βιβλία του νίκου μακρή

βιβλία του νίκου μακρή
The School of Athens-Raphael (Apostolic Palace, Vatican City)

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Η ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΩΝ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΩΝ (απόσπασμα τραγωδίας)


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Η τραγωδία  κυκλοφορεί ήδη σε πλήρη έκδοση(147 σελίδες) απ' τις εκδόσεις ΔΡΟΜΩΝ (τηλ. 2102617648). Διατίθεται απ'  τον εκδότη και προσφέρεται σε κεντρικά βιβλιοπωλεία.
ΠρόσωπαΑρκελίνος, Αρμονία, Ηγεμόνας, Θεωρός, Ιθαγενείς, Κόρες Μνημοσύνη,
Ποιητής, Σίβυλλα, Σκύλλα, Τερψιχόρη, Τίμων ο Αθηναίος, Φιλόσοφος, Φρυκτωροί,
Φύλαρχος, Χάρυβδη.


 

Η ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΩΝ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΩΝ  ( ή ΣΚΥΛΛΑ ΚΑΙ ΧΑΡΥΒΔΗ)
Προοίμιο                                                                     
Απρόσμενες οι νύξεις της ζωής μας        
στυφές οι υποβολές της αισθητής μαγείας
με ιζήματα γλυκύτητας και πλήρωσης,
ενδιαιτήματα στα τρίσβαθα του είναι μας
ως απερίτμητες σιωπές ψυχής και νου.
                                                *
Εκστατικοί, εταστικοί θαμώνες γήινων βασιλείων,
διαβάτες οχληροί και κάτοικοι κατάκοποι
θύματα ζοφερών αναμονών που δεν επαληθεύονται
αργόσχολοι κι ας είμαστε υπερδραστήριοι
στις πλήθουσες τις αγορές κινητικότητας και υποσχέσεων,
δούλοι της φρούδας μας διάνοιας
και των οθνείων μας φαντασιώσεων,
πλάθουμε όνειρα, μύθους που αναθάλλουν ως τερατουργήματα,
κράζουμε κάποτε τη νίκη και το θρίαμβο,
κι ας είναι οι φωνές αναιμικές
γιατί το άλλο εγώ διαμαρτύρεται…
Είμαστε σκοτεινοί κι ας λάμπουμε από το φως της γνώσης
-το έρεβος του μηδενός μας κατατρώει.
Θα σπεύσουμε να πάμε πιο μακριά.
Μακριά, πολύ μακριά,
πέρα και απ’ τα τενάγη των ακοίμητων ωκεανών,
πέρα απ’ τη χάση της ματιάς,
στις χιονισμένες κορυφογραμμές που δεν τελειώνουν,
πέραθε και απ’  το κρυπτικό χαμόγελο του σύμπαντος….
Ακροβατούμε κάποτε ως θραύσματα αμίλητων εκτοξευτήρων,
ορθώνουμε τη βεβαιότητα των αβεβαιοτήτων μας
κι ας μας ολοφωτίζει το βασίλειο της γνώσης και της τεχνικής.
Πάμπλουτοι απ’ τους θησαυρούς των γνώσεών μας
νιώθουμε πάντα πενιχροί κι ακόρεστοι,
μισούμε το βασίλειο της Αμάλθειας
που επενδύει τη γυμνότητά μας.
Γυμνότητα είναι ο πλούτος μας, τα κατορθώματά μας,
οι έκπαγλες εκλάμψεις μονιτόρων
κι άλλων οργάνων σύνθεσης και δύναμης,
οι ακατάλυτες οι μνήμες υπολογιστών
των ειδημόνων τα εξαίσια φθέγματα,
οι αγορές που υπόσχονται νεοδουλεία
σε εποχές που κράζουν την ελευθερία τους,
τα δικαιώματα, διεκδικήσεις
και βραχνιασμένες ιαχές
που απειλούν που απαιτούν, που καταστρέφουν
τα τορνευτά τα μηχανήματα του λόγου και της επιστήμης.
Είναι κι αυτά θα πεις θαυμάσια,
νέα πειστήρια μιας νέας γνώσης
που κάνουν την αναγκαιότητα ζωή
και τη ζωή αναγκαιότητα
που δυναστεύουν κάθε ενδόμυχη επιθυμία
που αποναρκώνουν την ελευθερία
με αντίλυτρα μάγισσες πλάνες,
είδωλα ακόρεστης επιθυμίας
πνίγοντας με τα φώτα τους
την αδαπάνητη ομορφιά.
                        *
Ολοφυρμοί, θυμάτων ιαχές και των προσφύγων οι δεήσεις
καλούν και προσκαλούν, ολοραβδίζουν την αντίφαση,
τις πλάνες και τις τραγικές τους επιπτώσεις.
Η σύγκρουση, ο μόχθος, η αποκαραδοκία
διεμβολίζουν πλούτο αγαθών και απολαύσεων,
άδηλοι στην αρχή ως πυροκροτητές
που τρέφονται από το πάθος του αδικημένου,
ως νάρκες που ακυρώνουν τα ραντάρ των υπολογιστών,
ως βάρκες πειρατών που αφοπλίζουν σύγχρονα πλεούμενα…
                        *
Δεν είναι η τραγικότητα του κόσμου μας φενάκη
ούτε αλογική πια έκρηξη ανθρώπινου εγκέλαδου,
αν προσεγγίζουμε τα σωθικά της.
Είναι η άδοξη και παρανοϊκή οργάνωση του πάθους,
της απληστίας του αγήραστου εγώ
που κατατρώει απαρχές μ’ άσπιλη ειδή.
Αν τη θωρήσουμε από κοντά,
θα την ανακαλύψουμε εντός μας,
στις πράξεις μας, τις σκέψεις μας, στους διαλογισμούς μας
που ακροβολίζονται σε ερημικές αυλές
των κατοικούντων την αβεβαιότητα
και τους ακοίμητους τους αυλισμούς του ψεύδους.
Προς τι οι ανεμοχαρείς καμπάνες της απόλαυσης,
της φθίνουσα ευδαιμονίας που στεγάζει λωτοφάγους
μες της Αδράστειας το μέγα το ζυγό;
                        *
Οι νύξεις και οι πειρασμοί,
του κόσμου τα βασίλεια τα εστεμμένα
με μύριες όψεις κι εκκωφαντικές ελλάμψεις
θαμπώνουν χωρίς παύση πρωτινά μας βλέμματα
θολώνουν νου, καρδιά και λογισμό
κι υπόσχονται μια άλλη φαεινότητα
που δυναμώνει παραισθήσεις
και κτίζει όνειρα σαθρά της κοσμικής μας νύχτας.
Βλέπουμε ή κοιμόμαστε;
Είμαστε ζωντανοί ή πεθαμένοι
και ποιος θα μας το πει με όψη αληθινή;
Τα καραβάνια των διψώντων και των πεινασμένων
δε βρίσκονται στις χώρες που μαστίζονται απ’ τη φτώχεια
ούτε στους τόπους διανομής των συσσιτίων.
Εκεί συνάγονται απόκληροι για να κορέσουν την ανέχειά τους,
κι αν πλήττονται απ’ την ένδεια χωρίς βοήθεια
αποδημούν ως θύματα πολιτισμένων ευπρεπών.
Υπάρχει η άλλη ένδεια η ακόρεστη,
το πάθος της δουλείας, της καταφθοράς,
του Ιανού η άλλη όψη η μεγάλη και τρανή
με Σκύλλα και με Χάρυβδη οδηγούς
με Συμπληγάδες που κατασυντρίβουν
και με Σειρήνες ώριων ήχων
και ολύμπιων υποσχέσεων  στο καρναβάλι της ζωής.
                        *
Άπαυστη, άπληστη επιθυμία που τυφλώνεις
και φαντασία πλήθουσα και επαυξάνουσα τις υποσχέσεις
του καταρρακωμένου νου, του νόθου λογισμού,
γιατί ολογκρεμίζεις πρωτινά μας κάλλη,
κείνες τις αναλάμψεις των ωραίων ψυχών
που ζωπυρώνουν ιερά κάθε ψυχής αρμό,
τους πάροικους, τους μέτοικους, τους ιδαλγούς,
όλους τους πένητες θεών κι ανθρώπων
στο ταπεινό τους πήγαινε στην Αχερουσιάδα;
Θέλω να μπω στο είναι σου, στα μάταια σωθικά σου,
να θραύσω σύγκορμα το νόθο λογισμό
να αποσκορακίσω ολομιάς τους νοσηρούς του αργαλειούς
που πλάθουν όνειρα, που υπόσχονται παράδεισους με νέκταρ,
που αποναρκώνουν τη σιγή, το μέγα λόγο των αιώνων.
Το ιερό το τελεστήρι της συνείδησης,
γλυκοπετάγματα των πρώτων ενορμήσεων των ψυχών,
η θεία γλυκύτητα μιας επουράνιας μελωδίας
ατμίζονται και κατακλύζονται από το πάθος,
εξοστρακίζονται σε χώρες μακρινές
στα καθαρά λιβάδια των ψυχών
έξω απ’ το χώρο και το χρόνο της φθοράς,
μακριά απ’  το δρολάπι της οργής
και τις φθαρμένες του αυλές
απ’ την οργή της θύελλας και των αιώνων.
                        *
Θεία αυγή χωρίς το μεσημέρι και τη δύση,
μακριά απ’ τις ιώδεις αποσμώσεις της εσπέρας,
ουρανογέννητη και θεογέννητη κορούλα
που ολοπλουμίζεις αμίαντα ιερά ψυχών,
την κόρη και το γιο, το θήλυ και τον άρρενα,
μακάρια όψη της ζωής χωρίς ειδή και κλέος,
σιγή αιώνια που αγρυπνείς στου Κρόνου μας το νεκρικό πεδίο,
πού είσαι; Σ’ αναζητώ μες της νυχτιάς τον πόνο και το πάθος,
να δώσεις φως στο λυχναράκι της ψυχής μου
που το αφάνισαν οι υλακές και τα χτυπήματα,
οι αγριοπνοές ανθρώπινης οργής.
                        *
Άνθρωπος είμαι, το γνωρίζω
κι ας λέω πως είμαι θύμα συνανθρώπων μου,
κόσμος μου είναι το πεδίο των μαχών
που γίνονται νύχτα και μέρα
στο κολαστήριο ανθρώπινων παθών,
στους δρόμους, στις πλατείες και στις αγορές,
στα ταμιεία των ψυχών
στους τάραχους των συνειδήσεών μας
στη σκοτοδίνη των σχεδίων μας
και στην ανεμοζάλη των οθνείων  πράξεών μας.
                        *
Σιγώ πολλές φορές και αποσύρομαι
εγώ ο ταπεινός, ο ουραγός,
 ο πάνδειλος στρατιώτης των ατάκτων
στο ανελέητο και φονικό παιγνίδι εντυπώσεων και εντυπωσιασμών,
στου ψεύδους την κραιπάλη
και στον ασίγαστο γκρεμό των καταπτώσεων,
κι ας θεωρώ τον εαυτό μου νικητή
ασίγαστων, αναίμακτων και καθημερινών πολέμων.
Αναίμακτων γιατί ματώνουν την ψυχή
και της ψυχής τα δάκρυα και οι πόνοι
είναι πιο ακριβά απ’ τις πληγές των αιχμαλώτων
στους χώρους συγκεντρώσεων και βασανιστηρίων.
Δε θα υπήρχαν θύματα πολέμων
ούτε μνημεία άγνωστων και αγαστών ηρώων,
αν της ψυχής τα τραύματα επουλώνονταν
στης σιγαλιάς τη θεία μαθητεία,
στις παραδείσιες αυλές παιδιών κάποιου άλλου Αιώνα
που αγγίζει κάθε παίγνιο ως παῖς πασσεύων.
                                    *
Πώς θα καταυλισθώ σε κήπους αθωότητας
εγώ ο μικρός, ο ανυπόδητος, ο κατασυντριμμένος;
Αναζητώ την πρώτη μου στολή
κι είναι ανεύρετη.
Τότε ακούω τους ψιθύρους των ψιθυριστών,
των εραστών της αγοράς
που πλήθει από θόρυβο
 και σιγοστέλνει μυστικά
της ωριμότητας, της σοφιστείας
τόσο μακριά απ’ τον ακύμαντο
 ωκεανό του χάρματος.
Δεν έχεις, είπα, πια στολή,
γεννήθηκες γυμνός και ντύθηκες
ό,τι το άγχος, η αγωνία και το ένστικτο
σου πρόσφεραν απλόχερα.
Παράδεισοι της παιδικής ψυχής
 και μύθοι της αγνότητας παραδεισένιων τόπων
ολογκρεμίστηκαν απ’ την αλκή του λογισμού
 κι έπαυσαν να τροφοδοτούν τα παραμύθια της γιαγιάς…
Γιαγιές πια δεν υπάρχουνε,
στη θέση τους οι υπολογιστές,
τα φέισμπουκ, τα μπλογκ
οι ιστοσελίδες της οργής
και των οργίων
είναι η νέα σου στολή˙
μάταια την αποζητάς αλλού.
Γεννήθηκες γυμνός, μηδενικός, χαώδης,
διώξε το ανύπαρκτο παραμυθένιο παρελθόν
παραδεισένιων τόπων
και μυστικών φαντασιώσεων
που επώαζαν πολλές γενιές
των αμαθών τούτης της γης.
Στολή μας ειν’ οι θησαυροί της γης
τέκνα της είμαστε όλοι,
τα περιστέρια τα γλυκά,
της ήβης ιερά βλαστάρια
κατασπαράχτηκαν μεμιάς
στου γύπα την οργή,
εξανεμίστηκαν μαζί
γλυκά σπαρμένες χώρες
νύμφες γλυκές και πάλλευκες,
 μαζί τους πεταλούδες,
κύκνοι σε λίμνες ήρεμες
αρνάκια με βελάσματα γλυκά
σε μαγικά κι ευλογημένα μικρολίβαδα
μαζί τους και μικρά παιδιά
που ‘παιζαν στο γρασίδι
της ομορφιάς, του θάμβους και της έκστασης
αγόρια, κοριτσόπουλο που υμνούσαν
τη θεία ωραιότητα του οργάνου
των πιο αμίαντων ναών
και των ευχών της πρωινής τους προσευχής.
Σήμαντρα των μοναστηριών
με ουράνια ανεμίζουσες μονάζουσες
που υμνούν με πάθος και νηφαλιότητα αντάμα,
το θείο νυμφίο στου εσπερινού την ώρα,
-γλυκύτατες οι μελωδίες τους αλήθεια-
κατάστιχα και παραλειπόμενα
μεγάλων μυστικών της έκστασης και της κατάπαυσης,
γήινοι παράδεισοι, νησίδες της ανεύρετης ελπίδας
γκρεμίστηκαν στο μέγα τον ορυμαγδό της απομάγευσης,
στης εκκοσμίκευσης τα παλαιά ερείπια
κι ας τα υμνούμε ως νέα.
Εν αρχή ην το άγχος και το πάθος,
τα θεία άροτρα κάθε πολιτισμού
κι όχι ο λόγος ο σεμνός,
της μύχιας σιωπής βλαστός…
                                    *
Τι απομένει στις ψυχές που σέρνονται
στου πάθους τους αυλόγυρους με τα πανώρια φώτα,
τα δώρα του πολιτισμού και των ψυχών ανεμολόγια;
Πού βρίσκεται το ψεύδος και η αλήθεια πού;
Ποιος θα μπορούσε να διακρίνει την ορθότητα
και ποιος το πάθος
των νόθων και των γνήσιων λογισμών του ανθρωπίνου
που ακροβολίζονται σε οριακές ακροροές,
σε κόσμους που υπόσχονται
της Αμαλθείας το κέρας το κλεινό;
Είμαστε όλοι μας φτωχοί δραπέτες
του Χάους, του Ερέβους, μιας αναρχούμενης αρχής
μάταιοι πελταστές ωκεανών της ματαιότητας
με πλησμονή την άπληστη επιθυμία
των διχασμών και των ανασκιρτήσεων;
Πού βρίσκεται η αλήθεια: στα πρωτινά τα μάτια της ψυχής
ή στις υπόσχεσες των θησαυρών της γνώσης;
Στο φωτοπέταγμα του κόσμου των καταγωγών,
στις παραδείσιες πνοές ψυχών παρθενικών
που παύουν να επιθυμούν γιατί ζουν την πληρότη
ή
στις θριαμβικές τις ιαχές της άνθησης και της ευδαιμονίας,
στις υποσχέσεις και στους παραδείσους τους,
στο σύμπλεγμα πεδήσεων και αντιφάσεων
που κλώθουν τον πολιτισμό του σήμερα
μ’ απρόσμενα αγαθά, άγχος επείσακτο
κι αιχμαλωσία στο βωμό μιας ψεύτικης Αμάλθειας;
Λιποθυμάει ο νους,
μαραίνονται οι αισθήσεις
 φωτοβολίδες της σκιάς γίνονται οι ελπίδες,
 ο κορεσμός, παιδί της απληστίας,
ολογυμνώνει φρούδα όνειρα
μαραίνει τις επιθυμίες,
τις κάνει άχθος τραγικό
ανείπωτης αποκαραδοκίας.
Η ατμισμένη μας συνείδηση
βαριά σαν τα κοράκια των αγρών
που τέλεψαν τα πτώματα της φρίκης,
νωθρή κι αδύναμη να φτερουγίζει,
όψη κραιπάλης απογυμνωμένης
λιποθυμάει στο μεγάλο αιγιαλό
άπληστης πλησμονής
-θανάτου προσμονή.
                        *

