βιβλία του νίκου μακρή

βιβλία του νίκου μακρή
The School of Athens-Raphael (Apostolic Palace, Vatican City)

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ και ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ


                                                       


Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
1.      Αίσθηση και αισθητική. Η διαφορά ανάμεσα στην αίσθηση και στην αισθητική αλλά και η εγγύς συνέχεια, αν συσχετίσουμε την αίσθηση με την αντίληψη και με τη φαντασιακή χωροχρονικότητα συνιστούν βασική αρχή λειτουργίας της λογοτεχνικής δημιουργίας. Υπάρχει ενεργός κοινή ρίζα αίσθησης και αντίληψης.
2.      Τέχνη και αισθητική. Η προσπάθεια συμβολικής έκφρασης μύχιων βιωμάτων τα οποία κατοπτρίζονται με εκφραστικές μορφές είναι το κύριο μέλημα της τέχνης.  Αισθητική είναι η αναγωγή του φυσικού σε πνευματικό, η αποκατάστασή του και σε αυτό συνίσταται η αποστολή του καλλιτέχνη. Ο λογοτέχνης στην περίπτωσή μας είναι πνευματικός λειτουργός που μυεί στην ωραιότητα.
3.      Η λογοτεχνική έκφραση.  Οπωσδήποτε η λογοτεχνική έκφραση δεν ταυτίζεται με τον τρόπο έκφρασης των εικαστικών τεχνών (ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική, μουσική), παρά τις ένδοθεν συγγένειες (κείμενα των Σιμωνίδη και Lessing λ.χ.). Στη λογοτεχνία λειτουργεί έντονα η αρχή της προσωποποίησης, η απόδοση λειτουργιών του συναισθήματος στο φυσικό κόσμο, στις κινήσεις, στις μορφές, στα χρώματα κ.ο.κ., όπως και η απόδοση των εντυπώσεων που προκαλούνται απ’  την κατάνυξη του φυσικού και την προσέγγισή του ώστε να αποδίδονται έτσι τα συναισθήματα, τα βιώματα, οι στοχασμοί. Επιπλέον, η λογοτεχνική έκφραση καταξιώνεται με τη δυναμική της γλώσσας και έχει αμεσότητα και ζωντάνια, παροξύνοντας δημιουργικά το πνεύμα και καλλύνοντας νωπά το εκφραζόμενο που απευθύνεται σε όλους. Για να υπάρχει όμως, να τελείται, κυριότερα, αυτή η λειτουργία, οφείλει να υπάρχει ένας κοινός οντολογικός δεσμός ανάμεσα στο κοσμικό και στο ανθρώπινο συμβαίνον, αλήθεια για την οποία μας πληροφορεί άνετα τόσο η αίσθηση, όσο και η αντίληψη. Σε αυτό στηρίζεται η δυναμική της λογοτεχνικής έκφρασης. Κάθε έκφραση εξάλλου δεν είναι μόνο συμβολική και μυθική, αλλά και σχετική  μαρτυρία του απολύτου στον κόσμο του πεπερασμένου.
4.      Λογοτεχνία και Αισθητική. Η διαφορά των τεχνών του λόγου απ’  τις εικαστικές είναι σημαίνουσα και σημαντική. Η λογοτεχνία εκφράζεται με τη γλώσσα και προσφέρει τη δυνατότητα με τους ποικίλους ιριδισμούς, απροσμέτρητους, αποκάλυψης καταστάσεων ψυχής ανοίγοντας, αναπτύσσοντας, επεκτείνοντας τη δυναμική των λέξεων και των συλλογισμών στα βιώματα, στις συγκινήσεις, στους παλμούς της συνείδησης. Η υψιπέτεια της ποίησης και μυητική του πεζού λόγου δε συνιστούν αφηγηματικές καταστάσεις αλλά προσπάθεια έκφρασης μύχιων βιωμάτων. Ωστόσο και οι εικαστικές τέχνες εκεί αποβλέπουν, αλλά τα δημιουργήματά τους έχουν άλλη γλώσσα. τη γλώσσα της σμίλης, του χρωστήρα, των σχημάτων και των όγκων. Μόνο η εσώτατη μουσικότητα κι η ένταση βιωμάτων, και εδώ η μουσική είναι αποκαλυπτικότατη, διασυνδέει κάθε μορφή τέχνης. Ωστόσο και στις εικαστικές τέχνες συναντάμε παράλληλους τρόπους έκφρασης και αυτό είναι αυταπόδεικτο στις σχολές και στις τεχνοτροπίες. Στη λογοτεχνία όμως έχουμε τη ζωντανή αμεσότητα τη άμεση ομιλία και το νωπό γραπτό λόγο.
5.      Κατά βάθος, η τέχνη και κυρίως η λογοτεχνία με την οποία ασχολούμαστε σε αυτή την ευκαιρία, ανατρέπει τη συνήθη αισθητική του εντυπωσιασμού, της πρόσκαιρης συγκίνησης, το χθόνιο χαρακτήρα των λογοτεχνισμών και των εντυπώσεων και οδηγεί στην κάτοψη του μυστηρίου του εγκόσμως υπάρχειν. Αυτή η αισθητική διενώνει αίσθηση και αντίληψη, ήθος και λόγο, αίσθημα και συναίσθημα στην αλήθεια της ανθρωποκοσμικής ενότητας και στην πηγή της, είναι οδοδείχτης της σιωπής, μυστικό άνοιγμα στο κάλλος.
