βιβλία του νίκου μακρή

βιβλία του νίκου μακρή
The School of Athens-Raphael (Apostolic Palace, Vatican City)

Τρίτη 19 Απριλίου 2022

ΙΔΕΑΤΟ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ, εκδ. ΔΡΟΜΩΝ, 2022.

 ΙΔΕΑΤΟ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ, Ο λόγος της Σιωπής, ΕΚΔ. Δρόμων, 2022. Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Νίκου Μακρή υπό τον ανωτέρω τίτλο (υπότιτλος: Ο Λόγος της Σιωπής).

Δημοσιεύουμε την εισαγωγή:

Ε ι σ α γ ω γ ι κ ό

 

Με τη νέα μας προσπάθεια και μετά τη δημοσίευση του Άπειρο και Πεπερασμένο,2021) προσπαθούμε να προσεγγίσουμε, όσο είναι δυνατό και με μεγάλη προσοχή, το σημαντικότερο ίσως πρόβλημα της φιλοσοφικής προσπάθειας, ένα πρόβλημα το οποίο θα παραμένει γόνιμο, πέρα απ’ τις παγίδες που ο ίδιος μας ο λογισμός δημιουργεί, πέρα δηλαδή από κάθε αυτοπαγίδευση η οποία οδηγεί σε αμφίβολες θεωρήσεις ή και σε παραλογισμούς το ίδιου του λόγου μας.

Αναλογιζόμαστε αν υπάρχει παράμονη αλήθεια όταν είμαστε βέβαιοι (;) πως ζούμε σε έναν σύμπαν το οποίο δε νοείται παρά ως κόσμος συνεχών αλλαγών. Έχουμε ήδη διεξέλθει το ερώτημα, έχουμε συμβουλευθεί όλη την ιστορία της σκέψης και ιδιαίτερα της μεταφυσικής και διαισθανόμαστε όχι μόνο τη δυσκολία τους εγχειρήματος, αλλά και τις δυνατότητες του φιλοσοφικού λόγου να εισέλθει στην πυρίκαυστη αλλά λυτρώνουσα περιοχή στην οποία διαπλέκονται τόσα και τόσα ρεύματα σκέψης και μεγάλες σχολές.

Δεν προτιθέμεθα να κάνουμε ιστόρηση των μεγάλων θεωρήσεων επί του θέματος, κάτι που έγινε σε παλαιότερες και πρόσφατες προσπάθειές μας, αλλά τις προϋποθέτουμε και αναφερόμαστε με προσφυγή στις πηγές, στις απόψεις και μάλιστα στις κλασικές, σε προηγούμενες προσπάθειες που καταγράφηκαν σε πλήθος μελετών.

                                                *

Στις σελίδες που ακολουθούν γίνεται μία προσπάθεια περαιτέρω εμβάθυνσης με παραμέτρους που είναι και απαραίτητες και αποκαλυπτικές. Αναφερόμαστε έτσι στο λέγειν με ό,τι αυτό διαλαμβάνει (αίσθηση, νόηση, αντίληψη, μνήμη, φαντασία, κρίση) και αμέσως συναντάμε το ερώτημα: Είναι δυνατό σε έναν κόσμο αλλαγών, στην έγχρονη ανθρωποκοσμική πραγματικότητα δηλαδή, να υπάρχει ‘’κάτι’’ το οποίο ‘’ορίζει’’ τα υπάρχοντα και μάλιστα ως οντική αρχή; Αναδύεται έτσι και κάτι εξίσου σημαντικό: Η γνώση την οποία θεωρούμε βέβαιη (παρά τον πειρασμό του σκεπτικισμού) αναδύεται απ’ την έγχρονη κατάστασή μας ορθώνοντας το παράμονό της και μάλιστα μαθηματικοποιημένο, ή προσφέρεται απ’ τον αισθητό κόσμο και απ’ τις λεγόμενες ιδιότητες των πραγμάτων κάνοντάς μας απλούς εκφραστές;

 

                                                          *

Το λέγειν μας καταξιώνεται πάντα ως θεωρείν και κάθε θεώρηση σφυρηλατείται ως ανθρώπινο επίτευγμα το οποίο όμως είναι αδιανόητο χωρίς τον αισθητό κόσμο, τον κόσμο των μεταβολών. Γνωρίζουμε όμως πως ο τόσο ‘’βέβαιος’’ όρος αλλαγή, μεταβολή, κίνηση, χρόνος είναι πάντα αβέβαιος, απ’ τον Παρμενίδη μέχρι τους προβληματισμούς εξόχων επιστημολόγων και αστροφυσικών.