Είναι η ζωή ο μόχθος των ενιαυτών
και των πολλών, του πλήθους, άπιαστο όνειρο
που αποτρυγάει κράζοντας κάποιους καρπούς;
Είναι η ζωή άτακτο σύνολο παιγνίων
όλων μαζί που πλάθουν το στερέωμα,
απέραντη κυψέλη ετερογενών στοιχείων
που οδηγεί στο τερατώδες, στο παράφορο,
στον άνθρωπο αιώνων, των στιγμών και των ενιαυτών;
Ο λογισμός μου ατονεί, οι αισθήσεις αναστέλλονται,
το σκότος και η οδύνη διαπλέκονται δεινά,
παραλυσία νου κι άρνηση απόφανσης.
Εφιάλτη μου σκληρέ, αγχώδη μέριμνα
απόθεσε όλα τα βάρη της ψυχής μου
πάρε μαζί σου στεναγμούς και πάθη,
 φύγε μαζί τους κι άφησέ με μόνο.
-Μόνος; Πώς θα διαβείς δαιμόνιε
Ρουβίκωνες, Μαιάνδρους κι απέραντες οροσειρές
που σε πολιορκούν αέναα, σκληρά;
Οι νύμφες της Ανατολής,
νεράιδες της εσπέρας
έφυγαν απ’ τον κόσμο μας
κίνησαν γι’ άλλες χώρες.
Έμεινε η νοσταλγία τους ορφανεμένε,
κι αν θες να τις γνωρίζεις πάλι,
γύρνα στη μήτρα της μητέρας σου
στα απαλά και χαρμικά της περιπλέγματα,
στο δρόμο των χαρίτων σου που χάθηκε
γιατί ‘ταν νεφελώδης μύθος,
ολόφωτος στη λάμψη φωτεινών ματιών
ανύπαρκτος στην κόψη της ζωής.
Ο αιθέρας που υπάρχει πάνω σου
είναι κι αυτός άπιαστο όνειρο
όπως και το χαμόγελο των ουρανών
στις πρώτες λάμψεις παιδικών ονείρων.
                        *
Ω θεωρέ, τι υπάρχει αν η ζωή ‘ναι όνειρο;
Οι εμπνοές, οι εκπνοές, οι λάμψεις κοριτσιών,
των άρρενων οι ευθύκορμες κινήσεις,
τα λουλουδένια χρώματα, η ευωδιά τους,
οι ήχοι των πουλιών, της μουσικής οι μελωδίες που θερμαίνουν
κάποια λιβάδια της ψυχής άγνωστα στους πολλούς,
η έκσταση της ομορφιάς, οι νύξεις των αστερισμών,
 τόσες και τόσες χάριτες σπεύδουσες δω και κει
και πιο πολύ το νεύμα,
 το χαμόγελο και το μειλίχιο άνοιγμα
ψυχών αυτού του κόσμου
ειν’ όλα όνειρο ή πανδαισία μυστική;
Ας ξεκινήσουμε μαζί γλυκύ οδοιπορικό
ανέμελο και γνωστικό μαζί
έναγχο και παρηγορητικό συνάμα
να βρούμε της ζωής μας την αλήθεια.
                                                *
Οι οριακές στιγμές των εμβιώσεων,
οι σπαραγμοί του πάθους
και της τιμής ο οξύρυγχος αχός
συγκρούονται αδυσώπητα στην κοσμική παλαίστρα.
Οι έξαλλες κραυγές καταστροφής
και οι πανώριες βλέψεις του ενάρετου
μάχονται ανελέητα
στα τραγικά αλώνια του θανάτου
και στης ζωής μας την ενστέναγμη θητεία…
Θέλει η ζωή οριακές αναμετρήσεις
με οπλισμούς που διαφέρουν ριζικά.
Το πάθος είναι καταστροφικό,
ψυχρό και παγωνιά θανάτου…
Η αντιπέραν όχθη άπεφθη και αγέννητη,
νηφάλια μαρτυρία ζωής ασπαίρουσα το φως,
εκλύει το μυστήριο της πλέριας μας πνοής.
                                                            *
Αναζητάμε μια ζωή με φως,
ένα μεγάλο θησαυρό αένωτο,
τα ύστατα τα βάθη της ανθρώπινης πνοής μας
στα έγκατα του υπάρχειν μας
και στις ακρώρειες λογισμού κι αισθήματος.
Θα βρούμε μέσα μας ιζήματα φθοράς
όπως και θησαυρούς ακένωτους στο ύστατο είναι μας
κι η τραγική μας μοίρα θα ορθοτομήσει
το μέγα μήνυμα καιρών κι ενιαυτών.
Η τραγωδία μας θα ‘ναι πραγματικό καθάρσιο,
θα γιάνει τις πληγές μας και θα αναπτερώσει
ό,τι δειλό κι αναποφάσιστο ρυπαίνει επίμονα
ασπαίρουσες πνοές του μύχιου εγώ.
                                               
 1.      Φρυκτωροί
Θεωρός:
Τους βλέπω, ναι, τους βλέπω κάθε νύχτα,
είν’ ισχυροί, ωκύποδες σαν το βλαστό της Θέτιδας
δυναμικοί και αποφασισμένοι,
με τους πυρσούς ψηλά υψωμένους
με πόδια εύπλαστα που ελαφροδιαβαίνουν,
μα ακάματα και δυνατά σαν το ατσάλι,
με πρόσωπα που εικονίζουν την ειρήνη
στου πάθους και στης κόλασης το σπαραγμό.
Πίσω τους η κορυφογραμμή και η ακροβολή της
ανάδιναν το φως της δάδας των πυρφόρων
των φρυκτωριών το μήνυμα το φαεινό.
Οι έσχατοι μα όχι τελευταίοι,
ιεροί σκυταλοδρόμοι θείας πορείας
συνέχιζαν ακάθεκτοι με νυκτικό χαμόγελο ικανοποίησης
για γνώριζαν τον μέγα το σκοπό
της ένθεής τους σκυταλοδρομίας
με τον πυρσό οδηγό, το μέγα σύμβολο.
Δρασκέλιζαν χειμάρρους και ποτάμια,
πηδούσαν λόφους σουβλερούς και ολοβραχώδεις
καθώς χαράδρες και κατάμαυροι δρυμοί
πρόβαλλαν σκοτεινοί απ’ τους σελαγισμούς
των ένδοξων κι επίμονων αγωνιστών…
                                    *
Απέραντες βουνοκορφές
και μαγεμένοι κάμποι,
λόχμες –φωλιές των σκύμνων,
ξέφωτα μαγεμένα με νεράιδες
κρυμμένες και προβάλλουσες
με μύριες όψεις θάμβους,
και σεις γλυκές μου ακροθαλασσιές
βραχώδεις και αήττητες τις νύχτες του χειμώνα
-οργές κυμάτων σάς θεριεύουν,
πλεούμενα με τους ακοίμητους ερέτες
που σιγοβλέπουν τη Γοργόνα,
πρώτη στη σκιερή ακολουθία των κυμάτων
άφοβοι και ανυποχώρητοι,
βόδια του Ήλιου και αγελάδες του Απόλλωνα,
ξίφη θαλασσομάχων σκουριασμένα στις ακτές,
πυρίμορφες ακολουθίες των αστερισμών,
άπιαστα όνειρα μιας φαντασίας ισχυρής
ανθρώπων πολιτείες που κοιμούνται,
χάνετε τους δρασκελισμούς των φρυκτωρών.
Είναι οι φρυκτωρίες τους αλλοτινά σημεία
άλλων καιρών τεχνάσματα θα πείτε
για να σημάνουν κάτι χρήσιμο σε μας.
1ος Φρυκτωτός:
Ποιος οφθαλμός μπορεί να δει το φως του ήλιου,
ποιος δήλιος κολυμβητής ποντίζεται στη δίνη του Τυφώνα
και ποιος θνητός θα δρέψει άνθη αμάραντα
 απ’ τους παραμυθένιους κήπους των χαρίτων;
Ποιητής:
Τι είστε, τι κομίζετε και τι μηνάτε;
Πήγασος είναι τ’ όνομά μου,
μηνύτορας καλών και φαεινών πραγμάτων.
Αδυνατώ να δω το φως σας,
εγώ ο κομιστής αλήθειας.
2ος Φρυκτωρός:
Αν θες να δεις το μήνυμά μας
τρέξε μαζί μας πειστικά,
οι δρόμοι είν’ απλοί κι ας φαίνονται απρόσιτοι.
Άλλοι υμνούν πολέμου ιαχές
νίκες ευδαιμονίας,
παιχνίδια των θεών και των ανθρώπων κλέη.
3ος Φρυκτωρός:
Θα δεις το μέγα το κατόρθωμα και το μοναδικό,
πέρα απ’ τις μάχες, τους πολέμους και το σπαραγμό.
Ποιητής:
Μιλάτε ακατανόητα.
Δε θα μπορούσα να υμνήσω
ήρωες χωρίς νίκες.
4ος Φρυκτωρός:
Πήγαινε πια στις μούσες,
στις νεράιδες, σ’ όλα τα ξωτικά.
Δε θα τη βρεις τη μουσική που αναζητάς
σε μύθους, σε μυθεύματα
ανθρώπων πλανεμένης φαντασίας.
Ποιητής:
Μα χωρίς μύθο διαγράφεται η ποίηση.
Όλα είν’ έμμυθα στον κόσμο μας
και στων θεών τις παροικίες.
5ος Φρυκτωρός:
Τι θες μαζί μας τότε;
Πλούσιο το πάνθεο που λατρεύεις και υμνείς,
φτωχοί οι γεννήτορές του.
Αν όμως ποιητή γίνεις ο ίδιος ποίηση,
σωπαίνεις.
Αυτό είναι της ποίησης το μυστικό,
θυσία, σιωπή, ανάβλεψη.
Ποιητής:
Καταλαβαίνω το μεγάλο σας το μυστικό.
Νιώθω το φως που λάμπει από μακριά,
τις φρυκτωρίες τις κλεινές και τους πυρσούς σας
να δίνουν άλλο φέγγος…
Αυτό η ποίηση αναζητάει έμμονα και μανικά.
6ος Φρυκτωρός:
Ήδη το είπες καθαρά.
Καιρός ν’ αφήσουμε τους ήρωες,
τις μάχες και τις νίκες.
Ποιητής:
Μπορεί να υπάρξει πια ζωή.
7ος Φρυκτωρός:
Ειν’ η ζωή παντάνασσα μητέρα
αλληλοσκοτωμών, αιμάτων, πόνου, οδύνης;
Ποιητής:
Αυτά κομίζουν οι πυρσοί σας,
τα φωτεινά σημεία, οι φρυκτωρίες…
Φρυκτωρός:
Έλα μαζί μας για να δεις
το αληθινό συμβαίνον,
θα μας διδάξουν μύθοι, ποιητές,
κι εσύ μαζί.
Η μούσα σάς εμπνέει,
εμείς δεν είμαστε φωστήρες,
το πάθος μας είναι το φως,
το φως της ειρηνεύουσας ζωής.
Θεωρός:
Ο ποιητής κατάλαβε των φρυκτωρών τους λόγους
και στην καρδιά του τράνεψε το άλλο φως, ο άλλος μύθος.
Οι φρυκτωροί μας πέζεψαν
στου αιγιαλού το σιγηλό ψιθύρισμα
πίσω τους όγκοι βουνών που χόρευαν
απ’ των πυρσών το φως που σάλευε
ανέμελα ο σιρόκος.
Τα κύματα φωσφόριζαν μπροστά μας
καθώς δρολάπιζαν τους βράχους που αντιστέκονταν αμίλητα.
Έστησαν τους πυρσούς
μπήχνοντας τα μπαστούνια τους στην άμμο
κι ανέπνευσαν βαθιά.
Της γης και τ’ ουρανού τα σωθικά εισέπνεαν.
Βαθιά στη χάση της ματιάς απ’ τους εσπερινούς ιριδισμούς
και απ’ των πυρσών τις αναλάμψεις
το έρεβος της απεραντοσύνης απειλούσε,
ατροφικές οι αισθήσεις τους παρέλυαν το θάρρος της καρδιάς
κι αλλοτινά σημεία, ουράνια, επίγεια και καταχθόνια
έπλεκαν το περίπλεγμα φρικτής απόγνωσης.
Κατατρεγμός σημείων, πάνφρικτο αγκάλιασμα,
σκότος βαρύ ξηράς και θάλασσας, νύχτες ζοφώδεις
παγώναν τις καρδιές εξανεμίζοντας σκληρά,
 τις θαλασσόπνοες ελπίδες.
Θα βύθιζαν στην απολησμονιά της ακηδείας
της γης γενναίους στρατηγούς, τις θάλασσας τους κυβερνήτες…
Σίγησ’ ο ποιητής, πανόρθιοι επιστατούσαν τα σημεία
 με βλέμματα μαγνητισμένα από το φέγγος της σκοτίας.
  Δεν μπόρεσα να δω το απίστευτο, το ανεξήγητο, το συγκλονιστικό.
 Ύψωσαν πάλι οι φρυκτωροί τις φλόγες κι ανασκίρτησα.
Σαν τι μπορεί ο νους να κάνει
στις σκοτοδίνης τον καιρό;
Ποιος θα μπορέσει πια να γιάνει
των άμαθων τον πλήθοντα εσμό;
Πόνους βαθιούς ποιος θα θερμάνει
στης παγωνιάς τον άθλιο κατατρεγμό;
Οι ελπίδες που μας είχανε θερμάνει,
πάλλευκες πεταλούδες πλάι στο γκρεμό
έδιωχναν απερίτμητα κάθε πλεκτάνη,
αντάμωναν ψυχές παιδιών και ουρανό.
Πλησίασα τον ποιητή να μου μιλήσει
της μούσας το περίπνευμα το ιερό,
παρθενικές δροσιές να μου θυμίσει
να διώξει αποπνικτικό κλοιό.
                                    *
Ο ποιητής σιγούσε, δε μιλούσε
διχάστηκε απ’ τα λόγια των πυρφόρων,
έτρεμε ιερά, αλληθωρούσε
η ζύμωση της μουσικής του θα αργούσε.
                                    *
Οι αμυδρές φωτοσκιάσεις της νυχτιάς ατόνισαν
χάθηκαν οι σελαγισμοί των άστρων
κι ευθύς φωτίστηκε η ακτή, οι δρυμοί
κι ο μανιασμένος σύγκρυος στρατός κυμάτων
συνέχιζε σκληρά την άθλια επιδρομή του.
Στους κόρφους των κυμάτων ανεμίζονταν
θαλάσσιο σκεύος, κάτι σα σχεδία,
ερχόταν κατευθείαν πάνω μας,
ήτανε ίσως κι άλλοι φρυκτωροί
απ’ τους πυρσούς που πάλευαν ανίκητοι
στο μίσος του Τυφώνα.
Ήρθαν απότομα και η σχεδία πλεύρισε στην άμμο
-ήταν η ράχη της φιλόξενη.
Πλησίασαν οι άλλοι με ιαχές
κι εγώ ο τελευταίος.




