βιβλία του νίκου μακρή

βιβλία του νίκου μακρή
The School of Athens-Raphael (Apostolic Palace, Vatican City)

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

ΛΕΥΚΕΣ ΨΥΧΕΣ ή Ο ΩΡΑΙΟΤΕΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ


e-book (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)
Το μυθιστόρημα θα κυκλοφορήσει προσεχώς σε έντυπη έκδοση







ΛΕΥΚΕΣ ΨΥΧΕΣ

Η

Ο ΩΡΑΙΟΤΕΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
                              

1
Κείνο το μεταμεσονύκτιο ήταν αρκετά γόνιμο για το Φαίδρο. Ήδη, οι πρώτες μακρινές αυγές του φωτός άρχισαν να προβάλλουν δειλά σιγανεμίζοντας τα αχνά αστέρια του ουρανού κι αφήνοντας έτσι τους μεγάλους σχηματισμούς να κρατύνουν το εφήμερο βασίλειό τους μέχρι τη ρόδινη αυγή. Η δροσιά της ταράτσας ήταν αισθητή, ο Φαίδρος είχε ήδη φορέσει το πουλόβερ του. Ωστόσο, παρά τη γονιμότητα των μεταμεσονύχτιων ωρών, παρά τη φαιδρότητα και τις ποιητικές αναλάμψεις των στιγμών, ο εικοσιπεντάχρονος νέος ήταν αρκετά προβληματισμένος, αν όχι μελαγχολικός.
Ανασηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα του, πλησίασε το εξωτερικό τοίχωμα της ταράτσας κι ακούμπησε αφηρημένα. Γύρισε για μια στιγμή στο τραπεζάκι, πήρε τα γυαλιά του, τα πέρασε γρήγορα και κατευθύνθηκε πάλι στο ίδιο μέρος απ’ το οποίο μπορούσε να αντικρίζει το κοιμισμένο προάστιο, αφού οι θόρυβοι είχαν κατασιγάσει, λες και ο έναστρος ουρανός ασκεί μαγνητική υποβολή.
Ολόξανθος, λεπτός και μάλλον ψηλός, σφραγιζόταν από μια ιδιότυπη μυστικοπάθεια, καθώς η γλυκύτητα του προσώπου του κατένευε συγκαταβατικά σε διαλόγους και σε συζητήσεις χωρίς όμως να προδίδει έναν εσώτατο κόσμο, κάποιους απροσδιόριστους ακόμη προβληματισμούς, ένα υπαινικτικό χαμόγελο που ανάδινε συχνά αδυναμία αλλά και ενδόμυχη αναμονή. Στο πρόσωπό του πρώτευε η ευγένεια θα ’λεγαν οι ψυχολόγοι,  γιατί, καθώς εκφραζόταν, σημαδευόταν αθέλητα από μια τραγική νότα μελαγχολίας. Κι όμως, αυτός ο μελαγχολικός νέος αγαπούσε με πάθος τη φύση, περπατούσε ακούραστα στις πλαγιές των βουνών και στους ερημικούς κάμπους, κολυμπούσε ώρες ολόκληρες και βυθιζόταν συχνά πυκνά στη μελέτη της φιλοσοφίας. Δε θα μπορούσε να πει κανένας πως δεν είχε φίλους και φίλες, πως δεν ήταν δηλαδή κοινωνικός. Κι όμως, κάτι σκίαζε τον ιδιότυπο κατά πολλούς  χαρακτήρα του. Είναι εξάλλου βέβαιο πως η ευφυία δεν ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του. “Είναι κυρίως οξύνους”, έλεγε στον πατέρα του ο καλός του δάσκαλος ο οποίος του είχε δώσει τα πρώτα και ανεξαγόραστα φώτα. Έκτοτε, απ’ τις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού σχολείου, όλα είχαν παιχθεί για το Φαίδρο. Θα σπούδαζε με μεγάλο πάθος φιλοσοφία και θα καθιστούσε τη φιλοσοφική μέριμνα  παντοτινό αγάπημα της ζωής του. Τα πράγματα κύλησαν όμορφα μέχρι και το Πανεπιστήμιο απ’ το οποίο απεφοίτησε χωρίς καμιά δυσκολία. Παράλληλα μάλιστα με τις σπουδές του είχε μάθει άριστα τα Γερμανικά, ενώ τα Αγγλικά του δεν ήταν ευκαταφρόνητα. Διάβαζε τη φιλοσοφία με πάθος, αλλά του άρεσε και η Λογοτεχνία, ενώ, όταν επιθυμούσε να ασκήσει την κρίση του, έλυνε προβλήματα Γεωμετρίας. Ήταν όμως πάντα μελαγχολικός, παρά την έμφυτη ευγένεια και το πηγαίο χαμόγελό του. Τι πνιγόταν ή κρυβόταν μέσα του, ποιο ακοινοποίητο μυστικό που τον πληροφορούσε πως η αληθινή όψη της ζωής δεν είναι η αισιοδοξία; Τον έπνιγε η πολιτεία, τον έπνιγε η Αθήνα, τον έπνιγαν και τα προάστια. Οι θόρυβοι, τα καυσαέρια, ο επαρχιωτισμός του Λεκανοπεδίου και η γενικότερη συμπεριφορά του Νεοέλληνα τον έκαναν να αισθάνεται ασφυξία, τον καταδίωκαν….Θα ’φευγε, μια άλλη πόλη θα βρισκόταν, καλύτερη απ’ αυτήν, του το ψιθύριζε ο ποιητής. Κι όμως, ο νέος, δεν έτρεφε αυταπάτες. “Δεν υπάρχουν ιδανικές πολιτείες, ούτε ιδανικοί άνθρωποι”, έλεγε και ξανάλεγε. “Κι όμως, θα φύγω!” έλεγε με πάθος. Άγνωστες χώρες δεν τον σαγήνευαν, γιατί το άγνωστο είναι συνήθως αντιστροφή του γνωστού, άλλο μαγεμένο βασίλειο της πλήξης, της έγχρονης πλήξης που καταδυναστεύει κι ας πιστεύεται πως ελευθερώνει με την επιφανειακή της δημιουργικότητα, όπως οι πολυποίκιλτες νότες και τα κατασαγηνεύοντα χρώματα των σπάταλων εκζητήσεων…
Κάθισε σταυροπόδι στον παχύ τοίχο της ταράτσας και αντίκρισε το κοιμισμένο Χαλάνδρι.
‘‘Η  πολιτεία κοιμάται  και μοιάζει παραδομένη στην ειρήνη’’, ξανάπε γνωρίζοντας όμως πως δεν έλεγε την αλήθεια.
Οι απόμακροι φωτισμοί των κεντρικών λεωφόρων απαμβλύνονταν σιγά σιγά, οι σκιερές γραμμές της Πεντέλης αλάφραιναν με πλαστική ελαστικότητα, τα πρώτα γαβγίσματα περιφερόμενων σκύλων μήνυαν πως η αυγή θα πρόβαλλε για να ξεμασκαρέψει τη  νυχτερινή ειρήνη.
Ο Φαίδρος κοίταξε τον ουρανό, χαιρέτησε τη Μεγάλη Άρκτο, στράφηκε στο ζωντανό Αυγερινό, παρατήρησε τα αναβοσβήνοντα φώτα –άγρυπνους πλοηγούς ενός αεροπλάνου που ταξίδευε για άλλες πολιτείες. Ένας μικροθόρυβος στην είσοδο της ταράτσας τον παραξένεψε. Πριν κατεβεί απ’ το μικρό του αναβατήριο διέκρινε μια σκιά την οποία δε χρειάστηκε καν να αναγνωρίσει.
-Φαίδρε, τρελέ ονειροπόλε, πάλι ξενύχτησες;
-Αννούλα μου, γιατί και συ δεν κοιμάσαι τέτοια ώρα;
-Ξέρεις πως είμαι δύσκολη στον ύπνο ξαδελφούλη μου…Αλλά καλύτερα, θα δροσιστώ και θα ακούσω τους αιώνιους διαλόγους σου με τα άστρα. Ίσως πιάσω κάποιο απ’ τα μυστικά της αστροσοφίας…
Νυχτερινή σκιά η Άννα, είχε περάσει τη ρόμπα της πάνω απ’ το νυχτικό της και απόθεσε τη φορητή πολυθρόνα της πλάι απ’ το τραπεζάκι, απέναντι ακριβώς απ’ την πολυθρόνα του Φαίδρου. Η Άννα, σαραντάρα και κόρη, διακρινόταν για τις βαθύτατες αποχρώσεις μυστηρίου που αναδύονταν ανεπιτήδευτα απ’ το παρθενικό της πρόσωπο. Δίδασκε Αγγλικά σε ένα φροντιστήριο χρόνια τώρα και πικραμένη απ’ τη ζωή μετά μια άτυχη μνηστεία στα πρώτα της νιάτα, έπαυσε να ενδιαφέρεται για το γάμο, καθώς ο μυστικιστικές της τάσεις την ωθούσαν όλο και περισσότερο στην ευσέβεια, χωρίς όμως να απαλείψουν την κοσμική της χάρη. Ήταν ένα εύοσμο λουλούδι που ανάδυε μύρο με τη σιγή του, ένα μύρο που αιώνιζε το μυστήριο της γυναίκας πέρα και έξω από κάθε συμβατικότητα. Διάβαζε αγγλική ποίηση και πεζογραφία, ταξίδευε κάπου κάπου στην Αγγλία, μα τον πιο πολύ καιρό τον περνούσε στο σπίτι. Με το Φαίδρο είχαν ιδιαίτερα καλές σχέσεις, συζητούσαν συχνά και παρά τη σχετική απόσταση ηλικίας, η εγγύτητά τους ήταν αναμφισβήτητη δημιουργώντας έτσι  μαγικές διαστάσεις στη σχέση τους. Η Άννα, πλάι στην ωριμότητά της, διατηρούσε κάποιους αειθαλείς θησαυρούς παιδικότητας που την κοσμούσαν με συγκινητική χάρη, κάτι ανέσπερο που δε σκουριάζει απ’ την παλαιότητα των ημερών. Ο Φαίδρος παράλληλα, διακοσμούταν με μια παιδική φρεσκάδα η οποία αποκάλυπτε παράδοξη ωριμότητα στιγματισμένη από υποβλητική απαισιοδοξία. Τα δύο ξαδέλφια ήταν απ’ τη φύση τους συγγενικές ψυχές.
Η Άννα κάθισε στην πολυθρόνα της σαν πούπουλο που το απόθεσαν αθόρυβα κάποιες φωτερές σκιές και βάλθηκε να ατενίζει τα’ αστέρια του ουρανού.
-Ο πατέρας, ο Θεός ας αναπαύει την ψυχή του, μου είχε μάθει πολλούς αστερισμούς.
-Φαντάζομαι τις όμορφες νυχτερινές σας συζητήσεις σ’ αυτήν εδώ την ταράστα…
-Είναι σαν να ήταν χθες…Μυστήριο μέγα, αφού πέρασαν τόσα χρόνια…
-Μα είναι ένα φυσικό μυστήριο θα ’λεγα, αφού οι όμορφες στιγμές της παιδικότητας προσφέρουν τις έσχατες αναλάμψεις της σοφίας και μάλιστα μακριά από κάθε εξιδανίκευση, στο βάθος που αποστίλβει με την παράδοξη επιφάνειά του.
