βιβλία του νίκου μακρή

βιβλία του νίκου μακρή
The School of Athens-Raphael (Apostolic Palace, Vatican City)

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

ΖΗΝΩΝ ΚΑΙ ΧΡΥΣΑ (Το τσαντίρι της Οργής και της Ελπίδας), Τραγωδία

Η τραγωδία θα κυκλοφορήσει σε έντυπη έκδοση το ερχόμενο φθινόπωρο. (Εκδόσεις Δρόμων)
Η τραγωδία κυκλοφορεί ήδη σε ολοκληρωμένη έντυπη μορφή.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
...............................................................................................
Τώρα που γέρνει προς το γήρας
με γκριζωμένα τα μαλλιά
και ρυτίδες πιο κάτω
μ’ αδύναμες τις παρειές
μα μάτια λαμπερά,
χάνεται μες τον κόσμο του
χωρίς ν’ αποξεχνάει
κάποιες φιλάνθρωπες στιγμές
που τίκτουν την πληρότη…
Παράξενος ο κόσμος της ζωής μας
όταν οι ώριμοι γίνουν παιδιά
όταν η παιδικότητα ωριμασμένη
γίνεται ηλικία ιδεών[1]
Αποζητάει τη σιωπή και δε μιλάει
μόν’ το χαμόγελο, τα μάτια και τα χέρια
αποκαλύπτουνε τον πλούτο της σιωπής.
Δεν είναι όμως ώριμος, μου το ‘πε
μία απ’ τις σπάνιες φορές που άνοιξε τα χείλη:
‘’Μην περιμένεις ωριμότητας στέψη
όταν αρχίζει να λευκαίνεται η κώμη,
μη χαίρεσαι για την ανθοφορία
μόνο ανάμενε καρποφορία,
ο μαρασμός καραδοκεί
κι αποτρυγάει γρήγορα
γλυκές αναμονές.
Ακόμη περισσότερο, μην αναμένεις την καρποφορία,
νέκρωσε την ελπίδα του αύριο,
κάνε το χθες και το προχθές παρόν
κι άνοιξε τον ορίζοντα πληρότητας,
χωρίς αναμονές, χειροκροτήματα, τιμές,
το ατίμητο είναι χωρίς τιμή…’’


ΙΙΙ. Αναρρωτήριο

Θεωρός:
Τον πήρε η εθελόντρια στο σπίτι της,
ένα σπιτάκι απόμακρο απ’ τη πόλη
με κήπο ανθηρό και περιτειχισμένο
δένδρα, βραγιές και πηγαδάκι
δρόσιζαν της ψυχής του την ακμή.
Τα φάρμακα στην ώρα τους,
οι βόλτες στον κηπίσκο λατρεμένες
ενώ η ταράτσα πιο ψηλά
που έστεφε τη μονοκατοικία
έδειχνε τη μεγάλη πόλη,
τους μαγεμένους της αγρούς
και πιο βαθιά, στη χάση της ματιάς,
λικνιζόταν το πέλαγος
άτονη βακτηρία του ωκεανού.
Μόνος τις πιο πολλές στιγμές,
τις ώρες και τις μέρες,
-η Χρύσα δίδασκε στο Λύκειο Χημεία
κι ευθύς μετά εθελόντρια στο σανατόριο-
αναπολούσε της ζωής τα μονοπάτια,
τις ανηφόρες, τους αυχμούς, τις χίμαιρες και τις αναμονές
κι έβρισκε με επιείκεια τον εαυτό του λίγο.
Χαιρόταν που αναγνώριζε τη ανεπάρκειά του
χανόταν στης συγκίνησης το θάμβος
καθώς οι αδυναμίες του φινόντουσαν πηγή παρηγορίας.
Το δειλινό η πόρτα άνοιγε, η Χρύσα επέστρεφε
κι άκουγα κάποια τους συνομιλία.