6.      Η αισθητική της λογοτεχνίας επομένως παραπέμπει, εισάγει, κυριότερα, στο ανέκφραστο, στο άπειρο, στο απόλυτο, στην άχρονη ‘’διάσταση΄΄ του έγχρονου και διενώνει όλους όσοι αναστρέφονται εναγωνίως (τραγωδία) με τον κρύφιο λόγο του υπάρχειν. Αποσπά απ’  το θνητό και φευγαλέο και βυθίζει μακάρια στο άρρητο και στο ανέκφραστο, αναβαπτίζοντας όλες τις μορφές του εκφραστού και κυρίως το πνεύμα της γλωσσικής έκφρασης.
7.      Πώς αποκαλύπτεται η αισθητική της λογοτεχνίας;  Πώς το συμβολικά εκφραστό φωτίζει μύχιες εκζητήσεις του ανθρωπίνου; Ο μέγας αγών έκφρασης του ουσιώδους μέσω της μυθικοσυμβολικής αφήγησης, σύνθεσης και περιγραφής, ο αγών ο οποίος αποσκοπεί στην ανάδειξη του ωραίου, δεν αποβλέπει κατά βάθος παρά στο άρρητο κάλλος. Το κάλλος όμως δεν περιγράφεται αλλά αποτελεί την κινητήρια δύναμη και τον ιδεατό σκοπό. Υπαινίσσεται την ‘’πλησμονή’’ της σιωπής ως δημιουργικής μήτρας του λόγου. Να γιατί οι μεγάλες στιγμές της λογοτεχνίας προσεγγίζουν τις υπέρτερες στιγμές της φιλοσοφικής αναζήτησης.
8.      Ιδιαίτερη μνεία θα οφείλαμε να κάνουμε στον τραγικό λόγο, στο πνεύμα του λαού όπου επωάζονται οι μεγάλοι θρύλοι και παραδόσεις, στοιχεία χωρίς τα οποία η λογοτεχνία είναι αδιανόητη. Ίσως όμως σε άλλη ευκαιρία κάνουμε λόγο ασχοληθούμε με αυτές τις μεγάλες παραμέτρους της λογοτεχνίας.
Σύντομη απόδοση ομιλίας στην Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών (Απρίλιος 2016)


ΚΕΙΜΕΝΑ
Ω, ναι, απήλαυσα…Τι άλλο θα ωνειροπολούσα τάχα εις τον κόσμον; Τι άλλο παρά μίαν στιγμήν να την ίδω;…Και τώρα την έβλεπα επί πολλά λεπτά, τα οποία εφαίνοντο να ήσαν σταγόνες πεσούσαι από το κέρασμα της θείας αμβροσίας εις την τρυφήν του παραδείσου…… Τα ρόδινα ακρογιάλια, σελ. 29, τ. Γ΄ 
Γιατί ζούσε μέσα στον φόβο μήπως αποτραβηχτεί πρόωρα απ’ αυτόν η κατάσταση της έλλαμψης, που ήταν γι’ αυτόν μια ευλογία ή μια κατάρα και πραγματικά πριν από το τέλειωμα του έργου αυτό το φοβερό τέλος του, που απαιτούσε όλο το θάρρος του, και που πολύ μακριά από τις ρομαντικές μουσικές καθάρσεις, επιβεβαιώνει με ένα  τόσο ανελέητο τρόπο το θεολογικά αρνητικό κι ανοικτίρμονα τρόπο του συνόλου, -πραγματικά, λέω, η αρρώστια του τον ξανάπιασε την ίδια ακριβώς τη στιγμή, που ετοιμαζόταν να καθορίσει αυτήν την υπέρμετρα πολυφωνική εφόρμηση των ευρισκομένων στις πιο ακραίες θέσεις ήχων του σώματος των χαλκών που έκαναν την εντύπωση ενός ανοιχτού βαράθρου για ένα βούλιαγμα χωρίς ελπίδα…Τόμας Μαν, Δόκτωρ Φάουστους, Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 1992 Σελ. 579.
