βιβλία του νίκου μακρή

βιβλία του νίκου μακρή
The School of Athens-Raphael (Apostolic Palace, Vatican City)

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ


ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ


                        Συνηθίζουμε να συνδέουμε το κάλλος με την αισθητική, με τις μορφές, με τα σχήματα, με τις κινήσεις, με τις τέχνες γενικότερα. Είναι βέβαιο πως αφετηρία κάθε εμβίωσής μας είναι η αίσθηση, η αντιληπτική αίσθηση, και για να είμαστε ακριβέστεροι, η συναντιληπτική ενσυναίσθηση, όπως ήδη έχουμε τονίζει.
            Όμως, ας γνωρίζουμε πως άλλο αίσθηση και άλλο αισθητική, όπως άλλο δηλώνει ο όρος φύση και άλλο ο όρος Φυσική. Φυσικά το κάλλος αναφέρεται και στην αισθητική διάσταση ή εκτίμηση του κόσμου, αλλά η αφετηρία δεν είναι εκεί, ούτε η αναφορά είναι αποκλειστική. Ήδη, μετά τον Πλάτωνα και άλλους, ο Hegel τόνισε με έμφαση στην Αισθητική του πως το ωραίο είναι εσωτερική κατηγορία, πως δεν αναφέρεται στην εξωτερικότητα. Θα λέγαμε, για να «απαλλαγούμε» από όρους οι οποίοι, παρά την ιστορική τους σπουδαιότητα είναι γόνιμοι, πως αφετηρία αναζήτησης του κάλλους είναι η συνάντηση αμεσότητας και εξωτερικότητας, κατά τρόπο που οι «διαστάσεις» του δεν αναφέρονται σε καμιά τοπικότητα. Πρόκειται για οικουμενική αλήθεια που μας οδηγεί σε μια βασική διαπίστωση: Η πραγματική «όψη» του κόσμου μας είναι το κάλλος.
            Ήδη, και οι όροι νοητό κάλλος, αισθητό κάλλος, μυστικό κάλλος είναι σχετικοί και παραπέμπουν σε κάτι το απόλυτο: Το κάλλος είναι απαύγασμα του απείρου, του απολύτου, συνιστά το μόνο τρόπο κοινωνίας με το αληθεύον νόημα της ζωής, ό,τι δίνει ουσιαστικό περιεχόμενο στις εμπνοές μας, στις ύψιστες αναζητήσεις μας. Είναι η πληρωματικότητα του ζην, ό,τι δηλαδή συνιστά το πλήρωμα του οντολογικού, του ηθικού, του αισθητικού, αλλά και του λογικού…Δεν είναι τυχαίες οι διαπιστώσεις λογικομαθηματικών που κάνουν λόγο για την αισθητική, για το κάλλος των λογικών και μαθηματικών συλλήψεων.
            Βέβαια, η προβληματική η οποία δημιουργείται είναι απέραντη, αλλά νομίζουμε πως στο Συμπόσιον και στον Φαίδρο του Πλάτωνα τίθενται για πάντα τα θεμέλια περαιτέρω διαπιστώσεων και θέσεων. Ήδη, το ερώτημα γίνεται σαφές και απλό: Τι είναι κάλλος; Αν το ωραίο μετέχει του κάλλους, δεν ταυτίζεται με αυτό, γιατί και οι ωραιότερες μορφές και τα γοητευτικότερα σχήματα ή ήχοι κ.ο.κ. παύουν κάποτε να συγκινούν, παρέρχονται, χάνονται. Υπάρχει κάτι το οποίο είναι παράμονο, κάτι το οποίο δεν παρέρχεται και αυτό δεν είναι παρά η το αληθεύειν της ζωής, το ανέκφραστο, ό,τι καθιστά δυνατό κάθε εκφραστό, ό,τι δίδει νόημα σε κάθε εμπνοή, είτε είναι φιλοσοφική, επιστημονική, λογική κ.ο.κ.