Χρύσα:
Χθες και προχθές και σήμερα χάθηκαν νέοι ανθρώποι
κι αποκοντά τους συνοδός ο ηλικιωμένος.
Μικρά παιδάκια έκλαιγαν,
μανούλες τα φιλούσαν
και συγγενείς περίσκεπτοι έμεναν ενεοί.
Στεγνωμένα τα πρόσωπα νέων χηρών
περίλυπα τα βλέμματα παιδιών
μετά τα χάδια των μαμάδων,
ατέλειωτα τα αγκομαχητά των ηλικιωμένων,
αμείλικτος ο πόνος των ανθρώπων
και οι χαρές τους, μάταιες, σκοντάφτουν…
Άκου και τούτη τη λαμπρή ιδέα που μου ήρθε,
δεν ειν’  ευφυολόγημα ούτε σοφίας λόγος,
που αποκαλύφθηκε μεμιάς από μία θνητή:
Οι πόνοι μας και οι χαρές δεν είναι η αλήθεια,
απόδραση απ’ τη ζωή σημαίνει ακηδία,
αποδοχή και αποχή από τις καταστάσεις
που βυθίζουν σε θάνατο, σε μύριες ψευδαισθήσεις.
Βλέποντας όμως πιο βαθιά και πέρα απ’ τα πάθη
τα όμορφα και τα καλά, πόνους και τις οδύνες,
τα βλοσυρά φαντάσματα μες την αποφεγγιά,
ήσυχα διακρίνουμε γαλήνης ακρογιάλια,
ένα αιώνιο παρόν που αρπάζει απ’ τη ζωή,
σε μια Ζωή ανέγγιχτη, άρρητη, παναρμόνια.

Ζήνων:
Θα πας χρυσή μου πιο μακριά
αν εμβαθύνεις κι άλλο
σε ό,τι σε παρακινεί
να προσφέρεις στον πόνο
της καρδιάς σου το βάλσαμο
την άυλη ρανίδα,
 τη μακαρία την πτυχή
που τρέφει την καρδιά σου
και που κινεί τα χέρια σου,
που εμπνέει τα βλέφαρά σου,
που κάνει κάθε μια στιγμή
πληρότητα ημερών.
Αποφορτίζεσαι ευθύς από παλιές μας πλάνες
κι αυτή η ελευθέρωση καλλύνει τη ζωή
ωραιίζει πανάφραστα τους δρόμους της θυσίας…
Είμαι μικρός, πολύ μικρός να πω και άλλα λόγια.

Χρύσα:
Διδάσκαλε υπέρτερε κι ας είσαι απ’ τους αγνώστους
είμαστε όλοι αιχμάλωτοι στον κόσμο της τριβής.
Η μόνη γνώση η καλή που αιωνίζει γένη
είν’ η μεγάλη εγγύτητα,
τη λεν αλληλεγγύη,
τη δίδαξαν πολλοί θεοί
κι ας ήταν πλανεμένοι
σε φυσιωμένα πάνθεα,
αιχμάλωτοι ανθρώπων.
Ο άνθρωπος για να γενεί
θέλει αποσυντριβή,
η αντίστροφη η μέτρηση
αρχίζει με τη δίνη,
των στεναγμών την απειλή
των παθών το σκοτάδι
στο θέατρο του κόσμου μας
με ψεύτικα τα φώτα
που ολοτυφλώνουν την ψυχή
στου ερέβους τη δίνη.
Οι άνθρωποι και οι θεοί
αλληλοσυγκροτούνται
για να σημάνει ο καιρός
μιας άλλης ευλογίας…

Ζήνων:
Τρέφεσαι απ’ τις θυσίες που προσφέρεις
κι είναι αυτό περίσσεια ζωής.
Δεν έχουμ’ όμως ποτέ αίσιο τέλος
για κάθε τέλος είναι μια αρχή,
κι αν αντικρίζαμε με σθένος κι ευψυχία
το δόλιο εγώ το καθημερινό,
θα κάναμε αντίστροφη πορεία,
θα βρίσκαμε υπέρτερο ταγό,
μια παιδικότητα αναπλασμένη
όνειρο των μεγάλων νοσταλγών.
Είναι ο δρόμος μας ταχύς και πλανερός,
οι όψεις των πραγμάτων μας
της γνώσης περιδέραια λαμπρά,
όσα καλά κι αν μας προσφέρουν,
δε λύνουνε της πλάνης τα δεσμά.
Είναι θνησιγενείς οι μεγαλοστομίες
κατήγορων και υμνητών
που απλόχερα κι επίβουλα μαζί
η κοινωνία μας προσφέρει
με επιστήμη και με τεχνική ταγό,
μια παιδικότητα αναπλασμένη,
όνειρο των μεγάλων νοσταλγών.
Είναι ο δρόμος μας τραχύς και πλανερός,
οι όψεις των πραγμάτων μας
της γνώσης περιδέραια λαμπρά,
όσα καλά κι αν μας προσφέρουν,
δε λύνουνε της πλάνης τα δεσμά.
Είναι θνησιγενείς οι μεγαλοστομίες
κατήγορων και υμνητών
της γνώσης, των σπουδαστηρίων,
των μύριων όσων αγαθών
που απλόχερα και επίβουλα
μας ολοπροσφέρει η κοινωνία
με επιστήμη και με τεχνική οδηγό.