Οδηγούμαστε σε προβληματισμούς σχετικούς με την οντική φύση των χρονιζομένων πραγμάτων στα οποία ανήκει και το σώμα μας με τις τόσες και τόσες λειτουργίες της οργανισμικής του φύσης. Αν όμως και ένα μόνο αισθητό εικονίζει το σύμπαν, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα απόλυτο δεδομένο το οποίο ανοίγει δημιουργικούς διαύλους γόνιμων θεωρήσεων, θεωρήσεων που έχουν σχέση με την οντική φύση των πραγμάτων.

Εννοούμε το συν- ως απόλυτα δεδομένη πραγματικότητα χωρίς την οποία είναι αδιανόητο όχι μόνο το ανθρωπίνως υπάρχειν, αλλά και το συγκοσμικώς συνυπάρχειν, όπως επίσης η αίσθηση, η αντίληψη, και οποιασδήποτε μορφής δημιουργία. Με το συν-, θα το δούμε προσεκτικά, μαρτυρείται η ταυτότητα, η ετερότητα και η κοινωνία διανθρώπινα και διασυμπαντικά. Κάποτε τα πιο βέβαια πράγματα είναι τόσο απλά που δεν τα υποψιαζόμαστε, παρασυρόμενοι απ’ τους χειμάρρους του επιφανειακά ισχύοντος και προχωρώντας σε ειδωλοποιημένες εκτιμήσεις και πεποιθήσεις. Το συνυπάρχειν δεν καθιστά το ανθρωπίνως και συγκοσμικώς υπάρχειν μόνο αμετάθετο συμβαίνον, αλλά μηνύει την οντική αλήθεια την οποία παραβάλλουμε με κάθε μορφής υπάρχουσα πραγματικότητα.

Τίθεται έτσι το ερώτημα το σχετικό με τη φύση του αληθούς σε ‘’αντιπαραβολή’’ με το πραγματικό, με το ισχύον το οποίο ονομάζουμε υπάρχον.

Εισβάλλοντας στην προβληματική μας συναντάμε όρους όπως το ομού, το πλατωνικό ἂνευ νοῦ, γνωστές αρχιακές έννοιες (ενόραση, προθετικότητα, ύπαρξη, διαίσθηση, ενσυναίσθηση, κ.α.) στις οποίες θα εγκύψουμε για να δούμε αν η ενογένεια και κυρίως η σιωπή παράγονται ή οδηγούν στο πλατωνικό ἀνυπόθετον.

 

                                                *

Προβληματιζόμαστε έντονα ως προς τη φύση του πραγματικού, του ισχύοντος και ως προς τη σχέση του με το ιδεατό και επανέρχονται στη σκέψη μας θεωρήσεις του παρελθόντος  οι οποίες όμως, ως φιλοσοφικές, δεν οδηγούν σε οριστικές λύσεις αλλά ανοίγουν ορίζοντες. Σε αυτούς τους ορίζοντες προσπαθούμε να εισβάλουμε και η πρώτη μας μέριμνα συνίσταται στο κατά πόσο η σιωπή μπορεί να έχει λόγο. Αναθυμόμαστε το περίφημο σόφισμα του ψευδομένου ο οποίος, ως ψευδόμενος, δε μπορεί να πει την οποιαδήποτε αλήθεια χωρίς να αντιφάσκει, αλλά αμέσως απεμπλεκόμαστε, δεδομένου ότι, όπως πρώτος το είπε ο Σταγιρίτης, μία γενική καταφατική πρόταση είναι αυτόχρημα αντιφατική, αν η αντιστροφή της ψεύδεται. Αυτό σημαίνει απεμπλοκή από οποιαδήποτε τυπική λογική, ή, καλύτερα, διεύρυνσή της και καταφεύγουμε στη σχετικότητα κάθε έκφρασης, δεδομένου ότι η γλώσσα είναι και αυτή συμβολική έκφραση και αδυνατεί να αληθεύει πλήρως όταν εκφράζει οικουμενικές κρίσεις, εκτός και αν το περιεχόμενο του λέγειν της έχει σχετική και περιορισμένη σημασία (συμβατισμός).