            Κι όμως, οφείλουμε να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Ναι, το κάλλος δεν ορίζεται, αφού κάθε ορισμός είναι περιορισμός. Δεν ορίζεται, γιατί ορίζει, δε δείχνεται, γιατί δείχνει, δεν εκφράζεται, γιατί ίσταται στην αφετηρία κάθε έκφρασης. Ήδη, κάθε γνήσια εκφράσιμο μετέχει του κάλλους ως απαύγασμά του, κάθε σχετικό, λειτουργεί ως εικόνα, ως κάτοπτρο του απολύτου.
            Ίσως μ’ αυτόν τον τρόπο ιχνεύεται το κάλλος και έτσι συνειδητοποιούμε πως ό,τι βιώσιμο στο χώρο του στοχασμού, της τέχνης, της επιστήμης, της λογικής προσπάθειας, της ηθικής συναντίληψης μαρτυρεί το αγήρω κάλλος, το άφθιτον κάλλος, το αμήχανον κάλλος, για να χρησιμοποιήσω όρους του Πλάτωνα. Απαιτείται βέβαια μέγας αγών, γνήσια εμπνοή και απαλλαγή από κάθε ειδωλικό ανθρωποείδωλο για να φθάσουμε όχι σε κάποιες κορυφές, αλλά στο γνήσιο είναι μας, γιατί «εκεί» διαβλέπουμε το απερίτμητο χαμόγελο του κάλλους, το πλήρωμα και την πληρωματικότητα.
            Ακόμη περισσότερο: Ίχνη κάλλους υποψιαζόμαστε με πραγματική συγκίνηση σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη ανεξάρτητα από πολιτισμικό, μορφωτικό, πνευματικό κ.ο.κ. επίπεδο, γιατί η γνησιότητα της ζωής δεν ανήκει σε καμιά προκαθορισμένη ανθρώπινη ομάδα «προνομιούχων». Είναι κοινός κλήρος του ανθρωπίνου.
            Ίσως αντιλεχθεί πως ένα κάλλος ανέκφραστο δεν έχει και μεγάλη σπουδαιότητα, μα προσεκτικότερη θέα μας πείθει πως μόνο έτσι βεβαιωνόμαστε ως προς το ότι η αλήθεια της ζωής συνίσταται στην άρρητη οντολογική, ηθική, αισθητική πληρότητα και καθαρότητα, χωρίς την οποία κάθε ρητό και εκφραστό δε θα είχε νόημα.
Το κάλλος, όμως διαλανθάνει, δεν εικονίζεται, δεν παριστάνεται όπως η ωραιότητα των μορφών, των σχημάτων, των παραστάσεων, δεν είναι παρά μορφή ωριμάζουσα. Οι αισθητικές κατηγορίες, οι ηθικές κατηγορίες, οι γνωστικές κατηγορίες, ουσιαστικά θεωρούμενες, δεν έχουν τίποτε το παραστατό, το φθαρτό, το τμητό. Ιδού λοιπόν το μυστικό του κάλλους, μυστικό το οποίο αναδύεται ως καθαρή μεταφυσική σταθερά: Ό,τι εντοπίζεται, δείχνεται,, περιγράφεται ως φθαρτό κ.ο.κ., είναι απαύγασμα που δηλώνει το ατρεμές ήτορ (Παρμενίδης), την πηγή του νοήματος.
Βεβαίως, πηγή κάθε νοήματος είναι το άπειρο-απόλυτο είναι των φαινομένων. Η έγκοσμη όμως φύση μας αντικρίζει, βιώνει αυτήν την αλήθεια με τον όρο κάλλος. Είναι σημαντικό: Το πεπερασμένο επιθυμείται απ’ το άπειρο, το άπειρο επιθυμεί (Το επιθυμούν, το απόλυτα επιθυμούν άπειρο δεν είναι παρά το απόλυτο είναι μας). Αυτή η ενιαία αμφίπλευρη αλήθεια, πηγή κάθε νοήματος, καθιστά δυνατό το ζην, το κάλλος. Ως πλήρωμα δεν εντοπίζεται, αλλά μας ικανώνει να εντοπίζουμε.
            Ήδη, η πραγματική μας ύπαρξη, η αληθινή μας φύση, είναι κάλλος.*
                                                           
                                                                                                           
           




            *Συνοπτική αναφορά στη θεματική του Φιλοσοφικού Καφενείου (Φιλοσοφία του Κάλλους) που συνεχίζει για έκτη χρονιά τις συναντήσεις του.



Το κάλλος