Χρύσα:
Πού πάμε, πώς βαδίζουμε
και τι αναζητάμε;
Διδάσκω τη Χημεία με αριθμούς
προσβλέπω στη μοριακή βιολογία,
στη Φυσικοχημεία,
λαμπρύνομαι καθώς τα θεωρώ.

Ζήνων:
Ξεφεύγεις φίλη αγαπημένη
από την κοσμική μας τη νυχτιά,
θωρείς τα πράγματα
κι αναθωρείς την πρωταρχή τους
σε θεία πεδία, ναι, πλατωνικά.
Είν’ η επιστροφή στην παιδικότη,
μόνη έκσταση, ναι, και μοναδική
η αιώνια των πραγμάτων φύση
η άληστη και άτρεμη αρχή.
Μαγνάδι της σιγής ο κόσμος σου
ανήκει σ’  όλους τους θνητούς
και λήθη του είναι η τραγωδία,
η απέραντη κοιλάδα στεναγμών.
……………………………………………

Θεωρός:
Είχαν παρόμοιες συζητήσεις κάθε μέρα,
φιλία και αγάπη ήταν ένα για τους δυο
γύριζαν πίσω  στα δεινά τους εαυτούς τους
κι έβλεπαν πόσο απέχουν απ’  το αληθινό..
Ήταν στερνή και πρώτη η βεβαιότητά τους,
η μοίρα του ανθρώπου που αναθωρεί
που βρίσκει μες την τραγικότητα της ύπαρξής του
τη μόνη την πνοή την ατρεμή.
Δεν οδηγεί στην κάθαρση η τραγωδία
όπως το νόμισαν μελετητές πολλοί
γιατί το τραγικό από μόνο του είναι αλογικό,
η θέα τους, μια τραγική δοκιμασία,
ανάδινε αμάραντο το άνθος το παρθενικό
για μόνο η παρθενική ψυχή μας πάσχει
κι αναγνωρίζει το βαθύ της τρανταγμό.
Η Χρύσα προσπαθούσε με το πάθος
να δικαιώσει ό,τι είχε ιερό,
ο Ζήνων μας, ο αγύρτης των ορίων
συνάντησε απρόσμενο οδηγό.
Πώς η ζωή πλανεύει και παραπλανάει
και πώς καλλύνει τις ψυχές
όταν μια θεία μοίρα τις αγγίζει
στις πιο σκληρές του βίου στιγμές…
Είναι όμως τα βιώματα αλήθεια
κομίζουν όντως κάτι το πραγματικό
που ανατέμνει εκ βάθρων της ζωής το πάθος
δείχνοντάς μας το δρόμο, το μοναδικό;


