βιβλία του νίκου μακρή

βιβλία του νίκου μακρή
The School of Athens-Raphael (Apostolic Palace, Vatican City)

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΟΣ

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΟΣ


Υπάρχει αναμφισβήτητα ένθεος γοητεία με την οποία καταστέφονται τα έργα της τέχνης τα οποία και αποτελούν χαρισματικές, θα λέγαμε, σφραγίδες των μεγάλων πολιτισμικών δημιουργιών. Διοράται, τόσο απ’ τους ιστορικούς της τέχνης, όσο και απ’ τους επώνυμους και ανώνυμους θαυμαστές των έργων της μια βέβαιη μαγεία την οποία όμως αδυνατούμε να περιγράψουμε με λόγια, χωρίς να κινδυνεύσουμε να ακυρώσουμε ό,τι βαθύτερο μας συνδέει με τις πηγές της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Αναζητώντας το είναι της τέχνης περιπλεκόμαστε ακόμη περισσότερο και πολιορκούμαστε από προβληματισμούς οι οποίοι οδηγούν συχνά σε αδιέξοδα. Γιατί άραγε; Ίσως γιατί οι αισθητικές κατηγορίες και το θρυλούμενο ωραίο παραλλάσσουν και διαμορφώνονται κατά τα πολιτι-σμικά πρότυπα, ίσως γιατί η ίδια μας η παιδεία άλλοτε μας διευκολύνει και άλλοτε μας περιπλέκει στην προσπάθειά μας αποκρυπτογράφησης του είναι της τέχνης.
Ήδη, οφείλουμε να πάμε όσο πιο βαθιά και να διαγνώσουμε έστω και ακροθιγώς την πτόησιν μεθ’ ηδονής (Πλωτίνος), το μυστικό του κάλλους το οποίο θα καταστήσει δυνατή κάθε άξια λόγου κοινωνία μας, τόσο με την αρχή της αισθητικής, όσο και με το είναι της τέχνης. Πρόκειται για ουσιαστική αναμέτρηση με τα έγκατα του είναι μας, για λυτρωτική κα-ταβύθιση όχι μόνο στην καρδιά του αισθάνεσθαι και του αντιλαμβάνεσθαι, αλλά και του έλλογου συναισθήματος, εκεί όπου ο σχηματικός αφαιτερισμός του λόγου απ’ το συναίσθημα δεν ισχύει.
Θα συναντήσουμε άλλες αλήθειες οι οποίες δεν αποκρίνονται μόνο στα θαυμαστικά μας συναισθήματα, αλλά στην όλη μας οντότητα και μάλιστα κατά τρόπο ριζικό και ρηξικέλευθο. Η οντολογική διαφάνεια, έξω απ’ τα στεγανά των σχολών, καθίσταται εναργής όχι μόνο στην αναζήτηση της γνώσης και του ήθους, αλλά και στο χώρο της αισθητικής έξαρσης και συγκίνησης και μάλιστα σε θαυμαστή αρμονία με το ίδιο μας το είναι.





