλονιστικό
μάσκες να λένε και να διαλαλούν
καθώς απομακρύνονταν:

Μάσκες
Μάσκες φθαρμένες λαμπιρίζουσας απάτης
ελάχιστων ανθρώπων, ανθρωπίσκων
που υποδύονται τους σώφρονες,
τους διαυγείς σωτήρες
και άλλους οπαδούς και θιασώτες
στο μέγα καρναβάλι των καιρών
καιρών κάθε στιγμής στην ιστορία
που υπόσχονται το ψεύδος, την ψευτιά,
την αυταπάτη κάθε μέρας, κάθε ώρας
που ευτελίζει τα πανώρια μυστικά.
Μάσκες με θεατρίνους ενωμένες
που πλάθουν την οδυνηρή ξεδιαντροπιά
πλήθος ναρθηκοφόρων που ανεμίζουν
στην ευτελή παγκόσμια αγορά.
Μάσκες που ευτελίζονται και που κομπάζουν,
που χάνονται και χάνουν την αλήθεια,
που αιωνίζουν διαλόγους των σοφών,
παρά την ευφροσύνη εκκωφαντικών θορύβων…
Μάσκες σοφών και άσοφων
ω μάσκες…









11. Προμηθεύς δακρύων
            Αν εξετάζεις τη σκόνη
            φυγαδεύεται απ’ τη φωνή σου,
            αν αγγίζεις το φως
            κατακαίει τα δάχτυλά σου.
                                    Lamartine
 Ακόλουθος
Το αερόστατο τους πήρε και τους ύψωσε,
οι υποσελήνιοι ξέφυγαν από τα σκότη
ολοποθώντας ν’ ανταμώσουν σύντομα
τη φαεινή και την καθάρια όψη,
τους τόπους με το πλέριο φως, την άνοιξη
τα αληθινά τα μυστικά της γνώσης,
την άχραντη αυγή την ολοπόρφυρη
και τις πανώριες της τις αποχρώσεις.

Προμηθέας
Θα φτάσουμε εκεί στα πρώτα μου τα όνειρα
στο ακύμαντο το φως της γνώσης
σ’ ό,τι εδημιούργησε τον άνθρωπο
πριν από τα δεσμά της άθλιας πτώσης.
Μα τι συμβαίνει και η όραση μαραίνεται;
Γιατί μ’ εγκαταλείπουν οι αισθήσεις;
Γιατί το σκοτεινό πεδίο αυξάνεται
μαραίνοντας και της ψυχής μου τις δονήσεις;
Ω Απίωνα, γλυκέ αδελφέ σε περιμένω…


Θεωρός
Μόλις που θεωρώ τη γη από μακριά,
η ομίχλη στροβιλίζει τις αισθήσεις.
Ω, τα μαχητικά τα τέρατα σηκώθηκαν,
συμπλέκονται χτυπιούνται, καταπίπτουν…
Ο ουρανός τα καταπίνει ανέμελα
πνιγμοί, οδυρμοί και πόνος ανατέλλουν
φρικτός και ο ουρανός ηγήτορα,
φρικτότερη της γνώσης η διφθέρα.
Πιο κάτω, στα λιγότερο διάφανα
οι συστοιχίες, τα αντιαεροπορικά, οι βόμβες
σφυρίζουν εκκωφαντικά κι ακούγονται μακάβρια
σ’ ανθρώπων πόλεις κι ακροπόλεις.
Τα ιερά και τα ανθρώπινα γκρεμίζονται
πτώματα και ακρωτηριασμένα μέλη ατενίζω
της άθλιας ζωής μας το κατάντημα
κράζει νεκρό τη δυστυχία, την απόγνωση τραυλίζει.
Μήπως το φως που πρόσφερες είναι απάνθρωπο
και αιωνίζει τη θηριωδία, όπου
μορφές χωρίς λαιμό αναβλάστησαν[17]*
πέρα και απ’ τη σκληρή μυθολογία;
Η δίνη των τερματικών ζαλίστηκε
κι όσοι απόζησαν εγίνανε θηρία…
Τα αγαθά της γνώσης αφανίστηκαν
λεηλατήθηκαν και τα νοσοκομεία.
Πάμε! Μας πλησιάζουν ανενόχλητα,
μαχητικά αεροπλάνα ολομουγκρίζουν
να βομβαρδίσουν ετοιμάζονται,
σκοπεύουν να μας αφανίσουν.

Προμηθέας
Θωρείς καλέ αδελφέ μου τι μας γίνεται,
είναι αληθινή η περιγραφή σου;
Εγώ τυφλώθηκα ολότελα
χάθηκε ξαφνικά η δύναμή μου…
Γιατί, γιατί αφέθηκα αβοήθητος
απ’ τα ωραία πρωτινά τα όνειρά μου,
απ’ τις αλήθειες που φωτολαμπίριζαν
στο νου μου και στα σωθικά μου;
Ω, τώρα ακούω το βοή που έρχεται
σαν κουρασμένος σκύμνος της αγέλης
τι θα ’λεγες, τι θα ’πρεπε να κάνουμε
πώς ν’ αντιδράσουμε σ’ ό,τι μας περιμένει;
Ποιοι είν’ αυτοί οι τόσο αδίστακτοι
που επιτίθενται στον Προμηθέα
ποιοι είν’ αυτοί που τύφλωσαν τη γνώση μου,
ποιοι απειλούν απρόσκοπτα εμένα;
Ποιος τους επέτρεψε να επαίρονται
γιατί καταλεηλατούν τη φύση
μολύνοντας κάμπους, βουνά και θάλασσες
δολοφονώντας όλους μας χωρίς κρίση;
Τώρα πια βλέπω τις πληγές μου τις μακάβριες
δεν τις προκάλεσαν γαμψόνυχων ανήλεες επιθέσεις,
αλλοτινή είναι η πηγή, η ρίζα τους,
οργή θεών, ουράνιες επιβουλεύσεις.
Θα μας συντρίψουν σύντροφε μακάριε,
θα μας εξαφανίζουν!

Θεωρός
Γενάρχη μη φοβάσαι, θα ξεφύγουμε
φτάνει να γιάνουμε τις δόλιες τις πληγές μας
μακριά από καθηγητές και μέντορες
που νόμισαν πως θα γενούν κατακτητές μας.

Προμηθέας
Είμαστ’ εμείς, όλοι οι άνθρωποι
τα νυσταγμένα τα στρουθία της εσπέρας
κι ας νιώθουμε ακμαίοι, επινοητικοί και γόνιμοι
άρχοντες της αρχόμενης ημέρας.
Μας πνίγουν οι πραγματικές πληγές
που δημιούργησαν τα τερατώδη της τεχνολογίας,
διέστρεψαν τη γνώση τη μακάρια
μας βύθισαν στο σκότος της ανοίας.
Τώρα μας κυνηγούν και τα φαντάσματα
έρχονται πλάι μας για να μας καταρρίψουν,
λεηλατούν φρικτά το είναι μας
τις τερατώδεις μας πληγές –το εγώ μας,
τον εωσφορικό εγωισμό που κούρσεψε
ανέσπερες αλήθειες των αιώνων.


Ακόλουθος
Ο Προμηθέας δάκρυσε αναμένοντας
τον καταδιωκτικό βομβαρδισμό του αεροπλάνου
αιχμάλωτος ο γίγαντας, ο αγέρωχος,
ο δωρητής, ο επαναστάτης, ο εταίρος,
ο αποπλανητής, ο έντιμος ταυτόχρονα,
ο επίμονος, επίσης ο κουρσάρος.
Κούρσεψε την αρχέγονη τη φύση του
το άσπιλο και το παρθενικό της γνώσης
το πυροδότησε με ακμαία δύναμη
και πιστευόταν ως ο ζωοδότης.
Τα δάκρυα του ηγέτη είναι σύμβολα
της πανανθρώπινης αδυναμίας
του δόλου που νομίζει πως θριάμβευσε
παρά τις διδαχές της ιστορίας.
Ήταν τεκμήριο βέβαιης παλιννόστησης
στο αμνημόνευτο παρόν της γνώσης[18]*
της γνώσης που αγγέλλεται αιώνια
χωρίς τις δόλιες παλινορθώσεις
ανθρώπων δόλου που υπόσχονται
το θρίαμβο και την ευημερία
με πίστη και Ύβρη ανυποχώρητη,
με βεβαιότητα και με ραδιουργία.
Αυτή η γνώση –είδωλο του αρχέτυπου
γίνεται παίγνιο επικίνδυνο, παγίδα
που κατακαίει άσπλαχνα και επίμονα
όλα τα θύματα χωρίς καμιά ελπίδα.
Θύμα αλλά θύτης ο Προμηθέας μας
φωνή αδήριτη της ίδιας μας της φύσης
στέκει ως σύμβολο οριακών αναζητήσεων,
αποκαλύπτει τραγικές μας παρορμήσεις.
Τι δίνουν, τι προσφέρουν τ’ άγια δάκρυα
που ολογκρεμίζουν δόλιες ψευδαισθήσεις;

Θεωρός
Είναι γνωστό τι δίνουν τ’ άγια δάκρυα
τεκμήριο άψευστης παρηγορίας,
θυσία ειλικρινής, ατίμητη
αλήθεια μυστικής σοφίας
που κραταιώνει αδιάψευστα, απερίληπτα
βαθύτατα αιτήματα της διανοίας.
Ω Προμηθέα μας διδάσκεις με τον τρόπο σου
με τις αιμάσσουσες πληγές σου,
δείχνεις βαθιά, πολύ βαθιά το είναι μας
το ιερό ενέχυρο μιας θείας θέσης.
Ναι, το απόλυτο, το άπειρο, το άμωμο
είναι η τροφή του ανθρωπίνου,
πνοή του λογισμού μας ειν’ η άπεφθη
η απόλυτη αλήθεια του ανθρωπίνου.
Θυσία ο κόσμος και αλήθεια
τεκμήριο ακένωτης πληρότης
που θυσιάζεται αυτοτροφοδοτούμενη
ως μαρτυρία και υπέρτατη λαμπρότης.

Προμηθέας
Τα καταδιωκτικά έρχοντ’ επάνω μας
αχναντικρίζω τη θωριά τους
δύναμη και κομψότη απαράμιλλες,
τέχνη, επιστήμη η αρχοντιά τους.
Είναι η γνώση διαιώνιας αναζήτησης
καρπός επιστημόνων και σοφίας
μόχθος ανθρώπων που πρυτάνευαν,
σχέδια διαστημικών σπουδών και ανησυχίας.
Είναι επίσης συμβολή αγνώστων εργαζόμενων,
ανθρώπων τίμιας εργασίας,
του σπουδαστήριου και του μεροκάματου,
των αχθοφόρων της παγκόσμιας δουλείας
που πιστευόταν ως απελευθέρωση
απ’ τις δυνάμεις και τη δυναστεία της αγνοίας…
Ω, δε μπορώ να αντικρίζω την κατάντια μου
τις άσπλαχνες τις τρίβους μιας πορείας,
συγκλονισμένος κατακείτομαι:
θάνατε κόπιασε ως σωτηρία…
Αν οι εχθροί μου μού προσέφεραν
την ποθητή τη βόμβα της ευθανασίας
θα ’μουν ο πιο ελεύθερος και ο υπεύθυνος
της δόλιας μας της ιστορίας.
Θάνατος είναι η ζωή, κατάλαβα
κι ας ήρθε αργά επίλογος εποποιίας.