2.      Σίβυλλα
Θεωρός:
Βγήκαν τσαλαβουτώντας και με πυρσούς λαμπρούς,
αγκάλιασαν τους άλλους φρυκτωρούς, ατένισαν τον ποιητή,
εγώ τους χαμηλόβλεπα –ντρεπόμουν.
Ο θείος εσμός των στρατοκόπων έστησε κύκλο
κύκλο φωτός στη θύελλα του παντός
και μια γυναίκα, τι γυναίκα, πήρε το λόγο που περίμεναν.
Πλαστουργημένο ήταν το κορίτσι,
 άπιαστης ομορφιάς φωνή,
γυναίκα σαραντάχρονη μ’ όψη παρθένου,
γραία γυνή που απέπεμπε κάθε φθορά του χρόνου.
Δεν ξέρω, ήταν έκπαγλη
πέρα από κάθε ομορφιά που εμπνέει τους αισθητικούς.
1ος Φρυκτωρός:
Κορούλα, μάνα και γιαγιά μας,
άνθος αμίαντο της γης
όψη χωρίς ειδή,
φωνή χωρίς φωνήεντα και σύμφωνα
γυναίκα χωρίς θηλυκότητα που ελκύει,
θήλυ αιώνιο και βλέμμα απερίτμητο
που αποτρέπεις τα δεινά του κόσμου μας
και των στοιχείων τον κατατρεγμό
το βλέπεις με τον τρόπο σου
αίροντας τις αιώνιες ψευδαισθήσεις μας
και της αποκοτιάς το έρεβος…
2ος Φρυκτωρός:
…Μαθαίνοντας τους άμαθους, τους πλανεμένους
τα μυστικά μιας άλλης ζήσης.
Συ ξεπερνάς και το αρσενοθήλυ
ωραίων ποιητών και μυθογράφων
που αφηγήσεις γλαφυρές αφθάρτισαν,
προσβλέποντας στη θεία, στην αρχέγονη ενότητα,
στο φέγγος της ακοίμητης Ημέρας,
μακριά, πολύ μακριά απ’ το φως των οφθαλμών.
Θεωρός:
Ο φρυκτωρός ήταν λιτός,
περίμενε λόγο προφητικό
κι έστησε τον πυρσό πλάι στη Σίβυλλα.
Πρόβαλε τότε ο ποιητής
μαγνητισμένος απ’ το βλέμμα
που ήταν κατά βάθος αναφές.
Μυριόστομοι ήταν κάποτε οι στίχοι του,
οι μύθοι του, οι διηγήσεις της ψυχής του,
τώρα όμως πρόβαλλε δειλά
τρεμάμενα τα πόδια και τα χέρια σύξυλα
φωνή αναιμική
και βλέμμα πελιδνό
-και ήταν απ’ τον ποιητή,
το μέγα, το μεγάλο.                                   
Ποιητής:
Του κόσμου τις αισθήσεις ακροάστηκα,
τους πόνους, τις χαρές, τα δάκρυα, τις εξομολογήσεις,
δεν εννοώ τον μέγα Όμηρο –είναι ο θείος μας…
Ο ποιητής είναι δεινός, πολλοί τον λεν ευαίσθητο
με μουσική ευπρέπεια δοσμένη απ’ τις μούσες,
μα αν ενωτισθούμε ακροάσεις, φθέγματα
και ρήματα ποιητικών ψυχών,
δε φθάνουμε στην ποίηση
με την αιώνια μουσική και σιωπή ταγό.
Αισθήματα παροδικά που συγκινούν για λίγο,
σκηνές απέριττες του βίου που ανασταίνουν,
δεν είναι παρά παραισθήσεις των ενιαυτών.
Ποιος θα μας σώσει απ’ του Ιξίονα τον τροχό,
απ’ τα δεινά του Σίσυφου, από τη δίψα του Ταντάλου;
Η ποίηση είν’ ικανή αυτό να κάνει,
αν ακραγγίζει της ψυχής τις ιερές οπλές…
Κατάκοπο το έργο μας αν θέλει να ευφραίνει,
να αποδιώχνει πάραυτα του εγώ την αυταπάτη
τα ψευδαισθήσεις της ψυχής,
την άνοια του νου,
το κολαστήρι των βροτών
που κάποτε υμνεί.
Σταμάτησα του βίου μου το διάβα,
σίγησε μέσα μου η μούσα
γιατί ήτανε πλαστή,
ψευτοθεά με πλούσια καλλυντικά
που με μασκάρευαν με το ρυθμό
και την αδέξια μουσική τους…
Θέλω ν’ ακούσω τη φωνή της Σίβυλλας.
3ος Φρυκτωρός:
Θ’ ακούσουμε σεμνέ μας ποιητή της Σίβυλλας το λόγο.
Δεν ειν’ ο λόγος της Πυθίας
–απόκριση στων δυναστών τις ερωτήσεις
που ονειρεύονταν τη δόξα και το κλέος,
την καταπίεση και τον κατατρεγμό.
Γεμάτη η ζωή από μαντεία της απάτης
μαζί με τους ακόρεστους θνητούς της και θεούς,
κουράστηκε ν’ ακούει προφητείες
να προσδοκάει θρίαμβους, να τρέμει ήττες.
Στο κοσμικό παιγνίδι της φθοράς και της απάτης
γνωρίζεις πια καλά τι εκφράζουμε.
Δεν είμαστε μηνύτορες μιας κάποιας νίκης,
δεν ανεμίζουμε ακούραστοι τις δύσβατες κορφές
 για ν’ αναγγείλουμε το θρίαμβο των δυναστών.
Είμαστ’ οι ταπεινοί Κουρήτες της σιγής,
οι πάροικοι, οι ιδαλγοί, οι άστεγοι, οι απάτριδες…
Η Σίβυλλα μας έχει δίπλα της κι όταν απουσιάζει…
Θα νιώσεις το ιερό ταξίδι μας ευθύς
και θ’ αναστήσεις τον ποιητικό σου λόγο
μ’ άλλες ελλάμψεις, χαρμικές κι ουράνιες μαζί…
Θεωρός:
Απ’ την Ανατολή, στη χάση της ματιάς,
ξεπρόβαλλε αργά η Ηώ
πλουμίζοντας τις κορυφογραμμές και τον ουράνιο χώρο
με το μυριόχρωμο αντάμωμα έσχατης ομορφιάς
των κοσμικών στοιχείων.
Ανέμελη γλυκιά παιδούλα
ανέβαινε χαϊδεύοντας τις κορυφογραμμές,
άγγιζε γλυκοδάχτυλη τα τελευταία σύννεφα της θύελλας,
σκόρπαγε αποχρώσεις φεύγουσας μαγείας,
δρόμιζε πιο μακριά και το ηρεμισμένο πέλαγος,
το πέλαγος που κάλυπτε αιώνιες Ατλαντίδες.
Η μαγγανεία της στιγμής
συμβολικά κατοπτρισμένη
διέστελλε κάθε ψυχής παλμό
οδηγούσε στην έκσταση
μακριά απ’ τις αισθήσεις,
στα βάθη τα απύθμενα
του κοσμικού εγώ.
Οι μύριες όψεις της ζωής
βαθιά περιλουσμένες
ξέφυγαν απ’ το κάτοπτρο
κι απ’ τους κατοπτρισμούς
των τόσων ψευδαισθήσεων
και των περιπλεγμάτων
του άπληστου, του άθλιου, του ταπεινού εγώ.
                                    *
Οι νύμφες της Ανατολής,
μαγνάδια της εσπέρας,
ολόδροσες και φίλιες σκιές
χάθηκαν στα απόμακρα,
χορός γλυκός, μελωδικός
στην όψη της Ημέρας
το θείο φέγγος της Σιωπής
το φως άλλης πηγής.
                                    *
Έφυγαν απ’ τα σωθικά των παραισθήσεων
αντάμωσαν το ψεύδος των παραμυθιών του Αιώνα,
δρασκέλισαν την τελευταία αυλόπορτα,
ο Κέρβερος ξαφνιάστηκε στη θέα τους.
                                    *
Ποια έκσταση συμπαντική συνέχει τις αισθήσεις;
Ποια έκσταση υπέρχρονη σαλεύει και το νου;
Ποιος απ’ τους σεισμικούς τριγμούς συντρίβει ενοράσεις
αποκαλύπτοντας μεμιάς το μέγα μυστικό;
Τα είδωλα του χθες εξανεμίζονται
σαν ωκεάνια κύματα που χάνονται στο βάθος…
Κάστρα, βασίλεια, πολεμίστρες κι οχυρά
χτισμένα με το μόχθο και το αίμα αθώων
καταγκρεμίζονται ξερνώντας πτώματα,
γλυκά κορμιά και πόνο.
Τι απομένει στις ψυχές του άλγους των καιρών;
Ποια κατασυντιβή απολυτρώνει απ’ τη σκληρή στιγμή
όταν τα φρούδα όνειρα γίνονται εφιάλτες,
οι εύσωμες καμπύλες νέων και νεάνιδων
απογαλακτισμένα σκεύη ορφανής λαγνείας;
Ω Σίβυλλα δεν είσαι μάντισσα ούτε ιέρεια οθνείων ιερών,
κακέκτυπά σου είδωλα, οι Σίβυλλες που ηχούν εδώ και κει,
ψευδοτροφή των πεινασμένων
μες της αποφοράς το ψευδογλυκασμό.
Σίβυλλα:
Δε θα σας πω γενναίες ψυχές ποια είμαι,
ούτε το μέγα μυστικό που όλοι σας γνωρίζετε
μακριά απ’ τα κακέκτυπα ειδώλια αιώνων
της ιστορίας των ταλαίπωρων βροτών,
γιατί το μέγα μυστικό συνέχει τις αισθήσεις
ποντίζοντας στον κόσμο τους τον ιερό τριγμό.
Δεν ειν’ η έκσταση της Σίβυλλας αλογική μανία,
ούτε φρικτή συνέπεια βιασμένων λογισμών.
Δεν είναι ενθουσιασμός επίδοξων μνηστήρων,
ούτε Μαινάδων ιαχές με Διόνυσο ταγό.
Αυτή τη νόθα έκσταση έζησε ο Πενθέας
στης ερημιάς τον άξενο και αμείλικτο δρυμό
όπου οι μαινόμενες ευθύς όρμησαν κατεπάνω
και πέτυχαν τον άδοξο ανασκολοπισμό…
Το φως της μέρας έρχεται, αφήστε τους πυρσούς σας
κι ακροαστείτε όλοι σας το μέγα μυστικό,
μυριόφωνο μα άστομο, ηχηρό και κραυγαλέο
χωρίς τυφλά ακούσματα στου κόσμου το γκρεμό.
Το μυστικό που θα σας πω δεν ανήκει σε μένα,
δεν ειν’ του Δία επιταγή ούτε και του Λοξία,
στέκει μακριά απ’ τους Δελφούς, η Πυθία το αγνοεί,
οι ορφικοπυθαγόρειοι μόλις το εννοούσαν,
οι σιγηλοί, οι ανέραστοι εραστές της σοφίας.
Θα πάμε όμως πιο βαθιά, ξεχάστε αποστάσεις,
 μήκη και πλάτη της οργής κάνουν τις ψευδαισθήσεις
στου χρόνου το δριμύ καιρό, στης ιστορίας το διάβα.
Γιατί το ἀληθείης ἦτορ, ποθούμενο και εκστατικό,
δεν εφευρίσκεται ποτέ σε ξενικές αυλές.
Η έκσταση των λόγων μας υμνεί τη σιωπή,
κείνη τη θεία σιωπή που αναλάμπει εντός μας
μακριά από τα τέρατα της δεισιδαιμονίας
που πλάθει τα παράδοξα, τους δράκους και τις στρίγγλες.
Θα δείτε πως τα τέρατα έχουν κάποιο σκοπό
γιατί προκύπτουν βίαια απ’ τα μεγάλα πάθη
απ’ την ακόρεστη εμμονή των θλιβερών βροτών…
Του κόσμου μας η θεία ζωή ειρηνικά συντρίβει
τέρατα, δράκους και θεριά μεγάλης απειλής
αιχμαλωτίζει Χάρυβδη, εξαφανίζει Σκύλλα
περνάει βράχους λεύτερα παρά τις Συμπληγάδες.
Δεν είναι η προφητεία μου λόγος κενής απάτης,
ούτε απόκοσμης θνητής ψεύτικος λογισμός,
γιατί το μέγα μυστικό, το τρανό, το μεγάλο
ως δώρο και ως τάλαντο του εστεμμένου λόγου
δεν το κομίζω μόνη μου αυτό το φυλαχτό.
                                    *
Μόνο, πριν μπούμε στις γαλέρες που προσμένουν αποπέρα στο λιμάνι
στο μικρολίμανο της μοναξιάς, της ρέμβης,
σκηνώστε κάτω από τα δένδρα που προσμένουν
επικληθείτε το Μορφέα ταπεινά,
κάποιοι μαζέψτε χόρτα για να φάμε μεσημέρι
ακροασθείτε τη μεγάλη σιγαλιά.
Δε θα σας πω τι είμαι, θα το δείτε,
 θ' αναθωρήστε το γλυκό σας εαυτό,
νόστιμον ἧμαρ του Ομήρου θα σημάνει εντός σας,
η θεία έκσταση θε να γενεί αιώνιο παρόν.
Σίβυλλες, μάγισσες, ιέρειες και τα ιερά τους,
έργα των πλανεμένων μας καρδιών
κι ας έχουν αγλαϊτορα Μιχαήλ Άγγελό σας,
όσο και αν σεμνύνονται για τον Αινεία στη Ρώμη,
θα υποχωρήσουν έντρομα, θα κατασιγασθούν,
οι μικραλήθειες που πλάνευαν
 θα γίνουν Φως Ημέρας,
οι ειμαρμένες οι σκληρές των μυθολογιών
που ηχούσαν μες της φύσης τα στοιχεία,
όπως και στις ρουτινιασμένες μας συνήθειες,
σκιάχτρα μιας τύφλωσης που διαστρέφει,
γεννήτορες τεράτων και κακών
θ’ αφανισθούν μεμιάς, δε θα υπάρχουν.







Ιντερμέδιο:
Οι φρυκτωροί και οι ακόλουθοι κατέθεσαν το φως
καθώς ο ήλιος σιγοανέβαινε περιλουσμένος
από τα μαγεμένα χρώματα της ύστερης αυγής.
Μαγεία πρωινή αυγής που εκστασιάζεις,
σταλάζεις φίλτρα ομορφιάς,
των αποχρώσεων το μέγα θαύμα
στη φύση, στα πετούμενα, σ’ ανθρώπων τις καρδιές.
Πίσω μας οι βουνοκορφές απόσταζαν το νέκταρ
που σιγανοκατέβαινε στις κρυφές λαγκαδιές,
στων θάμνων τα πετούμενα, στα ερπετά, στα ζώα,
στ’ απόρθητα τα σύδενδρα, στις όμορφες πλαγιές…
Η άυλη  σμίλη του φωτός, του Ήλιου ζωοδότρα,
συνέχιζε ερωτική σε κάμπους, ρεματιές
σκορπούσε τους ιριδισμούς με τίμιο απλοχέρι,
τις ξύπναγε ειρηνικά μετά τον μέγα ύπνο,
μεγάλωνε, στραφτάλιζε, ανάδινε οσμές.
Εξαίσια χάρη των κορφών, του διάσελου μαγεία,
άλικες και βαθύχρωμες πνοές του βασιλείου
ξαπλώνατε στη θάλασσα, στ’ αλίπνοα πουλιά
που σιγοπρόβαλλαν κι αυτά απ’ τη φιλοξενία
των άγνωστων και φοβερών απόκρημνων σπηλιών,
εκεί που η φώκια έντρομη στεγάζει τα μωρά της
μακριά απ’ του σκυλόψαρου τη φονική ορμή,
εκεί που κάποιοι ναυαγοί βρίσκουνε καταφύγιο
και που πιο πέρα απλώνεται ήσυχο ψαροχώρι.
Κόρες του ήλιου απλώνεστε στο βάθος του πελάγους,
στη θάλασσα που ησύχασε για να αναπαυθεί
απ’ του Αιόλου την οργή, κυμάτων τη μανία
που ‘πνιξαν άπειρες φορές γενναίους θαλασσοπόρους.
                                    *
Τραντάχτηκαν τα δόλια σωθικά μου,
σπαθιές της ομορφιάς με πλήγωσαν βαθιά 
ψυχή μου ποντισμένη στον ωκεανό
πώς βρέθηκες μετά το θαυμασμό στα βάθη,
πλάι σ’ ενάλια κήτη που σε πρόσμεναν;
Αλλήθωρος από την εισβολή του φόβου
κι από της φρίκης τον ανασασμό,
συγκλονισμένος από απατηλή φενάκη
απέριττης αράς και στείρας λάμψης
μπροστά μου, γύρω μου, παντού,
χωρίς τους φρυκτωρούς της νύχτας
και το μειλίχιο το γλυκασμό της Σίβυλλας
χωρίς του κόσμου τον αχό το μυστικό,
απέστρεψα το βλέμμα μου από την πανδαισία
χρωμάτων απαλών και φαεινά κινούμενων μορφών,
άλλη συμπαντική απάτη των αισθήσεων,
οι φρούδες βλέψεις της αντίληψης,
της γνώσης μας σκληρή παραφορά…
                        *
Δύστυχε,
μην ψάχνεις την ανάπαυση της ύπαρξής σου
σ’ ό,τι νομίζεται ωραίο,
σ’ ότι φορτίζει τις αισθήσεις
για να παρέρχεται ευθύς
στη πρώτη χάση της ματιάς.
Ό,τι θωρείς τριγύρω σου ωραίο
είναι και μάταιο και δολερό:
Βρες την αγάπη, βρες και το κάλλος φίλε,
δεν ανταμώνεις το θαυμάσιο
χωρίς βαθύ συγκλονισμό
χωρίς το φόνο του εγώ του πλανεμένου
χωρίς αυτοκατάργησης παλμό.
Είναι γλυκιά η τραγική δοκιμασία,
απέχει από κάθε πανδαισία,
στυφή καθώς αναμετριέται
με της συνήθειας, της τύφλωσης
και της ανάλωσης το γλυκασμό,
μ’ ό,τι γκρεμίζεται γκρεμίζοντας
μ’ ό,τι αφήνει τον ακόρεστο εσμό
δούλων, ειδώλων και θεών αντάμα…
                                    *
Ποντίζομαι, βυθίζομαι και πνίγομαι σε ωκεάνια τενάγη
εγώ ο θεωρός της ομορφιάς,
 ο θαυμαστής χρωμάτων, αρωμάτων, σκιρτημάτων
των μυρωμένων, ευειδών βλεμμάτων και μορφών,
κόρεων όψεις, εύγλωττων ματιών.
Η ομορφιά καταποντίζει σε ερεβώδη βάθη
στην άβυσσο του εγώ χωρίς εγώ,
στο λύσιο αποσκορακισμό του ψεύδους…....