Ι

ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ

Αμεσότητα και κόσμος. Είναι γνωστό πως ο κόσμος μας, ο αισθητός κόσμος, η εξωτερικότητα, είναι αδιανότητος χωρίς την αμεσότητά μας η οποία, καθεαυτήν θεωρούμενη, είναι απόλυτη, άπειρη, άχρονη, άτμητη, αδιάστατη, χωρική. Αυτή η πρωτογενής πληροφορία αποτελεί αδήριτη προϋπόθεση κοινωνίας μας με το αισθητό, με την εξωτερικότητα, όπου το βασίλειο της ετερότητας-πολλαπλότητας των αισθητών αντικειμένων συλλαμβάνεται ως ενότητα στην απέραντη ποικιλία του. Το τμητό, το διαστατό, το πεπερασμένο των μεγεθών συλλαμβάνεται άληστα και συ-νιστά την καταστατική, την αιώνια καταστατική πράξη του κοινωνείν του ανθρώπου με τον κόσμο. Ήδη οι μάταιες ερωτήσεις οι σχετικές με την αρχή και το τέλος του κόσμου-εξωτερικότητας χάνουν την ψευδογοητεία τους μπροστά στη συνειδητοποίηση του άρρηκτου δεσμού της αμεσότητας με την εξωτερικότητα, με τον κόσμο δηλαδή. Η αμεσότητα συνυπάρχει με την εξωτερικότητα, το άπειρό της είναι μέτρο του πεπε-ρασμένου, η σύλληψη του αισθητού ως τμητού, ως διαστατού, κ.ο.κ. δεν είναι παρά κατοπτρική που παραπέμπει άμεσα στη νοητή εστία, στο ά-πειρο υποκείμενο.
Το παράδοξο όμως συνίσταται στο ότι ο κόσμος συλλαμβάνεται ως ενιαίος και αποσπασματικός ταυτόχρονα. Σ’ αυτό ακριβώς έγκειται η μυστηριώδης γοητεία του η οποία εγείρει το φιλόσοφο δαίμονα και κινεί σε ιλιγγιώδεις αναζητήσεις. Ακριβέστερα, συλλαμβάνουμε τον κόσμο αλήπτως, ως απόλυτο και χωρίς περιεχόμενο όλο, κοινωνώντας άμεσα μαζί του, μυστικά, θα λέγαμε, κάτι που δεν έχει καταγωγική αρχή, γιατί είναι, και, ταυτόχρονα, πληροφορούμαστε αποσπασματικά, με τη σύλληψη επιμέρους μεγεθών του τα οποία όμως είναι αδύνατο να συλληφθούν καθεαυτά, χωρίς δηλαδή το συνανήκειν τους στην απόλυτη ενότητα του κόσμου μας ο οποίος δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Το νόημα διαγράφεται ολικά, ως άληπτη ολότητα και όχι ως συνολική άθροιση μερών, κάτι που ισχύει για τα σύνολα. Το όλο δεν αθροίζεται, γιατί είναι αμερές και αυτό ακριβώς το ασύλληπτο λογικά όλο, το άπειρο, ο χώρος, η αμεσότητα, συνιστά την αρχέγονη αφετηρία η οποία ορίζει αποσπασματικά την εξωτερικότητα, τα μεγέθη της τα οποία μας είναι δυνατό να αθροίσουμε, να θεωρήσουμε, να εκτιμήσουμε.
Τι συλλαμβάνουμε όμως απ’ την εξωτερικότητα; Ιδού το ερώτημα το οποίο μας τίθεται ως αφετηρία κατανόησης της αμεσότητάς μας η οποία, αν και αμερής, καθοράται έγχρονη, ενσώματη, τμητή, πεπερασμένη. Απ’ τα πεπερασμένα μεγέθη της εξωτερικότητας συλλαμβάνουμε μόνο τους χαρακτήρες εκείνους οι οποίοι καθιστούν δυνατή την πρόσληψή τους και αυτό δεν είναι παρά η νοητή τους φύση. Φιλόσοφοι όπως ο Παρμενίδης, ο Πλάτων, ο Spinoza, o Schelling και αρκετοί άλλοι διατύπωσαν με τον τρόπο τους αυτήν την αλήθεια, αλήθεια η οποία ανήκει σε όλους μας και η οποία είναι διαρκές παρόν μας. Ας προσεγγίσουμε.