Ακόλουθος
Τα καταδιωκτικά ολοπλησίαζαν,
ευθεία βολή ήταν ο σκοπός τους
μα το απρόσμενο συνέβηκε αιφνίδια
-απίστευτο το ρίγος των ματιών μας.
Κάποιο ταχύτερο, ορμητικότερο και τελειότερο
τα χτύπησε με ελιγμό από τα κάτω
ραντάρ και αλεξίπτωτα δεν ενεργοποιήθηκαν
η κατασυντριβή που σκόρπισε συντρίμμια και εξαρτήματα
γέμισε φρίκη, σκοτοδίνη του θανάτου.
Ποιος θα περίμενε να δει την κόλαση
και την απίστευτη αποδιάλυση των πάντων
πιλότων και μηχανικών που χάνονταν,
μηχανημάτων, υπολογιστών και ασυρμάτων;
Ο ουρανός μας έγινε Εγκέλαδος,
μείχθηκε με τα θυμωμένα σωθικά του,
μολύνθηκε από ανθρώπους ο αιθέρας μας,
οι ιδανικοί του κόσμοι, ο θείος παλμός του.
Μολύνεται ο ουρανός, η γη, η θάλασσα
απ’ των ανθρώπων την αναισχυντία
θυσιάζεται η γνώση κι ακυρώνεται
ό,τι νομίζονταν ανθρώπινη ευλογία.
Λένε πως θαύματα δε γίνονται
-αυτά ανήκουν σε παρωχημένους χρόνους-
λένε, πως η μαγεία αποσύρθηκε
απ’ τη θεουργική πνοή της γνώσης.
Είπαν πολλά της γης οι δάσκαλοι,
όλοι επίγονοι του Προμηθέα
ένα δεν είπαν –το λησμόνησαν
στη λησμονιά της κρίσης την ημέρα
όπου οι ψυχές νεκρών μαζεύονται
λήθη να αιωνίζουν την εσπέρα.
Την πίκρια της ζωής[19]*, τον τάραχο
ανέκφραστων σημείων βουλιμίας
ακόρεστης δίψας ζωής πανάπληστης
στα κρύφια δώματα της ενδημίας.
Τη γνώση την αγνή την άμωμη
εκπόρνευσε το εγώ το πλανεμένο
αφέθηκε στα τάρταρα του Άδου του
που αποκλήθηκε βασίλειο εστεμμένο
με κύρους κότινους λαμπρούς και ένδοξους
με μύριες υποσχέσεις και επαίνους…
Ναι, το εγώ το ακαταμάχητο
νόμισε γίγαντα το ελάχιστο εαυτό του
άρπαξε γνώσεις και οπλίστηκε
καταγκρεμίζοντας τον άπεφθο ανθό του.

                                    *
Χάθηκαν ξάφνου τα μαχητικά
μείναμε μόνοι μας στο σκότος,
οι θόρυβοι θανάτου κόπασαν
φανταστικές εικόνες αναθρώσκουν.
Οι λέξεις περισσεύουν απ’ τα χείλη μου
ο νους μου σκοτεινός, χιλιοδαρμένος,
αδυνατεί να ανανήψει εύκολα
ανήκει στους λησμονημένους.

Προμηθέας
Ξεφύγαμε απ’ τον κίνδυνο εξόντωσης
απ’ τα παιδιά των σπλάχνων μας
που μας αναζητούσαν
από ανθρώπους –άθλια φαντάσματα
του δράματος, της τραγωδίας και του σκότους.
Νάτο το θαύμα το παράδοξο
το αδόκητο της πλούσιας ανθρωπότης,
η νίκη του ανθρώπου για τον άνθρωπο,
το μίσος, η εξαλλοσύνη, η φαυλότης.

Θεωρός
Ω δε γνωρίζεις Προμηθέα μου
τον ίδιο σου τον εαυτό, τη ματαιότη
μιας γνώσης που αυτονομήθηκε
και λάτρευσε τυφλά τον εαυτό της;
Είμαστ’ εγώ, εσύ, οι περισσότεροι
που απεργάζονται τη δυστυχία
τα σκληρά πλήγματα της Νέμεσης,
τα ανελέητα ανθρώπινα σφαγεία.
Η ερελεσχία απεργάζεται την Κάκητα
κι αυτή οδηγεί στην ανθρωποφαγία
στο μίσος στο σκληρό και στο αμείλικτο,
στην αυτοκαταστροφή, στην υστερία.
Η Διός Τυραννίς δε σε θανάτωσε,
το ’πες: Πάντως ¤μέ γ’ οé θανατώσει:[20]*
η ανάγκη η αδήριτη, ο Άδης δε σε άγγιξαν
γιατί σου επιφύλασσαν άλλη ποινή
την πιο σκληρή: την πρώτη.
Η έντεχνη σοφία του Ήφαιστου
της Αθηνάς η ένσοφη περιουσία
δεν είναι των ανθρώπων
ούτε των θεών γνωρίσματα,
είναι παντοτινή σοφία.
Αναγνωρίζοντας μαθαίνουμε το άχραντο
και κτίζουμε την άσπιλη μαγεία
κόσμου, ανθρώπων και θεών γνωρίσματα,
ό,τι εγκεντρίζει μυστικά την ιστορία.































12. Ιντερμέδιο
            Ο άνθρωπος είναι ανίκανος να δει το μηδέν
            απ’ όπου αναδύθηκε και το άπειρο στο οποίο
            καταβροχθίζεται.
                                                                     Pascal

Θεωρός
Έσχατη σιωπή απλώθηκε
στη μολεμένη αγκαλιά των πάντων.
Κυκλώθηκε το αερόστατο
απ’ την αιθαλομίχλη, απ’ τη μόλυνση
τα καταδιωκτικά μακρύνθηκαν
με μένος και εκκωφαντική βοή·
ουράνια πνεύματα κι ερείπια
συνάντησαν την άλλη γη, την πιο φρικτή…
Ο μέγας ο συγκλονισμός τώρα ανέτελλε
στων θείων κόσμων τη μουγκή σιωπή,
το άλγος των ψυχών ακίνητο,
έκλυτο ψυχοβόρο, ανελέητο,
παρέλυε συναίσθημα και λογική.
Ιλιγγιώδης σιωπή του έγκατου
που δοκιμάζεις και τις πιο σκληρές καρδιές
ρομφαία αδαπάνητη
που παραλύεις ακρώρειες ιερές…
Ύψιστε δείχτη της καρδιάς που διαστέλλεται
στου άπειρου του σύμπαντος την αγκαλιά,
δύναμη απέραντη απερίτμητη,
κάτοπτρο απόλυτης θωριάς
σελάγισμα του κάλλους του άφθιτου
αέτωμα αγλαό νου και καρδιάς…
Εξαγοράζεις και τα πιο σκληρά εγκλήματα
αγνίζεις και τα έσχατα δεινά
δεινά ανθρώπων και θεών παράλογα
στου κοσμικού μας πλέγματος την απολησμονιά.








13. Ατλαντίς αναδυομένη και καταδυομένη

Τότε οïν êμÇν,Î Σόλων, τ°ς πόλεως
² δύναμις εÞς παντας Žνθρώπους διαφανής
Žρετ» τε και ρώμη+ ¤γένετο…´τε 'Aτλαντίς
ν°σος Éσαύτως κατά τ°ς θαλάττης δèσα ±φανίσθη.
                                        Πλάτωνος, Τίμαιος, 25b,d.

Ακόλουθος
Το αερόστατο παρέμενε ακυβέρνητο
ενεό, τυφλό, παραδαρμένο
απώλεσε την πρώτη του λαμπρότητα,
πληγμένο απ’ τις ωστικές ριπές παράδερνε,
ραγίστηκε, έχασκε μετεωρισμένο
τροβίλιζε και έγερνε  επικίνδυνα
στην άξενη αγκαλιά της φρικτής δίνης χαμένο.
Έπεφτ’ αργά, νωχελικά, σιγοπερπάταγε
σα μεθυσμένος στα σοκάκια την εσπέρα
τρίκλιζε και παράγερνε ανήσυχο,
αδύναμο και εξουθενωμένο.
Τα δάκρυα του Προμηθέα στέρευαν
καταδεής ο φίλος θεωρός τα θεωρούσε,
η όραση, η αφή και η αντίληψη
λιγόστευαν, ίσχνευαν, ατονούσαν.
Ο θεωρός πιλότευε περίφροντις
προσπέρασε ωκεανούς και ξερονήσια
μα ο σιρόκος της καθάριας πια ατμόσφαιρας
μας έφερε σε μια άγνωστη νήσο.

*
‘‘Είναι η Ατλαντίδα’’ μας ψιθύρισαν
πνεύματα ανεμώλια που αγρυπνούσαν
και κείνος αναρίγησε ορθόκορμος
με νου και αισθήσεις που διψούσαν.
Αντάμωσε τη νήσο την ανύπαρκτη
στης γεωγραφίας και της ιστορίας τις δέλτους:
ποια νήσο άραγε επεφύλασσε
στο γηραιό γενάρχη η σκληρή μοίρα,
            μήπως η ιστορία τής κατέθετε
            σκήπτρα απ’ τη δική της δυστυχία;
            Μια ιστορία ξέφρενη, παράλογη
            αιρεσιάτης, κατασπαραγμένη και κατησχυμένη
            κατέφευγε ρακένδυτη στην άγνωστη,
            στη νέα πολιτεία την ονειρεμένη.
            Είναι ο ήχος, πρωτινός και άχρονος
            των πρώτων ψελλισμάτων του ανθρώπου
            καύχημα των πολιτισμών, των μύθων κόσμημα
            των θείων αναβλέψεων κάθε δεσμώτου.
           
*
Τα παραδείσια πουλιά μας επλησίασαν
            πανώρια βλάστηση μάς εχαμογελούσε
            κλώνοι με αγλαούς καρπούς χαμήλωναν
            πηγές και φρέατα μάς χαιρετούσαν
            με ειρηνικές τις χαίτες των νερών που έτρεχαν
            σε γοητευτικά μικροποτάμια
            γεμάτα γλάρους, κύκνους και αμφίβια
            ανέσπερα της γης βλαστάρια.
            Απέριττες καλύβες μάς ανέμεναν
            στις ήρεμες πλαγιές πιο πέρα
            ο χρόνος έρεε μακάρια,
            άχρονη κινητή αιωνιότητα
            απόλυτα άγνωστη στον Προμηθέα.
            Ήταν της γης και τ’ ουρανού τ’ αγκάλιασμα
            μειλίχιο χαμόγελο της αθωότης
            ανάκρουσμα των παιάνων που αποκάλυπτε
            της θείας μομορφιάς τις μύχιες αρθρώσεις
            Γλυκό νανούρισμα αιωνιότητας,
            εύηχο, άηχο, θεοσταλμένο
            όχι από των ουρανών τα πέρατα,
            με των ανθρώπων την παρθενική υφή περιλουσμένο.
           