IV.  Ιντερμέδιο
Ησύχια η ζωή σε ώρες ευφροσύνης
κι αλλού του πόνου ο κατατρεγμός,
εύκρατες οι συνθήκες στα δικά μας μέρη,
σε άλλα πείνα, πόνος κι οδυρμός.
Δε θα τη βρούμε οι παρεπίδημοι την ευτυχία
σε κάποιον εύδιο και ακύμαντο ουρανό
ούτε στης παιδικότητας τα ακριβά τα δώρα
που σιγογνέφουν κάτι το μοναδικό
τη στέγη του ανθρώπου τη μεγάλη,
το νοητό παράδεισο τον πρωτοπαιδικό.
Σέρνουμε όλοι μας παλμούς της πρώτης ηλικίας
ανατρανεύονται κάποιες στιγμές εκστάσεις παιδικές
μα πέφτουμε συχνά στης ματαιότητας τα έλη
και κυλινδώνουμε ό,τι έχουμε στα βάθη μας ιερό.
Είναι η ‘’ωριμότητα’’ φονιάς της παιδικότητάς μας
ή ο ορθός μας λογισμός που αποφενακίζει
ψευδορομαντικές φαντασιώσεις ευλαβών,
των μυστικών με θέλγουσες ακτίνες θέας,
των μυθογράφων, των αλληγοριστών
των τέκνων των ουτοπικών κάθε ηλικίας,
των εύψυχων αποσυμβολιστών,
των ιδεαλιστών κάθε πολιτισμού αστέρων
και των ψυχών των σφριγηλών
που αρνούνται να χορεύουνε στο κοσμικό γιορτάσι
με τους κοθόρνους, τις στολές, τις μάσκες των καιρών;
Λίγες ψυχές στου κόσμου το ξενύχτι
το βίαιο, το εκκωφαντικό, το τραγικό
εισπνέουν με μακαριότητα το οξυγόνο το ιερό,
είναι οι άγνωστοι, οι περιφρονημένοι
οι εξόριστοι απ’ την πόλη και τους ήχους των σειρήνων
χωρίς επαναστατικές ιαχές και συγχορδίες,
στύλοι και αετώματα πολιτισμών
μακριά από θριαμβολογίες και εξαπλουστεύσεις,
σημεία λάμποντα, ευγενισμένα
που δίνονται να σώσουν το σαθρό,
οι ιεροί μας οδοδείχτες,
η μυστική διάρκεια του παντός
οι μύστες και οι μυσταγωγοί στο αληθεύειν
στης αφροσύνης τον ασύδοτο εσμό.
.......................................................................................................................
Θεωρός:
Περνούσε η ώρα, κάλπαζε το μεσονύχτιο
κάποιοι θαμώνες χασμουριόντουσαν
κι ανέμεναν κάτι καλό πριν φύγουν,
μα μουδιασμένοι απ’ του οίνου την κατάνυξη
αφήνονταν στις διοράσεις της στιγμής.
Ω, της στιγμής που φάνταζε αιωνιότητα,
που ‘τρεπε σε φυγή τις μέριμνες του βίου
τα τόσα άπονα αγκάθια των στιγμών.
Αυτές οι άληπτες στιγμές ενώνουν τους ανθρώπους,
αιώνιες, ειρηνικές, πάνσεπτες θυγατέρες
μιας κάποιας θείας απαρχής
στου κόσμου μας την θλίψη
των δεσμωτών αυτής της γης
που κυνηγούν απάτες
τα εύθραυστα τα είδωλα του κοσμικού εγώ
με τη σισύφεια αντοχή, τη λέμε ματαιότη
και που ολοσυντρίβεται στων παθών τον αχό.
Ο Ζήνωνάς μας ο καλός ένιωθε δεσμευμένος,
ήταν κι αυτός απ’ τους πολλούς του κόσμου μας δεσμώτες
μα τα δεσμά του ήτανε πολύ πιο χαλαρά,
το διακύβευμα έφθανε ακρώρειες της ζωής.
Πώς θα συντρίψει τα δεσμά –ελευθερίας κόμβους
αυτός  ο άγνωστος θνητός που ήταν γνωστικός;
Σιγούσε κι άκουε απαλά τους λόγους των τυχαίων,
η ειμαρμένη η θεϊκή των στωικών ο λόγος
του ‘δινε ανάσα μυστική έξω από πολώσεις
των φρούδων αναβλέψεων σε δουλείας ζυγό.

                                                *
Θυμόταν μόνος  με πολλούς
στον ξένιο τον τόπο
που η Πρόνοια τον οδήγησε
μετά τον παιδεμό
της ζωής τα παθήματα,
χαμόγελα και βλέψεις
βυθοσκοπούσε ήρεμα
ατένιζε το βάθος
που οι δεσμώτες έψαυαν
χωρίς να καταθραύουν.

Ζήνων:
Ειρηνική τη λέγαμε κάποτε στις αυλές μας
τη θραύση των ειδώλων μας που δίνει τη φροσύνη
με της απάθειας την ορμή που έξοδο προσφέρει
απ’ τα φρικτά φαντάσματα –ψευδαισθήσεων τέκνα.
Δε μπόρεσα να το διαβώ το μέγιστο το όριο,
έγκλειτος είμαι όπως σεις όλοι καλοί μου φίλοι
στη μέγιστη τη φυλακή που λέμε εγκοσμιότη.
Το λέγαμε πολλές φορές στους δρόμους, στη Στοά
δεν έγινε η αρετή να υπηρετεί τα πάθη,
για όλα περιστρέφονται στης αρετής το θρόνο.
Τι είναι όμως η αρετή αν όχι η απόχη
που ελευθερώνει απ’ τα δεσμά, το βούρκο της αγνοίας,
η έξοδος απ’ τη ζωή, αυτή τη ματαιότη;