Ήταν νύχτα και η καρδιά μου ήταν πιο βαριά
 απ’ την πέτρα στην άκρη του σχοινιού
μα να, περπατώντας σιγά σιγά
αισθάνθηκα την εσώτερη ζωή μου
την άγαμη, την αγέννητη
την ενέργεια του εσώτερου είναι μου…
P. Claudel, Tête d’ Or, Mercure de France,1959, σελ. 22.
Υπήρξε καιρός που ο λειμώνας, το άλσος και το ρυάκι
η γη μας και κάθε βλέψη
έμοιαζαν με μένα
ντυμένα με ουράνιο φως
με τη δόξα και τη στιλπνότητα ενός ονείρου…
W. Wordsworth, Ode in Intimations…of Early Chilhood, Penguin Books, 1985.
πολλαί (ψυχαί) μεν χωλεύονται , πολλαί δε πολλά πτερά θραύονται· πάσαι δε πολύν έχουσαι πόνον ατελείς της του όντος θέας απέρχονται, και απελθούσαι τροφή δοξαστή χρώνται.  Φαίδρος, 248b
Την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν (μτφ: Η ζωγραφική είναι σιωπηλή ποίηση, ενώ η ποίηση είναι ομιλούσα ζωγραφική). Σιμωνίδης
ΝΤΑΝΤΕ ΑΛΙΓΚΙΕΡΙ, η θεία κωμωδία. γ΄ παράδεισος, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, έμμετρη μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια: Γιωργής Κότσιρας.
( Η Βεατρίκη ενθαρρύνει τον ποιητή που έχει μείνει εκστατικός  απ’ την ομορφιά της).
Το στοχασμό της πια χαιρόταν μόνη
Η άγια η ψυχή κ’ εγώ το ίδιο,
Κι αυτή που στο Θεό μ’ οδήγαε μου είπε:
                         Ν’ αλλάξεις σκέψη, αφού το ξέρεις που είμαι
Σ’ αυτόν κοντά που τα’ άδικα αλαφρώνει’.
Στο μίλημα  γυρνώ το αγαπημένο
Της παρηγόριας μου κι όση λατρεία
                        Στα μάτια της αντίκρισα, δε γράφω:
                        Κι όχι που δεν αρκούν τα λόγια μόνο,
                        Μα και γιατί  χωρίς τη Χάρη η μνήμη,
                        Πιο δύσκολα το ανείπωτο ιστοράει.
                        Να πω μπορώ  μονάχα τώρα ετούτο:
                        Πως βλέποντάς την, ήμουν λυτρωμένος
                        Απ’ όλες τις παλιές μου επιθυμίες:
                        Γιατί η Αθάνατη Ευφροσύνη, απάνω
                        Που αχτιδοβολούσε στην κυρά μου
                        Κι αντίσκοφτε στην όμορφή της όψη,
                        Με χόρταινε με το χαμόγελό της……

HERMANN BROCH, Βιργιλίου Θάνατος, μετάφραση-επίλογος: Γιώργος Κεντρωτής, Gutenberg, 2000.
   …διότι ο πόθος των χεριών δε φτάνει όπως δε φτάνει  κι ο πόθος του ματιού κι ο πόθος του αυτιού, διότι επαρκής είναι μονάχα ο πόθος της καρδιάς και της σκέψης, όταν είναι μαζί, όταν είναι ένα, η ποθεινή ολότητα του απείρου μέσα κι έξω, που θωρεί, γροικά, ψυχανεμίζεται, ανασαίνει την ενότητα της διπλής εισκαιεκπνοής…σελ.19.
            Στο πιο  απομεμακρυσμένο όριο λάμπει το κάλλος,
Απ’ το πιο μεμακρυσμένο σημείο λάμπει μες τους ανθρώπους…σελ.171…
 Ευσέβεια στραμμένη  στην αρχή της προδημιουργίας,
Στο  προθεϊκό στοιχείο του θεϊκού φαινομένου,
Στο κάλλος….σελ. 173…
Το σύμβολο που αναιρεί και  εξιδανικεύει το κάλλος στο χώρο, το κάλλος που αναιρεί και εξιδανικεύει το σύμβολο στο  χώρο…σελ.177
…….Του αποκαλύφθηκε η απελπισία της τέχνης, η απελπισία, η απονενοημένη της απόπειρα
Να δημιουργήσει με φθαρτές ουσίες την ουσία την άφθαρτη…σελ.178…
Φανερώνεται η ανεπάρκεια των χθόνιων συμβόλων,
Αποκαλύπτεται η θλίψη και η απελπισία του κάλλους,
Αποκαλύπτεται η νηφάλια μέθη του κάλλους
Που χάνει τη γνώση  και χάνεται μέσα στην αγνωσία,
Αποκαλύπτεται το νήφον και  νηφάλιον Εγώ,
Η πενία του…σελ.181.
 Η θεανθρώπινη καρδιά εγκλειόμενη και στο θεό και στον άνθρωπο και εγκλείουσα και το θεό και τον άνθρωπο…σελ.329 ‘Όπως όλα τα έργα, έτσι και το δικό μου γεννήθηκε απ’ το σκοτάδι της τυφλότητας…από μια σφαλερή τυφλότητα…έργο τυφλό ό,τι φτιάχνουμε…έργο τυφλών…κι όμως, μας  λείπει η ταπείνωση που οδηγεί στην αληθινή τυφλότητα, στην τυφλότητα που βλέπει…,σελ.582.
 ..καθώς έβγαιναν απ’ το Τίποτα και απ’ το Παν, απ’ το Τίποτα κι απ’ το Σύμπαν, καθώς έβγαιναν ως επικοινωνία, όντας όμως ανώτερα πάσης επικοινωνίας, καθώς έβγαιναν ως έννοια, όντας όμως ανώτερα πάσης εννοίας, καθώς έβγαιναν ως σημασία, όντας όμως ανώτερα πάσης  σημασίας…σελ.722. …διότι ήταν λόγος ευρισκόμενος επέκεινα της γλώσσας…σελ.723.

 ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ*
                                       Ι
 Αναλογιζόμενοι και προσπαθώντας να εισδύσουμε στο είναι του γλωσσικού φαινομένου διαπιστώνουμε πως αυταπόδεικτες αλήθειες της ζωής διαλανθάνουν και πως ανακαταλαμβάνουμε τις βαθιές ρίζες του υπάρχειν μας διαμέσου της αναστροφής μας με το γλωσσικό φαινόμενο.
Συγκεκριμένα, διαπιστώνουμε πως κάθε μορφή έκφρασης, απ’ την καλλιτεχνική δημιουργία μέχρι την επιστημονική μαθηματικοποιημένη γνώση, είναι αμετάθετα συμβολική. Η γλώσσα επομένως (και οφείλουμε να πούμε πως πρωτίστως γλώσσα είναι ο προφορικός λόγος ο οποίος στη συνέχεια ‘’εκπίπτει’’ σε γραπτό με την ανυπολογίστου φοράς και σπουδαιότητας εισαγωγή των συμβόλων γραφής) είναι μορφή έκφρασης, πράγμα που σημαίνει μορφή συμβολικής έκφρασης με την οποία ο εκφραζόμενος δια-δηλώνει μέσω των συμβόλων προφορικού ή γραπτού λόγου κάτι το οποίο δε βρίσκεται στα ίδια τα σύμβολα αλλά στο νόημα το οποίο διεκφράζεται αναπόφευκτα συμβολικά.
Αυτό βέβαια μας οδηγεί σε βαθύτερες σκέψεις που συνιστούν και βασικές προϋποθέσεις θέας και αναθέας της γλώσσας και κυριότερα της λογοτεχνίας. Διαπιστώνουμε δηλαδή πως χωρίς εμβάθυνση στο είναι της αίσθησης, της αντίληψης, της κρίσης και της φαντασίας κινδυνεύουμε να θεωρούμε τη γλώσσα επιφανειακά και να τη θεωρούμε όργανο επικοινωνίας και όχι σάρκα του πνεύματος.
                                                ΙΙ
Συμβολική επομένως η γλωσσική έκφραση, παραπέμπει άμεσα στην ίδια τη γιγνώσκουσα συνείδηση και τείνει να κάνει εκφραστό ό,τι είναι κατ’ ουσίαν άρρητο και απόλυτο, το ανθρώπινο, το ανθρωποκοσμικό είναι δηλαδή. Παράδοξο, αλλά αληθινό: Με τη γλώσσα συμβολίζεται ρευστά, σχετικά, συμβολικά, η αιώνια φύση των πραγμάτων και καθίσταται δυνατή η έκφραση νοήματος.
Ναι, η γλώσσα εκπέμπει, εκφράζει με τη συμβολική της νόημα το οποίο όμως είναι πάντα εκφραστό και το οποίο ισχύει, είναι δηλαδή αληθινό, γιατί συνιστά υπέρβαση του πάντα σχετικού και μεταβλητού χαρακτήρα των πραγμάτων, των αισθημάτων, των συναισθημάτων και των λογισμών μας.
Θα ήταν όμως αυθαίρετη κάθε προσπάθεια ισομορφικής θεώρησης κάθε μορφής έκφρασης, καθόσον η λειτουργία του πνεύματος είναι πολυμερής. Αυτό θα μας δείξει η προσέγγιση της λογοτεχνίας.
                                                ΙΙΙ
Σε δημιουργική αντίστιξη με τις εικαστικές τέχνες των οποίων τις αποκαλύψεις δε μπορούμε να προσεγγίσουμε στην παρούσα συνάντησή μας, οι τέχνες του λόγου, το corpus δηλαδή της λογοτεχνίας διαλαμβάνει τις μορφές του ποιητικού λόγου και τις εκφράσεις του πεζού λόγου, παρόλο που δεν υπάρχουν σαφή και απόλυτα διακριτά όρια στατικού διαχωρισμού.
Θα τα συνθεωρήσουμε επομένως και δε θα επιμείνουμε στην ειδοποιό τους διαφορά, παρά τη σπουδαιότητά της.
Όπως μας είναι αδύνατο να φθάσουμε στις απαρχές του γλωσσικού φαινομένου, στον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκαν οι πρώτες προϋποθέσεις σμίλευσης του λέγειν, κάτι που οδηγεί τους γλωσσολόγους σε θεωρίες, χρήσιμες μεν αλλά όχι αποκλειστικής ισχύος (πλατωνική, αριστοτελική, καρτεσιανή, στρουκτουραλιστική –δομική, μετασχηματιστική, επικοινωνιακή, φονκσιοναλιστική, κοινωνιστική κ.ο.κ.) ‘’ερμηνείες’’ πολλές απ’  τις οποίες είναι περισσότερο ιδεολογικές και όχι επιστημονικές, κατά παρόμοιο τρόπο  μάς είναι σχετικά εύκολο να ιχνεύσουμε τη μαρτυρία του πνεύματος στο πλήθος γλωσσών, οικογενειών γλωσσών, διαλέκτων, ιδιωματισμών με αναρίθμητους ιριδισμούς που συνέχονται και διαλληλίζονται στον απέραντο πλούτο της γλωσσικής καταλληλότητας του ανθρώπου.