......................................................................................
6.      Αρμονία 
Θεωρός:
Αποτραβήχτηκαν στο σκιερό το δάσος
δένδρων και θάμνων ίσκιοι
άπλωσαν τη φιλόξενη σκιά τους
κάποιοι ξωμάχοι και ποιμένες
τους πρόσφεραν εδέσματα βουνού,
ήταν κοντά οι καλύβες τους.
Κοιμήθηκαν στη σιγαλιά
και στους μικροθορύβους
καθώς το απομεσήμερο κινήσαν
στην άλλη ακτή την κοντινή,
στου άβατου ωκεανού το ακρομέρι
με τις πανέμορφές του ακτές
τις παινεμένες από εραστές της ρέμβης,
από τους ναυαγούς, απ’ τους τυχοδιώκτες
απ’ τα ατίθασα παιδιά Αιώνων.
Σημάδια δω και κει δήλωναν παροικία
άγνωστων τολμηρών ιθαγενών,
ψάθινα καταλύματα, υποτυπώδη εργαλεία,
παγίδες και πριάρια, κάποια άλογα πιο πέρα,
πρόδιναν πρωτογονισμό.
Πάνω στο άτι ο αρχηγός
με λευκό λάβαρο υψωμένο
τους ένευσε να σταματήσουν,
κι ευθύς μια νέα οπτασία
έκρηξη ιερής λευκής νεφέλης
-χιτώνας γυναικείος ήταν το έμβλημά της
λευκός, όπως και τα ανάρια πέδιλά της,
αθόρυβος, όπως η απερίγραπτη μορφή της-
απαλοάγγιξε το φυτρωμένο χόρτο
εκεί, στο μεσοδιάστημα που χώριζε
τις δύο παράδοξες ομάδες.
Σίμωσε ανάλαφρα το άτι του ιθαγενή αρχηγού
έσμιξε με τα χέρια του που κράταγαν κοντάρι
και του ‘γνεψε μ’ ένα χαμόγελο υποβολής.
Τι άρπαξε; Το χαλινό;
το πρόσφερε ολομονάχος,
τι πήρε απ’ τους άλλους που ημίγυμνοι
 ‘τοιμάζονταν για την αμάχη
και που ημέρεψαν σαν τα λευκοπερίστερα
σε παρυφές ολόξανθης λιμνούλας;
Πλησίασε απαλά τον έφηβο
στους κλεινούς μας πυρφόρους
τους καταμάγεψε ολοστιγμής,
οι όψεις όλων πρόδιναν τα μάτια της καρδιάς
αφού αδελφώθηκαν ευθύς  κι έγιναν μια παρέα.
Ποιος θα μπορούσε να το πει χωρίς να το πιστέψει
και να μηνάει σ’ αμύητους το ξένιο τούτο θαύμα;
Λύθηκαν γλώσσες άγνωστες
κι όλοι τους ομιλούσαν
διάλεκτο οικουμενική
κρυμμένη στους αιώνες
στης ιστορίας τη σιωπή,
μακριά απ’ τους θορύβους
τυχάρπαστων μαγγανευτών
και ζηλωτών του μίσους.
Δεν το κατάλαβε κανείς
τούτο το μέγα θαύμα
που πλημμυρίζει τις ψυχές
μακριά απ’ τη φθορά,
τα φώτα των απόμακρων
ανθρώπων της θανής.
Η εσπεράντο δεν αρκεί
να λύσει το μυστήριο
θαύματα αυθυποβολής,
αρχαϊκά τερτίπια
αδυνατούν ν’ αγγίξουνε
μυστήριο συμβαίνον.
Ήταν μια γλώσσα όμορφη
κρυμμένη στους αιώνες
αγλάισμα ανθρώπινο
της ψυχής ασπρομέρι.
Ο ποιητής πλησίασε, ο φιλόσοφος πλάι
γλυκά τα περιπνεύματα των θηλυκών μορφών
που αναβάπτιζαν τρανά ιδαλγική πορεία…
                                    *
Πυρφόροι μου καλοί γνωρίζετε το μυστικό
σκορπίστε σ’ όλους μας το φως σας
να γίνουμε όλοι φωτοδότες…
3ος Φρυκτωρός:
Δραγάτες των ακρωρειών είμαστε όλοι
μα οι ακρώρειες δε βρίσκονται
 στα άκρα των ωκεανών –για δεν υπάρχουν,
ούτε στις ακρομύτες ατελεύτητων
οροσειρών –ούτε κι εκεί υπάρχουν.
Όλοι ενωτιστήκαμε νύξεις ιερών θηλέων,
νύξεις κι εναύσματα Μεγάλης Πάλης
που ωστόσο ηχούν στα βάθη της ψυχής μας,
γνώριμες νύξεις της παγκόσμιας αρχής
της βαθιά μέσα μας ριζωμένης…
Θεωρός:
Πέζεψε ο αρχηγός των πάροικων
κι έγνεψε σ’ όλους προσοχή.
Ανυψωμένοι οι πυρσοί γιγάντωσαν αναμονές,
ενώνονταν ψυχές και σώματα
συμπαντικές πνοές που σμίλευαν
στις μορφές και στα σχήματα,
στις στάσεις τους και στις κινήσεις τους
στα χρώματα και στους ιριδισμούς
την πρωτινή τους ομορφιά, τη μακαρία.
Η Αρμονία, πάνσεπτη ζωγραφιά, πήρε το λόγο.
Αρμονία:
Της Σίβυλλας η έκσταση,
της Μνημοσύνης ο παράδεισος
-αιώνιες μνήμες-
της Ευφροσύνης ο ορθός ο λογισμός,
της Τερψιχόρης οι υποκρούσεις,
του ποιητή οι στεναγμοί,
του φιλοσόφου φέγγος,
των φρυκτωρών το άυλο φως
κι ας είναι ορατό,
άλλα δηλώνουν…
Όλων μας οι καλές αναμονές
κάτι ζητούν υπέρτερο
αόρατο στην τύφλα των πολλών
αιχμάλωτο μες την καρδιά του μίσους
-αμείλικτη οργή αιώνων.
Κοιτάξτε τον ωκεανό,
το βάθος και το πλάτος
κυμάτων που εγείρονται,
παγάδας που ανατέλλει
θωρήστε μ’ απλανή ματιά
του δάσους τη μαγεία,
ερπετά και πετούμενα
κλώνους, ανθούς και νιότη,
ανεμιστείτε άοκνα
στο μέγα το βασίλειο
στων διάσελων τα όνειρα
στου ουρανού τη θέα
στων άστρων το στερέωμα
στο γλυκασμό του κόσμου
στης φαντασίας το δρυμό
που πλάθει παραδείσους
και στων μακάρων τις πνοές
τις ουρανοσταλμένες…
Μετά θωρήστε εταστικά
τους χτύπους της καρδιάς σας,
τις βλέψεις σας του σήμερα,
τα όνειρα του χθες
του μέλλοντος τα σχέδια
που αναλάμπουν πάλι
κι αιχμαλωτίστε ηρωικά
το Μέγα το Συμβαίνον.
Σκεφθείτε έπειτα ευθύς
ανθρώπων τη μανία
και των μεγάλων μας θεών ΄
άθλιες εφευρέσεις.
Θα βρείτε εκεί τον Πλούτωνα
το Δία, το Λοξία,
Μαρντούκ και Ρα
και τους λοιπούς
όλων μας των πανθέων…
Μάταια ζητάτε απ’ αυτούς,
τη λύτρωση χρυσά μου
έκτυπα είναι των παθών
ανθρώπων παρανοίας,
αιωνίζουν το θάνατο,
υπόσχονται χρυσάφι
σ’ όσους μιμούνται δουλικά
τα ύστερα τα πάθη
που εξικνούνται απευθύς
από της Γης το σφρίγος.
                        *
Κοιτάξτε όμως πιο βαθιά
βυθομετρήστε όλοι
την άσπιλη κι αρχέγονη
πηγή που μας ενώνει
τη μέγιστη την έκσταση
που ‘ναι η μόνη στάση
η αρχέγονη οικία μας
των άστεγων η στέγη.
Η αρμονία η σεπτή
χιονάτη περιστέρα,
αιώνιο περίπνευμα
αγνών ψυχών του κόσμου
είναι των όλων θησαυρός,
αρχέγονη μαγεία.
Τη βλέπουμε ατροφικά
στης φύσης τα στοιχεία
στα όμορφα τα σύνολα
στων αρμογών τη χάση,
στο βάθος των κινούμενων
χρωμάτων και μορφών
σε σχέσεις, σε συνδυασμούς
σε νύξεις και σε ήχους,
σε πρόσωπα, σε νεύματα
που μας την αποκρύβουν.
Οι νύξεις της αιώνιες,
αρπάζουν τις αισθήσεις
αιχμαλωτίζουν λογισμούς
διαστρέφουν το ήθος
φτιάχνουν το έγκοσμο εγώ
που αποπνέει πάθος
μες των ειδώλων τον καιρό,
των φετίχ, των ταμπού.
                        *
Αν όλοι μας αγγίξουμε το μύχιο εγώ μας,
αν των αισθήσεων ο εσμός χάσει τις αυταπάτες
που παραλύουν συνεχώς τον ενδόμυχο εαυτό,
αν και πάλι εισδύσουμε στο είναι των πραγμάτων
που η πλανεμένη αίσθηση ποντίζει στο βυθό
και αν αποτινάξουμε ψεύτικες παραισθήσεις
που διαστρέφουν άστοργα της Αρμονίας το φως,
θα αντικρίσουμε ξανά το πανώριο κάλλος
την κρύφια αρμονία του, μητέρα του παντός…
Οι στεναγμοί της στέρησης, της απληστίας λίτρο,
οι ψεύτικες και ηδονικές κραιπάλες της στιγμής
οι πόθοι οι αείφρονες που τίκτουν παιδεμό
τα φετίχ και τα φόβητρα, τέκνα της αυταπάτης,
θα χάσουνε τη λάμψη τους, το κίβδηλό τους φως.
                                    *
Αρμονικά τα σώματα με τα στιλπνά τα χείλη
αρμονικές και οι γραμμές που πλάθουν ηδονή
πανχαρμικά τα βλέμματα νέων και νεανίδων
υπόσχονται την έκσταση, της σάρκας την αλκή.
Κι όμως μαραίνονται ευθύς σαν άνθη του αγρού
αφήνοντας μες την ψυχή την πλέρια επιθυμία,
δίψα αβύσσου άσβεστη που θα καραδοκεί.
Αρμονικά τα λέμε εμείς τα αστρικά μεγέθη
τους κύκλους, περιόδους τους, και τις αναστροφές
παναρμονία μας γεννούν οι ψίθυροι, οι ήχοι
των σωμάτων τα χρώματα, οι όψεις και τα μύρα,
πλάθουμε καθώς βλέπουμε, οσφραινόμαστε, ακούμε,
της αρμονίας την πηγή, βασίλισσα των πάντων
και βυθιζόμαστε ευθύς στο ειδωλικό βασίλειο
με τις μακάβρια φρικτές και άθλιες παραισθήσεις,
τη θλιβερή εκπόρνευση αειθαλούς αρχής.
Ποιητής:
Ακυρώνεις το έργο μου ω θεία αρμονία…
Τερψιχόρη:
Αν χανόταν η ποίηση, μαζί της και η ζωή.
Δρασκέλισε ω ποιητή λειμώνες χθεσινούς…
Μνημοσύνη:
…για ν’ αναβλέψεις νοερά στο φως μιας άλλης ζήσης
    στον κόσμο τον πραγματικό θείας αισθητικής.
Φιλόσοφος:
Ποιητές και φιλόσοφοι οφείλουν ν’ αναβλέψουν
να δρασκελίσουν εμμανώς τις ψεύτικες αυλές
της πάλης, του πολιτισμού, ανθρώπων αυταπάτες.
Σίβυλλα:
Αγγίζετε ακροθιγώς το Μέγα το Συμβαίνον
και οι εκστάσεις της στιγμής είναι παροδικές.
Μένει όμως κάτι πιο βαθύ, θα μας καθοδηγήσει
μέσα στης πάλης τον καιρό
στου κυκλώνα το πάθος
και στων τεράτων τις πνοές…
Φύλαρχος:
Ακούμε λόγια που τα ξέρουμε όλοι μας,
αλήθειες που συνέχουνε το είναι μας,
λησμονημένες στο κατώφλι κάποιας λήθης,
στης λησμοσύνης την αμείλικτη οργή.
Αιχμάλωτοι στα άξενα τα σπλάχνα της απάτης
και στων φαντασιώσεων το σκότος το βαθύ
πλάθουμε νέα είδωλα ιθαγενείς και αστοί
ζούμε χωρίς να ξέρουμε τάραχους των παθών μας
κι ας νιώθουμε ελεύθεροι και ελευθερωμένοι.
4ος Φρυκτωρός:
Δεν ειν’ αυτά η αρμονία που ζητάμε
δεν είναι νίκης ιαχές κι αναπαλμοί θριάμβου.
Αρμονία:
Ζητάτε όμως φρυκτωροί κάτι άλλο,
το μυστικό που ιχνεύουν οι πυρσοί σας,
ένα άλλο φως στο σκότος της ημέρας.
Κάτι θα πουν γι’ αυτό οι ιθαγενείς μας,
τα πρόσωπά τους, οι στολές τους, οι φωνές τους.
Θεωρός:
Ολόλαμπρο το θέαμα
μες την απλότητά του
η σιωπή επιβλητική,
τα λόγια ακολουθούσαν
ως γλυκασμός του πνεύματος
και ψυχών πλησμονή.
Αντάμωσαν τη βιωτή
ανθρώπων κάθε χώρας
κάθε φυλής τα χρώματα
κάθε πίστης το σθένος.
Η Σίβυλλα μακάρια
ενώθηκε μαζί τους
ζούσε την έκσταση μαζί
με τους συμπαντικούς,
τους άγνωστους στα βήματα
των μεγάλων κηρύκων
των πολυτάραχων σχολών
δοκτόρων και μαέστρων
ιδεολόγων της ακμής,
της παρακμής αστέρων.
Το ξένιο το θέαμα
συγκλόνισε τα βάθη
όλων των ευγενών ψυχών
άγνωστων στους πολλούς,
γι’ αυτό κι ανήκε στους σεμνούς
που ψάχνουν την αλήθεια
στο βάθος της συνείδησης
της οικουμενικής…
.................................................................
6.      Σκύλλα και Χάρυβδη
Θεωρός:
Μάχονταν άσπλαχνα στις ράχες των κυμάτων
αρπάζονταν στις κοίλες τους καμπύλες,
τραντάζονταν μ’ απίστευτους τριγμούς
και ξαναβρίσκονταν στις άφρινες κορφές
της σύγκρουσης και της ορμής πελώριων χαιτών.
Ήταν ιππότες και θαλασσοπόροι
χωρίς τα φτερνιστήρια, τρίαινες, χαλινά,
ήταν ηνίοχος ο νους τους, αγραυλούσε,
συμπαντική η ψυχή τους, άχρονη αγκαλιά
πυρσός το πνεύμα τους στης ζάλης την αποκοτιά.
                              *
Η νηνεμία πρόβαλλε σταδιακά,
καταβρεγμένοι, μουσκεμένοι
αυτοί οι ιππότες των αφρών
και με πυρσούς που άντεξαν στη δίνη
ένιωσαν τα χαράματα να πλησιάζουν
και να μπροστά στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη,
στις Συμπληγάδες πέτρες που έρχονταν.
Πρόβαλε η Σκύλλα απ’ τη σπηλιά
δωδεκαποδαρούσα, έξι κεφάλια βλοσυρά
λαιμούς λεπτούς που στήριζαν δόντια φαρμακερά
με κουταβίσματα οικτρά, αυτή ‘ταν η φωνή της.
Τα βλέμματά της άστραφταν οργή και μίσος,
μα των πυρσών το φως γαλήνεψε τις όψεις
του τερατόμορφου θεριού και τρισκαταραμένου.
Άρχισε τα γρυλλίσματα και αμέσως
αόρατες κεραίες συνεννόησης ανοίχτηκαν.
Σκύλλα:
Όσοι περνούν με αγνοούν και τους αιφνιδιάζω.
Σεις όμως είστε άλλοι, αυτό μηνύει η στόφα σας.
Αν με θωρήστε εταστικά, άλλες μορφές,
θηρία και κτηνώδη ερπετά θα δείτε.
Παιδούλα ήμουν ήσυχη με ουράνια παιδικότη
της μάνας μου βασίλισσας κόρη, της Λάμιας
που της τρισχείριστης θεάς η ζήλεια,
ο θυμός και η σκληρότη
τη μεταμόρφωσαν σε τέρας βλοσυρό.
Γλυκιά παρθένα του πελάγους
χάρηκα τον παράδεισό μου
πριν η οργή των καταχθόνιων
και ας λογίζονται ως επουράνιοι
ρίξει επάνω μου τα κρίματα, το μίσος
και τις πληγές του βρότειου γένους.
Δέστε τα δόντια μου,
τις έξι τρίπατες μασέλες μου,
δέστε καλά καθώς τ’ ανοίγω.
Δεν είναι δόντια τέρατος
ούτε της φύσης πλάνη,
δεν ειν’ ανθρώπινα όργανα
ούτε θηρίων αρμογές.
Είναι η άθλια η σκληρή
η ίδια η δολιότη
που ρίχτηκε επάνω μου
απ’ του θεού το μίσος,
εκφράζοντας ανάλγητα
 τις τιτανομαχίες,
τις διαπάλες των θεών,
το μίσος και το αίμα,
ό,τι μας κληροδότησε
η βασιλεία του Κρόνου.
Των θεών η σκληρότητα
φωτίζει τους ανθρώπους
και κείνοι οι ανόητοι
δείχνουνε τους θεούς.
Ο φαύλος κύκλος του κακού,
ανήμπορος και οθνείος,
δε θα μπορέσει για πολύ
να καταδυναστεύει.
Τα χέρια μου θυμίζουνε
ασπίδες, ξιφολόγχες,
αμάχης όργανα σκληρά
που οδηγούν στο στόμα,
ακόρεστη πηγή σφαγής,
αίματος θρηνωδίες.
Τα πόδια μου ακούραστα
θυμίζουν δωδεκάθεο
γιατί κι εκεί οι ίντριγκες,
το μίσος του θανάτου.
Κι αν σύρομαι ταχύτατα
στο βάθος της σπηλιάς
στο απάτητο απ’ όλους σας
φρικτό βασίλειό μου,
είναι γιατί το θέλησαν
οι τιμωροί του κόσμου.
Είναι ο νόμος πέραθε
κι απ’ των θεών τα πάθη
άσσει κι ανάσσει αστραφτερά
γκρεμίζοντας το σκότος
την άβυσσο όλων των παθών,
της ιστορίας το δράμα.
                             *
Εξέφυγε απ’ τους θεούς η απονιά
κι ήρθε σ’ ανθρώπων πράξεις
κι όταν ανθρώποι σκέπτονται
και οι θεοί γελάνε
καθώς βλέπουν τα έργα τους
φρικτές απομιμήσεις
της θεογόνας τους πνοής,
της καταστροφικής.
Σκληρά είναι τα όρια
ανθρώπινης μανίας
τα συμπυκνώνω τραγικά,
θεοί μου τα φορτώσαν
κάνοντας κάστρα ηχηρά
στων ανθρώπων τον πόνο.
Οι στρατηλάτες οι ισχυροί,
οι πορθητές, οι στόλοι,
οι δουλοπάροικοι, οι φτωχοί,
οι σκληροί φεουδάρχες
οι πονηροί πολιτικοί
θεσμοί και πολιτεία
ο όχλος που οδύρεται
ξεσπώντας σε δηώσεις,
ιερατεία αμαρτωλά,
οι δικαστές, οι σπιούνοι,
του κόσμου τα ζωντόβολα
που αδημονούν, που σπάνε,
εδώ απεικονίζονται
στην τερατώδη ειδή μου.
Αυτός είναι ο κόσμος μας,
αυτή ΄ναι η ειδή του.
Η παιδικότητα η γλυκιά,
θεία αναλαμπή,
βουβάθηκε και χάθηκε
ήτανε οπτασία
παράδεισων αλλοτινών
-είναι οι πραγματικοί.
Θα αποδιώξω κάποτε
αυτή μου την κατάρα,
θα ελευθερώσω ολομεμιάς
τους άθλιους βροτούς.
Ω δέστε με, θαυμάστε με
είμ' η καρικατούρα
η πιο στυγνή αντιστροφή
πρωτινών παραδείσων,
κάτι θωρώ στις όψεις σας,
στις βλέψεις σας,
στον ιερό σας τον αρμό
αιώνιας παρουσίας,
πριν των θεών τον ερχομό,
πριν βασιλεύσει ο Κρόνος,
ο Δίας, ο Ιαπετός,
η Γη, το Χάος, ο Έρως.
Θεωρός:
Οι ναυαγοί που έπλεαν
στα συντρίμμια των πλοίων
βαρκούλες ειρηνόφορες
καβάλα σε σανίδες
και σε σχεδίες πρόχειρες
με τους πυρσούς αντάμα
εκύκλωσαν ειρηνικά
το απρόσιτο το τέρας.
Έβλεπαν και αισθάνονταν
ρανίδες ομορφιάς
στην αλγεινή την όψη του
στα δόλια σωθικά του.
Έβλεπαν όμως άνετα
όψεις του εαυτού τους
σκληρές ρυτίδες, πάνσκληρες
ανθρώπινής μας φύσης
παιδιά ανθρώπων ήτανε
με θείες αναλαμπές.
Της Σκύλλας τα λεγόμενα
άγγιζαν την καρδιά τους
έριχναν φως στο είναι τους
εθώπευαν τους χώρους,
τους ένωναν αδιόρατα
με τερατώδη σπλάχνα
με τις ρανίδες ομορφιάς
που κρύβονταν εκεί.
Πόσο θα τις ημέρευαν;
ήταν το μέλημά τους.
Αδιάστατος ο ουρανός
ανθρώπινης ψυχής
εξανεμίζει άφοβα
τα νέφη και το αίμα
της άπονης συνήθειας,
του καταποντισμού.
Πέραθε, απ’ την άλλη οπή
των απορρόγων βράχων
πρόβαλε ευθύς η Χάρυβδη
με όψη εταστική.
Πίσσα, καπνός και θύελλα
σκοτοσκεπής ομίχλη
χαθήκανε ολεμεμιάς˙
στο βάθος η αγριοσυκιά,
η κατοικία του κτήνους,
χανόταν, αφανίζονταν
μέσα στις Συμπληγάδες.
Πλησίαζε, πλησίαζε
το ανήμερο θεριό,
η συνοδεία των καλών
θαλάσσιων ιπποτών μας
πλησίαζε, έγνεφε απαλά,
κυκλωνόταν κοντά της,
ώσπου το δόλιο ερπετό
έσμιξε με το άλλο.
Χάρυβδη:
Ακούστε τη στυφή φωνή
της δόλιας μου καρδιάς
καθώς η Σκύλλα μίλαγε
και με κρυφοκοιτούσε.
Κορούλα ήμουνα και ‘γω
των ουρανών βλαστάρι
διαφέντευα ωκεανούς,
προστάτευα ανθρώπους
ώσπου η πλήξη των θεών
έγειρε καταπάνω,
θρυμμάτισε το είναι μου
το δόλια σωθικά μου.
Το στόμα μου έγινε γκρεμός,
δεξαμενή κατάρας
που καταπίνει ό,τι βρει
να το εκβράσει πτώμα
νεκρό και αδυσώπητο
συντρίμμι του πελάγους.
Ω σεις ωραίοι άρχοντες
χωρίς στέγη και τόπο
που σελαγίζετε το φως
πρωτινής παιδικότης
του κόσμου μας τρανά παιδιά
αλήτες του Αιώνα
πλανήτες ανεξίκακοι και αποφασισμένοι
αναγνωρίζετε άφοβα
τα δόλια σωθικά μου,
της Σκύλλας τα ενδότερα
της Χάρυβδης τους πόνους.
Εμείς, τα θεία τέρατα
το φόβητρο ανθρώπων
θεών ο κατατρεγμός
ωκεανών καμάρι
γνωρίζουμε το είναι σας
πανανθρώπινο κτήμα
που χάνεται στη σκοτεινιά,
οργή του αρχιπελάγους
απόηχος ωκεανών
κρυφού μίσους βλαστάρι.
Οι κάβοι ελευθέρωσης
βρίσκονται μακριά μας.
Όσο υπάρχουν άνθρωποι
ωκεανοί, λιμάνια,
οι πολιτείες, τα χωριά
ανθρώπων ο εσμός
θεοί και δαίμονες φρικτοί
δυνάστες της αλήθειας,
ανήλεοι πολέμιοι
θησαυρών της ψυχής,
τα τέρατα και τα ταμπού
οι φρικτές αγκυλώσεις
θα πολεμούν ακόρεστα
την άπεφθη ωραιότη
της θείας αλήθειας τη μνηστή,
ανθρώπων θησαυρό.
Αρρωστημένες οι ψυχές
στην τυραννία του Κρόνου
των πάνθεων που πολεμούν
την κοσμική ψυχή,
αχτίδα ανεκτίμητη
του άσπιλου εγώ μας,
θα υπάρχουν και τα τέρατα
ανθρώπων και θεών,
η Σκύλλα και η Χάρυβδη,
οι Κίρκες και οι Σειρήνες,
μυθολόγων βλαστήματα,
υποχθόνιες πληγές.
Κοιτάξτε μας πολύ βαθιά
της Σκύλλας τα σαγόνια,
της Χάρυβδης την άσπλαχνη
δεξαμενή που πνίγει,
τις όψεις μας, τη δράση μας,
τα φρικτά πρόσωπά μας
σκιές ανέφελης νυχτιάς
νοσηρές οπτασίες.
Φιλόσοφος:
Είναι, το ξέρουμε αγαθή
ανθρώπων παραισθήσεις
ανάκατα πάθη οργής
των ουρανίων μας ταγών,
των παιδιών των ανθρώπων.
Μέσα τις έχουμε και μεις
κι τρέχει ο λογισμός μας.
Ποιητής:
Έξυπνες οι μεταφορές
ώριοι συμβολισμοί
που αποφλοιώνουν έξοχα
των μύθων μας το ψεύδος
αφήνοντας να αναφανεί
η μυθική αλήθεια.
Φύλαρχος:
Το μάθημα το έξοχο
που υμνούνε άλλοι μύθοι
οι αφηγήσεις οι απλές
καλών συμβολιστών.
Φρυκτωροί:
Πώς θα ‘χαμε τα τέρατα
θεογονίες και πάλη
αν δεν υπήρχε αρχέγονα
η άτοπη αλήθεια,
το φως του νου, το αίσθημα
απόλυτης λαμπρότης
αγνότητας και ομορφιάς
αμίαντο στεφάνι
και της ωραίας της ψυχής
ατόφιος θησαυρός;
Αυτός είναι ο μόχθος μας,
η αιώνια μέριμνά μας
το φως της ωραιότητας,
η άπλωση του νου
και της καρδιάς μας οι παλμοί,
το κάλλος των αιώνων.
Θα τον διαβούμε τον πορθμό,
θε να βρεθούμε αντάμα
γιατί της γης ο στεναγμός
βαρύνει τις καρδιές μας
που ασπαίρουν εναγώνια
το άυλο φως της ζήσης.
Θεωρός:
Απτόητοι οι φρυκτωροί αυτά μηνούσαν,
βρεγμένοι, τσακισμένοι οι πυρσοί τους
ανάδιναν μειλίχια, ταπεινά,
το φως το άφθιτο αγνών ψυχών τεκμήρι
κι ας μαίνονταν οι θύελλες και το σκληρό δρολάπι.
Πλησίαζαν, πλησίαζαν τα τρομερά θηρία
ώσπου αδελφώθηκαν γλυκά
μέσα στη νηνεμία
 το έκγονο, το ευγενές
στης θύελλας τον καιρό.
                             *
Συμπαντικός αδελφωμός
των ευγενών στοιχείων
των τιμημένων θησαυρών
που κρύβονται στο βάθος
της κοσμικής θείας ψυχής
με τ’ ακριβά τα δώρα
που ολοφύρονται πικρά
-των παθών σκοτοδίνη-
έκγονων της κακότητας
του έγχρονου εγώ
και των εκβλαστημάτων του
με θεούς αυτουργούς,
οθνεία, ναι, φαντάσματα
και οχληρές πλεκτάνες
της πλανημένης μας ψυχής
με τις φρικτές πεδήσεις.
                             *
Πάλευαν με τα ψέματα
αιώνων οι δικοί μας
κι ας κουβαλούσανε κι αυτοί
ιζήματα του πάθους
των γενεών εκβράσματα
έτοιμα να καούν
στης αγωνίας τη σιγή
στου αγώνα την παλαίστρα.
Γοήτευσαν και τα θεριά
οι αιθέριες υπάρξεις
φιλιώθηκαν απρόσμενα
μ’ αιώνιες πληγές
πληγές σκληρές  που τυραννούν
των ανθρώπων το γένος.
Ήταν αλήθεια δυνατό
αυτή η ουτοπία
να δρασκελίσει ζωντανά
το πάθος, τη σκληρότη
των παθών μας τον τάραχο
τις βίαιες επελάσεις
που ερημώνουν τις ψυχές
και θάνατο σκορπούν;
                             *
Πρόβαλαν τότε τους εμπρός
οι παραδείσιοι μύθοι
μιας θείας παιδικότητας
των ουρανών στολίδι
αγνές, ωραίες, άχραντες
μορφές ανάμεσά τους
κινούμενες λαφροσκιές
τερπνές φωτολαμπίδες
ατίμητοι συμβολισμοί
ανέκφραστης μαγείας.
Σκύλλα:
Σας βλέπω και με βλέπετε αγαπημένοι φίλοι
δεν είμαστε οι παράδοξες μορφές άλλων αιώνων,
λειάνθηκαν τα δόντια μου, έφυγαν τα ποδάρια
ειρήνευσε η όψη μου, κόντυνε ο λαιμός μου
το τερατώδες, το σκληρό, χάθηκαν μακριά…
                             *
Πώς γίνεται να νιώθω πια παιδούλα
με κύκνους και με λίμνες μαγικές
με χρώματα –άλλης αισθητικής λαμπτήρες
με ήχους υπερκόσμιας μουσικής;
Ανάλαφρη αισθάνομαι αδέλφια
το βάρος και η κατάρα των καιρών
βάρος αβάσταγο που με τερατουργούσε
καταποντίστηκε στον ξένιο πια ωκεανό.
Χάρυβδη:
 Ω, νιώθω την παλιά μου μνήμη
ανόθευτη, αμνημόνευτη, αλλοτινή
αγκυροβολημένη σε λιμάνι ελπίδας
σ’ όμορφους κόσμους μ’ αναλλοίωτη ειδή.
Το στόμα μου αναδύει άνθη τώρα
και η μορφή μου
καθώς τη βλέπω στα λευκά νερά
μ’ εξακοντίζει με ειρηνική ταχύτη
σε κόσμους με απέραντη ομορφιά.
Προς τι λοιπόν τα θεϊκά τα τέρατα
και πώς θα ζήσουν όσοι νοσταλγούν
φθορές, απάτες, βία και αίμα
σ’ αυτό το κολαστήρι των θεών
σ’ ό,τι οι άνθρωποι ονομάζουν ιστορία
πάθη, θεσμούς και κοιμητήρια ιδεών;
Φιλόσοφος:
Έμαθα αρκετά και θα μαθαίνω
στη γόνιμη θητεία μιας ζωής
κρυμμένης μες του πάθους τα συντρίμμια
ακέριας και ατόφιας, θείας πνοής,
ζωής που ζωντανεύει αιωνίως
το μόνο μας και γνήσιο λογισμό
ό,τι ο δάσκαλος ο Αθηναίος
μας αποκάλυψε ως το μοναδικό.
Ποιητής:
Και ‘γω αγαπητές μου φίλες επλανιόμουν
στου αισθητισμού το άχαρο λιβάδι
στης ψευτογοητείας τα πελάγη
στου άκριτου εντυπωσιασμού τον παιδεμό.
Μόλις που αρχίζω να αναγνωρίζω
της θείας ποίησης το μύχιο αρμό…














