Θαμώνας:
Δε μας τα λες τόσο καλά αγαπημένε ξένε.
Αν σβήσουμε τα πάθη μας και τις φιλοδοξίες
ολοδιαλυθήκαμε στης νέκρωσης τους κόσμους
χωρίς τα επαγγέλματα, το μέτριο το δόλο
που μας γλυκαίνει υπόκωφα όταν παρανομούμε.
Πέθανε η πολιτική, οι τέχνες, το εμπόριο
και τα γλυκά τα βλέμματα κοριτσιών που θωρούν,
έρωτας και πατρότητα, μητρότητα και τέκνα.

                                                *
Η πλέρια γνησιότητα ειν’ άρνηση του ανθρώπου,
τα μέτρια τα πάθη μας, αυτά της κάθε μέρας
μας δίνουνε παρηγοριά, λύπες, χαρές, ελπίδες
και οι θύελλες που ολοξεσπούν, παρά τα θύματά τους,
κτίζουν με τα ερείπια τη νέα μας ζωή.

Σερβιτόρα:
Πρέπει να τον γνωρίσετε τον ξένο από κοντά,
το φως το υπερκόσμιο και η καθάρια όψη
αυτού και του συντρόφου του, των σιδηροδεμένων
έδειχνε όσο πιο καλά τι είν’ ελευθερία
κι ας δούλευαν πολύ καλά οι άθλιες χειροπέδες.

Θεωρός:
Σιώπησαν όλοι τους
κι έσκυψαν στα ποτήρια τους τα άδεια.
Σκέπτονταν μουδιασμένοι και συγκεντρωμένοι
για το κρασί το βραδινό εκείνης της φοράς
άσματα δεν προκάλεσε, αυθόρμητες εκρήξεις.
Η σιωπή τους ήτανε ιερά μαγνητισμένη
κάποια ανάλαφρη σκιά στην πόρτα της καρδιάς τους
χτυπούσε διακριτικά κι κείνοι προσδοκούσαν…
Ο ξένος μας σηκώθηκε, έγνεψε καληνύχτα
καθώς στην πόρτα πρόβαλλε γνωστή τους σιλουέτα.
Έτοιμος ήταν για να φύγει
χωρίς να ξέρει πού θα κοιμηθεί
σαν τους αλήτες στις γωνιές
των απόμερων δρομίσκων,
σαν τους clochards τους έρημους
σε μοναχές αυλές
σπιτιών που ερειπώθηκαν
από τη δυστυχία
όπως κι από το θάνατο
σε τούτη τη ζωή.
Δε μεριμνούσε ο άνθρωπος
της μοίρας μας καμάρι
να φάει, να πιει, να κοιμηθεί,
ήταν κοσμοπολίτης,
νεώτερος κατάφερνε
να εκτελεί αγγαρείες
να βρίσκει αναλώσιμα
που κάλυπταν τη μέρα
και η ειμαρμένη η καλή
με αρετή αντάμα
και με την τιμιότητα
του πρόσφεραν μ’ευγένεια
πάντα λιτή διατροφή,
τον άρτο της ημέρας.
Ο νους του ήταν μακριά
σ’ άλλες καθάριες χώρες
σαν έγγιστη εγγύτητα
ανθρώπινων ψυχών
κι αν δίδασκε αγνότητα,
φρόνηση και απάθεια,
ο λογισμός δραπέτευε
στο λόγο του παντός
στο λόγο που ο φίλος του
ο Εφέσιος ο λαμπρός
τον έβρισκε εξόριστο
απ’ ανθρώπων τις στέγες
και τον σιγοαντάμωνε
στον κόσμο των παιδιών.