            Προμηθέας
            Τι μου συμβαίνει κι αναβλέπω;
            Ποια δύναμη ζωντάνεψε τα πόδια μου
κι έδωσε αρμογή στις κουρασμένες μου κλειδώσεις;
Ω, ανασαίνω, αισθάνομαι και σκέπτομαι
βλέπω καλά το φως της μέρας,
την όψη, τη λαμπρότητα, τα χρώματα,
ιριδισμούς με μαγικές τις αποχρώσεις
των χαρμικών διάσελων και των περίχωρων
που αναστέλλουν της ψυχής μου τις εντάσεις…
…κι όλα μου φαίνονται ακίνητα,
ατάραχα απ’ το διάβα των αιώνων.
Ποιος θα μπορούσε να σκεφθεί εδώ τον πόλεμο
την πάλη, την αμάχη, τα παθήματα
τις ιαχές των αμαθών τερατολόγων,
τα βίαια τα αποβράσματα
στις ρυπαρές τριόδους αχθοφόρων,
με πτώματα, φτωχούς δεόμενους,
με Κροίσους και εσμό απατεώνων;
Γυμνή αιωνιότητα, τοπίο απέριττο
απόμακρο απ’ το  φρικαλέο  χθες…
Τι βλέπω εκεί στο βάθος;
Ω, η οικογένεια των πάροικων,
κείνα τα πρόσωπα του γυμνού παρελθόντος,
είναι ακίνητοι, μα όλο κι έρχονται,
οι εμπειρίες τους ήταν αληθινές.
Απέναντι, στο βάθος αναδύεται η Ίσιδα, η Ευρυδίκη, η Περσεφόνη,
η Βεατίμα, η Αντιγόνη, η Δήμητρα
κι άλλες μορφές που η Μούσα αποθεώνει,
αλλά και κάποιες άλλες άγνωστες
κι άλλες πολλές, πολλές, πολλές…
Ω άγνωστέ μου κόσμε…

Σκέπη
Δεν αγνοείς καλέ μας Προμηθέα το ζητούμενο,
κάτι έξω απ’ το μύχιο εαυτό σου.
Το δράμα μας, το κοσμικό μας δράμα το τελούμενο
που εκφράζεται ως τραγικότατη δοκιμασία
οφείλεται στην άγνοια του είναι μας
του κάτοπτρου του μυστικού κάθε επιστασίας.
Όλα μεταμορφώνονται μετά,
τα πράγματα αντιστρέφονται
και μένει η φρικτή αναλγησία.
Η Ατλαντίδα είναι η πατρίδα μας
η παροικία μας η τρανή και η μεγάλη
η χώρα της ανάβλεψης και των θαυμάσιων
ό,τι αθανατίζει κάθε μυστική αγκάλη.
Για δες: φύγαν τα πλέγματα απάτης
φράγματα που χωρίζουν τους ανθρώπους αφανίστηκαν
όσο κι αν διασχίσεις τους αιθέρες,
όσο κι αν ατενίσεις γη και θάλασσα,
δε βρίσκεις ούτε τέλος, ούτε και αρχή
δε βρίσκεις σύνορα, ούτε ανθρώπινες φοβέρες.
Θα καταλάβεις έκπληκτα μα και μακάρια
πως η χρυσή εποχή των μυθογράφων,
των ποιητών εικόνες παραδείσιες,
των οραματιστών ποθούμενες ημέρες,
δεν είναι κάτι προσδοκώμενο
κάτι που αναμένουμε στο μέλλον.
Πάροικοι εμείς και συ ανάμεσά μας,
δεν έχουμε πατρίδα πουθενά,
αδύνατο να εντοπισθούμε κάπου μόνιμοι
με βιος, περιουσία και κάλλη φθαρτά.
Η κατοικία, η εστία, η βεβαιότητα,
είναι δημιουργήματα της ιστορίας
της πιο φρικτής αναγκαιότητας,
της τυραννίας των παθών, της παρανοίας.
Άνθρωποι,
λέγαμε πως όλα βρίσκονται έξω μας,
αναζητήσαμε την πρόοδο, την άνεση και την ευημερία,
στη φύση και στις άφθαρτες δυνάμεις της,
στο στιβαρό πυρσό σου Προμηθέα
και σ’ ό,τι τραγικά ακολούθησε
μετά την πρώτη επιπόλαιη διφθέρα.

Προμηθέας
Δεν έφταιξα που ακολούθησα τις παρορμήσεις μας
και τις επιταγές του εαυτού μας.
Είμαι ο άνθρωπος, αιώνες διαλαλούν τη δόξα μου
-δόξα του ανθρώπου και του μόχθου όλων.
Υπάρχει τάχα κάτι όμορφο που αγνοούσαμε,
υπάρχει κάποιος άλλος δρόμος για τον οδοιπόρο;
Πόσο αφοπλίζομαι απ’ την παρουσία σας...
Προσμένω κάτι τραγικό στην ερημιά της ζήσης μου,
του ανθρώπου δράμα είναι αυτό αλλά και έπος.
Τι θα γινόμασταν ωστόσο χωρίς τον Προμηθέα, τον Άνθρωπο;
Τι άλλο θα μπορούσε να προσφέρει
στις άγριες στενωπούς του πεπρωμένου του;

Πατέρας
Ποιος είναι ο πατέρας των ανθρώπων Προμηθέα;
Γιατί οι πληγές σου δε σε δίδαξαν ακόμη τίποτε;
Διώξε του μύθου τα φαντάσματα
και τα ανύπαρκτα άγρια πουλιά.
Πληγές αιμάσσουσες δεν είναι η θυσία,
η ηρωική έστω απάρνηση
φαιδρών φαντασιώσεων, ο βίαιος αυτοτραυματισμός
που μας προσφέρουν ό,τι ονόμασες ευδαιμονία.
Θα το γνωρίσουμε όλοι αντάμα
το μέγα το συμβαίνον που συνέχει
κόσμο και άνθρωπο μαζί.
Δες τη φρικτή ουτοπία
που ονομάζουμε ιστορία και πολιτισμό,
τα αίματα, τον πόνο, την απάτη,
τις οιμωγές όλων των αποκλήρων
-όλοι μας είμαστε απόκληροι…
Ατένισε μετά το βάθος του εαυτού σου
το άπεφθο το είναι του ανθρώπινου,
το άχρονο παρόν με τη μακάρια γνώση,
με της αγνότητας, της παιδικότητας
και της αφέλειας την όψη…
Είναι τροφή, πηγή, η θυσία που μας συνέχει.

Ακόλουθος
Οι κόρες οι ζωγραφισμένες στον ορίζοντα
οι μαγεμένες μαρτυρίες της συντροφιάς μας
σίμωναν κι αφομοίωναν το χώρο και το χρόνο κάθε απόστασης,
γίνονταν τόσο οικείες στη θωριά μας.
Δίπλα τους, πίσω τους, κοντά και μακριά τους
μύριες μορφές ανθρώπων με παιδεία,
με χρώμα και πολιτισμό απόμακρο
αύξανε ολοταχώς τη συνοδεία.

*
Της γης και τ’ ουρανού τα πλάτη διερράγησαν μακάρια,
διαστάλθηκαν στο φέγγος της στιγμής –αιωνιότητας.
Πώς να πιστέψω το αληθινό, το παραμόνιμο,
πώς να ακροασθώ το μήνυμα
της ουτοπίας της πραγματικής
που μηδενίζει ό,τι άσκεφτα
αποκαλούμε επιβολή;
Μένω ενεός μπροστά στην ιερή
ανάλωση των σωθικών μου.
Οι λέξεις χάνονται,
άχρηστος κάθε λόγος,
κάλαμοι ποιητών στερεύουν
αποδεικνύονται ανίσχυροι…
Είναι η πληρότητα της Αμάλθειας,
το κέρας το τρεφόμενο και τρέφον
χωρίς Κουρήτες αλαλάζοντες
χωρίς αισχρές λεηλασίες ακολούθων,
χωρίς πομπές και θόρυβους
που διαλαλούν ψευδώνυμη ευτυχία.
Αυτός ο κόσμος ο μεγάλος
και υπέρλαμπρος ταυτόχρονα
είναι πέρα απ’ την έκσταση,
πάνω από κάθε στάση
πηγή και φως κάθε στιγμής,
αποκαλύπτουσα αλήθεια,
άρση κάθε διάκρισης
και έγχρονης απάτης.

Θεωρός
Ω κάλλος πέρα απ’ τη φορά των οφθαλμών
πέρα απ’ τη φέξη και τη χάση της ματιάς,
πέρα απ’ την υποβολή των φαινομένων,
άσπιλη αλήθεια που συνέχεις το ουσιώδες
και απομηδενίζεις κάθε ψεύδος…
Ακούω τους διαλογισμούς σου ακόλουθε
κι απομακρύνομαι απ’ το Σάντσο Πάντσα.
Ενωτισμένο βίωμα ο λόγος σου
μετουσιώνει τις πληγές της ιστορίας,
μετεωρίζει κραδασμούς του συναισθήματος,
κάνει το λέγειν έκφραση της αφασίας.
Είναι αλήθεια πως ο λόγος της σιωπής
αποκαλύπτει τα θαυμάσια του υπάρχειν
τα έκπαγλα και τα ατίμητα μυστήρια
-αποκαλύψεις της ωραίας ψυχής,
την προσφορά και τις επάλξεις.
Ποια προσφορά αν όχι τη θυσιαστική,
τη μέγιστη και σώζουσα θυσία
κείνη που προτυπώνουν ήρωες και θεοί των θρησκειών,
που λοιδορούν οι Προμηθείς κάθε εποχής;
Το βλέπουμε, το νιώθουμε, το συνειδητοποιούμε:
Το πλήρωμα το απόλυτο, το αληθινό, το θείο
μόνο η θυσία το προσφέρει η αληθινή,
η ακλινής θυσία που φαντάζει στέρηση, απώλεια, φθορά.
Κοιτάξτε όμως πόσο η φθορά του κόσμου μας
τρέφεται απ’ τη αφθαρσία,
ενωτισθείτε κάτι τόσο απλό.
Η σύγκρουση, η αμάχη και το πάθος
άγει αμείλικτα στον πόνο,
επικαλείται την καταστροφή.
Βαθιά ακόμη πιο βαθιά,
πέρα απ’ τα πλάτη των φθαρμένων οριζόντων,
ανάσσει κάτι πιο βαθύ
-οι λέξεις δεν αρκούν, είναι φτωχές-
κάτι το άφθαστο, το νοητό απόλυτο.
Το είναι μας ειν’ άσπιλο,
φτωχό όταν στηρίζεται στα πάθη
τη μήτρα κάθε εγωιστικής απαίτησης.
Η θυσιαστική θεώρηση
είναι η άπαυστη τροφή του άσπιλου
η ιερή μητέρα των πραγμάτων.
