Ιντερμέδιο
Νόμισαν πω βρεθήκανε στου παραδείσου τις αυλές
σε κάποια Ατλαντίδα μαγεμένη
απαλλαγμένοι απ’ της Αδράστειας τη φθορά
από της maya την απάτη την κρυμμένη.
Ήταν ο άθλος τους μεγάλος, συγκινητικός,
ενάντιος στην καταιγίδα του θανάτου
και της ψυχής τους ο ωραίος παιδεμός
εκστατικός εξαγνισμός, άσκηση αθανάτων.
Παγίδες πάθους και φθοράς στα σπλάχνα τους
-ήταν παιδιά ανθρώπων με δεινά κι αυτοί-
θέριεψαν τον ηρωισμό ψυχών χιονάτων
συνάντησαν τα τέρατα της παγανιστικής ψυχής
κι αφόπλισαν το βάρος του θανάτου.
Τι άλλο επιθυμούσανε αυτοί οι θριαμβευτές
οι πορθητές του κοσμικού θανάτου;
Ζούσανε ίσως σε ουτοπίες μυθικές,
έξω απ’ του κόσμου μας τις φθαρτικές αυλές
σε κάποιας άλλης ζήσης όνειρο αφράτο.
Των τεράτων όμως η δύναμη ήταν πιο δυνατή
τα σύμβολα κατέπεσαν, σκουριές θανάτου
ανοίχτηκαν τα βάθη της ψυχής, ο Άδης της,
τα είδωλα παρέμεναν, καραδοκούσανε πιο κάτω.
Δεν είναι η νίκη μας ποτέ ολοκληρωτική,
πάντα θα παραμένουν οι μακάβριες σκιές
 η σήψη των παθών, η φρικτή όψη του θανάτου,
του εγωισμού η μάσκα η δολερή, ο εξολοθρεμός
ενάντια στις νηφάλιες εισβολές παιδιών
ενός βασίλειου με φθορά γεμάτου.




