                             *
Ω έρημε του κόσμου μας  αλήτη
που ανασταίνεις του Εμπεδοκλή την αλητεία
είσαι και συ ένας φυγάς θεόθεν[1],
πού θα ‘βρεις ώ καλέ το καταφύγιο
των μόνων, των αληθινών βλαστών
στου κόσμου τ’ αγριόδενδρα
με τους πικρούς καρπούς;

                             *
Ω αμέριμνε, παιδί βαθιάς μερίμνης
οδηγημένε σ’ άλλους κόσμους
με σιγηλό το μεγαλείο της σοφίας
και της μεγάλης κόρης της τής Αποχής
απέχεις όντως από τις χαρές του βίου
κι είναι αυτό ο πλούτος ο μοναδικός
για κάποια άλλη μακαρία χαρμονή
πέρα από τη χαρά, τον εφησυχασμό
και την ευδαιμονία
δίνει ζωή αλλοτινή στην παρουσία…

Ταβερνιάρης:
Καλώς την Πόλα την καλή
έλα καλό κορίτσι
να ζήσεις με τον έρωτα
που τόσο σε λικνίζει.

Θεωρός:
Η κόρη ολοζώντανη
βαθιά ζωγραφισμένη
με χρώματα ανάλαμπρα
που κινούν τις αισθήσεις
στον αγοραίο έρωτα,
στα σκληρά καλντερίμια
για να σκορπίζουν άστοργα
την πικρόχαρη γεύση
στιγμιαίας απόλαυσης
χωρίς αγάπης δώρο.
Ήταν γλυκό αντιφέγγισμα
Πάνδημης Αφροδίτης
χωρίς καλλωπιστήρια
καλλωπισμού χυδαίου
κείνων εκεί των γυναικών
που συχνάζουν σε οίκους
ευφρόσυνης λαμπρότητας
μ’ ερωτιδείς κι εικόνες
που δίνουν ψευτοδύναμη
σ’ ευπρέπειας κυρίους,
σε σύντροφους παροδικούς
κοριτσιών της οργής
με υποκρούσεις μαγικές,
φωνές με ηδυπάθεια
σ’ εύσχημους οίκους καθαρούς
γενναίας αμοιβής.
Η κόρη κείνης της βραδιάς
ανάδινε το χρώμα
έκπτωτης εκδιδόμενης
με λαϊκούς πελάτες
κι είχε τα μάτια βαθουλά
πονεμένα τα χείλη
και οι μπογιές που κάλυπταν
παρειές και βλεφαρίδες
ήταν φθαρμένες, έκθετες
στον πόνο της ημέρας.

Σερβιτόρα:
Έλα καλή μου, έλειψες κάποιες βραδιές
και μεις νομίζαμε πως άλλαξες συνήθειες.

Θεωρός:
Κάθισε η κόρη στο τραπέζι με νωχέλεια
και κείνος όρθιος γύρισε για να δει,
να εξετάσει της στιγμής την έκπληξη.

Πόλα:
Σας ξέρω! Σας αναγνωρίζω ω καλέ!
Ήμουν και γω αιχμάλωτη κει στο ψυχρό
εκεί κάτω, στης φυλακής τα σίδερα,
ενώ από επάνω, στο παλάτι της χλιδής
μεγάλο ήταν το γιορτάσι επισήμων,
ήχοι και βαλς και χαριεντισμοί
που μας κορόιδευαν εμάς τους παρακάτω,
της ζήσης τα παράσιτα μας λένε
αυτοί οι άρχοντες και οι κυράδες οι τερπνές,
οι αρχόντισσες, οι μαρκησίες, οι Κυρίες
με κάπα κεφαλαίο φυσικά,
με τα λοφία-στέμματα και τις περιβολές.
Ήμουν και γω εκεί, πλανιόμουν
στα κράσπεδα της ζήσης και της χαρμονής.
Πιο κάτω πήγαινα με τους πελάτες μου παρέα
εγώ η περιφερόμενη, η αλήτισσα, η μοιραία…
Ήμουν στο διπλανό το δεσμωτήριο
κι όταν με διώξαν, ναι, για πολλοστή φορά,
απ’ το πραγματικό χαμαιτυπείο
είχατε ελευθερωθεί, η πόρτα ήταν ανοιχτή.
Δε θα ξεράσω τις κατάρες τις γνωστές,
ήταν κι αυτό μια κάποια λύση στη ζωή μου
ο σεβασμός μου είν’ πολύς απέναντί σας Κύριε…
…κι οι πόρνες σέβονται, αναγνωρίζουν, εκτιμούν.
..........................................................................................................




[1] Φράση του Εμπεδοκλή.




[1] Φράση του φιλοσόφου Alain ( 1868-1951. Emile-Auguste Chartier).