                                                IV
Ας προσεγγίσουμε καταρχήν τις πρωτογενείς γλωσσικές εκφράσεις οι οποίες μαρτυρούν νόηση και εννόηση του συμβαίνοντος, νόηση και εννόηση η οποία εκφράζεται με λέξεις, προτάσεις κ.ο.κ. σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες ανεξαρτήτων πολιτισμικού επιπέδου. Διαβλέπουμε πως πέρα απ’ τις ανάγκες κοινωνίας των ομάδων, αναδύονται άσματα, πρωτινές προσευχές, ύμνοι, τραγούδια, μυθικές αφηγήσεις, συγκινησιακές συνθέσεις οι οποίες υμνούν συμβολικά ό,τι ουσιαστικά είναι ανέκφραστο. Σε αυτές τις μαρτυρίες οι οποίες αναδύονται αυθόρμητα απ’ το πνεύμα του λαού καταγράφονται διαπαντός οι μεγάλες ανθρώπινες, πολιτισμικές και διαπολιτισμικές αναζητήσεις οι οποίες φυσικά πλουτίζονται και εμπλουτίζονται κατά τις βαθμίδες πολιτισμικής και πνευματικής ανάπτυξης, κατά την ανεξάντλητη εξέλιξη της γλώσσας τόσο στο πλαίσιο της συγχρονίας, όσο και το πλαίσιο της διαχρονίας.
Ήδη, κατανοούμε τη σχετικότητα των κατατάξεων τόσο στον ποιητικού λόγο, όσο και στις μορφές πεζού λόγου. Συγκεκριμένα, στην επική ποίηση διαγιγνώσκουμε τις πρώτες μορφές τραγικής θέας της ζωής, όπως και τις υπερόχου κάλλους λυρικές παρορμήσεις, ανεξάρτητα απ’ το συγκεκριμένο μυθικό νόημα των επών, παλαιών και νεωτέρων.
Δεν είναι τυχαίο το ότι οι τραγικοί μας αντλούν κυρίως απ’  τον ομηρικό και το θηβαϊκό κύκλο, δεν είναι τυχαίο το ότι μεγάλες ποιητικές εμπνοές ή τραγικές συνθέσεις των νεώτερων χρόνων ανατρέχουν σε προγενέστερες θρυλικές παραδόσεις των λαών για να ορθώσουν τις δημιουργίες τους.
Το αυτό θα μπορούσαμε να πούμε και για τα είδη του πεζού λόγου. Οι αρχαίοι μύθοι, οι μυθικές δηλαδή διηγήσεις, συνιστούν μυθιστορηματικές απαρχές, οι λόγοι πολεμαρχών εκφράζουν τη ρητορική τέχνη στα σπάργανά της, όπως και προαγγέλλουν το δοκίμιο κ.ο.κ.
Βεβαίως παρεμβαίνουν οι τεχνοτροπίες, οι εμπνεύσεις που δίδουν νέο πνεύμα σε παλαιότερες δημιουργίες, τα θρησκευτικά, πολιτισμικά κ.ο.κ. πρότυπα και ιδέες που μεταβάλλονται κατά τη ροή της πολιτισμικής πορείας, τα ήθη που δεν παραμένουν σταθερά και άλλοι παράγοντες οι οποίοι προσδίδουν στις μορφές της λογοτεχνικής έκφρασης νέο σφρίγος και δυναμική.

                                                V
Πέρα όμως απ’  τις οριοθετήσεις, τα μοτίβα, τις τροπές και τη συνεχώς ανανεούμενη πνοή της λογοτεχνικής έκφρασης, καταστάσεις τις οποίες δε μπορούμε να αναλύσουμε στην παρούσα ευκαιρία, παραμένει κάτι το οποίο αποκαλύπτει με απέραντη ευκρίνεια τη ‘’σχέση’’ γλώσσας και λογοτεχνίας.
Δεν πρόκειται για σχέση, αλλά για κοινωνία. Ενώ σε άλλες μορφές συμβολικής έκφρασης απαιτούνται ειδικές γνώσεις (μαθηματικοί συμβολισμοί που είναι η γλώσσα της επιστήμης, ειδικοί όροι απαραίτητοι στις επιστήμες του ανθρώπου –κοινωνιολογία, αρχαιολογία, πολιτική οικονομία κ.ο.κ.). στη λογοτεχνία η πρόσβαση είναι άμεση γιατί κανένας λογοτέχνης δε μπορεί να μεγαλουργήσει αν δεν αγκαλιάσει τη γλώσσα του λαού, αν δεν εισδύσει στο μυθικό πνεύμα και αν δεν αφουγκρασθεί τις αναμονές της ανθρώπινης ψυχής, αναμονές οι οποίες στις κορυφαίες τους διεκφράσεις φωτίζουν τις μύχιες αναμονές της ανθρώπινης ύπαρξης και διενώνουν μυστικά και πολιτισμούς οι οποίοι τυπικά φαίνονται ξένοι μεταξύ τους. Οι μαρτυρίες είναι νωπές και αυταπόδεικτες και δεν απαιτείται ειδική αναφορά.