7.      Η έφοδος των Συμπληγάδων
Θεωρός:
Η Σκύλλα και η Χάρυβδη μεταμορφώθηκαν
αναγνωρίζοντας στις ωραίες ψυχές τα έγκατά τους
τις θείες τους τις απαρχές, τα ‘’αιώνια’’ δεσμά τους.
Είδωλα όμως φθονερών και πλανεμένων,
ψεύδη παράταιρα αλλοτινών καιρών
δριμύτητας ταμπού και δολιότητας
δεν κατανόησαν το ψεύδος των καιρών
κι ας ήτανε υποκατάστατα δικά τους.
Το νέο κύμα και ο ορυμαγδός καταστροφής
τα μανιασμένα κύματα που ανέβαιναν με βιάση νευρική
οι ατμοί και οι θόρυβοι, πίσσα βρασμένη
και ανάσες μπόρας φονικής
ετοίμαζαν το νέο σκηνικό θανάτου.
1ος Φρυκτωρός:
Αδέλφια μου, ωραίες ψυχές με τη νηφάλια τόλμη,
θύελλα ενσκήπτει φοβερή και μας περικυκλώνει…
2ος Φρυκτωρός:
…Δεν είναι μόνο η θύελλα που έρχεται γοργά
η καταιγίδα η κατασκότεινη, και η μελανιασμένη…
3ος Φρυκτωρός:
…είναι δύο απέραντα βουνά που κρύβονται…
4ος Φρυκτωρός:
…στων μολυσμένων σύννεφων και του θειαφιού τη σκόνη…
5ος Φρυκτωρός:
Ειν’ τα θαλάσσια λημέρια των τεράτων
που γίνανε αγνά ασπροπερίστερα κοντά μας.
6ος Φρυκτωρός:
Και που μας αποκάλυψαν τα φρικτά μυστικά
που βρίσκονταν στα σωθικά μας…
7ος Φρυκτωρός:
Έρχονται, μας συντρίβουν, αμυνθείτε,
είναι πολλοί και κρύβονται στις απόκρημνες πέτρες…
Θεωρός:
Οι υδρατμοί ανεμίζονταν απ’ του Βοριά το πάθος,
πίσσα, φωτιές από ψηλά αντάμωναν τους βράχους
κι απ’ τη μακάβρια όψη τους πρόβαλλαν άλλοι εχθροί
πιο δυνατοί και πιο σκληροί απ’ τη φήμη των τεράτων.
Τα μανιασμένα κύματα με λύσσα ηχοβολούσαν
χορεύανε με καλπασμό στη νέα επιδρομή,
των πρωτουργών μας οι πυρσοί οι αποφασισμένοι
ανέμιζαν και φέγγιζαν απόρθητη πνοή,
άυλα νήματα ψυχών πλασμένα από μετάξι,
θείας και ευγενούς υφής, της αρετής η δράση.
Οι βράχοι επλησίαζαν σκληρά αποφασισμένοι
κι απ’ τις σκληρές τους τις ρωγμές ξετρύπωναν μορφές
πιο άγριες, πιο φονικές και από τα τέρατά μας
καθώς οι Άρπυες ψηλά κινούσαν το κεφάλι
σκορπώντας με το βλέμμα τους την απειλή, τη φρίκη.
Οι δαίμονες που πρόβαλλαν από τις πολεμίστρες
απ' τις σχισμές της άγριας επιφάνειας των βράχων
ήταν πραγματικοί: μασκαρεμένοι όλοι τους με πάθος λυσσαλέο
εκτρώματα της φύσης μας, μαγγανευτές απάτης,
ετοίμαζαν τα βέλη τους, τα ξίφη τα πυρά τους.
Ήτανε καθώς φαίνονταν τρανοί διαφεντευτές
τύραννοι των απόκληρων, πρίγκιπες, ηγεμόνες
      άρχοντες και παράρχοντες, δουλοκτήτες, εμπόροι
με συνοδούς επιφανείς κόλακες και ρουφιάνους,
κορμιά ωραίων γυναικών που πρόδιναν πανούκλα,
ψευτοδιανοούμενοι της άκρας παρακμής
λαθρέμποροι θεωριών που μήνυαν ευτυχία
κι άλλοι πολλοί πολλοί μαζί πανάθλιοι υπηρέτες
ερχόμενης καταστροφής και ποντισμού δραπέτες.
Όλων τους ο παραδαρμός, δριμύς και λυσσαλέος,
εκύκλωνε αμίλητα την ώρια συντροφιά,
οι πέτρες εκυκλώνονταν, κανένα καταφύγιο
πέρα απ’ το νου και την καρδιά ένδοξων ιπποτών,
των ιπποτών της θάλασσας και του μεγάλου πάθους,
με τους πυρσούς αήττητους, το φρόνημα ιερό.
                              *
Τα βλέμματα των φρυκτωρών και της ακολουθίας
πιο δυνατά και έμφρονα μπροστά στη συμφορά
ατένιζαν αγέρωχα του κόσμου τους δυνάστες
κι ήταν η σιωπή ηχηρή, πιο ηχηρή απ’ τα βέλη
των άθλιων τυράννων τους και των εκπορνευτών
της πανανθρώπινης τιμής, της αιώνιας Τάξης,
του παγκόσμιου Νεύματος, της θείας απαρχής.
Ποιο μάτι ουρανόσταλτο μπορούσε να ετάσει
της άγρυπνης σιγολαλιάς το άσμα το βαθύ;
Ποιος νους ανεξαγόραστος, αγνότητας τεκμήρι
θα εισέδυε με θαυμασμό στα μύχια της ψυχής
κείνων των ζωντανών παιδιών ενός άλλου Αιώνα
που αψηφούσαν εύψυχα τη μέγιστη απειλή;
                                          *
Από ψηλά δε φαίνονταν, παράστεκαν οι φίλες
αυτών των άγνωστων παιδιών που ήταν παιδικές,
λουσμένες με τα νάματα της θείας μακαριότης
λόγια ψελλίζοντας γλυκά σε όλων τις καρδιές.
Τα λόγια τους ακούγονταν μόνο απ’ τους γενναίους,
η συμμορία των δειλών που κινούσε τις πέτρες,
θολή, τυφλή, ασύδοτη και δολοφονική
ετοίμαζε περίφροντις την τελική τη ρήξη
      τη συντριβή ναι όλων μας στου χάους τη βοή.
      Δε γνώριζαν τα θύματα, ήταν οι πορθητές,
      ζητούσαν της εκπόρθησης την έσχατη στιγμή…
      Ακούστε φίλοι μου καλοί αυτή τη φρικτή ώρα.










































8.      Ιερή Συγχορδία
Σίβυλλα,
 Μνημοσύνη,
Τερψιχόρη,
Αρμονία:
Δεν είμαστε διαφορετικές
ω φίλιες ψυχές,
πυγολαμπίδες κάλλους ναι,
απόσταγμα δρασοσταλίδων της αυγής,
της άναρχης αυγής του κόσμου και ανθρώπου,
η αιώνια παιδικότητα
που ‘ναι μακάρια στάση..
Ό,τι κι αν γίνεται στον κόσμο μας
που μας παραπλανά, που εντυπωσιάζει,
είναι το ψεύτικο, το μη πραγματικό.
Της λήθης το βασίλειο γεννάει την παραζάλη
το άγχος το μοναδικό της έγχρονης θητείας
που γίνεται βασίλειο
και πάθος φονικό.
Κοιτάξτε το, κοιτάξτε το μπροστά, ολόγυρά σας
δεν ειν’ το θείο βασίλειο και το μοναδικό,
η έκσταση έκστασης, η ποθεινή μας στάση,
η ουράνιά μας αρπαγή απ’ το αληθινό.
Αρνούμαστε την έκσταση ως εκστασιασμό
εκρήξεις αβασάνιστης, ενστικτώδους πνοής
που καταθραύει της ψυχής τη θεία αρμογή,
που αιχμαλωτίζει βάναυσα στον Άδη τις ψυχές.
Η έκσταση της Σίβυλλας ειν’ οικουμενική,
η θεία πνοή του κόσμου μας πριν από τη φθορά,
ειν’ η ανάβλεψη η καλή και η αιωνισμένη
η έκσταση της έκστασης, η μακάρια στάση
που οδηγεί ακατάληπτα στης μνήμης τον καιρό.
                             *
Μνημοσύνης τέκνα άφθαρτα
ψυχές που δρασκελίζετε τις θύρες της ζωής
και πνέετε αύρες ζωής στο θείο το βασίλειο
στον κόσμο της αιώνιας στάσης
και των πάντιμών της θησαυρών
γνωρίζετε πριν από κάθε γνώση
το πρώτο και το μέγα μυστικό
ό,τι δεν περιγράφεται μα περιγράφει
της όμορφης, της άκτιστης,
της μυστικής ψυχής το γλυκασμό.
Χάνονται οι όψεις, οι μορφές, τα σχήματα, τα λόγια
-ό,τι κι αν πω είναι φτωχό-
η υπέροχη, η αειδής, η πλέρια μας ζωή
νιώθει αιώνια στον χαμό και στη σκληρή αμάχη
όσων γκρεμίζονται άπονα στον κοσμικό γκρεμό…
Η Μνημοσύνη η ιερή, του Παντός θυγατέρα
διαλάμπεται αιώνια απ’ τη θαυμασιότη
ως πλήρωμα υπέρτατο ανθρώπινων ψυχών.
Τι κι αν οι πλείστοι αγνοούν τη θεία τους αρχή;
Τους βλέπετε, λυσσομανούν και σας πολιορκούν,
γρυλίζουνε και βλασφημούν, αλαλάζουν σκληρά
οχυρωμένοι ανάλγητα, είναι οι Συμπληγάδες,
προμηνύουν τον όλεθρο της κοσμικής οργής.
Μην τους φοβάστε τους δειλούς,
τους κομπαστές, τους άγριους
που επιτίθενται άπονα στους ειρηνοδρόμους,
στις ψυχές που οπλίζονται της Μνημοσύνης όπλα
της θείας της ανάμνησης αιώνιων πραγμάτων,
στις ένσαρκες υπάρξεις σας που μηνούν αφθαρσία.
Κάτι ακούω νοσταλγικό, της Τερψιχόρης άρπα
της κόρης μου της ακριβής προ αιωνίων χρόνων.
                              *
Της Τερψιχόρης η άρπα
των ήχων της ο γλυκασμός,
η θεία μουσική του υπερπέραν
της ρίζας των ανθρώπινων ψυχών
δεν σκανδαλίζει τις αισθήσεις
ούτ’ ερεθίζει ένστικτα στυφά,
δεν είναι των Σειρήνων ήχος
που αποναρκώνει θιασώτες
όλων των εποχών…
Δεν την ακούν οι θόρυβοι
των πορθητών το μένος,
αμόλυντη απ’ τις ριπές
μασκοφόρων απάτης…
Οι ήχοι μας άλλης πνοής
απ' τις κραυγές ενστίκτων
και βίαιες ανατροπές της κρύφιας αρμονίας
δεν είναι έντεχνες φωνές που συγκινούν αισθήσεις,
ούτε περίτεχνη αρμογή αρμονικών στιγμών,
που αποδημούν, που χάνονται στην απολησμονιά.
Είναι υποκρούσεις νυκτικές
λαμπρότητας υφάδι
που υμνούνε το ανέκφραστο
τη θεία σιωπή,
την ιερή κατάπαυση στη ζωή του παντός.
Ω, σεις είστε η έμπνευση της θείας μουσικής,
η μεγάλη μητέρα μας η θεία της ειδή,
γεννάει τους γεννήτορες
γεννιέται απ’ αυτούς
σαν τους θεούς των θρησκειών
στη λάμψη της ακμής:
γεννούν με τη θυσία τους
τα ανθρώπινα τα γένη
και χάνονται ν’ αναφανούν
στων παιδιών μας τις πράξεις.
Κι αν χάνονται οι έντιμοι
απ’ τους δειλούς φονιάδες
η λάμψη τους, το πνεύμα τους
είναι το φως του κόσμου,
η θεία του η μουσική
η Ωραιότητά του.
Ακούστε σας παρακαλώ
αρμονικές φωνές
 πώς ανατέλλουν σιωπηλά,
πώς αντηχούν αιώνια.              
                              *
Βλέπω τα στίφη να ζυγώνουν,
τις πολεμίστρες τους μες απ’ τις σχισμές των βράχων
των βράχων των κινούμενων –φόβητρο των αιώνων-
να πλησιάζουν, να περικυκλώνουν,
πλοία από πίσω με πανιά λευκά και φουσκωμένα
από τα χάδια του ωκεάνιου μαϊστρου
να προβάλλουν.
Βλέπω στης γης τα πλάτη
στου ωκεανού τις άγνωστες νησίδες
στα τόσα καταλύματα ανθρώπων,
βλέπω πυρφόρους αφανείς
σκληρά τυραννισμένους
απ’ το βαρύ τον παιδεμό
ανθρώπινης μωρίας.
Να η Αρμονία, ολόγυμνη
σε ειρηνοφόρες όψεις
και σε πυρφόρους άγνωστους
στου κόσμου το μεθύσι,
σ’ ανθρώπων παραλογισμούς
και σε θεών οργές.
Η αρμονία η κρυφή,
αιώνιος μαργαρίτης
δεν κατοικεί στα σώματα προκλητικών θηλέων,
στα λαμπρισμένα πρόσωπα και δυνατά κορμιά
εφήβων της καλής ακμής, της πρόκλησης, του πάθους.
Αν καλοεξετάσουμε την ψεύτικη αρμονία
που χάνεται μες του καιρού τ’ αδήριτα τενάγη
παρά τις επικλήσεις της, τα κλέη της, τη δόξα,
τα προπετάσματα καπνού και του μεγάλου άθλους,
βλέπουμε το κακέκτυπο της μόνης δυνατής,
της αρμονίας των ψυχών, ναι των δοκιμασμένων
στης ακηδίας τις στιγμές, στις θλίψεις των καιρών.
Η αρμονία η σεπτή, η άπεφθη ουσία,
που κερματίζεται εσαεί σε όντα με λαμπρότη
με γενναίο το φρόνημα, τη μεγαλοψυχία
απλότητα, ευγένεια και ανεξικακία
μ’ άλλους λαμπτήρες της σιγής
που εισβάλλουνε στα σκότη
της νύχτας μας της κοσμικής
με τους μοιραίους θαμώνες
που κουβαλούν αχθόφορα
τα βάρη των παθών,
η αρμονία η μυστική
των πάντων η ενότη
τρέφει και αναλώνεται
στου κόσμου τον εσμό.
Ως θυσία αρχέτυπη
ωραιίζει τη νιότη
αιώνια νεότητα
των ευγενών ψυχών.
                             *
Μην τους φοβάστε τους πολέμιους παιδιά μου
κι ας πλησιάζουν με ακάθεκτη ορμή,
καθαίρεσθε –είστε και σεις παιδιά ανθρώπων-
αποφορτίζεσθε απ’ τα ιζήματα του πάθους,
περιστεριών ψυχές αγνίζεσθε σαν χθες,
σαν αύριο και σαν μεθαύριο,
ο βίος μας, καθάρσιο για τις αγνές ψυχές
που ανεβαίνουν κάθε μέρα, κάθε ώρα
συντρίβοντας ειρηνικά κάθε φθορά…
Να η Αρμονία η σεμνή, η Τερψιχόρη η μούσα,
η Μνημοσύνη η ιερή, η Σίβυλλα η λαλούσα.


