 

                                                *

Μπορεί επομένως το λέγειν να εκφράζει την τελειότητα και, κυρίως, πώς η σιωπή είναι σε θέση να έχει λόγο ο οποίος μάλιστα θα υπερέβαινε και τη σχετικότητα του εκφράζεσθαι; Έχουμε πει πως κάθε μορφή έκφρασης είναι συμβολική και πως παραπέμπει στο συμβολιζόμενο, σε ένα νόημα το οποίο, καίτοι σχετικό, νοείται απολύτως. Σε αυτό εξάλλου στηρίζεται κάθε μορφή συγκεκριμένης γνώσης, κάθε μορφή θεωρίας, έστω επιστημονικής.

Η σιωπή όμως ως γενική έννοια –ιδέα δεν έχει περιεχόμενο, δεν έχει, συγκεκριμένα, κανένα περιεχόμενο. Πώς μπορούμε επομένως να κάνουμε λόγο για ό,τι σιωπάται απόλυτα;

Αναδύεται ένα μεγάλο ερώτημα: Το άπειρο-ταυτό-ολότητα-απόλυτο-άτμητο-άχρονο-άφθαρτο δεν είναι δυνατό να συνιστά απλά την άλλη πλευρά του πεπερασμένου-ετέρου-μέρους-σχετικού-τμητού-έγχρονου-φθαρτού, αλλά την πληρωματική αρχή.

Αν επομένως η σιωπή ως αληθεύων λόγος, ως απόλυτη αλήθεια που δεν είναι αντικείμενο ή παραστατή κατάσταση, αλλά άρρητη αλήθεια, είναι πληρώνουσα αρχή, ίσταται στην καρδιά του πεπερασμένου, του φθίνοντος, του εκφραστού ως συνέχουσα αλήθεια-πραγματικότητα και το λέγειν της δεν είναι παρά νοηματοδότηση του πραγματικού, του ισχύοντος, του μεταβαλλομένου, του ψευδούς, επίσης  ως αξιολόγησή του, ως παρουσία-μαρτυρία με οντική εγκυρότητα. Είναι το σιωπώμενο απ’ τη φαινομενικότητα που μας παρασύρει το λέγειν, το αληθεύον λέγειν ως πλούτος του παρόντος που αποδιαστέλλει κάθε σχετικότητα, κάθε ειδωλοποίηση.

Επιχειρείται έτσι ένας δημιουργικός αποσυμβολισμός ο οποίος δεν είναι ‘’κατάργηση’’ του συμβόλου, αλλά εισβολή στο είναι του, στην οντική δηλαδή φύση του υπάρχοντος που συνιστά εγκύρωση, ρητή και φραστή στην περίπτωσή μας του πλατωνικού ρητόν γάρ οὐδαμῶς ἐστιν ὡς ἄλλα μαθήματα, ἀλλ’ ἐκ πολλῆς συνουσίας γιγνομένης περί το πρᾶγμα αὐτό καί τοῦ συζῆν ἐξαίφνης, οἷον ἀπό πυρός πηδήσαντος ἐξαφθέν φῶς, ἐν τῇ ψυχῇ γενόμενον αὐτό ἑαυτό τρέφει (Eπιστ. VII, 341c, d).  Ελπίζουμε ότι θα καταστεί σαφές πως το σιωπώμενο, και εννοούμε την απειρική μας φύση την ανέκφραστη, την άρρητη και γι’ αυτό απόλυτα νοητή, φωτίζει το έγχρονο και καθίσταται λέγειν θραύοντας τη σχετικότητα κάθε συμβολικής έκφρασης και αποκαλύπτοντας το ἀληθείης ἀτρεμές ἦτορ, (Παρμενίδης), ανοίγοντας, αποκαλύπτοντας δημιουργικούς ορίζοντες στον ανθρωποκοσμικό μας βίο.

Το λέγειν της σιωπής επομένως είναι το άχρονο-αδιάστατο μήνυμα στον κόσμο του σχετικού-πεπερασμένου και γι’ αυτό καθίσταται δυνατό ως εγκύρως λέγειν, αποκαλύπτοντας στη δίνη του συμβαίνοντος το οποίο και θεωρούμε πραγματικό την κρύφια αλήθεια χωρίς την οποία δεν είναι διανοητή η ύπαρξη του κοσμανθρώπου. Δεν είναι το λέγειν μιας ιδέας ή μιας γενικής έννοιας, δε χωρείται σε οποιονδήποτε ακροβολισμό που  την αναζητάει ‘’κάπου’’, αλλά ο μοναδικός τρόπος κάθε αυθεντικού νοήματος. Χωρίς αυτό το λέγειν που ανακαινίζει τη νοητή φύση κάθε σχετικότητας δε θα ήταν δυνατή καμία δια-συν-εν-νόηση, δε θα δημιουργούταν κανένα νόημα, δε θα είχε αξία κανένα συναίσθημα και η γνώση θα ήταν κάτι νεφελώδες ή και ανέφικτο.