14. Προμηθεύς και Ατλαντίς
            Απήλαυσα …τις πανωλεθρίες των
            oνειροπολήσεών μου, τυχαίος θεατής
            αυτού που νόμιζα πως ήμουν.
                                            Pessoa

            Θεωρός
            Φιγούρες άσπιλες οι κόρες της παρέας μας
            μορφές που αιωνίζουν κάθε ανθρώπινο,
            σύμβολα ιερά όπως και η μεγάλη συνοδεία τους
            πλησίαζαν ειρηνικά και νιώθαμε
            πως έρχονταν για να μας κατακτήσουν,
            να μας αιχμαλωτίζουν σ’ έναν τόπο χωρίς σύνορα,
χωρίς ανθρώπινες οριοθετήσεις,
            χωρίς δεσπότες, χωρίς δούλους υποφέροντες.
           
            Περσεφόνη
            Ω δεν κατάλαβες ακόμη αγαθέ
πού βρίσκεσαι, τι κάνεις;
Της μοίρας τ’ ακροπάτι,
οι νόθοι της κηδείας λογισμοί,
η σκοτοδίνη των παλιών ονείρων,
πλαστά του ψεύδους προσωπεία,
καταποντίζουν τις υπάρξεις μας
στα τραγικά του κόσμου μας σφαγεία.
Ο πόνος και η δυστυχία,
δάκρυα παιδικών προσώπων,
που ανεμίζουν άσπλαχνα
στις κοσμικές γωνιές του σφρίγους
και της ανάλγητης δριμύτητας,
αγνίζουν κι εξαγνίζουν τις ψυχές
στον ανελέητο λειμώνα της απόγνωσης.
Μόνο ο πόνος και οι πληγές του Προμηθέα
αποκαθαίρουν τη συνείδηση,
απολοχμίζουν το μεγάλο μυστικό,
γεραίρουν την κρυμμένη ομορφιά,
το άκτιστό τους φέγγος –τροφό του λογισμού.
Ήταν ο πόνος μας βαθύς –δέρας του Προμηθέα,
αιώνιοι αδελφοί του είμαστε
και ’γω και η Ίσιδα και η Ευρυδίκη
κι άλλες πολλές υπάρξεις
στον άπαυστο το χρόνο –του Κρόνου μας κατάρα.
Είμαστε όλοι Προμηθείς ταυτόχρονα και θείοι,
φέρουμε ίχνη των πληγών σου Προμηθέα,
μα εξαγοράζουμε τους πόνους των ενιαυτών
κι αυτή η εξορία είναι ατίμητη τιμή μας.
Ναι, πληγωμένοι είμαστε απ’ τη φύση μας
στο βάθος όμως η άσπιλη ρανίδα του υπάρχειν μας
τρέφει τον ίασπι, ορίζει την ανάβλεψη,
εξακοντίζει το άγχος μας στο απόλυτο μηδέν.
Τι ωραιότερο απ’ την εξιλαστήρια θυσία;
Ποιος απ’ τους πραγματικούς θεούς δεν πάσχει;
Ποιο ήτανε το μέτρο, η εξωνίζουσα αφήγηση,
όταν θεοί μας πρόσφεραν τη θεία τους θυσία;[21]*
Έτσι το άγχος γίνεται αγνεία,
γνώση, πραγματική δημιουργία.

Ακόλουθος
Βλέπω τον Προμηθέα το μειλίχιο,
τον έκπαγλο θεωρό των μυστηρίων
να φρίττει, να αγωνιά, να ερημώνεται.
Βάρος τρανό, ανυπόφορο, ανασήκωνε
στον εύδιο τόπο της λαμπρότητας,
το ιλιγγιώδες άχθος του υπάρχειν
στον κόσμο της βαρύτητας και της αναγκαιότητας.
Ποιο είν’ αυτό το χαίνον χάσμα,
ό,τι όλους μας νεκρώνει αντάμα;

Ευρυδίκη
Τι έχεις Προμηθέα μου κι έχασες τη γλυκύτητά σου;
Τι σε βαραίνει τόσο και γονάτισες
στην κοινωνία των ανεμωλίων;
Γνωρίζεις την παλιά σου αδελφή,
κατέβηκα στον Άδη των ερπόντων,
στα δόλια τα τάρταρα του σκότους μας
παρέα με αρχαίους μηχανευτές
και με μαγγανευτές των δούλων.
Γνωρίζω τις ακρώρειες του άγχους σου
την έλξη τη σφαδάζουσα, το βάρος,
μα το άλλο φως που τύφλωσε τα μάτια του Ορφέα μου
-έτσι κατάφερε να δει το κάλλος-
αλλοτινός πραγματικός μας φάρος,
αρμόζει σ’ όλους μας υπέροχα,
καλεί και ανακαλεί στο θάμβος.
Ορφέα μου γλυκέ πες μας τα λόγια σου,
τα θεία λόγια της αμάραντής σου λύρας.

Θεωρός
Κόπασε κάθε κίνηση και σκέψη:
η λύρα του Ορφέα
καθήλωσε κάθε συμβαίνον,
έγνεφε σα ζωγραφιά αιωνιότητας,
χάδι της μουσικής πανάρρητο και λάλον,
ύδωρ αθανασίας με αστείρευτη πνοή
που μάγευε θηρία και αθώα ζώα
άγριες και ήμερες ψυχές
ψέλλισμα των αιώνων…
Όλοι ανάβλεψαν στο ύψος μιας κορφής
ολόανθης και θεϊκά πλασμένης
¤κεÝ δέ χρόα ² ¤πανθοèσα κάλλος.[22]*
Ο Ορφέας έστεκε λαμπρός
τη λύρα ετοίμαζε προσεκτικός
κι άρχισε να σιγοκατεβαίνει.

Ορφέας
Ταξίδια μακρινά με περιέλουσαν
μ’ άφραστης ομορφιάς τις ανεμώνες
καθώς ολοφυρμός, πόνος και δάκρυα
ράβδιζαν της ψυχής μου τους λειμώνες.
Αναζητούσα την αιώνια ερωμένη μου
η ψεύτικη ομορφιά έκρυβε φίδι,
φίδι αθώο, πεινασμένο και αμέριμνο
που κόστισε στην Ευρυδίκη την οδύνη,
το θάνατο, το χωρισμό τον άπληστο
που απορφάνεψε των ήχων μου τη σμίλη…
Του Άδη τα σκληρά φατνώματα προσπέρασα
και να μπροστά στην πύλη…
…κι όταν η θεϊκή σκιά παραχωρήθηκε
τυφλώθηκα απ’ του πόνου την οδύνη:
περίμενα να δω την Ευρυδίκη μου
δεν αξιώθηκα το μέγα δώρο,
η πλέρια ομορφιά δε φαίνεται,
την κούρσεψαν οι αγλαές καμπύλες,
μ’ αποκαλύπτεται σε όλους απερίτμητα
στο μαγεμένο περιδέραιο της κρήνης
της κρήνης που επιδαψιλεύει ακένωτα
άφραστης εμπνοής γαλήνη,
ερωτική, υπερερωτική, μακάρια
των παλαιών των τέκνων της οδύνης.
Ειδωλολάτρης άνους ήμουνα
κι οι νότες μου ευχάριστα ηχούσαν
χωρίς να συνεπαίρνουνε τα τρίσβαθα
των πολυάριθμων αοιδών που ακολουθούσαν.
Της Ευρυδίκης η σκιά μου αποκάλυψε
τη θεία μουσική του υπερπέραν,
την αθωότητα, της όψης τη λαμπρότητα,
των ήχων, των χρωμάτων την αιώνια μέρα.
Ό,τι μεγάλο και ιερό στον κόσμο μας
η μουσική δεν το εκφράζει,
το δείχνει ταπεινά, ανεπιτήδευτα
και χάνεται, σιωπά, αναβλαστάνει.
Το έσχατο, το μέγα έσχατο του κόσμου μας,
το πρώτατό μας είναι, η πεμπτουσία,
βρίσκεται πέρα, μακριά από τα σύνορα,
είναι η θυσιαστική λατρεία.
Θυσία αληθής και αμετάπτωτη
θυσιάζουσα τον άμωμο εαυτό της
για την τροφή-ανατροφή του κόσμου μας,
το κάλλος το απόλυτο, η ωραιότης.
Παιδεύει ειρηνικά την έκσταση
του Διόνυσου και των αιώνιων οπαδών του,
αγνίζει υπέρλαμπρα το φως του Απόλλωνα
πλάθοντας άχραντο μέλος ερώτων,
θείων ερώτων που αγνίζονται
ως έκφραση υπερκόσμιας αρμονίας
που μας αποκαλύπτει μουσικότατα
το απόλυτο κάθε επιθυμίας.
Να πώς το άγχος κτίζει πάναγνα
τη μυστική την Ατλαντίδα
ό,τι ο Προμηθέας και οι φίλοι του
δεν αναζήτησαν, δεν είδαν.
Φτωχός εγώ και η Ευρυδίκη μου
δεν είμαι ο μύστης καμιάς μελωδίας,
είμαστε απλά το σύμβολο, η έκφραση
            της πανανθρώπινης παναρμονίας
στη θεία Ατλαντίδα την υπέρλαμπρη, την έκλαμπρη
των πάροικων, των ναυαγών της ιστορίας…

Θεωρός
Ξώθερμα ζούμε τη ζωή
δε μπήκαμε στον Άδη της
ούτε στις παραδείσιές τις υποσχέσεις
είμαστε στερημένοι και το ξέρουμε,
είμαστε μολεμένοι οφειλέτες…

Βεατίμα
Είναι το βάρος της αναγκαιότητας
που μάς κατασυντρίβει,
αλλά η ανάγκη φυγαδεύεται απ’ την πειθώ
της έμφρονης περίσκεψης[23]*
κατά τους λόγους του Αθηναίου.