9.      Η συντριβή των Συμπληγάδων
Θεωρός:
Ανάριες κόρες ιερές και τ’ ουρανού στολίδι
παράστεκαν  κι οι τέσσερις πάνω απ’ το λευκαφρό
υπάρξεις ιερές και μητρικές κι ακοίμητες
στην πάλη και στο πάθος των αιώνων
στις βίαιες επιδρομές των Συμπληγάδων
στην κόλαση φωτιάς, πίσσας, καπνών
      και στην ακάθεκτη οργή του Αιόλου.
Απτόητοι οι πυρφόροι και η παρέα όλη
γνώριζαν από διηγήσεις και από μύθους
πως μόνο ο Ιάσονας ξέφυγε μόλις σώος
μετά τη ρήση του Φινέα και των θεών την προσταγή.
Τι θα γινόταν ο όμιλος των θείων εραστών;
Πώς θα ξεφεύγαν οι κλεινοί απ’ την πολιορκία
και την αμείλικτη απειλή των κινουμένων βράχων;
Κράταγαν οι πυρσοί καλά, εισέβαλλαν στα σκότη
και αποκάλυπταν μεμιάς το φρικτό προσωπείο
τη μάσκα ανθρώπων της θανής και της σκληρής απάτης.
Άνισος και αδυσώπητος ο αγώνας των πυρφόρων
ανάστησε στα σωθικά μια και μόνη αλήθεια
αλήθεια που ανέτρεψε το σκηνικό του τρόμου.
      Το ‘πε ο καλός ο φρυκτωρός με μια φωνή στεντόρια.
1ος Φρυκτωρός:
Είχαμε κι έχουμε και μεις ίχνη των Συμπληγάδων
παλεύουμε ηρωικά για την ελευθερία
των δουλωμένων μας εχθρών, του βίου μας φενάκη.
Όσο απαλλασσόμαστε οι Συμπληγάδες φεύγουν
τα δόλια τα φαντάσματα υποχωρούν με βιάση
που στήνονται και αυξάνονται σε άλλων τις καρδιές..
Δέστε φρεγάτες μακριά ανθρώπων αδελφών μας
 έρχονται για βοήθεια, οι κόρες τις καλούν…
Ποιητής:
Απίστευτο το θέαμα, θαύμα αληθινό,
οι πάνοπλοι των βράχων τους με τέρας πλοηγό
ολοπλησίαζαν ευθύς χωρίς ποτέ να φθάνουν…
Δε μας θωρούν οι πορθητές, η τύφλα τους μεγάλη…
Ήμουνα κάποτε κι εγώ παιδί της αυταπάτης
με πλανεμένη όραση, φαντάσματα ωραία
αισθήματα διάτρητα, παρόλη τη λαμπρότη
εικόνων, φαεινών μορφών και ράθυμων ρυθμών.
Άρχισα όμως ν’ αναβλέπω, να ενορώ πανώρια χώρα
 εκεί που σκότος έβλεπα πυκνό…
Δε μας θωρούν, κι ας έρχονται, όσο κι αν πλησιάζουν.
Φιλόσοφος:
Θητεία ομορφιάς και ζήσης είναι πια η ζωή μου,
ὄψις ἀδήλων τά φαινόμενα
αδήλων και κρυφίων που αποκαλύπτονται:
ο σπαραγμός της ομορφιάς –πηγή ζωής
είναι η έκφραση του μόνου, του Αληθεύοντος
πέρα από τα δόγματα μαγγανευτών και ψοφοδόξων.
Δεν τα φοβάμαι πια τα είδωλα
κι ας επελαύνουν φονικά.
Θεωρός:
Παράδοξη αρχή ζωής με εμπνοές
που αποτίκτουν τραγικότητα,
που εξωθούν στον καταποντισμό
που υπαινίσσονται μακαριότητα…
Οι βράχοι έφθαναν ευθύς και αποφασισμένοι,
οι τυφλωμένοι επιδρομείς έντονα βυθισμένοι
στη σκοτοδίνη των καπνών,
στων θαλασσών το μένος.
Φρεγάδες αρωγών πέταγαν κάβους,
σωσίβια εκτοξεύονταν όλο και πιο κοντά τους
οι φρυκτωροί κοτσάριζαν σχεδίες,
πιάνονταν απ’ τους κάβους,
με τους πυρσούς πάντα ψηλά,
ενάντια στα κύματα της φρίκης
και στην ανεμοζάλη των στιγμών.
Ειρηνικοί και πράοι μες το χάος,
αμίλητοι μπροστά στους βράχους,
έγνεφαν προς τις κόρες.
                                   *
Οι βράχοι αντάμωσαν με ορμή, με σεισμική μανία
σπάζοντας, καταστρέφοντας ρωγμές και πολεμίστρες,
όπλα, ασπίδες και πυρά τινάχτηκαν στα βάθη
του ακένωτου ωκεανού, των ουρανών τα πλάτη.
Πρώτοι καταποντίστηκαν οι άθλιοι οι βράχοι
σέρνοντας στην καταστροφή και τους πολεμιστές,
αυτούς τους απηνείς εχθρούς των φρυκτωρών της δόξας,
συμπαρασύροντας σκληρά τους ωραίους πυρφόρους,
τους κωπηλάτες τους σεπτούς, τη θεία ακολουθία…
                                    *

Τα πτώματα συνθλίφτηκαν,
πυρακτωμένες μάζες
απ’ των αιμάτων την ορμή,
έπλεαν μακριά…
Πλεούμενα αφανίστηκαν, σπασμένα τα κατάρτια,
ποντίστηκαν αυτόματα οι δόλιοι οι βράχοι
τα σκοτεινά φαντάσματα, ανθρώπων η κατάρα.
                                   *
…Ο Ωκεανός ηρέμησε, έφυγε η σκοτοδίνη,
καπνοί και πίσσα και θυμός χάθηκαν μακριά,
φρεγάτες ολοκύκλωσαν τον βλάσφημο τον τόπο
βαρκούλες τους ξανοίχτηκαν, μάζευαν τους νεκρούς,
διαμελισμένα σώματα, κεφαλές και κοντάρια
ό,τι δε συμπαρέσυραν οι μολεμένες πέτρες.
                                   *
Τι απογίναν οι καλοί φρυκτωροί του ελέους,
κείνη η άσπιλη ομορφιά ανθρώπινων ψυχών;
Είδα μονάχα μακριά τις άχραντες τις κόρες
να σιγοανεμίζονται με πάλλευκα φτερά.
Κρατούσανε στα χέρια τους τις κάτασπρες σινδόνες
τις άπλωσαν και μόνες τους απέθεσαν εκεί
της συντριβής τα πτώματα, ματιών μας τη μαγεία,
την άσπιλη ωραιότητα, αγγέλων τη σιγή.
Τα τύλιγαν προσεκτικά, τα ασπάζονταν με πόνο
και τα ανέβασαν αργά σε μέρη μακρινά.
Σε μέρη που δε γνώρισαν ούτε και θα γνωρίσουν
τις αποστάσεις των ετών, των άστρων κατοικίες
σε μέρη της εγγύτητας, ανάστασης, ζωής.
Έγνεψαν μόνο σιωπηλά, είπαν και κάποια λόγια,
της σιγής άγια ρήματα –θησαυρό των ψυχών
Κόρες:
Μην κλαίτε όσοι μείνατε στην ξέφρενη ζωή μας,
μην τους λυπάστε τους νεκρούς που ‘φεραν τους πυρσούς.
Παίρνουν τα βάρη των θνητών, καταπνίγουν τα πάθη
καταστρέφουν φαντάσματα όλων μας των πλανών.
Ανέκκλητη αποστολή, αιώνια, μακάρια…
Θυσιάζονται αέναα τη θεία τους θυσία
σαρκώνουν, ναι, την άπειρη αγάπη του παντός,
τα πάθη, παντοδύναμα στο καθεστώς της πλάνης
έχουνε μόνο μια αρχή: είν’ η καταστροφή.
Οι θλίψεις, ο κατατρεγμός, τα πάθη της οργής
ολοκυκλώνουν όλους μας, πολιορκούν με σθένος
ό,τι προσμένει σιγηλά στους κόλπους της Αυγής.
Μίας αυγής ανέσπερης λουσμένης με μετάξι
στη θύελλα, στον κοπετό ανθρώπων της θανής…
Οι νεκροί μας οι φρυκτωροί κι όλη η ακολουθία
δεν είναι τα ινδάλματα μάταιας φεγγοβολιάς,
είναι το νάμα της ζωής, ο κρύφιος ο πλούτος,
η πάλη και οι προσπάθειες ανθρώπων της ζωής.
Είναι παντού και πάντοτε πολύτιμο διαμάντι,
η ζύμη και η άπλωση ανθρώπινης πνοής.
Αυτός είναι ο άνθρωπος, αυτά και τα δεσμά του,
αιχμάλωτος των στεναγμών και των απρεπειών
εκείνων που ναυάγησαν και που χαροπαλεύουν
μέσα στης δίνης τον αφρό που λέγεται ανθός,
ανθός σοβαροφάνειας, φαυλότητας και πάθους
που ολογκρεμίζεται ευθύς, κάθε ώρα και στιγμή…
Ποιοι πάλεψαν και νίκησαν, ποιοι αθανατιστήκαν
στις όψεις τις μακάβριες της πνιγηρής ζωής;
Οι άγνωστοι, οι άστεγοι, οι εξόριστοι της πόλης,
οι ειρηνικοί πολέμιοι ανθρώπινης οργής,
οι απλοί πολεμήτορες ειρήνης και αγάπης,
οι δυνατοί, οι πένητες, οι απόκληροι της γης,
όσοι επωμίζονται αγνά ανθρώπων τη μανία
και ζουν αθόρυβα, απλά, το θαύμα της Ζωής.
                                    *
Η αρετή, η ομορφιά, η χάρη, η λαμπρότη,
άσπιλες κόρες τ’ ουρανού ως άχραντες παρθένες
διδάσκουν με τη ζήση τους κάτι μοναδικό:
την έκσταση της Σίβυλλας, της Μνημοσύνης χώρες,
της Τερψιχόρης τις Ωδές, της Αρμονίας το θάμβος.
































10.  Παλινωδία
Θεωρός:
Αγήραστες μορφές ζωής, πάλλευκες σαν το χιόνι,
άγραφες και αμέριστες απ’ την πολλή φθορά
του χρόνου του ανάλγητου ανθρώπινης μωρίας,
ασίγαστοι κρουνοί ζωής στα βάθη του ανθρώπου
εραλδικό περίπνευμα αγγέλων της σιγής
σαρκώνεσθε απερίτμητα με μύριες θείες όψεις
σε ταπεινές απλές μορφές ανθρώπινης πνοής…
Σας είδαν καθαρότατα με μάτι εταστικό
οι μυθογράφοι των καιρών, δεινοί ανθρωπολόγοι,
οι κορυφαίες εμπνοές ολύμπιων ποιητών,
φιλόσοφοι βαθύνοες, μουσικοί, θεολόγοι
έξω από κάθε τέμενος, ανθρώπινο ναό
που ευπρεπίζει μάταια ανθρώπων τη μωρία
τάζοντας τον ανύπαρκτο αιώνιο θησαυρό.
Χωρίς εσάς ο κόσμος μας θα ‘πλεε στο σκοτάδι
κι ας διαφεντεύουν τη ζωή κακέκτυπα είδωλά σας
φετίχ, τοτέμ, ταμπού φρικτά όλων των εποχών
που παρασύρουνε φρικτά ανθρώπινες υπάρξεις
στην έσχατη κατάπτωση, στον καταποντισμό.
Γνωρίζετε υπέροχα το κοσμικό το πάθος,
 αυτή τη δόλια αντιστροφή του θείου μας εγώ,
εισβάλλετε ειρηνικά στην κοσμική μας νύχτα,
πυρφόροι απερίτμητοι με θείο ανασασμό.
Ναι, σας πληγώνουν κάποτε θνητές αδυναμίες,
λυγίζετε και κάμπτεσθε ευγενικοί βλαστοί,
γεύεσθε επίσης άδολα ανθρώπων τη μανία,
μα οι πυρσοί σας στέκονται πάντοτε ισχυροί.
Οι τραγωδίες της ζωής, τρανή κοινή μας μοίρα,
ολανεμίζονται παντού στου χρόνου τη στιγμή,
πλέκουν ταμπού και είδωλα, ειδωλικές ιδέες,
αιωνίζουνε άσπλαχνα τον κυκλικό το χρόνο,
των παθών μας απαύγασμα, το ψεύδος των καιρών.
Μικροί, τυφλοί, ανήμποροι στο ψεύδος των παθών μας,
στις φαντασίες τις πλανερές του νόθου λογισμού,
γινόμαστε αγνώριστοι, οδυνηροί δεσμώτες
των γλυκανάλατων αρχών, των νέων ιδεών,
  τα οδυνηρά τα πλέγματα των δικών μας παθών.
Πλέγματα, περιπλέγματα μακάβριων συμβόλων
που αποσυμβολίζουνε κάθε συμβολική,
συμβολική αρχέγονη, άυλη, παντεπόπτρα,
πλήμμυρα αδιλαλειπτη αιώνιας προσμονής,
αρχέγονη, αναπνοή του παντός ζωοδότρα,
φως οφθαλμού, διάνοιας, αισθήματος και λόγου,
αιώνιοι λαμπυρισμοί των θείων απαρχών.
Λυτρώστε μας ωραίες ψυχές από τη μαιταιότη,
των παθών μας τον τάραχο, τις τραγικές στιγμές…
                                    *
Ήτανε οι πυρσοί τους φως,
πνοή μιας άλλης ζήσης
ανέφελη φανέρωση κρυμμένων θησαυρών
πολύ μακριά απ’ τις κλαγγές όπλων πολεμητόρων
απόμακρη απ’ τις απειλές απάνθρωπων θνητών
όλων που καπηλεύονται παλιές ωραίες αξίες
κι εκείνων που υπόσχονται ευτυχία στη γη,
των ειδεχθών εκπορνευτών της ομορφιάς, του κάλλους,
των στυγερών πολέμιων ανθρώπινων ανθών
όλων μας των θεσπέσιων πνοών με θεία λαμπρότη,
με αδιάψευστη πνοή μακάριας ζωής,
ζωής που καταβάλλεται απ’ των παθών τη δίνη
και αναδύεται ξανά ως θεία πρωταρχή.
Τα τέρατα δε βρίσκονται σε στυγερά τοπία,
κυκλοφορούν ελεύθερα σ’ ανθρώπων πολιτείες,
συχνά επιβουλεύονται ανθρώπινους θεσμούς,
αποδιώκουν ύπουλα χρηστούς και εναρέτους,
ορμούν κατόπιν άσπονδα στον καταποντισμό.
Το χάος και το πάθος τους, οι οιμωγές αθώων,
θυσίες των ευγενικών θυμάτων της οργής,
 δεν είναι ήττα των σεπτών υμνητών της αλήθειας,
είναι τροφή του κόσμου μας, θυσία διαρκής.
Θυσία είναι η Ζωή, θυσία ζωοδότρα,
νόστιμον ἧμαρ της αυγής, ανέσπερης αυγής,
μυστική αναγέννηση, υπέρτατη λαμπρότης,
γλυκιά αιωνιότητα, μήτρα κάθε πνοής.

…………………………………………………………….
Ακούω εγώ ο θεωρός την άνασσα φωνή
και σκύβω μέσα μου βαθιά, γλυκά να την αγγίξω.
Πάμφτωχος αφουγκράζομαι τα κοσμικά τα πάθη
μαζί με τις αρχέγονες πηγές πλέριας ζωής
που ενοικούν σε αδελφές ψυχές των συνανθρώπων
εκείνων που φορτώνονται του κόσμου τις πληγές.
Πληγές είναι τα κρίματα της άγνοιας, του άγχους,
πληγές που απεργάζονται του κόσμου την οδύνη,
το μίσος, τη φαυλότητα, τα πάθη, τις οχλήσεις,
το ειδωλικό, το ψεύτικο, το μη αληθινό.
Καθρέπτης του ανθρώπινου είναι οι φρυκτωροί μας
οι ταπεινές ψυχές της γης που τρέφουν τη ζωή,
την αποστίλβουσα ζωή, πηγή νέας αλήθειας,
το πλήρωμα, την έλλαμψη, την άληστη αρχή.
…………………………………………………………..
Δεν έχουμε εμείς εχθρούς,
στοιχειά που περιζώνουν
φίλων ανθρώπων τις ζωές
που πάντα ματαιώνουν
τα ευγενή τα όνειρα,
τις μύχιές τους βλέψεις.
Αγάπη ανυπόκριτη
είναι το μύθημά μας
δυναμικά εισβάλλουσα
στο βάθος των ψυχών.
Εκεί ‘‘συντρίβει’’ αέναα
τέρατα και θηρία,
των παθών εκβλαστήματα,
τα ψεύδη των καιρών.
Αυτά μας υποσχέθηκαν
οι φρυκτωροί, οι αλήτες,
όλη η θεία συντροφιά
υπέροχων ψυχών:
Είμαστε όλοι πάναγνοι
στα βάθη των ψυχών μας,
μας φθάνει αίφνης, βίαια,
κάτι που λέει απλά
το τέλος όλων των δεινών,
το τέλος ως Αρχή,
τη θάλλουσα Αμάλθεια
ουράνιας Σοφίας,
απόλυτη εγγύτητα
μήτρα των θησαυρών,
θησαυρών μας ανέγγιχτων 
από τις επιθέσεις
ειδωλικών, ανύπαρκτων,
ανθρώπινων παθών.*

*Πηγές σχετικές με μυθικά ή θρυλικά πρόσωπα της τραγωδίας είναι πολλές. Παραπέμπουμε στις βασικότερες:  Απολλοδώρου, Μυθολογία (Βιβλιοθήκη, Ι, ΙΙ ΙΙΙ), Ι. Ζαχαρόπουλος, 1989, Απολλωνίου Ροδίου, Αργοναυτικά, Κάκτος, 1999, Κερένυι, Η μυθολογία των Ελλήνων, Εστία,  Ομήρου, Οδύσσεια, Ορφικοί Ύμνοι, Imago, 1984, στον Ευριπίδη, σε άλλους τραγικούς, όπως και σε πολλές άλλες ‘‘ιστορίες’’ της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας.