Η νοητή φύση των πραγμάτων δεν έγκειται στο φθαρτό και μεταβαλ-λόμενο φαίνεσθαί τους, αλλά στο άληπτο είναι τους που είναι η εκτατότητά τους, η πάγκοινη ιδιότητα-ουσία και κατηγόρημά τους ταυτόχρονα. Έκτοτε το φαίνεσθαί τους καθιστά δυνατή την επιφάνειά τους, την ηρα-κλείτεια φανερή αρμονίην, το κοσμικό τους φαίνεσθαι, το παίγνιο του κόσμου, του ..., με τους μύριους αινιγμούς και υπαινιγμούς όπου είναι, ήθος και κάλλος συνθέτουν πανσθενή ενότητα η οποία αιχμαλωτίζει και ορίζει τη φανερή αρμονία και πολυσημία των φαινομένων. Έτσι οι χαρακτήρες των αισθητών φωτίζονται και καθίστανται προσληπτοί μόνο ως έγκοσμες-έγχρονες διεκφράσεις μιας και της αυτής αλήθειας. Οι διαστάσεις των πραγμάτων, το σχήμα τους, το χρώμα τους, η οσμή τους (ας διαστείλουμε την απόσταση μεταξύ primary και secondary qualities, απόσταση που προκάλεσε προβλήματα όχι μόνο στον Locke, αλλά και στους Πλάτωνα, Descartes, κ. α), οι ποιότητες ή ιδιότητές του, δεν είναι ούτε συλληπτές, ούτε διανοητές χωρίς την ουσία τους η οποία είναι μία, αδιαίρετη, απόλυτη και άπειρη, παρά το ότι οι τελευταίοι όροι δηλώνουν το αυτό, είναι ταυτολογίες.
Ήδη, η αμεσότητα κοσμείται έμφυτα με την πρωτογενή πληροφορία και είναι εν αγνωσία γνώση πριν από κάθε έγχρονη πληροφορία, δημιουργική μήτρα απ’ την οποία εκκολάπτεται κάθε συγκεκριμένη γνώση, φαινομενική οπωσδήποτε, μέχρι να καταστεί επιστημονική-λογική έκ-φραση διαμέσου της μαθηματικά εκφραζόμενης επιστήμης. Πρόκειται για την επιστροφή στο επιγιγνώσκειν της αρχέγονης πληροφορίας, όπου κάθε επιμέρους θεώρηση του επιστητού είναι ουσιαστική κοινωνία με το πρωτογενώς αληθεύειν του Παρμενίδη, κοινωνία όμως εμπλουτισμένη με την υπερφυή διαλεκτική του Πλάτωνα, τόσο διαφορετική απ’ τα σχήματα της νεώτερης και σύγχρονης διαλεκτικής.
Ο κόσμος δεν είναι ούτε βούληση ούτε παράσταση, όπως αποφάνθηκε ο ιδυοφυώς ευαίσθητος Schopenhauer, γιατί, απλούστατα, ο χώρος δεν είναι ούτε αντικείμενο, ούτε φαινόμενο, ούτε καθαρή μορφή εξωτερικής εποπτείας, όπως τον θέλησε ο πατέρας του υπερβατολογικού ιδεα-λισμού, ο Kant. Ο κόσμος είναι ορατό, αισθητό σχήμα του απείρου, του απολύτου και σ’ αυτό ακριβώς το σχήμα χωρίς αρχή και τέλος βρίσκεται πολυθραυσματικά απλωμένη και εγκλωβισμένη ταυτόχρονα η αμεσότητά μας. Γνωρίζει πριν γνωρίσει… Ήδη το αμείλικτο της πραγματικής ύπαρξης του κόσμου δεν τίθεται λογικά, ούτε επιδέχεται λογικές εξηγήσεις. Θυμηθείτε λ.χ. την προσπάθεια του Descartes να αποδείξει την ύπαρξη του κόσμου, προσπάθεια η οποία επικαλέστηκε το Θεό τον οποίο το υποκείμενο συλλαμβάνει ως ιδέα (έμφυτη σύλληψη της ιδέας του απείρου), θυμηθείτε τον Fichte ο οποίος διατεινόταν πως η ύπαρξη του κόσμου οφείλει να γίνει αποδεκτή ως πίστη. Γιατί;
Είναι σαφές πως ο κόσμος είναι ο κόσμος της αμεσότητας. Πρόκειται για διαρκή αφετηρία η οποία καθιστά δυνατή κάθε επιμέρους σύλληψη, κάθε επιμέρους πρόσληψη των μεγεθών της εξωτερικότητας για να καταστεί δυνατή η θετική γνώση η οποία όμως δεν προκύπτει με αφετηρία το αντικείμενο, τα θετικά μεγέθη, τον κόσμο. Αυτή η διαπίστωση, άμεσα προσληπτή, μετατοπίζει ριζικά πολλά προβλήματα τα οποία θέτει ο ρεαλισμός και ο εμπειρισμός, καθιστά δυνατή την ενότητα κόσμου και αμεσότητας, χωρίς να προσφεύγει στην πανθεϊστική μείξη. Ανοίγει διόδους φιλόσοφης θέας του ανθρώπου και ένσοφης θεώρησης των δυνατοτήτων του. Ας προχωρήσουμε όμως στην εξέταση των σχέσεων της αμε-σότητάς μας με τον έγχρονο-έγκοσμο βίο.

 Απόσπασμα απ'  το βιβλίο ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, ΔΡΟΜΩΝ, 2004