Προμηθέας
Το όνειρό μου τέλειωσε
κι άγχος ανέκφραστο με κατακλύζει,
η λύρα του Ορφέα, παναρμόνια,
των κόρεων το κάλλος
των παροικούντων οι πνοές,
μοιάζουν πλαστά ειδώλια…
Άγχος και άλγος πάνφρικτο η βρότεια ζωή,
να η δημιουργία  η ανθρώπινη,
καρπός της η σκληρή δυναμική
άπληστων όντων με ακένωτη πνοή.
Ο κόσμος μας ο τόσο μαγικός,
της παιδικότητας  οι απαρχές
-παρθενικές τις ονομάζουν οι θνητοί-
και οι μύριοι κόσμοι των ονείρων μας
με τη συμβολική, το μύθο και τα παραμύθια
βίαια αρπάχτηκαν απ’ τη δίνη του άγχους,
καταποντίστηκαν ως πλαδαρά ψιμύθια.
Είναι δεινός ο κόσμος σας,
κενός, μηδενικός και μυστικός μαζί.
Με αιχμαλώτισε, ναι, απερίσκεπτα
ως βίαιη κι αιφνίδια καταιγίδα,
η μαγγανεία του ήταν ψεύτικη υπόσχεση
που  μάγεψε για λίγο της ψυχής μου μια ρανίδα.
Ω ωκεάνιε πειρασμέ του άγχους,
ω παραλυτική του δύναμη…
Το χάος που εισβάλλει μέσα μου
σπαράσσοντας τα δόλια σωθικά μου
-να οι πραγματικές πληγές μου-
δε θα με κάνει τέκνο αιχμάλωτο
της άσαρκης κυριαρχίας κάποιων πλάνων.
Μα μένει άλλος δρόμος γύρω μας
αν λογιζόμαστε, αποφασίζουμε και πράττουμε,
αν δεν αποτινάξουμε τη φρικτή μας δουλεία;
Τι άλλο μένει; Η δουλεία, η τυραννία
της ανάγκης και της φύσης
δεν ειν’ ο κλήρος μας ο αληθινός.
Το άγχος το υπαρξιακό μετουσιώνεται  σε δύναμη
σε λόγο επινοητικό που αποφασίζει
κι όχι σε νόθο λογισμό των παραισθήσεων
που πλάθουν δυστυχία και οδύνη.
Το ξέρω πως ο δρόμος είναι τραγικός!..
Το διακύβευμα είναι μέγιστο, η μοίρα του ανθρώπου
κι ας τορπιλίζεται συχνά απ’ την άγνοια
κι απ’ την ομίχλη του μετώπου.
Η καταδίωξη που τόσο τρόμαξε όλους μας,
η τύφλωση, η ακηδεία και η αδυναμία
πρόσκαιρη κρίση ήταν, χάθηκε,
την εξαφάνισε η ιστορία.
Ανασηκώνομαι, τα μάτια ξαναβλέπουν
δυνάμωσαν για πάντα οι κλειδώσεις μου
τα στιβαρά μου χέρια ανυψώνουν
το ζωοδότη μας πυρσό που κατατρόπωσε
το φόβο, την αμάθεια, τις πτώσεις.

Θεωρός
Ανάρρωσες πραγματικά ω Προμηθέα
ο χθεσινός μας άρρωστος και ο κυνηγημένος
από δυνάμεις χαλκευμένες απ’ τα χέρια σου,
τα χέρια των δικών σου παινεμένων;
Δε γνώρισες καλά την Ατλαντίδα μας,
το Νέο Κόσμο τον ονειρεμένο,
δεν ενωτίστηκες την υπερκόσμια μουσική του
κι αυτό είναι ακόμα πιο σκληρό, πιο τραγικό.
Γνωρίζοντας καλά, αναγνωρίζεις,
αναθυμάσαι εύψυχα τον άληστο
και αμνημόνευτο εαυτό
κι έτσι συγκοινωνείς με την αλήθεια,
το ιερό, το αδαπάνητό της μυστικό.

Ακόλουθος
Ανασηκώθηκε ο ταγός, ντύθηκε το χιτώνα του
κι έβαλε αποφασισμένος τα σανδάλια του.
Αντίκρισε το πλήθος των παροίκων και μειδίασε.
Το φως του κατοπτρίστηκε διάπλατα,
η απόλυτη στιγμή τον τόνωσε ακόμη περισσότερο,
η οδυνηρή σιγή τον πλήρωσε
κι έγινε δύναμη και οπλισμός του.
Δεν άρπαξε κάτι το άγνωστο
η γνωστική λατρεία ήτανε σκοπός του,
μα ορμητικός και πλέρια αδίστακτος
αναμετρήθηκε ξανά με τον εαυτό του.
Ανάλαφρος, ξεκούραστος κι αέρινος
δρασκέλισε τα πρώτα ποταμάκια
ύψωσε πόδια με ελαστική κινητικότητα,
άπλωσε χέρια  με παλμό και δύναμη,
θέριευε ήρωες παλαιάς μυθολογίας
καθώς ανάριος κι ολοπόρφυρος
γινόταν νέος πυρσός εποποιίας.
Θα ’φτανε πιο ψηλά, στα όρια
θα ξεπερνούσε φως και σκότος,
θα αποδιαστελλότανε ανάερος
ως νέας ζήσης ήρωας πρώτος.
Μάκραινε και μεγάλωνε ο ίσκιος του,
αγκάλιαζε τα μήκη και τα πλάτη,
μείχτηκε πάλι με σκιές και σώματα
ανθρώπων της θανής και της απάτης.
Δεν πρόφτασα να δω το τελευταίο σχήμα του,
άκουσα μόνο τη φρικτή φωνή του,
φωνή που ακουγότανε μακάβρια,
βαθύ συγκλονισμό της ύπαρξής του.

Προμηθέας
Γιατί με απειλούν πάλι σκιές και πτώματα,
ο πόνος των ανθρώπων της εσπέρας;
Γιατί οι πολιτείες οι ανέμελες
κρύβουν τον πόνο ανθρώπων της ημέρας;
Σοφά εντευκτήρια, βιβλιοθήκες, εργαστήρια
υψώστε τη στεντόρεια τη φωνή σας
πανώρια γνώση ολοδύναμη
ρίξτε το φως στο σκότος της ψυχής μας…
Γιατί θωρώ τις γειτονιές, τα παραπήγματα,
πραμάτειες εργολάβων στις γωνίες,
σκανδαλοθηρικές φωνές που υπόσχονται
ποινές σε αδίκους, ψευδή ελπίδα και δουλεία
όσων αισθάνονται απόκληροι και ανύπαρκτοι,
άθλια απορρίμματα στην  ιστορία;
Βλέπω πολλά σκιάς φαντάσματα
αλλά και ένδοξα επιτεύγματα ευφυίας,
λαμπρά οικοδομήματα, τερματικούς,
οθόνες στα χρηματιστήρια
άψογους διαδρόμους στα αεροδρόμια
υπέρλαμπρα ταχύπλοα με μάκαρες
που γράφουν τη δική τους ιστορία,
σε κοσμοπόλεις με τα τεχνητά νησιά και αναψυκτήρια
με σύγχρονα πανήψυλα και φίλια πανδοχεία,
όπου Κροίσοι και μεγιστάνες της νεωτερικότητας
μοιράζονται με πληρωμένες πόρνες τη λαγνεία…
Βλέπω τις στέπες να χλοϊζουν με χαμόγελα,
δούλους εργάτες να μουγκρίζουν σα θηρία,
καθώς εκλεπτυσμένα μηχανήματα
εξαγοράζουν την ανθρώπινη δουλεία.
Αλλού, πιο πέρα, πιο μακριά, απόμακρα
οχλαγοή, κουκούλες, λοιδορίες
και διαμαρτυρίες διεκδικούντων δικαιώματα
κτιρίων καταλήψεις, φωτιές, οδομαχίες
κι άλλα φρικτά, ακόμη πιο φρικτά, φρικτότερα
που γελοιοποιούν την ιστορία.
öψις Žδήλων τά φαινόμενα[24]*, πυριφλεγή νομισματοκοπεία
σκιάζουν όλο περισσότερο
τον κόσμο και τη μεθοδεία
της γνώσης της παμπόνηρης, της ύπουλης,
τους άσσους τους κρυμμένους στη μαγεία
μιας άγνωστης κι απόρθητης συνθέτουσας
που ονομάζεται ανθρώπινη μωρία.

*

Ακόλουθος                             
Ήταν εκεί πολιτικοί πολιτικάντηδες,
άρχοντες των αυλών, κόλακες και ντελάληδες,
κάθε πραμάτειας και βιτρίνας λαμπερής χαμάληδες,
ιερωμένοι, πρίγκιπες και κουλτουριάρηδες,
‘‘δεξιοί’’, ‘‘αριστεροί’’ παλιάς και νέας απάτης αλαλάζοντες,
ζητιάνοι δυστυχείς και κατεργάρηδες
ποικίλοι αστέρες της οθόνης ανακράζοντες
άρχοντες μαργαριταριών περί πολλά τυρβάζοντες,
παπαγαλάκια αγορών, παράγκες και σχολάζοντες,
όλοι τους μασκοφόροι διασκεδάζοντες…
Κατάλαβαν το ψεύδος της γιορτής
και της απάτης που ’στησαν στους εαυτούς τους,
τρέπονταν σε φυγή
αναζητώντας νέες μάσκες να κρυφτούν
κι  ήρθε σκληρή η απάντηση στα ψεύδη τους:
ερείπια, καταστροφή, ολοθρεμός, θανή…
Ξέχασαν τις παλιές τους μάσκες τις τερπνές
κι είδαν με πόνο πως οι νέες ήταν κάλπικες,
το παραμορφωμένο εγώ τους ήτανε γυμνό,
οι λεοντές κατέπιπταν, τους γελοιοποιούσαν.
Όλοι μαζί, καθένας χωριστά, αμύνονταν,
έκραζαν σε βοήθεια κι επιτίθονταν
αδημονούσαν και προετοιμάζονταν,
μα η καταστροφή, βίαιη και απρόσμενη
τους τύλιγε στους άσπλαχνους πλοκάμους της
χωρίς διάκριση, χωρίς οίκτο, αμείλικτη.
                                    *
Θυμήθηκαν την Ατλαντίδα την υπέρλαμπρη,
παλιών ονείρων, παιδικών στιγμών υπόσχεσες
κι έσπευσαν να τη δουν στα ωκεάνεια βάθη…
Θα ’βλεπαν κει κι άλλες μορφές υπέρτατες
μακάριες όψεις της Μαχαμπαράτα,
της Ραμαγιάνα[25]* τα υπέροχα τα θήλεα,
πανσέληνης γοητείας σώματα και γραμμές,
της Σάχτι ολοπνοές που μοσχομύριζαν αιωνιότητα,
των Τάντρα ευγενείς υπάρξεις αγνισμένες
του Σαχτισμού σύμβολα άφθαρτα
του Ντάρμα[26]* αιωνίζουσες υπάρξεις…
Κι άλλες πολλές του μύθου αλήθειες
που ακραγγίζουν τις αιχμές του λόγου
κι ορθώνουν κάλλος άφθιτο, υπέροχο
το μέγα χάρμα των αιώνων.   

Θεωρός
Ο Προμηθέας ο ταγός ο ένδοξος
μονολογούσε με μοναδική υστερία,
μεγάλωνε η φωνή του, σκιαζότανε
αντάμωνε την κρύφια ιστορία
του άλγους και των στεναγμών
της φρικτής μόνωσης
στ’ άπληστα μονοπάτια της δουλείας,
στις φούσκες ιδεών που αποπλάνησαν
το πλανεμένο εγώ της μαθητείας,
σε κόσμο σκοτεινό που φάνταζε
ως βέβαιη λεωφόρος ευωχίας.
Μεγάλωνε η σκιά του, ενωνότανε
με έργα-πράξεις της δικής του ιστορίας,
αποδιαστελλόταν, σκούραινε επικίνδυνα
μακριά απ’ τους πάροικους της Ατλαντίδας.
Ο ίσκιος του διδάχου κάπου χάθηκε,
λαβύρινθος στενός, πλόκαμος τερατώδης,
περιέσφυξε της γης τα πέρατα,
μαρτυρικός δακτύλιος, αγχώδης.