2014 Σεπτέμβριος. ΝΙΚΟΣ ΜΑΚΡΗΣ
  




































7.      Ξένια Λαλήματα
1ος Ιθαγενής:
Ακούσαμε τα λόγια σας
και της πορείας σας ο μέγας δρόμος
ανάστησε βαθιές αναμονές ψυχών
που νοσταλγούν
και όψεις πονεμένου βίου…
Στο βάθος όμως η πορεία μας είναι κοινή
γιατί η γνωριμία μας δεν έχει χρόνο,
η γενετήσια ημέρα χάνεται
στης Μνημοσύνης τον ακήρατο καιρό,
στον αμνημόνευτο το χρόνο του Αιώνα…
Συχνά κι εμάς τα τέρατα μας πυρπολούν ολούθε,
βρικόλακες και δαίμονες του ψεύδους
 πολιορκούν το είναι μας το απόρθητο
προσφέροντας τη μάσκα της απάτης
τα φονικά τα εργαλεία της απώλειας.
2ος Ιθαγενής:
Χάνεται τότε η μύχια κοινωνία
αιώνιοι πρωτότοκοι χανόμαστε
στο σκότος της αγνοίας
και ας έχουμε γλώσσες και διαλέκτους
κι ας εφευρίσκουμε εργαλεία,
βέλη φαρμακερού ξολοθρεμού,
χόρτα οργής που αποναρκώνουν.
3ος Ιθαγενής:
Κοιμάται μέσα μας ευθύς
ο κρυφός λογισμός
      της μιας μας πρωτογέννησης
      της θείας παιδικότης
      το έκπαγλο μυστήριο
      ιερών καταγωγών…
     Τα ψεύτικα τα τέρατα των μυθολογιών μας
     αιχμάλωτα στου μάγου την απάτη
     αποφλοιώνουν στυγερά
     τις πρωτινές μας βλέψεις…
     4ος  Ιθαγενής:
Κι όπως κοιμάται μέσα μας ο θείος μας σπινθήρας
ονειρευόμαστε γλυκά τα πρωτινά μας φώτα
τις ιερές μας τις στιγμές τις θεογεννημένες.
Φρικιάζουνε τα τέρατα,
λισσομανούν τα μίση
στέλνονται λέμε απ’ τους θεούς
κι απ’ τον απάνω κόσμο
και έρχονται οι μάγοι μας,
προφήτες και σαμάνες,
να επουλώσουν τις πληγές,
τα μίση, το σκοτάδι.
5ος  Ιθαγενής:
Σαν όμως ηρεμήσουμε
μετά τη σκοτοδίνη
ανακαλύπτουμε ευθύς το μέγα τον εχθρό
το νοσηρό αποκύημα
ξέφρενης φαντασίας
κύημα αδυσώπητο
του έγχρονου εγώ.
Τότε αναβλέπουμε ευθύς
με μανική σοφία
με έκσταση ανέκφραστη
όχι εκστασιασμό.
Έρχεται η Σίβυλλα κοντά
η μύχια ψυχή μας
η έκσταση η αρχοντική
η μακαρία στάση
η γνώση η παρθενική
που λέγεται πληρότη.
6ος  Ιθαγενής:
Αναγνωρίζουμε ευθύς
το άναρχο εγώ μας
την έλλαμψη κάθε στιγμής
τη μακαρία στάση…
Αυτό είναι η έκσταση
η λήθη της απάτης
η Μνημοσύνη η άναρχη
Αρμονίας στημόνι
η Σίβυλλα αιώνια
της έκστασης σιγή.
Της αποδίδονται εύκολα
λόγοι και προφητείες,
μα αν προσέξουμε καλά
το μήνυμα ειν’ απλό:
Σιωπή η Αλήθεια.
Γνωρίζουμε κι άλλες μορφές
στα μήκη και στα πλάτη
στων αιώνων τα πέρατα
στων θρύλων τη σιγή.
6ος Ιθαγενής:
Είναι βαθύς, πολύ βαθύς
ο λόγος της σιγής.
Ψυχανεμίζει άπεφθα
ανθρώπινες υπάρξεις
αποκαλύπτει έξοχα
του ψεύδους τον αφρό,
τον τάραχο, το στεναγμό
του κοσμικού λειμώνα
τα πάθη μας, τους παιδεμούς
τα είδωλα του σκότους.
Σίβυλλα θεογέννητη
πες μας το μυστικό σου.
Θεωρός:
Δεν ήταν έτοιμοι να πουν των μάγων τους τα λόγια,
είχαν εισδύσει στης ψυχής τις θείες προσμονές
ενώνονταν συμπαντικά και με άλλες υπάρξεις
στου κόσμου το βαθύ γκρεμό, στου πάθους τα πλοκάμια.
Τον δρασκελίσαν τον γκρεμό, έβλεπαν κάτι άλλο
την αδαπάνητη αρχή, της δόξας ακρομέρι.
Μικρή ‘ταν η ομάδα τους, απλή η φορεσιά τους
τα μάτια τους ευθύβολα, το πρόσωπο ιλαρό
για σάρκωνε την κάθαρση, την άρση της κατάρας
των στεναγμών το ίζημα, τη θεία μακαριότη.
Κράταγαν σύμβολα απλά, λευκά ‘ταν τα κοντάρια
ειρήνης σύμβολα έξοχα, της μνήμης περιστέρια.
Αναζητούσαν ήρεμα τα ύστατα σημεία
αιώνιας μνήμης ουρανούς, αέναη πορεία
τον αστρολάβο της στιγμής και της αιώνιας βλέψης.
Σίβυλλα:
Φίλοι και σύντροφοι αδελφοί
ανήκω στις καρδιές σας,
σε όλων μας τις προσμονές
μακριά απ’ τις πληγές μας,
των παθών τα απόνερα
των πλανών μας ουλές.
Οι νέοι υποτονθορισμοί
φρικτές φαντασιώσεις
που στροβιλίζουν μανικά
τις παιδικές μας βλέψεις
ευθύνουν αδυσώπητα
το άλγος των καιρών.
                        *
Θεωρούμε όλο πιο βαθιά
το μέγα το μυστήριο
την ανθρώπινη ύπαρξη
παρθενική πνοή
που αποκαλύπτει έξοχα
την άληστη τη στάση
της έκστασης θεμέλιο
της Μνήμης θησαυρό.
Αυτή η μακαριότητα
είναι ο θησαυρός μας
ο μόνος πλούτος των ψυχών
που τρέφει τη ζωή.
Είμαστ’ εδώ αγάπες μου
για να αδελφωθούμε
να διώξουμε τα τέρατα
ανθρώπων την οδύνη
τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη,
τις Συμπληγάδες πέτρες
κι άλλα πολλά πολλά μαζί
που δυστυχία φέρνουν.
                        *
Είμαστε όμως πρώιμοι
τεράτων ολετήρες
γιατί ο θείος ηρωισμός
δηλώνει τη θυσία
την κάθαρση της ύπαρξης
απ’ τα πολλά τα πάθη,
την τραγική ελευθέρωση
του αιχμάλωτου εγώ
που αρμενίζει πονηρά
ως νοσηρή συνήθεια
στην άθλια βιτρίνα μας,
στο ειδωλικό εγώ.
Θα δούμε τότε καθαρά
των τεράτων τις δίνες,
μα σαν αναθωρήσουμε
θα συντριβούν ευθύς.
Φιλόσοφος:
Αναβλέπω το είναι μου,
φτωχός ο εαυτός μου,
φιλόσοφος ο ταπεινός
με πλάνες και απάτες
αναγνωρίζω την πληγή
τη βαθιά μου την άγνοια
πηγή των νόθων λογισμών
κι όλων μου των πλανών.
Φιλόσοφο οδοιπορικό
είναι η ματαιότη
του τρίβωνα το θρόισμα,
των λόγων η ασάφεια.
Ξαναγυρίζω στην αρχή
στα έγκατα του είναι
στις παιδικές αγνές καρδιές
στην αφελή αγνότη,
μητέρα κάθε λογισμού
απλότητας το κέρας
των αγαθών ιερών αρχών
αληθείας το δέμας
σε κόσμο δίχως τέρατα,
σε ακύμαντο βίο
της όμορφης παρέας σας
το μόνο αιώνιο φως.
Ποιητής:
Φιλόσοφε καλέ οδηγέ
μαθητή των ανθρώπων
και των αγνών καρδιών το φως
χάνω τους θησαυρούς μου,
τους μύθους, τα πετούμενα,
τις τερατογενέσεις
τα μύρια κατορθώματα
ανθρώπων και θεών.
Προς τι η ποίηση λοιπόν
χωρίς τη μυθικότη
άθλους και πάθη των ανδρών
των χιλιοδοξασμένων;
Ο Όμηρός μας ο κλεινός
ο Δάνδης και ο Γκαίτε
ο Μίλτων μας ο ξακουστός
κι άλλοι πολλοί μαζί
ολοσπαρμένοι αιώνια
σ’ όλη την ανθρωπότη
και τις πολλές αυλομεριές
χάνονται, ανεμίζουν,
γκρεμίζονται στα σκότη.
Ω, βοηθήστε με καλοί
και συ γλυκιά μου Μούσα…
Μνημοσύνη:
Δεν πρόσεξες ω ποιητή
των ποιητών το σφρίγος
ναι, των μεγάλων μας παιδιών
της Μούσας τα βλαστάρια.
Προσφεύγουνε στα τέρατα
και στους συμβολισμούς τους
αιχμαλωτίζοντας ιερά
το παρθένο εγώ μας,
εκείνη την αλήθεια
που τέρατα συντρίβει
και που ορθώνει μονομιάς
την ακλινή αρχή
την βασιλεύουσα πηγή
κάθε δημιουργίας.
Οι λόγοι χωρίς σιωπή
είναι τα ξερολίθια
και το απαίσιο υλικό
δρακόντων και θηρίων
θηρίων πιο επικίνδυνων
κι απ’ τις λεοπαρδάλεις
των ψυχοβόρων τον εσμό
με το μακάβριο πάθος.
Αρμονία:
Έτσι ακριβώς τη βλέπουμε
εμείς την Αρμονία˙
είναι παντού και πάντοτε
πτυχή της ύπαρξής μας
των λογισμών κραταίωμα
του κάλλους το στημόνι.
Ο κόσμος μας είναι απλός
αρμονικός, καθάριος
βαθιά στη χάση της ματιάς
στης έκστασης τον τόπο
στο αρχέγονο πλήρωμα
στου αιώνιου τον τόκο.
Η Αρμονία η σεπτή,
πανάμωμη μητέρα
κρατύνει αιώνια της ψυχής
τον ιερό αρμό.
Αγνοφωτίζει αιώνια
όψεις αυτού του κόσμου,
συνέχει όλες τις μορφές
με παραδείσια χάρη
χωρίς να είναι η μορφή
η λαμπρότης και το σθένος.
Είναι η πνοή, το άκουσμα
το λάλημα το ξένιο
σε παροικίες κατοικεί
μακριά απ’ τους κατοίκους
που είναι υπερβέβαιοι
για μύρια αγαθά.
Ω των ψυχών αγλάισμα…
                        *
Όλοι μας διακρίνουμε
τον ένσοφο τον τόπο
που ‘ναι παντού και πουθενά
τη θεία παναρμονία
που μεγαλύνει την ψυχή
στου σκότους τον καιρό.
Άφραστη η αρμονία μας,
διαλάμπει ως φως
ψυχών που εμβαπτίζονται
στης αλήθειας τη ζήση.
Ό,τι καλούμε αρμονικό,
μαραίνεται, εκπίπτει
ως ατελής εκτύπωση
της άφθιτης αρχής.
Ποιος τελικά θα μας το πει
τι είν’ η αρμονία;
Η άχρονη ουσία του νου
η αιώνια καθαρότης
ό,τι τίκτει τη σύνεση
 της αγάπης τα δώρα,
της εγκαρτέρησης το φως
τον ένσοφο το λόγο.
Της καρτερίας ο καιρός
της μεγαλοψυχίας
 η τέλεια συναδέλφωση
αισθήματος και λόγου
είναι οι θεϊκοί αρμοί
που συνέχουν τον κόσμο.
                        *
Μακριά απ’ αυτά απλώνεται η κακοδαιμονία
του παραλόγου ο καιρός και η δυσαρμονία
που γεννάνε τα τέρατα, τις τερατογενέσεις,
στου χρόνου το βαθύ γκρεμό, στης ζήσης το σκοτάδι.
Η αρμονία του παντός είναι η συνοχή τους
το κρύφιο το είναι της φωτίζει τις αισθήσεις
παρθενικές τις λέμε ‘μεις,
παρθενικές στη φύση,
ρήτρες αγνές και χαρμικές
της ομορφιάς, του κάλλους.
                                    *
Κι όμως πλανώνται τραγικά
όσοι αποκολλώνται
απ’ την αρμόνια αρχή
με ταγούς τις αισθήσεις,
τα έκτυπα ομοιώματα
της θείας τους αρχής.
Διαστρέφουν την τάξη τους,
την άμωμή τους φύση
και ολοστροβιλίζονται
στην αφασία του πάσχειν.
Το πάσχειν μας, τα πάθη μας είναι τα τέρατά μας
των μύθων τα γυρίσματα σε ταραγμένες χώρες
στης αυταπάτης τον εσμό, στης κόλασης τα βάθη,
στης άπληστης ανάλωσης, στης φρίκης την πνιγή.
                                    *
Ας το προσέξουμε όλοι μας
είμαστε μολεμένοι
 απ’ των τεράτων την οσμή
απ’ τα δικά μας πάθη,
απ’ τις νωχελικές πληγές που καταδυναστεύουν
την ίδια μας την ύπαρξη, τις οιμωγές του βίου.
Η Σκύλλα και η Χάρυβδη, οι Συμπληγάδες πέτρες,
εκεί εδρεύουν πάντοτε, όχι σε κάποιον τόπο
που ‘πλασαν οι ευφάνταστοι και δειλοί σκιτσογράφοι,
οι φλύαροι αφηγητές των νοσηρών μας τρόπων,
του σκότους οι διδάσκαλοι, οι ευφάνταστοι, οι δειλοί.
5ος Φρυκτωρός:
Δειλοί εμείς αρχίσαμε κυνήγι φαντασμάτων
και οι πυρσοί μας οι λαμπροί δεν είναι παρά σκιάχτρο
σκιάχτρο φαιδρό και κωμικό στου κόσμου το γιορτάσι;
6ος Φρυκτωρός:
Της πλήξης αποκούμπι εμείς
στην οργή των αιώνων,
προσφέρουμε θεάματα χωρίς κανένα βάθος;
Είμαστε τόσο ανόητοι γλυκιά μας Αρμονία;
Πού πάει του Ωκεανού η ορμή
του Αιόλου η μανία
του Ποσειδώνα η τρίαινα
και τα χτυπήματά τους;
Ποιητής:
Τα είδατε, μα οι ματιές ήτανε πλανεμένες
όπως και μεις πολλές φορές χτυπάμε ανεμομύλους….
Φιλόσοφος:
Το δέχομαι ω ποιητή και επιμαρτυρώ.
Της πλάνης ο βαρύς ζυγός, το καρμικό μας είναι
οικοδομεί βασίλεια ψευδοβεβαιοτήτων
που κομπορρημονούν συχνά με οίηση αλγεινή.
Οι ψευδοβεβαιότητες κάνουν τη βεβαιότη
τα καρμικά μας τα δεσμά, της maya την τριβή.
                                    *
Πότε θα φθάσουμε αδελφοί στο εύδιο λιμάνι,
στον κόσμο της λαμπρότητας και της τρανής Αλήθειας
χωρίς τους καλικάντζαρους της νόθας φαντασίας;
 Φύλαρχος:
Σίβυλλα ιερή πνοή πες κάτι εσύ…
Σίβυλλα:
Η πάλη είναι κρατερή, ο δρόμος μας παλαίστρα
και της Αλήθειας μας το φως ο μόνος οδηγός.
Βλέποντας, αναβλέποντας το βάθος των πραγμάτων
αρχίζουμε κάθε στιγμή νέο οδοιπορικό,
προσπερνάμε τα όρια που θέτουν οι αισθήσεις
καθαίρουμε το λογισμό, βλέπουμε άλλο φως,
το καθαρό το είναι μας, το οικουμενικό.
Πόσο φωτίζει αυτή η ειδή η θεία λαμπρυσμένη
η καθαρότητα του νου, ο αέναος ερχομός,
ο θάνατος ειδώλιων κατακερματισμένων
φαντασιώσεων η οργή, ο παλαιός εαυτός;
Να τα φαντάσματα ιδαλγοί, οι νόθες ψευδαισθήσεις
τα σκοτεινά τα τέρατα όλων των εποχών:
Ό,τι τρέφει τους λόγους μας, τις δίνες, τις απάτες,
 τα τρομερά τα τέρατα των παραλογισμών.
Τέρατα ειν’ οι πράξεις μας, το μίσος και το πάθος
των πονεμένων η οργή, των δυναστών το μίσος
η αλληλοεξόντωση ανθρώπων και θεών
και καταφύγιο άνανδρο το βλοσυρό εγώ.
Βλέποντας το αληθινό, το άσπιλο εγώ μας,
εκστασιαζόμαστε ιερά στης Λήθης το γκρεμό
κι εκεί προβάλλει ακέραιος της Μνημοσύνης κόσμος,
της Τερψιχόρης η ωδή, της Αρμονίας το φως.
                                    *
Χωρίς τα τέρατα η ζωή αναθάλλει,
χωρίς φαντασιώσεις τα φαντάσματα πτερορρυούν
και χάνονται στης λησμονιάς τα ακρομέρια,
χωρίς τις ματαιόδοξες αναμονές νόθων θριάμβων
το  εγώ σεμνύνεται, γίνεται μη εγώ κατά τους Ανατολικούς˙
οι ορίζοντες ανοίγονται διάφανοι
πέρα απ’ τα σχήματα του εδώ,
του εκεί, του μέσα και του έξω,
στον πρωτινό μας εαυτό,
στο κάλλος το αιώνιο.
Σεμνή αυτή η απόδραση που αποδιαστέλλει
χωρίς ψευτοηρωισμούς πολέμων και πεδίων
διδάσκει κάτι πιο βαθύ, αλλοτινά ωραίο
θυσία, εγκαρτέρηση, αγάπη, προσφορά.