-Φαίδρε μου, αυτά τα θέματα τα γνωρίζεις άριστα σε σχέση με μένα την απλή δασκάλα. Όμως, όταν προσπαθώ να συμβιβάσω αυτές τις δύο αλήθειες, το όμορφο παρελθόν της παιδικότητας, με τη δίνη του τραγικού μεσημεριού, με συνεπαίρνει ένα ρίγος κι αρχίζω τα κλάματα. Αυτό μου συμβαίνει συνήθως κατά τα δειλινά, όταν αντικρίζω τα μικρά που παίζουν ανέμελα στο απέναντι πάρκο. Μετά στιγμές συγκίνησης και κατάνυξης της παιδικότητας, μπαίνω στο δωμάτιό μου και παραδίνομαι στα δάκρυα του ημίφωτος. Έχει το σούρουπο το Γολγοθά του, ό,τι κι αν είπαν οι ρομαντικοί.
-Κατόπιν, προσεύχεσαι, επικαλείσαι το υπερπέραν…Σε ξέρω, σε ξέρω Αννούλα μου.
-Είμαι και ’γω μελαγχολική, δεν είσαι μόνο εσύ.
-Νομίζεις πως η μελαγχολία είναι αδυναμία;
-Όχι φυσικά.
-Κι όμως, όταν είναι παθολογική, προσημαίνει επικίνδυνες εξελίξεις.
-Βέβαια, μα στην περίπτωσή μας δεν υπάρχει τίποτε το παθολογικό.
-Αλίμονο, αν υπήρχε.
-Φαίδρε μου, νομίζω πως πρόκειται για μελαγχολία η οποία οφείλεται σε ευαισθησίες.
-Και πού να γνώριζες Αννούλα του χιονιά πως κάποιοι ψυχίατροι και ψυχοπαθολόγοι λένε πως και η μελαγχολία η οποία οφείλεται σε ευαισθησίες είναι παθολογικό φαινόμενο…
-Άφησέ τους να λένε ό,τι θέλουν, κι ας επικαλούνται την επιστημονική έρευνα.
Η Αννούλα σηκώθηκε λες και παλλόταν από ιδιότυπα αισθήματα έντασης. Το αεράκι κινούσε τα μαλλιά της, τα πρώτα ίχνη της ημέρας πρόδιδαν τις εκστατικές συσπάσεις του προσώπου της, η σκιά της άρχισε να φωτίζεται παράξενα.
-Ας λένε ό,τι θέλουν, επανέλαβε με πάθος, για να συνεχίσει: Υπάρχουν ακατάλυτες δυνάμεις τις οποίες καμιά ψυχανάλυση, καμιά ψυχοθεραπεία δεν πρόκειται να δαμάσει. Είναι η ίδια η φύση του ανθρώπου την οποία καμιά θεωρία δεν είναι σε θέση να βιάσει. Ποιος μπορεί να βεβαιώσει  στο όνομα της επιστήμης πως η αιδώς, η συστολή, η σεμνότητα, η ευαισθησία, η συγκίνηση και τόσες άλλες καταστάσεις είναι νοσηρά φαινόμενα; Τα μεγάλα νυστέρια πιστεύουν πως κατακρεουργούν τα άδηλα και τα κρύφια για να τα θεραπεύσουν. Κρίμα.
-Όταν ακούω παρόμοιες απόψεις, έχω την εντύπωση πως γίνεται προσπάθεια να μου αρπάξουν το είναι και εύχομαι το θάνατο, γιατί τον θεωρώ αμείλικτο φρουρό και φύλακά μου.
Η Αννούλα δε μπόρεσε να συνεχίσει. Βούρκωσε. Προχώρησε στην άκρη της βεράντας, έριξε ένα απλανές βλέμμα στην κοιμισμένη πολιτεία, κοίταξε τα άστρα κι αφήνοντας τα δάκρυά της να τρέχουν στις παρειές της, στράφηκε στο Φαίδρο χωρίς να πλησιάσει. Έμενε ακίνητη, ακριβώς απέναντί του, στηριγμένη στον παλιό και φιλόξενο τοίχο.
-Τι λες; τον ρώτησε με φωνή που πρόδινε έσχατη συγκίνηση.
Ο Φαίδρος άφησε την πολυθρόνα του και πλησίασε την Αννούλα. Ακούμπησε στον τοίχο περίσκεπτος και κάρφωσε το βλέμμα του στη σκιά του κοντινού πεύκου το οποίο αγκάλιαζε ένα μέρος του απέναντι τοίχου πλάι στον κήπου. Ένα σκιουράκι αναπήδησε κι άρχισε να προχωρεί ανέμελα. Τα δύο ξαδέλφια που ζούσαν την απίστευτη ένταση της συζήτησής τους, δεν παραξενεύθηκαν, παρά το σπάνιο θέαμα. Το σκιουράκι, κομψό και γρήγορο, γλίστρησε στην πολυθρόνα της Αννούλας, μα ανάλαφρη καθώς ήταν ανατράπηκε και το ζωάκι, τρομοκρατημένο, χάθηκε στην αγκαλιά του πεύκου.
Ησυχία. Ένα μακρινό μανσάρισμα χάθηκε, κάποιοι ήχοι αυτοκινήτων περνούσαν απαρατήρητοι. Τα δύο ξαδέλφια ζούσαν την απίστευτη για τον κοινό θνητό ένταση της ψυχής, της μακάριας και ταλανισμένης ταυτόχρονα ψυχής.
-Ό,τι και να πω, θα είναι φτωχό και μηδαμινό. Θα μπορούσα να επαναλάβω λέξη προς λέξη τα λόγια σου και χαίρομαι που σε τάραξα ειρηνικά, ειρηνικότατα.
-Ξέρεις πως η ταραχή τρέφει κατά βάθος την ψυχή, γιατί την κάνει να φεύγει απ’ τα εφήμερα και απ’ τα ταπεινά.. Την απογειώνει, γιατί την οδηγεί στη συγκίνηση. Δε μου μιλήσατε όμως για τα υπέροχα σχέδιά σας, για τα πρωτότυπα κατακτητικά σας σχέδια.
-Θα σου μιλήσω. Όλη τη νύχτα μ’ αυτά αναστρεφόμουν.
-Το βρίσκεις εύκολο;
-Εξαρτάται απ’ τον τρόπο αντιμετώπισης.
-Δε θυμίζει λίγο τα όμορφα παραμύθια της παιδικότητας;
-Και στα παραμύθια υπάρχει πνεύμα.
-Ας κατεβούμε στον κήπο, πρότεινε ο Φαίδρος.
Ατένισαν για λίγο το άρμα της Ηούς το οποίο άρχισε να πυρώνει μαγευτικά την Ανατολή, καταπίνοντας ειρηνικά τα αστέρια και τους αστερισμούς ως ακίνδυνη μάζα ηφαιστείου, ως αποφασισμένη εμπροσθοφυλακή του ερχόμενου φωτός που έτρεπε σε φυγή το αγκομαχητό της κουρασμένης πια νύχτας. Ξημέρωνε και η κοιμισμένη πολιτεία άρχισε να ξεμουδιάζει απ’ τη νυχτερινή της ανάπαυση. Το μαγιάτικο αεράκι μετέφερε μύρια μύρα που ’φταναν μέχρι τα βάθη της ψυχής ως μυστικός αρραβώνας της με την υποβλητική γοητεία του παντός, ως βαθιά υπόσχεση αθανασίας κα ενότητας, πέρα απ’ τα πρόσωπα.
Αυτές όμως τις στιγμές της ευφρόσυνης πληροφορίας οι ψυχές των δύο ανθρώπων που ’μοιαζαν  με σκιές της νύχτας, ένιωθαν τραυματισμένες. Βαθύτατη αίσθηση τραγικότητας ή ψυχική νόσος;
-Ας κατεβούμε, απάντησε η Αννούλα μετά παρατεταμένη σιωπή.
Έριξαν μια ματιά στον ορίζοντα, θώρησαν την απέραντη πολιτεία, τους κοντινούς κήπους με τα δένδρα, το αντικρινό βουνό και κατέβηκαν απ’ την ανεμόσκαλα.
Το σπίτι ανήκε στους γονείς του Φαίδρου και της Άννας, ήταν ιδιοκτησία τους στην οποία μετείχαν και δύο άλλα εξαδέλφια τους που ζούσαν μακριά. Αυτό το σπίτι το σχετικά μοναχικό, αφού περιβαλλόταν από μεγάλο κήπο, γνώρισε μέρες δόξας κατά τα χρόνια του μεσοπολέμου. Οι γονείς των παιδιών διέπρεψαν ως τροφοδότες σκαφών του Εμπορικού Ναυτικού, ως έξυπνοι επενδυτές με  τεράστια κέρδη. Ήδη, το εσωτερικό του σπιτιού διηγείται αμίλητα το κλέος των ημερών. Ο κήπος βρισκόταν σε καλή κατάσταση χάρη στη μητέρα του Φαίδρου κυρίως και καλούσε σε πανδαισία, καθώς οι μεγάλες τριανταφυλλιές, τα ολοπράσινα παρτέρια και τα πέντε πεύκα αντάμωναν στο βάθος με δέκα περίπου οπωροφόρα.
Ο Φαίδρος και η Αννούλα περπατούσαν πια στους ανέμελους διαδρόμους του μικρού τους παραδείσου.
-Πες μου λοιπόν το μυστικό σας, τα σχέδιά σας.
-Γιατί εξαιρείς τον εαυτό σου;
-Δεν είπατε πως η ομάδα θα αποτελείται από νέους;
-Όχι αποκλειστκά. Θα μετέχουν και νέοι, και λιγότερο νέοι και μεγάλοι.
-Καταρτίσατε σχέδιο δράσης;
-Μα Αννούλα, δεν πρόκειται να κατακτήσουμε τον κόσμο. Απλούστατα, θα δρασκελίσουμε τα δεσμά της πόλης και θα συναντηθούμε με τη φύση, με την άγρια και αρχέγονη ζωή του βουνού και της απόμερης ακτής. Εκεί θα μαθητεύσουμε για δεκαπέντε μέρες.
-Εγώ θα σας ακολουθήσω “εκ του μακρόθεν”. Εσείς, η μικρή σας ομάδα, θα έχετε μάτια φλογισμένα, ακούραστα πόδια και απέραντη ψυχική δύναμη. Εγώ και η Κατερίνα θα μείνουμε στην αγροικία, ανάμεσα στο ξέφωτο, στο δάσος και στην ακτή.
-Οφείλεις να καταλάβεις πως δεν πρόκειται ούτε για εκδρομή, ούτε για εξερεύνηση, ούτε για διακοπές.
-Μα ακριβώς αυτό θέλω να μου πεις. Διευκρίνισέ μου λοιπόν το σκοπό σου, είμαι βέβαιη πως δεν πρόκειται για κάτι επιπόλαιο. Και μόνη η παρουσία σου αποκλείει τις επιπολαιότητες.
-Ουσιαστικά πρόκειται για έξοδο, για έξοδο απ’ τη συμβατικότητα και τη φθορά της καθημερινής ζωής.
Η Αννούλα χαμογέλασε μελαγχολικά, σαν να πληροφορήθηκε ενδόμυχα κάτι το ουτοπικό στην όλη προσπάθεια. Ο Φαίδρος έπιασε το χαμόγελο της Αννούλας και αναστατώθηκε.
-Λες Αννούλα να είμαστε ονειροπόλοι και να μην ξέρουμε τι ζητάμε;        
-Αυτό είναι το αιώνιο ζητούμενο. Δεν αναφέρομαι στην έξοδο στην οποία και εγώ θα πάρω μέρος ως οπισθοφυλακή, αλλά στη γενικότερη ανθρώπινη προσπάθεια. Νομίζεις ότι είμαστε πολλοί όσοι γνωρίζουμε τι ζητάμε;
-Προσπαθούμε να το μαθαίνουμε σιγά σιγά.