Γινότανε αιθαλομίχλη αποτρόπαιη
οπή αζώτου που κατάστρεφε το κλίμα,
βομβαρδισμοί ανηλεείς σε πόλεις και κρυσφύγετα,
θύματα αμέτρητα,
βίαιου σπαραγμού, θανάσιμη βιτρίνα
του άφαντου, του σπαραγμένου Προμηθέα μας
που δέθηκε στη φονική μανία
επιστρατεύοντας τέλεια μηχανήματα, αυτόματα,
απίστευτης τελειότητας χαλκεία.

Η σκοτοδίνη ακολούθησε ως θύελλα
η γη δοκίμασε τη δύναμη των σωθικών της,
του Προμηθέα η απέραντη σκιά  ενώθηκε
            με τους καπνούς, τις οιμωγές, τους σκοτωμούς
και τους θιασώτες
μιας άλλης βλέψης άγνωστης, αθώρητης
στους άναυδους τους πάροικους της Ατλαντίδας.     

Ήταν εκεί, μόλις που διακρίνονταν
στις εσχατιές, νέες σκιές, οι μασκοφόροι,
της παλαιάς οθόνης τα φαντάσματα
μαέστροι, δάσκαλοι και αχθοφόροι.
Όλοι, ένθεοι ακόλουθοι του Προμηθέα μας,
τινάζονταν εδώ και κει ως φυγάδες
έστηναν αναχώματα με  ό,τι έβρισκαν
μα χάνονταν στη δίνη των οβίδων τους
οβίδων που μας θύμιζαν τις συμπληγάδες,
με ήχους και κινήσεις αλλοπρόσαλλες
που  ξεπερνούσαν και στο πάθος τις Μαινάδες.
Ξέφρενη η καταστροφή όλο πλησίαζε,
η Ατλαντίδα μας θα αφανιζόταν μόνη
θα εξαφανιζόταν η ατίμητη η μήτρα της,
θα μέναμε παντέρημοι και μόνοι.

                                    *
Ο εγελιανός απόμακρα τράβαγε τα μαλλιά του
καθώς καπνοί και θραύσματα τον κύκλωναν
και κλόνιζαν τα φρούδα όνειρά του…
Οι ωστικές δυνάμεις, άγρια θύελλα,
πλησίαζαν, πλησίαζαν την Ατλαντίδα,
γινόταν χαίνων και συμπαντικός ωκεανός αμείλικτος,
πρωτόγνωρη, άπληστη καταιγίδα.
            Την απειλούσανε με τις δονήσεις τους
άρχισαν να μολύνουν τον αφρό της,
τις κόρες της, τους πάροικους, τους άγνωστους,
τον κάλλιστο, αρχέγονο εαυτό της.
Θα χάνονταν η αγαπημένη Ατλαντίδα μας
απ’ τα δηλητηριώδη αέρια, απ’ την ορμή τους,
δε θα σωζότανε η νήσος των ονείρων μας
ο άχραντος ο τόπος της ψυχής μας…

Όλοι μας όμως περιμέναμε τη λύτρωση
στης Ατλαντίδας την ανέσπερη ημέρα…
Ανέκφραστη μακαριότητα, βυθίστηκες
στο φως της άφθαρτης Ημέρας
για να φωτίζεις πάντα αδιάστατη
την πάχνη και το σκότος κάθε μέρας.

Ακόλουθος
Το τερατώδες, το ζοφώδες, το παράδοξο
τελείται εσαεί, είναι οδυνηρό συμβαίνον.
Τι είδα κι αφυπνίστηκα ο άμοιρος
ο δυστυχής ακόλουθος των φαινομένων;
Όμως, πιο πέρα, πιο μακριά, ναι, στα ενδότερα,
στους κόσμους της αόρατης θητείας
εκεί που το υπάρχον αναλίσκεται
εγγράφεται το μυστικό της ιστορίας.
Οι σεισμικές εκρήξεις του πλανήτη μας,
οι μέγιστες αναμονές των απαρχών μας,
το καταστροφικό τσουνάμι της απόγνωσης
η δίνη στεναγμών που δεν τελειώνουν,
γκρεμίζουν υπολογιστές και σύμβολα,
συμπαρασύρουν άνθρωπο και γνώσεις
στον τραγικό συρμό των αναλώσεων
στη λήθη των αφετηριών της γνώσης.
Μείχθηκε ο Προμηθέας με τα έργα του
ο ίσκιος του μακριά έγινε σκότος,
σκότος ανήλεης ανάλωσης
στο χαλασμό και στον ορυμαγδό των γεγονότων.
Θα ανέτελλε ίσως ολομόναχος
άγνωστος και αληθινός δραπέτης
με νέα ζέση και απόφαση
σ’ άλλους λαούς, πολιτισμών δεσμώτης.

*
            Η Ατλαντίδα μας άρχισε να βυθίζεται
στα παγερά νερά της ιστορίας
φαγώθηκε απ’ τους άπληστους τους πλόκαμους
ανθρώπων καταστροφικής μανίας.
Χάθηκε απ’ τη επιφάνεια του γίγνεσθαι
απ’ τα ειδώλια πλάνων επιτευγμάτων
κανένας στεναγμός, καμιά οδύνη δεν την αναζήτησε,
άραξε στους βυθούς των συντριμμάτων.
Κανένας δεν εντόπισε τα ίχνη της,
άλλες οι μέριμνες των κατοικούντων
τη γη με τις ανοίκειες αντιφάσεις της
τις ιαχές θριάμβου και του πόνου,
αυτής της δόλιας αντίστιξης
που κατατρύχει κόσμο και υπάρξεις.
Πόνεσα κι ακολούθησα την κάθοδο
μου ’γνεφαν από κει οι ώριες κόρες,
οι ιδαλγοί, οι πάροικοι, οι επήλιδες
όλοι οι εξόριστοι της πόλης.
Τους βρήκα απαλά και ανασκίρτησα
ήταν και η δική μου ιστορία,
η ιστορία που δε γράφεται σε δίπτυχα,
στις έρευνες και στα γνωστά μνημεία.

Ω ναι, την ανακάλυψα πανέκθαμβος
την πολιτεία τη λαμπρή και τη μεγάλη
την αδιάστατη αντίστιξη του Ηγήτορα
την πόλη την αόρατη, κρύφιο μαργαριτάρι.

Βυθίζεται και θυσιάζεται:
τρέφει έτσι πάντα τους ανθρώπους
γίνεται νύξη, πράξη και αλήθεια
σ’ όλους της γης τους στρατοκόπους.
Την απωθούν, αυτό ’ναι βέβαιο,
μα κάποτε θα την ανακαλέσουν
τι, πιο βαθιά, αν δούμε την αλήθεια,
είναι η αιώνια η τροφή μας
κι ας μη βλέπουν.
Βυθίζεται αιώνια κι αναφαίνεται
πορίζει τα αλλοτινά σημεία
σημεία φέγγους και ανάβλεψης
στην τραγική, στη δόλια ιστορία.

Παρέα μυστική και συνακόλουθη
χωρίς ίχνος φθοράς, αληθινή μαγεία
μου ’γνεψε κι αναγνώρισα ο δύσμοιρος
πως είναι αρχαιότατη θητεία,
αγνή, αγέννητη και άφθαρτη
μήτρα των μύχιων λογισμών μου
το εγγύτατο, το κρύφιο το είναι μου
ναι, η παντοτινή μαρμαρυγή μου.
Το προμηθεϊκό στοιχείο μας γυμνώθηκε
είναι η επιφάνεια του ψεύδους,
οδυνηρή κοιλάδα ψευδαισθήσεων
ανήλεη αλαζονεία του έλους.
Τυφλοί στον κόσμο και στη μάθηση
έχουμε την ανάμνηση του φέγγους,
το ¤ξαίφνης που μας επισκέπτεται
-ατίμητη αναθωριά του ελέους.                                             

























15. Παλίμψηστον
                                    Ιλιγγοέλικτη αφασία
                                    του αινίγματος τα χείλη…
                                                Παπαδίτσας
Θεωρός
Πέρασαν χρόνια, αιώνες ατελεύτητοι
στης Ατλαντίδας μας την αναφή θωπεία.
Ήταν οι πάροικοί της αγεωγράφητοι,
άφθαρτοι απ’ της ιστορίας την τυραννία.
Κει χαμηλά, ψηλά, μακριά, κοντά,
δεν ξέρω πού ακριβώς
γιατί δεν εντοπίζεται,
κάπου στις παρυφές
άπλωσα παλαιό χειρόγραφο
κατάμαυρο απ’ τους καπνούς, τα σκότη
κι από τη δίνη των καταστροφών.
Παλίμψηστες γραφές που ανανέωναν
ύστατες βλέψεις των παιδιών του Αιώνα,
πάπυρος παλαιός,
αρχαία γραφή που ευαγγελίζεται
το λάλον άβατο των μυστηρίων.
Γραφή φαινόμενη, κρυπτόμενη,
ξανοίγεται ολάνθιστη,
την παραθέτω και την εμπιστεύομαι
στους κρύφιους ανέμους της ψυχής
σε κάθε νοσταλγό και ιδαλγό.

Χρόνοι, καιροί, αιώνες και χιλιετίες
θόλωσαν τις αισθήσεις μου, αμαύρωσαν το νου μου
στης σκοτοδίνης τους καιρούς
στις θύελλας τα σκότη και τις απειλές.
Πυρίκλαυστη συνείδηση και εξουθενωμένη
περιπλανήθηκα σε ακροπόλεις και τεμένη
σε ράχες ωκεάνιων κυμάτων, σε δρυμούς
σ’ άσπλαχνες ζούγκλες, σε ανθρώπων πολιτείες
μετά κάθε διωγμό, οδύνη, πάθος και ληστείες.
Μόνος εδώ σ’ ένα ακρονήσι
είδα ό,τι τα μάτια δε μπορούν να δουν
άκουσα άλαλα ακροάματα, το λάλον ύδωρ,
άγγιξα το ανέγγιχτο, το αναφές, το θείο.
Παραμυθάκια για παιδιά θα πουν πολλοί
-και είναι-
αν το παιδί είναι πατέρας του ανθρώπου[27]*.
                       