Έχει επομένως λόγο η σιωπή, άλλως θα ήταν ειδωλική προβολή μιας ανύπαρκτης αοριστίας χωρίς κανένα νόημα. Μας εισάγει, επιπλέον στην αληθή φύση των πραγμάτων που είναι αναπόσταστο μέρος της μύχιας φύσης μας, του απέριττου εγώ που είναι και εγώ του κοσμικού συμβαίνοντος όπως επιφαίνεται στον έγχρονο βίο.

Ήδη αναδύεται και φανερώνεται η φύση του πραγματικού και του ιδεατού και ανατροφοδοτείται καρποφόρα ο ορθός λογισμός και το ευγενισμένο συναίσθημα ως αρχή γνώσης και επίγνωσης. Μύχιος δεσμός ως λύτρο της σιωπής η οποία πλέον εκφράζεται ως δημιουργικός αποσυμβολισμός που εξορύσσει νόημα και πνεύμα.

Διασυσχετίζοντας επομένως τίτλο και υπότιτλο, διαισθανόμαστε πως η σιωπή δεν είναι αποχή απ’ το λέγειν εξαιτίας απορίας, αδυναμίας έκφρασης ή εξαιτίας αναχωρητισμού ή άρνησης, αλλά κάτι σημαντικότερο: Φωτίζει ενδογενώς την παράδοξη κοινωνία απείρου και πεπερασμένου χωρίς να θραύει τη συμβολική-σχετική δυναμική του λέγειν, αλλά φωτίζοντας την εσαεί πρωτογένειά της. Αυτό συμβαίνει επειδή άπειρο και πεπερασμένο, ιδεατό και πραγματικό, δεν είναι αντιθετικοί ‘’πόλοι’’, δεδομένου ότι παρόμοια θεώρηση θα κινούταν στα πλαίσια του συγκρίσιμου όπου οφείλουν να υπάρχουν πάντα όμοια, ανόμοια, συμβατά, ασύμβατα κ.ο.κ. μεγέθη.

Αντίθετα, φωτίζοντας, ετάζοντας το ίδιο μας το υπάρχειν που βρίσκεται στην καρδιά του πραγματικού, της πραγμικότητας-εγκοσμιότητας δηλαδή, ενωτιζόμαστε το άφθιτο που δεν κινεί απλά αίσθηση, αντίληψη, γνώση, κρίση, αλλά που καθιστά δυνατή την ύπαρξη νοήματος. Αυτής της κοινωνίας είναι μαρτυρία η σιωπή ως αντιστροφή του εφήμερου λόγου τον οποία και ανασυγκροτεί.

 

                                                *

Προσεγγίζεται έτσι ένα σημαντικό, ουσιώδες, θα έλεγα δεδομένο, που έχει άμεση σχέση με τον πυρήνα των προβληματισμών μας.

Εννοούμε το εξής, και, για να το συνειδητοποιήσουμε, ας το επαναλάβουμε εμφαντικότερα: Πώς είναι δυνατό να κάνουμε λόγο για ό,τι υπερβαίνει τις συμβολικές και σχετικές δυνατότητες της γλώσσας;  Συγκεκριμένα: Ο όρος σιωπή είναι όντως συμβολικός, αφού εκφράζεται λογικά. Μήπως καραδοκεί και πάλι το σόφισμα του Επιμενίδη, μήπως, επίσης, προσκρούομε στα σημαντικότερα προβλήματα της συνολοθεωρίας που κλονίζουν θέσεις της λογικομαθηματικής προσπάθειας φθάνοντας στο επικό θεώρημα του Gödel περί της αναποφασιστικότητας των λογικών συστημάτων;

Δοκιμάζονται έτσι όροι όπως σιωπή, άπειρο, άτμητο, άφθαρτο, ολότητα, ταυτογένεια, αφού φαίνεται πως έρχονται σε αντίθεση-αντίφαση, απ’ τη στιγμή που κατατίθενται και εκφέρονται με τη συμβολική φορά της γλώσσας.

Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις οφείλουμε να δούμε το είναι της έκφρασης που ταυτίζεται με το είναι του έγχρονου. Όντως, κάθε εκφραστή προσπάθεια αποκρίνεται στην περιγραφή του γνώσιμου, αφού κάθε γνώσιμο είναι σχετικό, θετικό, μεταβλητό και έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο το οποίο κατατίθεται γλωσσικά-συμβολικά. Αυτό περιλαμβάνει μάλιστα και τη μαθηματικοποιημένη γνώση. Εδώ εγείρεται κάτι που θα μας βοηθήσει. Η επιστημονική γνώση εκφράζεται με αναλλοίωτες οντότητες που είναι οι αριθμοί. Ο απόλυτος επομένως χαρακτήρας των μαθηματικών περιγράφει σχετικά μεγέθη. Δεν προχωράμε στο παράλληλο, αλλά το αναφέρουμε ενδεικτικά για να συνεχίσουμε.

Υπάρχει λοιπόν τρόπος ορισμένοι όροι που δηλώνουν το άφατο, το άρρητο, τη σιωπή που υπερβαίνουν τη σχετικότητα της έκφρασης, όντας και οι ίδιοι εκφραστικοί ή πρόκειται για φαντασιώσεις;

Θα λέγαμε πως δεν είναι δυνατό να υπάρχουν όροι σχετικοί και όροι απόλυτοι. Οι σχετικοί όροι έχουν οπωσδήποτε περιεχόμενο, συγκεκριμένο γνώσιμο περιεχόμενο που στηρίζεται στη λογικομεταφυσική αρχή της ομοιότητας-αναλογίας, ενώ οι απόλυτοι όροι,ταυτοτικοί, ουσιαστικά ένας και μόνο ως μαρτυρία της ταυτότητας, ως μόνης μεταφυσικής αρχής που ορίζει και κάθε μορφή ετερότητας, ποκιλίας, μεταβολής, σύστασης κ.ο.κ., των αισθητών μεγεθών, αλλά και των ανθρωπίνων αισθημάτων-συναισθημάτων, δεν έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο ως ορίζοντες-ορίζων.

Προσπαθώντας να θεωρήσουμε το πρόβλημα ουσιαστικότερα, διαπιστώνουμε μία παράδοξη ενότητα που μας απομακρύνει απ’ το δυισμό. Το έχουμε πει, το επαναλαμβάνουμε: Ό,τι γνώσιμο, εκφραστό, σχετικό, νοείται απολύτως. Ας το προσδιορίσουμε σε σχέση με την παρούσα προβληματική επειδή είναι βασική παράμετρος κάθε γνωστικής προσπάθειας. Η απόλυτη γνώση ως ‘’μηδενική’’ δεν ενοικεί στο εκφραζόμενο γνώσιμο, αλλά είναι η πηγή κάθε θετικότητας. Είναι άρρητη που καθιστά εκφραστό το ρητό και εδώ μπορούμε να λέμε πως οι όροι άρρητο, απόλυτο, όλο, συνιστούν την αρχή κάθε σύνθεσης, αντίθεσης, ομοιότητας κ.ο.κ. Είναι κενοί συγκεκριμένου περιεχομένου, αλλά, ταυτόχρονα, κινούν κάθε θετικότητα, κάθε γνώσιμη εκφραστική κατάσταση. Γι’ αυτό, όταν προσπαθούμε να εισέλθουμε στο πνεύμα κάθε εκφραστού που είναι γνώσιμο, ‘’χανόμαστε’’, όχι σε κάποια αοριστία με νεφελώδη χαρακτηριστικά, αλλά κοινωνούμε με το είναι του γνώσιμου, είναι το οποίο είναι όντως άρρητο. Όταν, εξάλλου, προσπαθούμε να κατανοήσουμε κάτι, να νοήσουμε δηλαδή το είναι του, ‘’αφαιρούμαστε’’ (πρόκειται, όπως θα δούμε για ηθικοδινοητική αφαίρεση), χάνουμε κάθε τοπικότητα με τις νομιζόμενες ποιότητές της, κοινωνούμε με τη θετικότητα κάθε θετικότητας που είναι η πνοή, η σιωπή του άφατου ως μήτρα κάθε φατού.