Κόρη της γλωσσικής έκφρασης επομένως η λογοτεχνία, είναι και κόρη του πνεύματος των λαών, των βαθύτατων εμπνοών και αναμονών τους κατά τρόπο που το μυθικό της πνεύμα (κάθε συμβολική έκφραση είναι μυθική), ανανεούμενο και εμβαθυνόμενο, αποκαλύπτει τις μύχιες ‘’διαστάσεις’’ της ψυχής. Δεν είναι παυσίπονο, δεν αποτελεί παιγνίδι λέξεων, όπως στους διάφορους λογοτεχνισμούς, αλλά πνοή ζωής και μαρτυρία των απέραντων προοπτικών της γλώσσας-μαρτυρίας του πνεύματος.
Υπάρχει εδώ κάτι το οποίο οφείλουμε να προσέξουμε. Η γλώσσα δεν είναι λογοτεχνία αλλά διαρκής τροφός της. Τροφός της η οποία ως γηραιά μητέρα  της προσφέρει τις απαρχές της συμβολικής έκφρασης αλλά και τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις άνθησής της. Αυτό θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε έστω και τηλεγραφικά.
                                                VI
Προσπαθώντας να προσεγγίσουμε στο μέτρο του δυνατού (είπαμε πως κάθε έκφραση είναι συμβολική, σχετική και μυθική, αλλά εκφράζει το σχετικό εν απολύτω) τον έσω δεσμό γλώσσας και λογοτεχνίας,  διαπιστώνουμε
i.                   την ενότητα γραμματικής και συντακτικού, ενότητα χωρίς την οποία καμία έκφραση δεν είναι δυνατό να εκφράζει νόημα. Αυτή η ενότητα όμως διαυγάζεται απ’ τον αρίφνητο πλούτο των σχημάτων λόγου όπως η μεταφορά, η παρομοίωση, ο παραλληλισμός, το χιαστό, το πρωθύστερο, το υπερβατό κ.ο.κ., σχήματα τα οποία είναι επενδεδυμένα  και με τη συντακτική πλοκή η οποία παράγει τα ποικίλα συντακτικά φαινόμενα σε σαφή συσχετισμό τόσο με τις στοιχειώδεις μορφές έκφρασης, όσο και  με το δυναμικό εμπλουτισμό εκφοράς, όπως κύριες, δευτερεύουσες, ονοματικές και επιρρηματικές εκφράσεις που στην κοινή γλώσσα παρουσιάζονται εμβρυωδώς.
ii.                τη μείξη μορφής και περιεχομένου κατά τρόπο που ο προφορικός λόγος, η κυρίως γλώσσα δηλαδή, αναβαπτίζεται και που, παρόλο που ‘’χάνει’’ τη φρεσκάδα της αμεσότητας ως γραπτός πια λόγος, πορίζει στο λογισμό δυνατότητες περαιτέρω εμβάθυνσης και δημιουργικού οίστρου.
iii.             την ενότητα προφορικού και γραπτού λόγου, ενότητα η οποία καταγράφεται δε όλες τις μορφές της λειτουργίας του πνεύματός μας. Βεβαίως προφορικός και γραπτός λόγος δεν ταυτίζονται, αλλά είναι συμπληρωματικοί. Όπως είναι αδύνατη η θεώρηση του προφορικού λόγου χωρίς το συνυπάρχειν ανθρώπου-ανθρώπων-κοσμικού συμβαίνοντος, κατά παράλληλο τρόπο είναι αδιανόητη η πορεία των πολιτισμών χωρίς τα μνημεία του γραπτού λόγου. Δεν είναι τυχαίο πως με τα πρώτα σύμβολα γραφής οριοθετείται η έναρξη της ιστορικής περιόδου.
VII
Γλώσσα και λογοτεχνία συνάδουν τον πλούτο της ανθρώπινης θητείας στον έγκοσμο περίπλου τους και αποκαλύπτουν τις βαθιές εμπνοές του πνεύματος των λαών και των πολιτισμικών τους προοπτικών που είναι πνευματικές, που διασυνδέουν λόγο και συναίσθημα στην αγκάλη της πνευματικής δημιουργίας. Φυσικά, σε εποχές παρακμής έχουμε παρακμιακά λογοτεχνικά έργα και κατάπτωση της γλώσσας, αλλά αυτό δεν κάνει παρά να φωτίζει όλο και περισσότερο την πνευματική παλαίστρα στην οποία δοκιμάζεται ο άνθρωπος, το φως των θησαυρών της γλώσσας, όταν η ανθρώπινη βιομέριμνα εντρυφεί στον κόσμο των βαθύτερων αιτημάτων της, πέρα απ’ τις επιφανειακές λάμψεις του εφήμερου.