                                    *

Ξανθά αγγελάκια λεπτοπρόσωπα
με μάτια που ανάδιναν αγνεία
μούσες, παρθένες, Νηρηίδες, χάριτες
και νεραϊδίτσες των δρυμών
σμάρι πολύχρωμο με απαλές υποσκιάσεις,
αέρινοι χρωματισμοί, ευήκοες οσμές,
αδιάστατη εμπειρία του χρόνου,
των καιρών, των αλλαγών
αγκάλιαζαν πλέρια τις ακρώρειες
του νου, αισθήματος, των λογισμών…
Πλησίαζαν, κατέβαιναν ανάερα
σκορπούσαν άυλα μύρα και ροδόφυλλα
με περικύκλωσαν ειρηνικά
μου αποκάλυψαν το μυστικό τους.

                                    *
Άυλη ομορφιά που μας καταποντίζεις,
εξαίσια σύμβολά σου που μαρμαίρουν κάθε εμπνοή,
μύθοι αρχέγονοι και παραμύθια των αρχαίων ημερών,
υπάρξεις ένσαρκες που αποδεκατίζετε ειρηνικά το νόθο λογισμό,
πέλαγος του καλού που κατακλύζεις
ευγενικό συναίσθημα –μήτρα του λόγου,
σας ακροάζομαι αιώνια-συναιώνιός σας είμαι
και στρέφομαι στο κάλλος.

                                    *
Τα βλοσυρά φαντάσματα του χθες και του προχθές,
οι καλικάντζαροι και οι σκηνές του μίσους,
μακάβρια πτώματα και οιμωγές,
καπνοί, σφιγμοί, τριγμοί και όλεθρος
φρικώδη και παράδοξα που είδαμε και βλέπουμε
είναι σκιές, σκεβρώματα
κακέκτυπες απομιμήσεις του ωραίου.

*
            Ο ουράνιος χορός που μας πλησίαζε
στάθηκε μπρός μου και ξεδίπλωσε
ένα μεγάλο, παλαιό, μυστηριώδη πάπυρο,
αυτόν που μου αποκαλύφθηκε…
Ήταν εκεί μύρια ιερογράμματα
σημαίνοντα ιερόγλυφα,
σύμβολα παλαιάς γραφής
φωνητικά αλφάβητα
απρόσιτα σε κάθε βλέμμα περιέργειας.
Οι άρπες ανεμώλιων πνευμάτων που παράστεκαν
αστράφτιζαν την επιφάνεια
-ο πάπυρος ήταν παλίμψηστο…
Άτεχνος αναγνώστης
αδυνατούσα να διαβάσω, να κατανοήσω
μέχρι που το υπέρτερο μου αποκαλύφτηκε.
Πνοές ανεμωλίων που τριγύριζαν,
που επισκέπτονταν τα σωθικά μου
έξυναν το παλίμψηστο, τα ροκανίσματα ανέμιζαν,
σωρός σελίδων αποκαλυπτόταν
-ήταν αιώνιο εύρημα
που ’δινε την πνοή στον παριστάμενο
εύδιο χορό των ασωμάτων.
Οι ήχοι ελαφροχόρευαν
γλυκιά παναρμονία αιώνιων φίλων,
            χρώματα, όψεις, λογισμοί και συναισθήματα
ανάδιναν τη γλυκυτάτη ενθυμία του παντός
όσο κι αν πίσω μας οι σκοτεινές σκιές και τα φαντάσματα
νόμιζαν πως θριάμβευαν στης ιστορίας τον αχό της φρίκης,
στου Κολοσσαίου τις ανάλγητες κραυγές.

                                    *
            Ήμουν εκεί, δεν ξέρω πού…
Στο χώρο τον ατέλεστο,
στη γλυκυτάτη μελωδία του παντός,
στην άπειρη εγγύτητα του κάλλους
με θείο ιερόγραμμα την Ατλαντίδα
την πνέουσα, τη θάλουσσα, την καταδυομένη.
Είναι οι ψυχές μας Ατλαντίδες
κι ο Προμηθέας έπεται ως τραγικός Επιμηθέας.
Ήταν τα σπλάχνα του χαμένου μου εαυτού
που έναγχος ξεκίνησα να ξαναβρώ,
θραύσματα αρχέγονου φωτός
φρικτά κρυμμένα στα απόβλητα
και στην αποφορά της ιστορίας,
ο μόνος, ο μοναδικός μας θησαυρός
που ολοπλουμίζει απερίληπτα
τον πάροικο, τον ιδαλγό, τον αγνοούμενο.
Δικές μας ήταν οι θεσπέσιες οι μορφές
και ’γω ο ταπεινός ολοδικός τους…
Άκουγα, μόνο άκουγα, ίσως να διάβαζα
τους ήχους του παλίμψηστου και των ανεμωλίων.
Οι φθόγγοι του κειμένου έλεγαν:


Προμηθέας
Άγχος βαρύ καρδιάς στημόνι
που κατατρώς το λογισμό…
συ παραλύεις τη συνείδησή μου
νεκρώνεις της ψυχής τη θέα,
τυφλώνεις κάθε όνειρο γλυκό.
Θάνατε της ψυχής που μηδενίζεις
αίσθηση, νου και λογισμό
στην άβυσσο που αποδεκατίζει
άγγελους, άνθρωπους, θεούς
στο μέγα έρεβος ανυπαρξίας
στης κόλασης τον άθλιο παιδεμό.
Δε θα παραδοθώ ποτέ σε σένα
-σκέβρωμα με θωρείς της απειλής σου-
θα κινηθώ παράλυτος, τυφλός,
αποκαϊδι της οργής σου
κλαδί αποφθαρμένο και σκληρό.
Ιππότης της τιμής[28]* εγώ θα γίνω
με θυρεό τον άφθαρτο πυρσό,
πράξης και δράσης παλαμάρι
δημιουργίας έμβασμα ιερό.
Θα βγω μπροστά,
θα τρέξω, θα κινήσω
τη γη μα και τον ουρανό
με λάφυρα πολλά
διάνοιας και δράσης
ενάντιά σου άγχος ιερό.
Θα γίνω βασιλιάς της δράσης και της δίνης
της τέχνης και της επιστήμης,
θα οπλίσω τους ανθρώπους δυνατά,
αχρείαστοι οι θεοί
που εμπορεύονται το άγχος
κι όλων των ακροπόλεων τα ιερά.
Τι κι αν επισυμβαίνει η πλήξη;
Είναι ανάχωμα δοκιμασίας ισχυρής
που επιστρέφει στη ζωή της δράσης
και στην αγκάλη δημιουργικής αλκής.
Πανώριες οι αστραπές της  ιστορίας
σε αντιμάχονται χωρίς κανένα δισταγμό,
δε θέλουν να γενούν οι πολιτείες
μακάβριο κοιμητήριο ζώντων βροτών.
…Κι όμως η δύναμή μου και το φως μου
διακυβεύουν κάτι ιερό
που αν παραβλεφθεί αφρόνως
άγει σε κοιμητήρια αναλωτών…
Ω, θα παλέψω πάνοπλος, γενναίος
για μένα, για τον Άνθρωπο Δημιουργό
χωρίς θεούς δημιουργούς απάτης
που μας σκαρώνεις άγχος βλοσυρό.

*
Άγχος μας, σκιάχτρο φρικιαστικό,
ω φάντασμα που μας τρομοκρατείς
για να γεννάς τα παραμύθια με τον Κρόνο
περίκαλλους ναούς διαστροφής
της δημιουργικής διάνοιας και ευπραξίας
στον κόσμο της ανθρώπινης βιωτής.
Θα σε συντρίψω κι ας λες πως ματαιοδοξώ,
είναι η άμμος και τα υλικά πραγματικά
κι ας πέφτουν κι ας γκρεμίζονται κι ας διαψεύδουν,
είναι η μοίρα της ανθρώπινης φοράς,
η μόνη τραγικότητα η αληθινή
καθώς η τραγωδία γαλβανίζει την επιτυχία.
Δε βλέπω άλλο δρόμο να τιμάει
των αδελφών μου ανθρώπων τον ξεριζωμό
στης ιστορίας-κοινωνίας τα πελάγη
στης άγριας Ειμαρμένης τον παραδαρμό.


Ίσις
Δε γνώριζα τα ύστερα του βίου μου
μόνο μια άμωμη πληροφορία.
Ο Όσιρις και εγώ εγνωριστήκαμε
πριν από κάθε έγχρονη θητεία.
Το αιώνιο στοιχείο μας δραπέτευσε
από του θείου Πλάτωνα τη ενθυμία
            έγινε αέρι, αστρική λαμπίδα και πεφτάστερο
            σύμβολο μυστικό, του κόσμου μας θωπεία.
Δεν είμαστε οι δυο μας ολομόναχοι
απ’ τα συμβαίνοντα στο δύστυχό μας κόσμο:
γευτήκαμε τον πόνο του κατάκαρδα
κι αυτό εξαγιάζει και το χρόνο,
το χρόνο της φθοράς τον αδυσώπητο
που τρέφεται απ’ την άσπιλη αγνεία
γιατί τροφή τρεφόμενη το άσπιλο
αποκαλύπτει μια αιώνια μαγεία,
μαγεία μυστική ψυχών που ολοφύρονται
και που στο βάθος τους κρυφατενίζουν
τον ήλιο τον υπέρλαμπρο κάθε ανάβλεψης
το φως το αιώνιο που ενώνει άπαυστα
νου και καρδιά, περίσκεψη και λόγο.

Ευρυδίκη
Ω θυσιαστική λατρεία γης κι ουρανού!
Άυλη ραφή της ύπαρξής μας…
το είναι της το απόλυτο, το άμωμο
η αδιάψευστή μας προσφορά,
η θεία μαρμαρυγή κόσμου κι ανθρώπου.
Είσαι μοναδική παραδοξότητα ζωής,
θνήσκεις κι ανίστασαι
γιατί το θνήσκειν σου τρέφει το ζην…
Αυτόκλητη περίσσεια και πληρότητα
συνέχουσα ανθρώπινο και κοσμικό
κατανοείς τον Προμηθέα, τον Επιμηθέα
γιατί το φως και οι σκοτίες τους
 σένα επικαλούνται άθελά τους,
αποκαλύπτεσαι ως Ατλαντίδα ιερή,
ως χώρα ζώντων
πέρα απ’ τους τόπους και τους χρόνους ψευδαισθήσεων,
θυσία, αυτοθυσία, προσφορά,
δωρούμενο δώρημα,
ποίμανση ποιμαινομένη
επιθυμία επιθυμούμενη,
θητεία στην αθανασία
ουσία ζωής, Ζωή,
πηγή μακάριας μουσικής…
                       
*
            Το έγκατο, το έσχατο, το πρώτιστο
            δε συνειδητοποιείται.
Χανόμαστε στα χθαμαλά, στα πρόχειρα, στα εύκολα
στα λογικοφανή, στα καταστροφικά, στα οθνεία.
Μαντάρουμε τα ψεύδη μας
και τα αρμόζουμε,
μάσκες και όψεις του Εγώ μας
που καταθέλγει τη σοβαροφάνεια
τον άπληστο και άστατο εαυτό μας.
Όμως η διαφάνεια του βλέμματος
πασιφανής προφάνεια νου κι αισθημάτων
αφήνει άναυδη κάθε επιτήδευση
αποκαλύπτει θησαυρούς των δωρημάτων.