-Ακριβώς.
-Τέτοιου είδους προσπάθεια θα είναι επομένως η έξοδός μας.
-Με όλα τα καρυκεύματα της φύσης. Πορείες, μπάνιο, συζητήσεις, κ.ο.κ.
-Φυσικά.
-Σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν προσχεδιάζουμε τίποτε. Όλα έρχονται μόνα τους και γι’ αυτό δε μπορώ να αναφέρω κάτι το συγκεκριμένο.
-Όποιος περιμένει τη δικαίωσή του εναποθέτοντας τις ελπίδες του στο μέλλον, είναι εκ των προτέρων χαμένος.
Ο Φαίδρος πλημμυρίστηκε από αγαλλίαση στο άκουσμα των σκέψεων της Αννούλας. Έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα σημείωμα και πριν το διαβάσει, είπε:
-Ο Βασίλης έγραψε τα εξής τις προάλλες, εκεί πάνω στην ταράτσα. Έγραψε βιαστικά σε μια κόλλα από άσπρο χαρτί την οποία προόριζα για τον εαυτό μου. Άκουσε λοιπόν.
            Ελπίζαμε πως θα ’βρουμε το φως
            στα έρημα δρομάκια του αγρού,
            πιστεύαμε πως θ’ ανατείλει η ζωή μας
            στην άγνωστη πηγή της εξοχής,
            νιώθαμε πως θα τελείωναν  οι πόνοι
            στο μέγα πάθος της αναμονής,
            εκεί που η ψυχή ανάρια και κεφάτη
            θ’ απόθετε το μέγα βάρος της ερειπωμένης της ειδής.                
                               *
            Μείναμε όμως τραγικοί και μόνοι…
-Ο δεκαεξάχρονος Βασίλης εκφράζεται ποιητικά…
-Πρόκειται για εξαίσιο νέο με κύρια χαρακτηριστικά τη σεμνότητα και την απλότητα.
-Τον γνώρισα στην ταράτσα και κατάλαβα. Πόσες ωραίες συμπτώσεις-εκπλήξεις μας επιφυλάσσει η ζωή! Θυμάμαι πώς σε παρακάλεσαν οι γονείς του να του κάνεις ιδιαίτερο στα Αρχαία και στην Έκθεση και πώς με το δεύτερο μάθημα τους είπες πως η αποστολή σου εκπληρώθηκε.
-Ναι, δε χρειαζόταν περισσότερο, γιατί η σκέψη του λειτουργεί ως ακατανίκητο ένστικτο, είναι τρομερό παιδί.
-Το βλέπω και διαπιστώνω πως σημαδεύετε τόσο σωστά. Ναι αυτή η έξοδος θα δώσει καρπούς.
Ο ήλιος αναδυόταν, το πρωινό ήταν ελκυστικό.
-Κοίταξε τη λάμψη των δροσοσταλίδων του κισσού, έκανε η Αννούλα θαυμαστικά.
Ο πασσαλόφρακτος κήπος καλυπτόταν από κισσό και αγιόκλημα σχηματίζοντας έτσι αδιαπέραστο τείχος ομορφιάς και χάρης. Τα πρωινά οι δροσοσταλίδες πλούμιζαν τις χαριτωμένες αποχρώσεις και πρόσφεραν ιδιαίτερη χάρη στον κόσμο των λουλουδιών υπαινισσόμενες μια κάποια παρθενική ομορφιά που έχει αιώνια χάρη και νεότητα. Αρκετά σπουργίτια τρύπωναν στα φυλλώματα για να χαρούν τη δροσιά και την ησυχία, ψιθύριζαν ανέμελα τα μυστικά τους και κατευθύνονταν στα πεύκα για να αρχίζουν την πρωινή τους συναυλία.
-Οι δροσοσταλίδες των ανθέων με ακινητοποιούν, είπε η Αννούλα. Κάποτε νιώθω πως μοιάζουν τόσο με τα δάκρυά μου.
-Συμβαίνει ίσως γιατί προέρχονται απ’ την άβατη περιοχή της αγνότητας σαν πρόκληση στον κόσμο της φθοράς.
-Δε νομίζεις Φαίδρε μου πως οφείλουμε να παραδοθούμε στην ανάλαφρη αγκαλιά της πρωινής γιορτής;
-Κουράστηκες, το βλέπω καθαρά στα γερμένα σου μάτια
-Παράξενο. Συ είσαι φρέσκος και ζωντανός. Βλέπεις, η νεότητα…
΄Άφησαν τον κήπο, ανέβηκαν και πάλι στην ταράτσα να πάρουν τα ανάλαφρα πράγματά τους, τα απέθεσαν στη διπλανή σοφίτα και κατευθύνθηκαν στα δωμάτιά τους.

  2
 
Τρεις μέρες αργότερα ο Βασίλης πήγε στο χωριό να περάσει το σαββατοκύριακο και να κατοπτεύσει για μια ακόμη φορά το μέρος. Η έξοδός τους θα ήταν απλά και μόνο μια προσπάθεια αποσύνδεσης της μικρής παρέας απ΄τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Έτσι περιέγραφαν οι φίλοι την επιφάνεια, την εξωτερική δηλαδή όψη του μελλοντικού τους εγχειρήματος. Στο βάθος όμως κρυβόταν κάτι το οποίο ήταν ακόμη αδιευκρίνιστο, κάτι το οποίο όλοι τους υποψιάζονταν, κάτι στην υποψία του οποίου παρέλυαν οι σκέψεις τους, καθώς μια σκληρή ακίδα αβυσσαλέου άγχους τους μήνυε το γκρεμό του μηδενός. Αμέσως όμως συνέρχονταν μετά την αιφνίδια και κατακλυσμιαία πληροφορία, γιατί πίστευαν πως όφειλαν να φθάσουν στα απώτατα βάθη της ζωής.
Το ταξίδι του Βασίλη απ’ την πρωτεύουσα στην επαρχία, σε κάποια πολίχνη της δυτικής Στερεάς, διήρκεσε πέντε ώρες. Αυτές οι πέντε ώρες ήταν για το ζωντανό έφηβο ένα πραγματικό όνειρο ανοιξιάτικης μέρας με γνήσιες εμπειρίες που ξεπερνούν σε διαύγεια και τις πλέον αυταπόδεικτες αλήθειες. Άγονα και βραχώδη μέρη εναλλάσσονταν με γόνιμες και καταπράσινες περιοχές, αλλά παντού η αίσθηση της άνοιξης προκαλούσε. Γαλανός ουρανός, γαλάζια θάλασσα, λουλουδιασμένες πλαγιές, και λιβάδια, ήρεμα ποτάμια, χαριτωμένες ακτές.
Ο Βασίλης αντίκριζε τα τοπία που απλώνονταν δεξιά και αριστερά του, τα κατάπινε με τις αισθήσεις της ψυχής του και παραδινόταν στη ρέμβη. Κάθε τόσο έκλινε τα μάτια για να απολαύσει περισσότερο, για να ζήσει με κείνη την άδηλα αίσθηση που ζωοποιεί τα θαυμαστικότερα αισθήματα και συναισθήματα του ανθρώπου. Μύριες σκέψεις του αναπηδούσαν άτακτα, έτσι που ήταν αδύνατο να μπουν σε τάξη, κάτι το οποίο εξάλλου δεν επιθυμούσε. Ήταν κάποιες στιγμές αρκετά ανήσυχος, μα μέσα του κάποια άλλη ήρεμη δύναμη η οποία ήταν ακόμη αδιευκρίνιστη του ’δινε δύναμη και του υποσχόταν πολλά. Κάθε τόσο ο νους του πήγαινε στους τίτλους των εφημερίδων, στα σκάνδαλα, στην πολιτική, στο κοινωνικό ήθος της πατρίδας του, στη σωρεία των πιεστικών της προβλημάτων. Ήταν τότε βίαιος και ορμητικός, αντιδρούσε με πάθος καταγγέλλοντας το κατάντημα του τόπου με αφετηρία το πάθος για γνησιότητα που σφραγίζει όλη τη νεότητα…
‘‘Μην είσαι υπερβολικός!’’ τον επιτιμούσε ο πατέρας του. ‘‘Είσαι νέος, δεν έχεις πείρα, πάντα οι κοινωνίες βρίσκονται σε κρίση’’.
‘‘Πρέπει λοιπόν να μένουμε αδιάφοροι;’’
‘‘Όχι βέβαια…’’
‘‘Λοιπόν;’’
‘‘Λοιπόν, καιρός να μη μετατοπίζουμε τις αιτίες του κακού σε άλλους παρακάμπτοντας την προσωπική μας ενοχή’’.
‘‘Αυτό ακριβώς. Φταίμε όλοι, άρχοντες και αρχόμενοι, πλούσιοι και φτωχοί.’’
‘‘Ας είναι.’’
Οι συζητήσεις με τους γονείς του και με τους φίλους του ήταν συνεχείς. Περνούσαν απ’ την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα στην τέχνη, στο δίκαιο, στη φιλοσοφία, στην ομορφιά, στη ζωή. Κατόπιν ο Βασίλης ξαναδούλευε τα προβλήματα προσωπικά, αναμόχλευε την προβληματική, ξανάθετε ερωτήσεις, με τρόπο που η εφηβική του συνείδηση προσλάμβανε μια υπέρτερη μα αδιευκρίνιστη πληροφορία.
‘‘Θα προκύψει κάτι όμορφο, κάτι υπέροχο στο οποίο αξίζει να αφιερώσουμε τη ζωή μας, γιατί είναι η ζωή της ζωής μας…’’
Ο Φαίδρος όμως του είχε πει τις προάλλες πως τα πολυτιμότερα πράγματα της ζωής δεν προκύπτουν, γιατί αναβλύζουν αυθόρμητα απ’ το βαθύτερο είναι μας. Όταν μάλιστα ρώτησε πώς είναι δυνατό να συμβαίνει κάτι τέτοιο, η απάντηση ήρθε απ’ την Αννούλα:
‘‘Ό,τι αναβλύζει προϋπάρχει ως θησαυρός μέσα μας. Είμαστε οπλισμένοι με πολύτιμα δώρα τα οποία ας μη χάνουμε στην επαφή μας με την πεζή καθημερινότητα.’’
Ο Βασίλης ένιωθε πως ανακάλυπτε στα βάθη του βλέμματος της Αννούλας κάτι το οποίο ήταν βαθιά κρυμμένο μέσα του, κάτι για το οποίο θα έκανε το παν ώστε να αναλάμψει με το πραγματικό του φως, επισκοτίζοντας έτσι τις ψευδαισθήσεις της επιφανειακής του ματιάς. Θέριευε τότε μέσα του μια άγνωστη και απύθμενη δύναμη που ένωνε παράδοξα όλες τις άλλες του δυνάμεις. Ήταν τάχα επιπολαιότητα της ήβης και της πρωτινής νιότης ή κάτι το ουσιαστικότερο του οποίου θα όφειλε να είναι προσκυνητής; Παρόμοια ερωτήματα τον βασάνιζαν, αλλά ταυτόχρονα τον οδηγούσαν σε παρήγορες σκέψεις, καθώς διαπίστωνε πως αυτή η ανίκητη δύναμη εξαφάνιζε ουσιαστικά τα ψέματα της καθημερινότητας. Με περίσκεψη και αγώνα ο Βασίλης αντιμετώπιζε το εφηβικό άγχος, ευγενικό κατάλοιπο του παιδικού, ένα άγχος που μήνυε πολλά, που φώτιζε, όπως οι αστραπές την ανέφελη νυχτιά.