Η γλώσσα, πάντα συμβολική και μυθική, διεμβολίζει τα σκότη της δοξασίας και δείχνει το δρόμο της αληθούς δόξης μετ’  επιστήμης για να χρησιμοποιήσω μια πλατωνική έκφραση, κάτι που περαίνει η λογοτεχνία πριν καταστεί όμηρος των φαινομενικοτήτων, των ψευδαισθήσεων, της ειδωλικής πρόσληψης η οποία καθιστά τη λογοτεχνία ειδωλική έκφραση του ειδωλοποιημένου εγώ.


*Σύντομη απόδοση διάλεξης που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα διαλέξεων της Εθνικής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών στις 20 Ιανουαρίου 2016. 














ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ


Υπάρχουν πολλές παρανοήσεις, ασάφειες και δυσκολίες ως προς την προσέγγιση των σχέσεων Μεταφυσικής και Φιλοσοφίας ίσως και εξαιτίας των φιλοσόφων οι οποίοι, κάποτε, εκθέτουν τις απόψεις τους κατά τρόπο ο οποίος επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Πόσα δεν έχουν γραφεί λ.χ. για τον πλατωνικό ιδεαλισμό ή για τον υπερβατολογικό ιδεαλισμό του Καντ; Αν θέλετε, προσθέτουμε και τα ονόματα των Μπέρκλεϋ, Καρτεσίου, Σέλλινγκ, Φίχτε και πολλών άλλων. Θα διαπιστώσουμε πως οι αναφερόμενοι φιλόσοφοι, όπως και άλλοι πολλοί, ερμηνεύονται με διαφορετικό τρόπο απ’ τους ιστορικούς και αυτό εγείρει μείζονα προβλήματα πρόσληψης και κατανόησης της φιλοσοφίας. Δεν είμαστε όμως σε θέση να ζήσουμε το φιλόσοφο δαιμόνιο της φύσης μας χωρίς πάθος, χωρίς γνήσιο πάθος το οποίο υπερφαλαγγίζει νικηφόρα όλους τους πειρασμούς δοκησισοφίας και επίδειξης. Οι μεγάλοι φιλόσοφοι, πέρα απ’ τις αδυναμίες τους, υπήρξαν ένθεοι, πλήρεις πάθους, ενθουσιαστικού πάθους που οδηγεί στα κράσπεδα της σοφίας.
            Για να επιστρέψουμε όμως κατευθείαν στη θεματική μας, θέτουμε την απλή ερώτηση: Οι αναφερόμενοι στοχαστές είναι μεταφυσικοί ή φιλόσοφοι; Μπορεί λ.χ. ένας φιλόσοφος να μην είναι μεταφυσικός; Ας προσεγγίσουμε.
            Αν επιθυμούμε να ορίσουμε τη σχέση μεταφυσικής και φιλοσοφίας, οφείλουμε να προστρέξουμε στις βασικές θέσεις της μεταφυσικής, χωρίς να επικαλεσθούμε κατευθείαν στα μεγάλα μεταφυσικά συστήματα. Υπάρχει ένας αναμφισβήτητος δεσμός τους ο οποίος τα καθιστά μεταφυσικά, δεσμός ο οποίος στηρίζεται:
            Ι. Στην αποδοχή ύπαρξης μιας οντολογικής αφετηρίας η οποία είναι ταυτή, ομογενής, αδιάστατη, άναρχη, αναλλοίωτη, άτμητη, άπειρη, αιώνια, απόλυτη. Όπως διακρίνουμε, οι όροι είναι ταυτογενείς και αυτό εκφράζεται ως αρχή της ταυτότητας. Είναι απόλυτη αρχή  που συνιστά την πεμπτουσία της μεταφυσικής. Τη συναντάμε σε όλα ανεξαίρετα τα μεταφυσικά συστήματα, έστω κι αν εκφράζεται διαφορετικά, έστω κι αν οδηγεί σε ποικίλες κατευθύνσεις τους μεταφυσικούς. Είναι εξάλλου γνωστό πως η  μεταφυσική δεν είναι δεδομένο αρχείο, κανόνας ή τύπος. Αν είχαμε χώρο, θα δείχναμε πώς αυτή η αρχή, έμφυτη κατά τη γνώμη μου στην ανθρώπινη αντίληψη, ενεργεί ρηξικέλευθα και ανεπανάληπτα σε κάθε μεγάλο μεταφυσικό σύστημα. Ήδη, το ταυτόν ονομάζεται Θεός, αγαθόν, είναι, απόλυτο, άρρητο, κ.ο.κ., κατά τις περιπτώσεις.Δεν αρκεί όμως αυτό. Απαιτείται και δεύτερη μεταφυσική θέση η οποία στηρίζεται σε δεύτερο προαπαιτούμενο.