Περσεφόνη
Κορούλες της απλής ζωής ήμασταν όλες μας
αναζητούσες το απέριττο εγώ μας
μακριά απ’ τις αυλές και τις πανήγυρεις
θίασων ευπρεπών και επιζώντων.
Η θεία τάξη της ζωής μας ένωσε
με τρόπους ανερμήνευτους απ’ τους ανθρώπους
σαν άλλες Ιφιγένειες ανυποψίαστες
σε θείας θυσίας άλλους τρόπους…
Γνωρίσαμε τον Άδη τον ανθρώπινο
και τα νωχελικά του προσωπεία,
εμμένουμε στο όσιο, στο άμωμο,
που αναδύει την πραγματική λατρεία.


Βεατίμα
Ω πάθος των ψυχών απέραντο,
οδύνες, στεναγμοί και παραζάλη,
άγριο ράπισμα της μοίρας μας της άσπλαχνης,
γυμνή σκληρότητα, ανεμοζάλη
που ακυρώνεις τοπία υπέροχα
ψυχών που ατενίζουν τη θωπεία
παραδεισένιων δειλινών και αναβλέψεων
στης φύσης την υπέροχη μαγεία.
Οι  εωθινές πνοές του σύμπαντος
θείος ανασασμός χρωμάτων,
μύρων γλυκοφιλήματα, συναπαντήματα,
ανάταση ψυχών, άρπες αρμάτων,
εξανεμίζονται και χάνονται απόμακρα
στην αδυσώπητη χοάνη του άλγους
στης καθημερινότητας το Μέγα Πέλαγος,
στην απολησμονιά του άλγους,
            στην πλήξη και στην ερημία την απέραντη
στους βαλτοτόπους του τενάγους.
Συ διαλύεις τις ψυχές που οπλίζονται
με τη φενάκη και το δόλο της απάτης,
συ μόνο σου αποδεικνύεσαι απόφυση
μιας πάναγνης αρχής ανίκητης
απ’ τις δονήσεις και τις απειλές της  πλάνης.

Οσίου Παραλειπόμενα
Άσπρη μπαλίτσα τους αντάμωσε:
ο όσιος μείχτηκε με την παρέα των μικρών.
Έπαιζαν και ξεφώνιζαν αντάμα
ποδίζοντας, κλοτσώντας, πιάνοντας το άσπρο τόπι.
Μείχτηκαν τα ξεφωνητά
με τις φωνές της έκπληξης, του θαυμασμού, της προσμονής.
Παιγνίδι παιδικό –ήταν κι ο άγιος παιδί.

                                    *
Παιδιά με τη μεγάλη μουσική της αθωότητας,
είσαστε σεις που δείχνετε της αρμονίας τους  δρόμους,
εσείς διδάσκετε κάθε πραγματικό αναβλέποντα,
μάρτυρες απερίτμητου ακροάματος,
της έκστασης η χώρα η θελκτική…

                                    *
Ήχοι, κινήσεις, σιλουέτες γραφικές,
άχραντη ύλη της παραμυθούπολης,
τιτίβιζαν ευγενικά, κινούνταν χαρμικά,
ανέμιζαν και ανεμίζονταν.
Κάθισαν έπειτα πάνω στη χλόη
όλοι τους σταυροπόδι κυκλικό
κι άρχισαν να υμνούν, να τραγουδούν.
Υψίφωνοι κάποιοι μικροί
-ήταν της χορωδίας του καθεδρικού της παιδικής-
ακόνιζαν τους μπάσους του ωδείου
ενώ τα κοριτσόπουλα με τις γλυκές τους νότες
έδιναν άρωμα οικογένειας μυστικής.
Ήχοι παγκόσμια γνωστοί,
ρομαντικοί και μυστικοί,
άρωμα ευωχίας και μαρτυρία λαμπρότητας.
Ο Προμηθέας προσπέρασε με βλέμμα τραγικό…

*
            Πιο πέρα, πιο κοντά, ίσως και πιο μακριά
-τι σημασία έχουνε οι αποστάσεις;-
παγόδες με αιώνιους μοναχούς μακαρισμένους
κόκκινοι ήταν οι χιτώνες τους και τα σκουφιά τους,
πλωτές αιωνιότητες στη χάση της ματιάς,
εισέπνεαν αδιόρατα το θείο Νιρβάνα
κι άγγιζαν ‘‘τυφλωμένοι’’ τη μακαριότητα.
Η maya είναι πλανερό στολίδι.
Η εξαγορά του χρόνου είναι δύσκολη
μα η εισβολή γλυκιά λατρεία κι άσπιλη
που αφθαρτίζει νου και καρδιά και λόγο.
Παρέλαση αιώνια των πάροικων
στου κόσμου την ανείπωτη μαγεία,
πέρα απ’ το χρώμα, τη φυλή, πολιτισμό ή θρησκεία
ησύχια ανάδυση του κοσμικού συμβαίνοντος,
του υπερκόσμιου άληπτη επιθυμία.

Θεωρός
Λέμε δεν είδαμε ποτέ την Ατλαντίδα μας
όπως δε βλέπουμε ποτέ τον εαυτό μας
το μύχιο εαυτό, τον πάναγνο
με τη λευκότητα ως άσπιλο εαυτό μας.
Είναι ο εαυτός μας ο ακηλίδωτος
μακριά απ’ τις προσβολές της ιστορίας,
του πάθους τα παράδοξα, τα έσχατα,
τις καταστροφικές ιαχές, την υστερία.
Οι μάσκες του εγώ αποκαλύπτονται
και να που η Ατλαντίδα ολοπροσμένει   
άφθαστη και αμόλυντη απ’ τον όλεθρο
τροφή μακάρια, θυσία διαρκής, διαχεομένη.

*
 Είναι ο μύθος της αγνός, ουτοπικός, παράδοξος,
 παραδοξότητα και η ζωή μας
παρά τις αγριότητες και τα φαντάσματα
της παραπαίουσας και άθλιας βιωτής μας.
Είναι θυσία, εγκαρτέρηση και δύναμη,
τροφή ζωής τρεφόμενη απ’ τον εαυτό της
ανάλωση στου κόσμου τα παράλογα
φως ποθεινό κι απόμακρο των γεγονότων.
Φωτίζει κάθε ρυπαρότητα
καλεί κι ανακαλεί στο έλεός της
σιωπή που ορθώνει ακμαίο νόημα,
πραγματική και τηλαυγής λαμπρότη.
Το τρέχον, το συμβαίνον, το ανθρώπινο
ό,τι αθανατίζεται στα δίπτυχα της ιστορίας,
οι θρίαμβοι, οι ιαχές, οι επιπολαιότητες
της δύστυχης ανθρώπινης οδοιπορίας
αυτοαποκαλύπτονται σκληρά φαντάσματα,
ξεσπάσματα μιας άμοιρης θητείας.

                                    *
Η Ατλαντίδα μας βυθίζεται αέναα,
            μαζί της και οι ζηλευτές υπάρξεις
μα αν αναθωρήσουμε τα έγκατα
θα βρούμε, ναι, στους νήφοντες παροίκους της
τον κεκρυμμένο θησαυρό με άσπιλες επάλξεις.
Είναι το είναι μας, η πεμπτουσία του ανθρώπινου
κάλλος αιώνιο κι ευγενισμένο
ακρώρεια κι αρχή του κόσμου μας
λαμπτήρας γνώσης, ομορφιάς κι ελέους.


2011



Πρόσωπα

Ακόλουθος
Αντιγόνη
Βεατίμα
Γιος
Διογένης
Εγελιανός
Ευρυδίκη
Θεωρός
Ίσις
Κόρη
Μάσκες
Μασκοφόροι
Ορφέας
Όσιος
Πατέρας
Περσεφόνη
Προμηθέας
Σκέπη



























*  Ηρακλείτου, Περί Φύσεως, απ. 53.
2* Ηρακλείου, Περί Φύσεως, απ. 123.
[3]* Ηρωίδες των L. Bloy, Dande, G. Bernanos, R. Musil, Shakespeare, Σοφοκλή, Goethe αντίστοιχα.
[4]* Τίτλοι έργων των Tchouang-Tseu , Ghazâli και Baudelaire αντίστοιχα.
[5]*  Παράφραση αντίστοιχων στίχων του Σολωμού: Όλα την έκραζαν/ όλα τ’ αστέρια /κι’ εκείνη εξάπλωνε/ δειλή τα χέρια/ γιατί δεν ήξερε/ σε ποίο να μπει. Η Ψυχούλα
[6]Παράφραση διαλογισμών  του σαιξπηρικού Μάκβεθ.
[7]* Όρος που αναφέρεται συχνά στο Ζαρατούστρα του Nietzsche
[8]* Γένεσις, Γ΄, 5.
[9]* Παράφραση στίχου του Angelus Silesius
[10]* Παράφραση του γνωστού στίχου του Παρμενίδη ±μέν  'Aληθείης εéκυκλέος Žτρεμές  ·τορ (Περί Φίσεως, απ. 21α).
[11]*Γνωστή φράση απ’ τα Αποσπάσματα των Ορφικών.
[12]* Βεατίμα: Βεα(τρίκη)+(Διο)τίμα.
[13]* Γνωστή φράση απ’ την τραγωδία του Ευριπίδη Ελένη και το ομότιτλο ποίημα του Σεφέρη.
[14]* Παράφραση στίχων του T. S. Eliot (Η Έρημη Χώρα).
[15]* Υπαινιγμός στο Μαθητευόμενο Μάγο του Goethe.
[16]* Πλατωνική φράση: ¤ν καταγείÄ οÞκήσει…Πολιτεία, 514α.
[17]* Παράφραση στίχου του Εμπεδοκλή: · πολλαί μέν κόρσαι αναæχενες ¤βλάστησαν… Περί Φύσεως, απ. 57.
[18]*Παραλλαγή φράσης του Novalis
[19]* Πρβλ το στίχο του Λ. Μαβίλη (Λήθη): Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονούνε/ την πίκρια της ζωής
[20]* Αισχύλου, Προμηθεύς Δεσμώτης, στ. 1068.
[21]* Παράφραση σχετικού βεδικού ύμνου: Hymnes spéculatives du Veda, Gallimard, 1969, σελ. 27.
[22]* Φράση του Πλωτίνου: Εννεάδες, V. 8. 10, 30-31.
[23]* Παράφραση του ακόλουθου πλατωνικού χωρίου: Žνάγκης ²ττωμένης êπό πειθοèς ¨μφρονος. Τίμ., 48Α.
[24]* Αναξαγόρου, Περί Φύσεως, απ. 21α.
[25]* Κλασικά ινδικά έπη με ακένωτη σοφία.
[26]*  Όροι και σχολές του Ινδουισμού με μεγάλο θρησκειοφιλοσοφικό εύρος.
[27]* Γνωστός στίχος του Wordsworth.
[28]* Όρος γνωστός στο έργο του Kierkegaard.