‘‘Η αισιοδοξία είναι πολυτέλεια’’, του ’λεγε η μητέρα του.
‘‘Οφείλουμε λοιπόν να είμαστε απαισιόδοξοι;’’
‘‘Όχι, ούτε αισιόδοξοι, ούτε απαισιόδοξοι. Οφείλουμε να είμαστε σώφρονες.’’
‘‘Νεροζούμια’’, ψιθύριζε διακριτικά.
Παρόμοιες σκέψεις και απόηχοι βιωμάτων φόρτιζαν τη συνείδηση του έφηβου καθώς το ταξίδι συνεχιζόταν, καθώς τα τοπία των βουνών και των κάμπων προσφέρονταν στιγμιαία απ’ την ταχύτητα του λεωφορείου για να εναλλάσσονται συνεχώς. Ο Βασίλης θα ’θελε να πηδήξει απ’ το λεωφορείο, να δρασκελίσει τα δεσμά της ανάγκης, να περιδιαβεί με πάθος τις ράχες, τα βουνά, τις λαγκαδιές και τις ακρογιαλιές. Θα ’στεκε τότε στο έσχατο ακροπελαγίσιο ακρωτήρι, μόνος μπροστά στα κύματα για να ρωτήσει τον αχανή ωκεανό, κατόπιν θα ανέβαινε στα ψηλότερο βουνό και μόνος θα στρεφόταν στον ουρανό για να του πει τα μυστικά του. Τότε όμως όλα χάνονταν, τίποτε δεν έμενε και βυθιζόταν στο μηδέν, στο μηδέν, στο τίποτε…Κι όμως, κείνη η μηδενική εμπειρία του ’δινε θάρρος γιατί εκεί βρισκόταν κάποιο μυστικό του οποίο αναζητούσε με τόσο πάθος στην ωκεάνια και ιλιγγιώδη “μορφή” του κόσμου. Τότε έγραφε κάποιους στίχους τους οποίους ονόμαζε γυμνάσματα, δοκιμασίες, μικρά μηδενικά.
Και κείνη τη στιγμή, καθώς το λεωφορείο βούιζε, ο Βασίλης κατάφερε να χαράξει στο τετράδιο γυμνασμάτων κάποιες ποιητικές σκέψεις-προπλάσματα. Όσο το λεωφορείο κυλούσε ομαλά, η πένα του έφηβου χαμογελούσε στο λευκό χαρτί, χαμογελούσε με μπλε χιούμορ πίσω απ’ τη σοβαροφάνεια των χαρακτήρων. Κατάφερε έτσι ο νέος να χαράξει κάποιους στίχους δοκιμασίας, η στιγμή ήταν γόνιμη, παρά τα ελαφρά τραντάγματα του οχήματος.
            Έφτασα ως τις εσχατιές της γης, στο θείο ακρωτήρι,
            διάβηκα ως τα πέρατα της στεριανής ακτής
            αντίκρισα το βάθος του τενάγους…
            Ανέβηκα τα πιο ψηλά βουνά, πέρα απ’ το Ζαρατούστρα.
            Σε κείνες τις στυφές ακρώρειες
            άδειασα της ψυχής μου τα κοράλλια,
            έμεινα μόνος και γυμνός χωρίς εγώ.
            Τότε το βλέμμα αναστέναξε βαθιά
            χαμένο απ’ το βάθος του ουρανού και των ωκεανών…
            η πρωτινή μου δύναμη συσπάστηκε και ράγισε μεμιάς.
            Ταλανισμένος μονομάχος χωρίς βαρύ οπλισμό,
            σκληρός πολεμιστής χωρίς περικνημίδα,
            ανηλεής ερωτητής της γης και τ’ ουρανού
            χάθηκα μες το πλέγμα των στοιχείων
            και κείνα μου αφήρεσαν ό,τι είχα πιο ακριβό.
            Έμεινα μόνος χωρίς λογισμό και νου
            χωρίς τη θεία παιδικότητα των αισθημάτων…
            Κι όμως εκεί ανακάλυψα το υπέρτατο,          εξαίφνης,
            το άβατο εγώ μου…
Έκλεισε το τετράδιο και το απόθεσε στο σάκο του, έστρεψε πάλι το βλέμμα του στα φευγαλέα τοπία. Ξαφνικά, στο αριστερό τζάμι, συνέλαβε αστραπιαία την αχνή μορφή του διπλανού ταξιδευτή. Παραξενεύτηκε και επιτίμησε τον εαυτό του για την αφηρημάδα του, μα πριν στραφεί να χαιρετήσει ο κύριος Μένιος τον χτύπησε στην πλάτη λέγοντάς του:
-Βασίλη, γεια σου, σε άφησα να ταξιδεύεις, δε θέλησα να σε αποσπάσω απ’ τις σκέψεις σου. Είσαι νέος, ταξιδεύεις διπλά, ταξιδεύεις αλλού και όταν ταξιδεύεις.
-Γεια σας κύριε Μένιο…Συγνώμη. Αυτό δε σημαίνει πως δε σας πρόσεξα.
-Απλά, δεν είχες την ευκαιρία να με προσέξεις παιδί μου.
-Νομίσατε πως είμαι απρόσεκτος…Έτσι δεν είναι;
-Όχι απρόσεκτος αλλά εσωστρεφής. Ξέρεις, η φύση μάς καλεί στην εσωστρέφεια και όχι στην εξωστρέφεια, όπως νομίζουν μερικοί.
-Ναι, αλλά θα όφειλα να προσέξω απ’ την αρχή του ταξιδιού με ποιον συνταξιδεύω.
-Δεν πειράζει.
-Κι όμως, πειράζει. Ειλικρινά σας ζητώ συγνώμη.
-Δεν ξεχνάς ποτέ σου τον Ζυγό, την όμορφη πατρίδα των γονιών σου.
-Μα είναι δυνατό;
-Αυτό βλέπω. Χαίρομαι ιδιαίτερα που ζεις την επαρχία, που παίρνεις μαθήματα κοντά της.
-Μα και σεις κύριε Μένιο θα μπορούσατε να ζείτε στην πρωτεύουσα ή τουλάχιστον σε μια μεγάλη πόλη. Δεν το κάνετε όμως.
-Δε θα υπερέβαλλα παιδί μου, αν έλεγα πως μετά τις δοκιμασίες της δύστυχης ζωής μου το μόνο που με παρηγορεί είναι η εγκατάστασή μου στο Ζυγό. Ναι, δεν υπερβάλλω, ευτυχώς ή δυστυχώς.
Εξηνταπεντάχρονος ο κύριος Μένιος, με κάτασπρα μαλλιά και ρυτιδωμένο πρόσωπο, είχε μια ιδιότυπη ιστορία. Νεανίας, είχε εμπλακεί στον εμφύλιο πόλεμο και αναγκάστηκε να καταφύγει στην ανατολική Ευρώπη. Έζησε στη Βουδαπέστη και στην Πράγα, σπούδασε μηχανικός και κοινωνιολόγος, εργάστηκε ως συντηρητής αρχαιοτήτων και απέκτησε σημαντικές γνώσεις της μεσαιωνικής γλυπτικής και αρχιτεκτονικής. Παντρεύτηκε μια Ουγγαρέζα η οποία πέθανε στον τοκετό της αφήνοντάς του μια κόρη, την Πόπη. Έκτοτε ο κύριος Μένιος βυθίστηκε στο πένθος το οποίο τον συντροφεύει πάντα ως μελαγχολία. Δε μιλούσε ποτέ για τη ζωή του στην Ευρώπη, ούτε για τη μακαρίτισσα την γυναίκα του και αυτό τον απομόνωνε απ’ τη μικρή μας κοινωνία η οποία όμως τον σεβόταν, παρά τα μίση και τα πάθη που άφησε πίσω του ο εμφύλιος. Μια κορνίζα της γυναίκας του σε κάποια γωνιά του σπιτιού του στο Ζυγό ήταν η μόνη μαρτυρία. Στο λευκό περιθώριο του κάτω μέρους της κορνίζας ο κύριος Μένιος είχε χαράξει με μελάνι τις λέξεις αιώνια αγαπημένη και είχε σύρει την υπογραφή του. Η Πόπη έμοιαζε της μητέρας της και ακολουθούσε τον πατέρα της πιστά. Όταν επέστρεψαν οριστικά, δεκαοκτάχρονη, έπιασε δουλειά σε μια τουριστική εταιρία εξαιτίας της γλωσσομάθειάς της και κατάφερνε να εργάζεται περιοδικά, ώστε να μοιράζει το χρόνο της ανάμεσα στην πρωτεύουσα και στον πατέρα της.
Ο κύριος Μένιος προσκόμισε κάποια χαρτιά απ’ το εξωτερικό και κατόρθωσε να πάρει πενιχρή σύνταξη. Πατέρας και κόρη βολεύονταν οικονομικά χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες, αν εξαιρέσει κανένας τα δύο πρώτα χρόνια της επιστροφής τους, όταν δηλαδή απαιτήθηκε να επισκευάσουν το μισοερειπωμένο πατρικό σπιτάκι το οποίο βρίσκεται στο μέσο ενός ιδιόκτητου ελαιώνα.
Οι συγγενείς του κύριου Μένιου ήταν ελάχιστοι. Δύο αδέλφια του πέθαναν  σχετικά νέα, τα ανίψια του ζούσαν στην Αθήνα, ενώ στην πολίχνη ζούσαν δυο τρία εξαδέλφια με τα οποία ο πρώην φυγάς και μετά παλινοστήσας διατηρούσε τυπικές σχέσεις. Η επιστροφή του στην πολίχνη δε δημιούργησε αντιδράσεις, γιατί  ο πρώην υπαρχηγός του γερο-Δήμου, τοπικού καπετάνιου, ήταν αγνός ιδεολόγος. Δεν είχε εμπλακεί σε προσωπικές αντιπάθειες και αντεκδικήσεις, δεν επιβουλεύτηκε, δεν κατεδίωξε μεμονωμένα άτομα.
-Είχα πιστέψει, εξομολογήθηκε στη θεία του Βασίλη, πως η κοινωνία μας μπορεί να αλλάξει, αν καταργήσουμε με τη βία κάθε μορφή και τύπο προσωπικής περιουσίας, αν φτάσουμε βίαια στο σοσιαλισμό. Πλάνη. Μόνο η μεταρρυθμιστική πολιτική των κοινοβουλευτικών συστημάτων  αποτελεί ιστορικό ρεαλισμό ή συμβιβασμό…
Απέφευγε να πολιτικολογεί και αγαπούσε να μιλάει για την ιστορία, για την τέχνη, για τα αριστουργήματα της γλυπτικής. Είχε ειδικά βιβλία στη βιβλιοθήκη του, γνώριζε τις αρχαιότητες της περιοχής και περίμενε συχνά την κόρη του να του φέρει ξένο τύπο και περιοδικά. Επιμελούταν τον ελαιώνα, σύχναζε κάπου κάπου στα καφενεία και συνήθιζε να χάνεται στην εξοχή.
Κείνη τη στιγμή η Πόπη απ’ το απέναντι κάθισμα έκανε αισθητή την παρουσία της.
-Βασίλη, γεια σου. Είσαι και συ σιωπηλός σαν τον πατέρα μου, αλλά δεν ξεχνάς τον Ζυγό.