            ΙΙ. Στην αποδοχή του αισθητού κόσμου, του κόσμου της εξωτερικότητας δηλαδή ο οποίος είναι τμητός, διαστατός, μεταβλητός, φθαρτός, κ.ο.κ. Όλα αυτά τα γνωρίσματα-χαρακτήρες συνθέτουν τη λογική αρχή της ετερότητας και είναι κατά βάση πόλοι με τους οποίους διαγιγνώσκουμε την ετερότητα των μεγεθών. Ωστόσο, κάθε μεταβλητό είναι και φθαρτό, κάθε φθαρτό μεταβάλλεται, είναι διαστατό, κ.ο.κ. Διαπιστώνουμε  αβίαστα πως ο αισθητός κόσμος ως βασίλειο της ετερότητας γνωρίζεται με βάση τους χαρακτήρες των μεγεθών του τα οποία, εδώ ας προσέξουμε, δεν είναι συλληπτά χωρίς την ταυτότητα. Δε γνωρίζω τι είναι διαστατό χωρίς την ασύλληπτη αρχή του αδιάστατου, αγνοώ τι είναι πεπερασμένο χωρίς την αρχή του απείρου, κ.ο.κ. Αν τα αισθητά ορίζονται, αν οι χαρακτήρες τους γίνονται αντιληπτοί, αυτό συμβαίνει εξαιτίας της αρχής της ταυτότητας που είναι έμφυτη, με την οποία κοινωνούμε ακαταλήπτως και η οποία ως ορίζουσα δεν είναι δυνατό να εντοπισθεί, να ορισθεί. Ορίζει και αποτελεί την αρχή κάθε γνωστικής διαπίστωσης.
Ωστόσο, μεταφυσικές είναι και οι αντιμεταφυσικές θεωρήσεις δεδομένου ότι όροι όπως ύλη, αίσθηση, φυσικοί νόμοι κ.α. είναι αξιωματικά αποδεκτοί από πολλούς φιλοσόφους. Είναι κατ' ουσίαν μεταφυσικοί.
            Φυσικά, οι αρχές της μεταφυσικής, η μόνη θα λέγαμε, η ταυτότητα και οι ταυτολογίες τις οποίες επάγει, δεν αποδεικνύονται (πώς θα ήταν δυνατό, αφού και οι επιστημολόγοι μας διαβεβαιώνουν πως δεν υπάρχει απόδειξη, παρά τις ψευδαισθήσεις μας;). Ίστανται και ορθώνουν τη σκέψη και το λόγο.

            Ήδη, είμαστε σε θέση να διακρίνουμε τη διαφορά μεταφυσικής και φιλοσοφίας. Ένας φιλόσοφος είναι σε θέση να αρνηθεί τη μεταφυσική ξεκινώντας απ’ τον εμπειρισμό, απ’ το σκεπτικισμό, απ’ την αισθησιαρχία, απ’ τον κοινωνιολογισμό, απ’ τη βουλησιαρχία, κ.ο.κ. Έχει να αντιμετωπίσει όλα τα φιλοσοφικά προβλήματα με τον τρόπο του και πάντα σε σχέση με τις θέσεις του ή αρχές του. Διαφοροποιείται λ.χ. απ’ το μεταφυσικό σε προβλήματα σχετικά με την ηθική, την αισθητική, τη λογική, την πολιτική φιλοσοφία, τη θεωρία της γνώσης…
            Στον κόσμο του πνεύματος και ιδίως της φιλοσοφικής δημιουργίας βέβαια το αληθεύειν αποτελεί πρώτιστη μέριμνα των ανθρώπων. Ο αγώνας είναι μέγας, μας θυμίζει ο Πλάτων. Σ’ αυτόν τον αγώνα αναμετρούνται οι μεταφυσικές και οι αντιμεταφυσικές  θεωρήσεις απ’ την πρώτη στιγμή που η φιλοσοφία εμφανίστηκε ως ο αιώνιος αρραβώνας της ανθρώπινης ψυχής. Υπάρχουν στιγμές αναμέτρησης και μεγαλείου, υπάρχει γοητεία και κάλλος, διαζωγραφίζονται συλλήψεις οι οποίες αιωνίζουν τον άνθρωπο και τον καθιστούν ικανό να θωρήσει την αλήθεια πέρα απ’ τις τετριμμένες προοπτικές του εφήμερου.
            Δε θα αναλύσουμε στο παρόν κείμενο γιατί η μεταφυσική μέριμνα στέφει την ανθρώπινη παρουσία  απαλλάσσοντάς την απ’ τα αδιέξοδα του κάθε είδους εμπειρισμού, ούτε θα ισχυρισθούμε πως κάθε αντιμεταφυσικό φιλοσόφημα είναι ανάξιο λόγου. Είναι όμως αναμφισβήτητο πως  μόνο η μεταφυσική δημιουργεί στον άνθρωπο κόσμους με θάμβος και βιώματα αρρήτου κάλλους τα οποία ισχύουν, αν λάβουμε υπόψη μας πως η ηθική συγκίνηση, η αισθητική έμπνευση, η γνώση γενικότερα  προσεγγίζουν όχι την περιέργεια, αλλά την αθάνατη εμπνοή αποκρυπτογράφησης Νοήματος της ζωής μας.

                                                                                    Νίκος Μακρής