Ο Βασίλης ανασηκώθηκε και άπλωσε το χέρι του.
-Δεν είναι τυχαίο…Συναντιόμαστε σιωπηλά, γιατί έχουμε να πούμε πολλά στο Ζυγό.
-Εγώ θα μείνω μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου, η δουλειά μου με εξάντλησε κυριολεκτικά, μα ήρθε η ώρα της ξεκούρασης. Εσύ Βασίλη;
-Αυτή αυτή φορά θα είναι σύντομος. Το καλοκαίρι όμως θα γίνουν…πολλά πράγματα.
Η νέα κοπέλα χαμογέλασε με μάτια που ’δειχναν κάποια έκπληξη. Γνώριζε πως ο Βασίλης δεν ήταν θορυβώδης χαρακτήρας. Γνώριζε επίσης πως αυτός ο έφηβος τον οποίο συμπαθούσε ιδιότυπα, αγαπούσε με τον τρόπο του την εξοχή και τις χάρες της. ‘‘Μήπως συμβαίνει κάτι;’’ αναλογίστηκε με αμηχανία το κορίτσι. ‘‘Αδύνατο’’, απάντησε μόνη της, αφού απαιτήθηκαν ώρες ταξιδιού μέχρι να αναγνωρισθούν στο ίδιο λεωφορείο. Ωστόσο, η ορφανή από μητέρα κοπέλα προσπάθησε να παγιδεύσει διακριτικά τον έφηβο.
-Δηλαδή, σαν τι παράξενα πράγματα θα δούμε;
Ο Βασίλης κατάλαβε και προσπάθησε να αποπαγιδεύσει διακριτικά κι αυτός την κόρη.
-Πόπη, θα είσαι στο Ζυγό και πιστεύω πως θα χαρείς μαζί μας. Τι άλλο να σου πω; Ξέρεις πως δεν αγαπώ τις πομπές, τις τελετές, τους θορύβους. Θα χαρείς μαζί μας.
-Θα είστε πολλοί; έκανε το κορίτσι με βλέμμα απορητικό.
-Εγώ θα μείνω δυο μήνες, όσο διαρκούν οι σχολικές μας διακοπές. Η παρέα όμως θα έλθει μετά τα μέσα Αυγούστου, για είκοσι μέρες. Ελπίζω πως θα βρούμε τους εαυτούς μας ή, τουλάχιστον, πως θα αρχίσουμε να βρίσκουμε τους εαυτούς μας.
-Μεγάλη κουβέντα, έκανε ο κύριος Μένιος. Τόσο μεγάλη, που με κάνει εμένα το γέρο, να φοβάμαι.
-Μπαμπά δε γέρασες, παρά τα για χρόνια τώρα άσπρα σου μαλλιά…
Ο κύριος Μένιος έστρεψε το γεμάτο στοργή βλέμμα του προς το αφοσιωμένο του κορίτσι. Δε μπόρεσε να συγκρατήσει τα δυο του δάκρυα και έσκυψε προφασιζόμενος πως διάβαζε την εφημερίδα του.
Ακολούθησε σιωπή, εύγλωττη σιωπή, αφού και οι τρεις τους βυθίστηκαν  στους κόσμους τους μετά τη μικρή συζήτηση με τις τόσες υποβολές. Ο Βασίλης ανακούμπησε στο κάθισμά του κλείνοντας τα μάτια του και περιμένοντας το τέλος του ταξιδιού. Επιθυμούσε να πετάξει, να βγει έξω, όπως εκείνα τα βιαστικά χελιδόνια  που εισβάλλουν απ’ το παράθυρο κάποιου ψηλοτάβανου δωματίου για να το εγκαταλείψουν ορμητικότερα. Επιθυμούσε την ελευθέρωση και ριγούσε, καθώς  στην κλειστή του συνείδηση φάνταζαν τα άσπρα μαλλιά του κυρίου Μένιου. ‘‘Θα φτάσω στο γήρας’’, έλεγε μέσα του, ‘‘χωρίς να τρελαθώ, χωρίς να επαναστατήσω, χωρίς να συντρίψω το καθημερινό προσωπείο;’’
Κι όμως, ξύπνησαν μέσα του κάποια λόγια της Πόπης, λόγια του περυσινού καλοκαιριού, εκεί στο λιοστάσι του κυρίου Μένιου κάποιο βράδυ.
‘‘Ο μπαμπάς ήταν και είναι επαναστάτης. Στην εφηβεία του και στην πρώτη νεότητά του έκανε την επανάσταση στο βουνό ως αντάρτης. Εκεί, στην καρδιά της επαναστατικής πνοής, επαναστάτησε ξανά αποφεύγοντας δολοφονίες ή φόνους αντιπάλων, συμβουλεύοντας και πείθοντας. Κατόπιν, στην Πράγα και στη Βουδαπέστη, ωρίμασαν οι συνθήκες της εσωτερικής επανάστασης, των διαδοχικών αναθεωρήσεων. Σπούδασε, διάβασε, εργάστηκε, αλλά ζούσε ως ξένος στις ξακουστές πρωτεύουσες με τη μεγάλη ιστορία την οποία το κομμουνιστικό καθεστώς ερμήνευε με τον τρόπο του. Επανάσταση είναι ο γάμος του, η πρόωρη και τραγική χηρεία του, η επιστροφή του, η μοναξιά του, οι ιδέες του και προπαντός η σοφία του’’.
‘‘Μα η επανάσταση καθαιρεί τις σοφίες’’, ψέλλισε ο Βασίλης χωρίς να πολυκαταλαβαίνει το νόημα των λεγομένων του.
‘‘Λάθος. Έτσι νομίζουν όσοι ταυτίζουν την επανάσταση με το ένστικτο και με το πάθος.’’
Σουρούπωνε για τα καλά καθώς, τότε, κείνο το σημαδιακό δειλινό, τα λόγια της Πόπης ηχούσαν αινιγματικά, καθώς η μορφή της θύμιζε κάποια απόμακρη μούσα. Τότε ο έφηβος διέπραξε κάποια απρέπεια καθώς πέταξε στην Πόπη τα ακόλουθα λόγια:
‘‘Μικρή, πάσχεις από τα σύμπλεγμα της Ηλέκτρας.  Μην εξιδανεκεύεις τόσο τον πραγματικά αξιόλογο πατέρα σου’’.
Η Πόπη είχε κεραυνοβοληθεί απ’ τα λόγια του εφήβου. Έμεινε ακίνητη για μια στιγμή, συστάλθηκε, έγινε όλη βλέμμα αίσθησης και ετοιμότητας, αιχμαλώτισε τον έφηβο για δυο τρία λεπτά. Κείνος τη θωρούσε βουβός και ακίνητος. Ένιωσε δέος και ντροπή, μα δε μπόρεσε να αποστρέψει το πρόσωπό του απ’ το ειρηνικό μα αποφασιστικό της βλέμμα Η κόρη όμως αιώνιζε κατά τον πατέρα της τη θηλυκή μεγαλοπρέπεια της μακαρίτισσας μάνας της και μετά μια στιγμή ηρεμίας είπε με ένα απέραντα στοργικό χαμόγελο στο νεανία:
‘‘Δεν επιτρέπεται να με φλερτάρεις έτσι… Η επιθετικότητα, η προσβλητική επιθετικότητα, δεν ανήκει στον πραγματικό άρρενα. Πρόσθεσες μικρέ μου στην παιδικότητά σου αρκετή δοκησισοφία για να εντυπωσιάσεις. Έτσι κάνουν ίσως οι νέοι της Αθήνας, μα βρισκόμαστε στο Ζυγό, στο σπιτάκι με το λιοστάσι και όχι σε καφετέρια του Χαλανδρίου’’.
Η κοπέλα γινόταν απέραντα σαγηνευτική κι άθελά της κείνο το σούρουπο, καθώς νουθετούσε το δεκαεξάχρονο Βασίλη, ένιωσε να αναδύεται μέσα της η ακατανίκητη θηλυκότητα που μυεί στο κάλλος. Χωρίς να το καταλάβει αισθάνθηκε τόσο κοντά στο μετανιωμένο παιδί, καθώς εκείνο την παρατηρούσε με αποδιασταλμένο βλέμμα. Του χάιδεψε τα μαλλιά, του μετάγγισε μια έλξη άλλου είδους και αποτραβήχτηκε παίρνοντας το μονοπάτι για το σπίτι.
Ο Βασίλης άρχισε να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση, μα ξάφνου γύρισε στο σπιτάκι. Μπήκε μέσα, την αντίκρισε στην κουζίνα και της είπε ευθύβολα:
‘‘Συγνώμη Πόπη…’’
‘‘Ειρήνη σε σένα’’.
Στη συνέχεια ο Βασίλης ανέβηκε στις απέναντι ράχες και αναλύθηκε σε λυγμούς καταλαβαίνοντας έτσι πόσο τα δάκρυα της μετάνοιας είναι λυτρωτικά. Στη συνέχεια σκαρφάλωσε σε μια πελώρια πέτρα κι άνοιξε τα αποκαθαρμένα του μάτια. Αντίκρισε από μακριά το λιοστάσι, τον κάμπο, το αντικρινό βουνό και δεξιά του τα φώτα και το σχήμα του Ζυγού που απλωνόταν ημικυκλικά στον όμορφο κόλπο. Στο βάθος η παραλία με τα καφενεία και τις ταβερνούλες ησύχαζε, καθώς δεχόταν την πνοή του μπάτη. Ρέμβασε αρκετά, παρηγορήθηκε απ’ τον έναστρο ουρανό, αναζωντάνεψαν μέσα του μύριες δυνάμεις παρηγοριάς και ελπίδας, αναστήθηκε. Επέστρεψε αργά στο σπίτι της θείας του και χωρίς πολλά λόγια κατακλήθηκε.
Ένα χρόνο σχεδόν μετά δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για αποκατάσταση των σχέσεών του με την Πόπη, αφού ξανασυναντήθηκαν αρκετές φορές και όλα έδειχναν πως η αλληλοεκτίμηση και η απλότητα είχαν κραταιωθεί.
Το ταξίδι έφθασε στο τέλος του. Πάντα, όταν το λεωφορείο πλησιάζει, ο ταξιδευτής νιώθει ιδιαίτερα άνετα. Χαίρεται τις δαντελωτές ακρογιαλιές, τα ερημικά ξερονήσια με το φιλόξενο κάλλος, τις άγριες βουνοκορφές που περιζώνουν το λιμάνι, την κατακάθαρη θάλασσα του Ιονίου, την απλωμένη ανάμεσα στην ακρογιαλιά, στους πρόποδες του βουνού και στο διπλανό κάμπο πολίχνη. Ο κόλπος, στην άκρη του οποίου βρίσκεται το λιμάνι του Ζυγού με το μεγάλο κυματοθραύστη και τον κάτασπρο και πανύψηλο φάρο, είναι τεράστιος και θωρακισμένος από τρία ξερονήσια στα οποία βόσκουν αγριογέλαδα, ειδικά μεταφερμένα για εκπάχυνση. Οι βράχοι των ακτών κατά μήκος του κόλπου θαμπώνουν τα μάτια απ’ την ασπράδα τους, ενώ συχνά πυκνά κολπίσκοι πιο ήρεμοι, αμμουδιές με χάρη προσφέρονται στη φιλοξενία των καλοκαιρινών παραθεριστών και κολυμβητών. Οι ανατολικές πλαγιές εκτείνονται σε απόσταση χιλιομέτρων και είναι κατάφυτες από πελώριες βελανιδιές, βάτους και σχινάρες. Ψάθινες κωνικές καλύβες εδώ και κει μηνύουν τα χειμαδιά των βλάχων που κατεβαίνουν απ’ τα βουνά της Ηπείρου για να ξεχειμωνιάσουν σε ανεκτό για τα κοπάδια τους κλίμα. Ο χώρος που περιβάλει το Ζυγό δεν είναι ιδιαίτερα όμορφος, αλλά ασκεί γοητεία σε όσους τον επισκέπτονται και ιδιαίτερα στους κατοίκους του, για να μην αναφέρουμε τους ετεροδημότες.
-Θα τα πούμε το βράδυ, έκανε ο κύριος Μένιος στο Βασίλη, καθώς κατέβαιναν απ’ το λεωφορείο.
-Οπωσδήποτε. Χαίρετε, είπε και ανασήκωσε το χέρι του.

7

Τις ίδιες μέρες ο Φαίδρος έδωσε σημεία ζωής με μια κάρτα που έστειλε στο Βασίλη απ’ το Παρίσι. Ο Βασίλης αναχάρηκε, μίλησε για το Φαίδρο στους γνωστούς του κι άρχισε να προβληματίζεται όλο και πιο πολύ μετά τις πρόσφατες εμπειρίες. Εξιστόρησε τα πάντα στο Φαίδρο με μια επιστολή την οποία ταχυδρόμησε για τη Γερμανία. Εκεί, στη Χαϊδελβέργη, στο πανεπιστημιακό κτίριο το οποίο στέγαζε ξένους επιστήμονες, θα λάβαινε ο Φαίδρος την επιστολή του Βασίλη. Στο Παρίσι έμεινε πέντε μέρες. Πέντε μέρες ή πέντε αιώνες; Πέντε αιώνες ή πέντε χιλιετίες; Αναρωτιόταν κι έφτασε να αμφιβάλλει ως προς την ύπαρξη του χρόνου. Βέβαια, υπήρχαν παλαιά εναύσματα τα οποία τον είχαν εντυπωσιάσει καθώς αντίκριζε τους δρυμούς, τα βουνά με την τραχύτητά τους, το πράσινο με το σκιερό του μεγαλείο, τα ποτάμια και τους πύργους, τη μυστική υποβολή των στοιχείων της φύσης, υποβολή που μαγνήτιζε τα ύστατα της ψυχής του και του αποκάλυπτε ανέκφραστα μυστικά με πανθεϊστική εμβέλεια και μεγαλείο.
Θρεμμένος όμως με την ελληνική φιλοσοφία ήταν σε θέση να εκτιμά τους δαιδάλους του γερμανικού στοχασμού και να κάνει σώφρονες συγκρίσεις, χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές. Ζούσε, κι αυτό σήμαινε γι’ αυτόν πως οι αισθήσεις του λειτουργούσαν αντιληπτικά, πνευματικά, πως το πνεύμα του τυπωνόταν στις πιο έντονες στιγμές λειτουργίας των αισθήσεών του. Ένιωθε με απέραντη βεβαιότητα πως η κοινωνία κόσμου και πνεύματος κρυβόταν και αποκαλυπτόταν σε στιγμές της ζωής του, σε στιγμές της ζωής όλων των ανθρώπων. Τότε αδυνατούσε να μετρήσει την ύπαρξη και το νου του, τα πράγματα και το χρόνο τους. Αδυνατούσε, μα πίστευε πως αυτή του η αδυναμία ήταν η ουσιαστική δύναμη ως μεγάλος κλήρος της ανθρώπινης φύσης.
Περιηγήθηκε μόνος του τα πιο αξιοζήλευτα μέρη του Παρισιού. Μόνος, έτσι ήθελε. Σκοπός του ταξιδιού του ήταν εξάλλου η μοναξιά, η επιθυμία του να βρεθεί μόνος από απόσταση απ’ το χώρο των καθημερινών του βιωμάτων. Αγωνιζόταν να ξεχάσει και τα πιο αγαπημένα του πρόσωπα, να τα ξεχάσει για λίγο και να βρεθεί με τον εαυτό του αντιμέτωπο με τα έργα του πνεύματος. Αμφέβαλλε αν αυτό αποτελούσε απομόνωση, ιερή μοναξιά ας πούμε, αλλά παρηγοριόταν  στη σκέψη πως το πνεύμα τον θωρούσε ακίνητο. Ήταν λοιπόν αναγκασμένος να μη μιλάει, παρά το ότι δε φλυαρούσε ποτέ του. Μια ολόκληρη βδομάδα την πέρασε σε δρυμό. Τι μεγαλείο, τι χάρη, μακριά και απ’ τα έργα του πνεύματος, όχι όμως έξω απ’ τη φύση και τις μαγικές υποβολές τους που μοιάζουν με τα μαγνάδια της εσπέρας, της αιώνιας εσπέρας, μετά τις πληροφορίες της ημέρας…Κατάλαβε, μακριά από τραγικοποιήσεις και συναισθηματικές υπερβολές, πως η ιερότερη μοναξιάς είναι ο θάνατος, ο οικείος του θάνατος τον οποίο είχε επιθυμήσει σε στιγμές απέραντης γαλήνης.
Ο Φαίδρος αντιλήφθηκε επίσης κάτι το συγκλονιστικό, κάτι το οποίο δεν του είχε διδάξει ακόμη η φιλοσοφία, έστω κι αν αποτελεί το αιώνιο έναυσμά της. Τα μεγάλα έργα της τέχνης και του πολιτισμού φωτίζουν, λάμπουν και διαλάμπουν, μα το έσχατο μήνυμά τους κρύβεται στην πάλη κατάπαυσης και επιθυμίας που δονεί τις δημιουργικές υπάρξεις. Είναι έργα της δημιουργικότερης αντίφασης, τόποι συνάντησης του ενθαδικού και του επέκεινα, ενός επέκεινα μακριά από κάθε σχήμα, στην καρδιά του ενθαδικού. Γονιμοποιούταν ωστόσο η μοναξιά του καθώς θαύμαζε το Λούβρο, την Παναγία των Παρισίων, τη Σορβόννη, τις Βερσαλλίες και τα έργα τέχνης που στεγάζουν. Όταν οι παραστάσεις γίνονταν αιχμές ζωής, δραπέτευε στα απέραντα πάρκα, ξάπλωνε στο γρασίδι και σταματούσε να στοχάζεται. Στην αρχή αυτή η προσπάθεια ήταν ορμέμφυτη, τον κούραζε, γιατί τον βύθιζε σε ένα παράδοξο μηδέν που μόνο με το χώρο μπορούσε να παρομοιάσει.
Ανασηκώθηκε κείνη τη μέρα με ένθεο πάθος όταν διαισθάνθηκε πως ήταν στο δρόμο αποκάλυψης ενός μεγάλου μυστικού. Δε θα το πρόδιδε, ψέλλισε με αίσθημα το οποίο υπερέβαλλε και τη συγκίνηση της έσχατης μακαριότητας. Ωστόσο, οι διαδοχικές αναλάμψεις του παρελθόντος κορυφώνονταν κι αυτό σήμαινε πως ο Φαίδρος βρισκόταν στον ορθό δρόμο. Δε θα όφειλε όμως να περιμένει απ’ το μέλλον την πλήρωση, τη λύση του μυστηρίου της ζωής, γιατί τα μυστήρια δε γνωρίζουν λύση. Μαγνητίζουν αιώνια. “Αναβλύζουν κάθε στιγμή, κάθε στιγμή, πάντα δηλαδή”, ψιθύρισε. Χωρίς να το θέλει, η σκέψη του επέστρεφε στη μητέρα του, στην Αννούλα, στο Βασίλη, στην Κατερίνα, στο δάσκαλο, στον κύριο Ιωάννου και σε τόσα άλλα πρόσωπα τα οποία δεν έκαναν την εμφάνισή τους σ’ αυτή την ιστορία. Κατόπιν αναστρεφόταν με συγκίνηση τους αγαπημένους του νεκρούς με πρώτο τον πατέρα του και τους θείους του, για να ακολουθήσουν και άλλοι. Επέστρεφε στο χάρμα της παιδικότητάς του και στο μυθικό της διάκοσμο για να αρπάζεται επί πτερύγων ανέμων, για να βιώνει άληστες καταστάσεις.
Γι’ αυτό ακριβώς ο Φαίδρος δε γνώριζε αν οι μέρες του μετρούσαν ως χρόνια, ως αιώνες ή ως αιωνιότητα. ‘‘Και τι γίνεται με την έξοδο, με την περίφημη έξοδο του Βασίλη;’’   
Αυτό το ερώτημα τον απασχολούσε. ‘‘Έξοδος ή απόδραση;’’ συμπλήρωνε.
Θα μπορούσε να συνεχίζει, να παίζει με τις λέξεις, αλλά δεν παρασυρόταν σε φαντασιώσεις.
‘‘Έξοδος, απόδραση, καταφυγή, είναι παντοτινές καταστάσεις οι οποίες δεν επιχειρούνται μια δεδομένη στιγμή’’.
‘‘Τότε γιατί μιλούν για αιφνίδια μεταστροφή; Ποιος είναι ο ρόλος του πλατωνικού εξαίφνης, του οράματος του Pascal, της μεταστροφής του ιερού Αυγουστίνου, κ.ο.κ.;’’
Η απάντηση ήρθε καθώς ο Φαίδρος παρατηρούσε μισοαφηρημένος μα με πάθος τις βαρκούλες κάποιων μικρών που έπαιζαν στη λίμνη του κήπου του Λουξεμβούργου.
‘‘Ναι, το αιφνίδιο έρχεται αιφνίδια, δεν αναμένεται ως αιφνίδιο. Το εξαίφνης αποκαλύπτεται στην ψυχή, χωρίς η τελευταία να επιζητεί με συγκεκριμένο σχέδιο αυτό το οποίο της αποκαλύπτεται. Όταν αρχίζει να καταυγάζει τον άνθρωπο, η έξοδος είναι διαρκής πραγματικότητα. Άλλες μεγάλες εκπλήξεις δεν υπάρχουν πια. Ο άνθρωπος ζει διαρκώς τη μεγάλη και νηφάλια ταυτόχρονα έκπληξη που αποτελεί και ιδιότυπη έκσταση. Τότε, σκεπτόταν, το θαυμασιότερο  στοιχείο δεν είναι τα έργα της τέχνης ή του πολιτισμού, αλλά το αδιάπτωτο συμβαίνον του ανθρώπου, το φως της ανθρώπινης φύσης, το κρύφιο φως που συντηρεί ό,τι ωραιότερο’’.
Ωστόσο, η ωραιότερη έκπληξη βρισκόταν αλλού. Οπωσδήποτε προσπαθούσε να καταστήσει τους κόσμους της ψυχής του διάρκεια, αλλά αυτό ήταν προσωπικό του θέμα. Δέκα μέρες πριν την αναχώρησή του διαπίστωσε πόσο μικρός είναι ο κόσμος μας, παρά τις τόσες και τόσες μεγαλουπόλεις του. Στη Χαϊδελβέργη συνάντησε τον κύριο Ιωάννου με τη γυναίκα του και τις τρεις κόρες τους καθώς επέστρεφαν απ’ το Σάλτσμπουργκ μετά τρεις μαγικές βδομάδες  υπό τους ήχους του  Μότσαρτ, του Μπετόβεν, του Μπαχ, του Χαίντελ και τόσων άλλων μεγάλων μουσουργών. Η έκπληξη του Ιωάννου συνοδευόταν και απ’ τη μαγεία των μουσικών εκστάσεων, σε σημείο που η συνάντησή τους υπήρξε γονιμότατη.
Οι κόρες και η μητέρα βέβαια δεν ήταν σε θέση να υποψιασθούν τις απώτερες σχέσεις του κυρίου Ιωάννου με την οικογένεια των Γαλάτηδων, μα εντυπωσιάστηκαν απ’ τα λίγα που άκουσαν. Πρώτο μέλημα του κυρίου Ιωάννου ήταν να ξεφορτωθεί για λίγο την οικογένεια, ώστε να μιλήσει με το Φαίδρο. Απ’ το βράδυ της συνάντησής τους στο ταβερνάκι αναζητούσε συχνά με τη σκέψη του το νέο διανοούμενο, ελπίζοντας πάντα πως θα τον συναντούσε το καλοκαίρι, αν…Έστειλε λοιπόν τη σύζυγό του και τις κόρες του στη βόρεια Γερμανία σε διήμερη εκδρομή και κείνος έμεινε στη Χαϊδελβέργη με το Φαίδρο. Του πρότεινε μάλιστα να περάσουν ένα διήμερο σε κάποιο κοντινό καλοκαιρινό θέρετρο, μα ο Φαίδρος προτίμησε τους πανεπιστημιακούς χώρους και τη δροσιά των κήπων της γραφικής και ιστορικής πόλης.
Ένα απογευματινό απομακρύνθηκαν και πήραν το δρόμο προς το βουνό. Καθαρή η ατμόσφαιρα, ζωντανά τα τοπία, ζωηρά τα χρώματα, απέριττη ζωγραφιά η φύση. Ο κύριος Ιωάννου δε γνώριζε αν ο Φαίδρος είχε πληροφορηθεί τη σχέση του με την Αννούλα, αλλά είχε τη διάθεση να τα πει όλα, όχι μόνο για να εντονωθεί, αλλά για να συζητήσει επάξια. Ήταν εξομολογητικός, απλός, ήρεμος. Στις πρώτες του εκμυστερεύσεις ο Φαίδρος απάντησε με απλότητα.
-Γνωρίζω την υπόθεση κύριε Ιωάννου. Δεν αποτελεί κάτι το επιβαρυντικό ούτε για σας, ούτε για την Αννούλα.
-Άφησε Φαίδρε τα κύριε Ιωάννου. Θα με λες Τάκη. Εξάλλου συμπορευόμαστε σε πολλές πνευματικές αναζητήσεις και ο πληθυντικός περιττεύει όταν υπάρχει πνευματική εγγύτητα.
-Εντάξει. Δεν επιβαρύνεσαι Τάκη από κείνη την εφήμερη μνηστεία. Ούτε η Αννούλα.
-Η υπόθεση είναι αρκετά περίπλοκη. Ξέρεις πόσο υπέφερα κείνο το βράδυ; Μάρτυς μου ο δάσκαλος ο οποίος μάλιστα οδηγήθηκε σε παραισθήσεις, σε ψευδαισθήσεις. Ήταν κάτι το βαθύτατα κωμικοτραγικό.
Διηγήθηκε παραστατικά κάποιες στιγμές του παραληρήματός του με συγκρατημένη ταραχή την οποία δε μπορούσε να κρύψει η προσπάθεια αυτοελέγχου του. Βέβαια, δεν παρουσίασε την εικόνα η οποία πανικόβαλε τον ευγενικό δάσκαλο τη νύχτα του οδυρμού. Ο Φαίδρος όμως διαπίστωσε πως ο κύριος Ιωάννου ήταν άνθρωπος με απίστευτο δυναμισμό, οξύνοια και τόλμη, παρά το ότι αυτές οι δυνάμεις δρούσαν μέσα του αντιφατικά και δεν έφταναν στην καθαρότητα της θέας, στο φως της διαύγειας. Ως κινήσεις όμως μιας πληθωρικής προσωπικότητας και ενός δημιουργικού πάθους καταγράφονταν ορμητικά και μαρτυρούσαν το δαιμόνιο του ανθρώπου, παρά τα συναισθηματικά τραύματα.
Άκουσε τη δραματική διήγηση του ανθρώπου με το μεγάλο πάθος χωρίς να εκπλαγεί ιδιαίτερα, γιατί κατά βάθος θαύμαζε τον κύριο Ιωάννου και ήταν σε θέση να αποκρυπτογραφήσει τις αιτίες του σπαραγμού του. Ήταν έτσι βέβαιος πως δεν τον τάραξε η σαρκική ομορφιά της Άννας, αφού υπάρχουν διαθέσιμες καλλονές. Πίστευε πως στη συνείδηση του φίλου του πια γινόταν άλλη μάχη με απούσα την αιώνια γυναίκα, το ιδεατό θήλυ. Απόμακρη απ’ τη ζωή του η Αννούλα, ανέλαμπε ως θηλυκό με υποβλητική χάρη και σήκωνε στη συνείδηση του Τάκη θύελλες και ανέμους….Η απουσία ως αρνητική παρουσία είναι η αιχμαλωσία της επιθυμίας, της ύστατης μεταφυσικής επιθυμίας.
-Βέβαια, έκανα οικογένεια, τα κορίτσια μου είναι κόσμια, παρά την οικονομική άνεση, η γυναίκα μου είναι σεμνή και στοργική, συμπονετική και ιδιαίτερα  συζυγική. Δεν υπάρχει όμως Φαίδρε μου το εξαιρετικό στοιχείο, κείνο το δαιμονιώδες, αγγελικό ωστόσο, στοιχείο που συνεπαίρνει.
-Ένιωθες την απουσία αυτού του στοιχείου πριν ξαναθυμηθείς την Αννούλα;
-Φαίνεται πως η Αννούλα βρισκόταν στο υποσυνείδητό μου, αφού με είχε διαγράψει, αφού έκανα ό,τι έκανα. Ο δυναμισμός μου εμφάνισε την τυχοδιωκτική μου φύση, αφού, εκτός απ’ τις επιχειρήσεις μου και το φιλοσοφικοποιητικό μου οίστρο, είχα και άλλα ξεσπάσματα. Κατέφευγα σε δαπανηρά χαρτοπαίγνια χωρίς να γνωρίζω τα χαρτιά πολύ καλά, χανόμουν για λίγο με διαθέσιμες καλλονές σε ερημικά ξενοδοχεία με πισίνες και πρασινάδα, άκουγα μουσική και αγόραζα πανάκριβους ζωγραφικούς πίνακες. Επιθύμησα να είμαι ταυρομάχος και να πεθάνω από χτύπημα ταύρου μετά ηρωική πάλη, μου ερχόταν η επιθυμία να γίνω πιλότος, να αγοράσω αεροπλάνο και να το καρφώσω με πάθος στα γιγαντιαία κύματα…Η ζωή και ο θάνατος αδελφώνονται μέσα μου, σε σημείο που αδυνατώ να τα διακρίνω…Ο Άδης και ο ωκεανός…
-Η Αννούλα δεν είναι μόνο εξαδέλφη, αγαπημένη εξαδέλφη, αλλά και απόλυτη φίλη, κομμάτι του εαυτού μου. Μπορώ να σου πω Τάκη πως αυτή η όμορφη ύπαρξη που έχει ήδη κάποια ηλικία, δεν ανήκει στον κόσμο. Δε θα μπορούσε να γίνει γυναίκα κάποιου, γιατί εκφράζει το αιώνιο θήλυ. Τέτοιες γυναίκες εμπνέουν, προσφέρουν, αλλά δεν προσφέρονται. Και η φίλη της η Κατερίνα την οποία γνώρισα πρόσφατα είναι ένα φως.
-Τι; Υπάρχει και άλλη ύπαρξη σαν την Αννούλα; Θα τρελαθώ…Πλησίασα γυναίκες των οποίων η υποβλητική μορφή υποσχόταν πολλά, μα αποδείχτηκαν αποπνικτικά στείρες.
-Μη συγκρίνεις σε παρακαλώ την Αννούλα και την Κατερίνα με αγοραίες γυναίκες…Πώς είναι δυνατό;
-Κάνεις λάθος, δεν κάνω λόγο για τις εκπορνευμένες. Εννοώ  κάποιες εφήμερες ερωμένες με αρκετά προσόντα χωρίς να παριστάνω τον Καζανόβα, ούτε καν τον Δον Ζουάν.
-Απέκτησαν τα προσόντα τους για να ελκύουν; Μα η εκπόρνευση αρχίζει με την ιδιοτελή φιλαρέσκεια και δεν αφορά μόνο τη σεξουαλική φύση της γυναίκας. Τα προσόντα για τα οποία κάνεις λόγο είναι ψιμύθια, δολώματα. Λίγο πιάνο, στοιχεία ξένων γλωσσών, καλοί τρόποι, κ.ο.κ. Δεν κατάλαβες συ ο τετραπέρατος πως η εκπόρνευση τείνει να γίνει, αν δεν ήταν πάντα, συστατικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων; Ο πραγματικός άνθρωπος κοιμάται στα βάθη των ανθρωπίνων συνειδήσεων, ενώ τα πιο ρηχά, τα επιπόλαια και διεστραμμένα στοιχεία χορεύουν στην επιφάνεια. Βέβαια, παρουσιάζονται με τέχνη και με μαεστρία, αλλά δεν παύουν να είναι η αντιστροφή του πραγματικού. Μοιάζουν με κούκλες, που, παραφορτωμένες, κρύβουν την πρωτινή ομορφιά. Θυμίζουν τις αναποδογυρισμένες βάρκες του ταρσανά που κρύβουν την όψη τους…
-Ο πόνος μου και η βάσανος της συνείδησής μου πείθουν πως μισώ την εκπόρνευση υπό οποιαδήποτε μορφή.
-Συμφωνώ και συγνώμη αν σε πρόσβαλα χωρίς να το θέλω. Οφείλεις όμως να συμφιλιωθείς με το μυστικό μήνυμα της Αννούλας ως ιπποτικός και γενναίος.
-Δυστυχώς, δεν υπάρχει ιπποτισμός. Πρόβλημα είναι αν υπήρξε και όταν το ιπποτικό ιδεώδες δέσποζε και θαυμαζόταν μέχρι αργά, μέχρι τους ρομαντικούς.
-Διάβασες ποτέ σου τον όρκο των ιπποτών;
-Πολλές φορές. Η τελετή ορκωμοσίας και παράδοσης της στολής ήταν συγκινητική.
-Όπου υπάρχουν ιδεώδη, υπάρχουν και κάποιοι που τα εκφράζουν, έστω και ελάχιστοι. Άκουσε να κομμάτι του Χάινε, είναι καταπληκτικό:
            Σ’ όνειρο μου φάνηκε πως
            αγγελιοφόρος τ’ ουρανού
            είχα φυλακίσει στο πονεμένο μου στήθος
            όλα τα πάθη και τους πόνους των ανθρώπων
            όλο το κακό και το θυμό των αιώνων.
            Βαριές αλυσίδες κρατούν την αιχμάλωτη                                              Ωραιότητα:
            κι όμως θα ηχήσει η ώρα της ελευθέρωσης...
            Δύστυχη, σ’ αγαπώ από τότε που υπάρχω!
            Σ’ αγαπώ με μια αγάπη θεία
            και σου φέρνω τη λευτεριά απ’ το κακό,
            απ’ τη ντροπή, απ’ τα βάσανα,
            απ’ τα δάκρυα κι απ’ το αίμα.
-Καταπληκτικό!
-Ο πραγματικός ιππότης είναι ο αιώνιος άνθρωπος, ο ιδαλγός. Ένας ισπανός συγγραφέας λέει για τους ιππότες και για τους ιδαλγούς πως έχουν τα πόδια τους στη γη και την ψυχή τους στους ουρανούς.
Ο κύριος Ιωάννου ηρέμησε αμήχανα. Το άσπρο πρόσωπό του άρχισε να παίρνει μια λάμψη, τα μάτια του έγιναν εκφραστικά, λέτε και οι αόρατοι ιδαλγοί τα καθάρισαν με ουράνια μύρα και τα στίλβωσαν με θεία αρώματα.
-Όταν ήμουν μικρός η μακαρίτισσα η μάνα μου με πήγαινε πάντα στις παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου. Οι στίχοι του Χάινε μου θύμισαν κάποιους άλλους  στίχους τους οποίους δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ, παρά την απιστία μου: Άκουσον θύγατερ και ίδε και κλίνον του ους σου και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του πατρός σου και επιθυμήσει ο βασιλεύς του κάλλους σου…Κάποιο απόγευμα ένας ιεροκήρυκας μίλησε και συγκράτησα μια φράση του:Το θυγατρικό κάλλος. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, η φράση εκείνου του άσημου ανθρώπου μού λέει πολλά. Η θυγατέρα με το κάλλος είναι υποχρεωμένη να ακούσει τη φωνή του βασιλέως της, η αιχμαλωτισμένη ωραιότητα του χάινε ακούει την αιώνια φωνή:
            Δύστυχη, σ’ αγαπώ από τότε που υπάρχω!
            Σ’ αγαπώ με μια αγάπη θεία …
Γι’ αυτό η κόρη οφείλει να νιώσει γυναίκα, ερωμένη, σύζυγος. M’ αυτό το βλέμμα, το ηρωικά αγνό και  αρρενωπό, αντικρίζουν οι ιππότες τις παρθένες πυργοδέσποινες.
-Μιλάς ως ποιητής και ως στοχαστής και γι’ αυτό χρωματίζεις τα δύο ποιήματα με το δικό σου παλμό. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η κόρη καλείται στον έρωτα, στη συζυγία, στη μητρότητα. Αν δε βρεθεί ο άξιος νυμφίος, η κόρη γίνεται παρουσία κάλλους. Αλλιώς θυσιάζεται χωρίς λόγο.
Ο Τάκης πρόσεχε τα λόγια του Φαίδρου τα οποία όξυναν τη διάνοιά του.
-Μου παροξύνεις το πνεύμα. Πίστεψέ με πως δεν επιθυμώ την Αννούλα για σαρκική σπονδή, όχι, χίλιες φορές όχι. Το είναι της όμως μου αποκαλύπτει το μυστήριο της γυναίκας. Μαζί της χάθηκε και αυτό απ’ τις προοπτικές μου.
Δάκρυσε.
-Ναι, χάθηκε, όσο κι αν η γυναίκα μου είναι καλή. Η μορφή της Αννούλας μού προκαλεί ένα άδειασμα κι αν είχα τη δυνατότητα θα ’τρεχα κοντά της να την πιάσω και να γίνω προσκυνητής του κάλλους της.
-Η Αννούλα ζει στον κόσμο της. Εξάλλου, αν έχεις το κουράγιο, θα τη δεις σε λίγες μέρες. Εξάλλου, δε σε περιφρόνησε ποτέ.
-:Oχι, ποτέ. “Δε μπορούμε να συμβαδίσουμε…Είσαι ικανός, θα διαπρέψεις. Στο καλό’’.  Μ’ αυτά τα λόγια χάθηκε.
            Ήμουν για πάντα ανήσυχος από τότε
            χωρίς να ξέρω την αιτία των πόνων μου
            της καρδιάς μου τους κρυφούς σπαραγμούς.
            Οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια περνούσαν,
            η λήθη, δεινή εκδικήτρια ωραίων ψυχών
            ακόνιζε άσπλαχνα την άσπονδη μνήμη
            ώσπου ο κεραυνός του ονόματος,
            ηφαίστειο με άπειρη δύναμη
            συγκλόνισε της φτωχής μου καρδιάς τους παλμούς.
            Αγαπημένη μου, χίλιες φορές αγαπημένη
            Αιωνιότητα, κάλλος και αέναη τροπή
            Συγκλονίζεις τη φρικτή τη ζωή μου.

Οι πρόχειροι στίχοι του κυρίου Ιωάννου ενήργησαν απελευθερωτικά. Άρχισαν και πάλι να περπατούν και να αντικρίζουν το γερμανικό τοπίο. Ένας πύργος απέναντι στο βάθος τους θύμιζε φρούρια, ασπίδες, ιππότες, πυργοδέσποινες, λάβαρα και άλλα σύμβολα και αξίες του Μεσαίωνα και των Νέων Χρόνων. Ο Φαίδρος που προσπαθούσε να εισβάλει στην προσωπικότητα του κυρίου Ιωάννου, αφαιρέθηκε για κάποια στιγμή.
-Σε πήρε η Αννούλα μαζί της…Μ’ άφησες μόνο…
-Λες να με πήρε η Αννούλα;
-Νοερά.
-Πιστεύω πως απ’ τη συζήτησή μας βγαίνει μια ηρωική ιδέα. Τα ωραιότερα πράγματα βγαίνουν, προβάλλουν, αναφαίνονται, ξεδιπλώνονται με την ψυχή μας, δεν εφευρίσκονται.
-Συμφωνώ. Μετά την ταραχή με κατέλαβε μια γαλήνη που με γεμίζει ανακούφιση. Ωστόσο, έχω ανάγκη από κρασί. Θέλω να πιω αρκετά, να καπνίσω δυο τρία πούρα και κατόπιν να ακούσω Βάγκνερ. Τι λες; Είσαι για την Ισπανία; Για δυο τρεις μέρες; Θα είναι έξοχα, θα παρακολουθήσουμε και ταυρομαχία.
-Μα τι θα κάνει η οικογένειά σου;
-Θα τους στείλω στην Ελλάδα. Είναι εύπιστα όντα και η γυναίκα μου και οι κόρες μου, εκτός απ’ τη μικρή. Αυτή τη φορά εξάλλου θα είμαι ειλικρινής.
          Λίγο έλειψε ο Φαίδρος να πει ναι.
-Στο μέλλον θα πραγματοποιήσουμε προσκύνημα στην Ισπανία, τη χώρα των ιδαλγών.
-Το μη προγραμματισμένο Φαίδρε μου έχει χάρη. Ο σχεδιασμός της στιγμής εκστασιάζει, προσθέτει δημιουργικό παλμό.
-Συμφωνώ. Αναγνωρίζω πως  θα ήταν όμορφο να αλλάξω αιφνίδια το πρόγραμμά μου. Έχω όμως κάποιες υποχρεώσεις και ο χρόνος είναι λίγος. Δεν πήγα ακόμη στα βιβλιοπωλεία και ξέρεις πόσο παρακολουθώ τη γερμανική βιβλιογραφία.
Το βράδυ δείπνησαν μαζί και αποχωρίστηκαν με την ελπίδα πως θα ξαναβλέπονταν σε λίγες μέρες στο Ιόνιο, μεταξύ του Νησιού και Ζυγού. Όταν ο Φαίδρος γύρισε στο δωμάτιό του βρήκε ένα γράμμα απ’ το Βασίλη και μια κάρτα την οποία υπέγραφαν η Αννούλα και η Κατερίνα. Αν είχε την κάρτα της Αννούλας, θα την έδειχνε στον κύριο Ιωάννου και χαμογέλασε χωρίς να το θέλει, καθώς μισογεύθηκε τις πιθανές αντιδράσεις του φίλου, του τόσο απρόσμενου και εντυπωσιακού φίλου. “Μέχρι στιγμής, είμαι αρκετά τυχερός. Το πάθος μου για τη φιλοσοφία έχει  αναστείλει κάθε ερωτική βλέψη.” Για μια στιγμή, για μια ακροκεραύνεια στιγμή όμως σκέφτηκε πως αν η Κατερίνα ήταν συνομήλικη του, ίσως επαναλαμβανόταν το δράμα του Τάκη.
‘‘Μα, συνέχισε, σα να συζητούσε, στα τριαντατρία της είναι εξαίσια, ώριμα ωραία και μαγευτικά μελαγχολική….’’
Απομάκρυνε στη συνέχεια κάθε σκέψη. “Η Κατερίνα θα είναι για μένα ό,τι και η Αννούλα…” Το πίστευε;
-Ναι, έτσι είναι, έτσι πρέπει να είναι, μα είναι έτσι;  Ακούστηκε μια αφωνή απ’ τα βάθη του είναι του.
Γέλασε κάπως αμήχανα και ένιωσε πλεγμένος σε ένα μαγικό λαβύρινθο που του υποσχόταν ό,τι φαντασμαγορικότερο, ό,τι πιο απρόσμενα γοητευτικό, πέρα απ’ τις συνηθισμένες εικασίες. Στη συνέχεια αναρωτήθηκε αν ο Τάκης ήταν αξιοθρήνητος και προβληματίστηκε αρκετά, για να καταλήξει πως ο όρος είναι αδόκιμος. Του ήρθε κατόπιν στη σκέψη ο όρος τραγικός τον οποίο αγκάλιασε με ζέση. Ναι, η τραγικότητα είναι κλήρος του ανθρώπου και σφραγίζει το μεταφυσικό του είναι. Αλλιώς, ο όρος δεν έχει καμιά σημασία..
Αργότερα ησύχασε και προσπάθησε να αναστραφεί με τα γεγονότα του πρόσφατου και του απώτερου παρελθόντος, μα τα πράγματα άρχισαν να στραβώνουν κάπου. Διαπίστωσε πως ήταν ανήσυχα ήσυχος, όπως ο ουρανός πριν την ξαφνική καταιγίδα. Κατάλαβε πως αργά ή γρήγορα ένα κομμάτι του εύδιου είναι του θα συγκρουόταν αδυσώπητα με την ίδια του την ιστορική συνείδηση…Να λοιπόν τι σήμαινε η επιφανειακή πληρότητα των τελευταίων ημερών, το μυστικό του… Ας ξεσπούσε όμως η καταιγίδα, ήταν αναπόφευκτη και δημιουργική, την ένιωσε με ένταση  και άλλοτε. “Ας μην περιμένω, ας μην ελπίζω, ας ζω έντονα και νηφάλια ταυτόχρονα…” Έτσι νόμιζε κείνη τη νυχτιά.
Σε λίγες μέρες θα βρισκόταν στο Χαλάνδρι, η μητέρα του τον περίμενε όπως πάντα, παρόλο που της τηλεφωνούσε συχνά. Κάποια στιγμή όμως, λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, σκέφθηκε την περίφημη έξοδο, τα πρόσωπα τα οποία θα ’παιρναν μέρος, την αδιόρατη αναμονή. Ποια αναμονή; Η Αννούλα και η Κατερίνα δεν περίμεναν τίποτε, θα κατασκήνωναν στο παλιό χάνι, σε όμορφο και ερημικό μέρος, η Αγλαϊα θα ερχόταν απ’ το Μοκρονήσι, ο Βασίλης ήταν ήδη στο Ζυγό. Υπήρχαν και άλλα δυο τρία πρόσωπα τα οποία γνώρισα απ’ το γράμμα του Βασίλη. Πρόκειται για τον κύριο Μένιο και την κόρη του την Πόπη.