 

                                                *

Το λέγειν επομένως είναι σχετικό και συμβολικό, αλλά ερευνώντας το είναι του, δεν εκπορθούμε το άρρητο, τη σιωπή, αλλά ενωτιζόμεστε την πηγή του που δεν εκφράζεται, που υποκρούεται όμως σε κάθε λέγειν. Υπ’ αυτό το πνεύμα η σιωπή δεν είναι κάτι που έρχεται ‘’έξωθεν’’ (οι όροι έξω, μέσα, κοντά, μακριά κ.ο.κ. είναι συμβατικοί), αλλά απ’ τα βάθη και την πηγή κάθε λέξιμου. Δημιουργική υπόκρουση που δίδει πνοή και νόημα στο λέγειν, στο ενεργείν, στο γιγνώσκειν. Ακριβέστερα, χωρίς το σιωπάν δεν υπάρχει λέγειν και γι’ αυτό το λέγειν της σιωπής είναι η πεμπτουσία του συμβολικού λέγειν. Εκφράζεται και δεν εκφράζεται. Εκφράζεται με τη συμβολική του σχετικού λέγειν, το είναι της όμως δεν είναι εκφραστό, αλλά φωτίζει κάθε εκφραστό.

Έχουμε τονίσει εξάλλου σε άλλες ευκαιρίες πως χωρίς το φραστό, το σχετικό, το πεπερασμένο, δεν είναι δυνατό το άφραστο, η σιωπή. Στο είναι του φραστού ‘’ενοικεί’’ το άφραστο το οποίο είναι και ο λόγος της σιωπής, ένας λόγος που ‘’αντιτάσσεται’’ στην απαίδευτη αδολεσχία, ένας λόγος ζωής που δίδει νόημα στη θνήσκουσα μαρτυρία μας ως είναι της. Είναι του θνήσκοντος είναι το ζων, είναι του λέγειν είναι το λάλον της σιωπής.

 

                                                *

Αυτό προσπαθούμε να τονίσουμε στις σελίδες που ακολουθούν χωρίς να παραγνωρίζουμε πως κάθε προσπάθεια έχει αναπόφεκτα αδυναμίες, αλλά, ταυτόχρονα, πως μπορεί να ανοίγει δρόμους δημιουργικότερης προσέγγισης ενός τόσο σημαντικού κεφαλαίου της παραπαίουσας ζωής μας.

                                               

                                                *

Η παρούσα σπουδή αποτελεί το δεύτερο μέρος τριλογίας (Άπειρο και Πεπερασμένο, Ο Λόγος της Σιωπής και Υπέρβαση και Υπερβατικότητα  που θα δημοσιευθεί προσεχώς). Πρόκειται για συμπληρωματικές συνθέσεις οι οποίες περιχωρούνται και ‘’πολιορκούν’’ ένα απ’ τα βασικότερα προβλήματα της φιλοσοφίας και, γενικότερα, της ανθρώπινης σκέψης στις διεκφράσεις της δραστηριότητάς της.


Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2022

ΑΠΕΙΡΟ ΚΑΙ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ, περίπλους και διάπλους, Δρόμων, 2022, 305 σελ.

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Νίκου Μσκρή υπό τον τίτλο ΑΠΕΙΡΟ ΚΑΙ ΠΕΠΕΡΑΣΝΕΝΟ απ' τις εκδόσεις ΔΡΟΜΩΝ, τηλ. 2102617648, με επίμετρο 85 κείμενα της παγκόσμιας μούσας. Διατίθεται απ' τον εκδότη και από βιβλιοπωλεία.  Παραθέτουμε την εισαγωγή.

                                      Εισαγωγικό  

                             Περίπλους και Διάπλους

Ένας φιλοσοφικός περίπλους, όσο και αν προσπαθεί να φωτίσει μέγιστες διανθρώπινες αναζητήσεις, παράμονες και επαναλαμβανόμενες υπό διαφορετικές θεωρήσεις, θα ήταν εκ των προτέρων ανεπαρκής, αν όχι προκλητικός, αν δεν περιελάμβανε διαπλεύσεις στον ευρύτερο φιλοσοφικό χώρο, θέσεις του οποίου παρέμειναν και παραμένουν αξιοπρόσεκτες.

Βέβαια, κανένα φιλοσόφημα δεν είναι ο καταλύτης της αλήθειας και δε θέτει τέλος στις διανθρώπινες και διαπολιτισμικές αναζητήσεις. Είναι όμως βέβαιο πως οι οριακές θέσεις όπως καταγράφηκαν σε μεγάλα κείμενα και παραδόσεις ελλοχεύουν δημιουργικά στα βάθη της ανθρώπινης φύσης, στις εκζητήσεις της, στις βαθύτερες εμπνοές τους, από όπου και κατάγονται.

Όσο επομένως εξειδικευμένη φαίνεται η φιλοσοφική ορολογία, κατά βάθος επισκοπούμενη, αποκαλύπτει την οικουμενικότητα των εκζητήσεών της, παραπέμποντας άνετα στις πανανθρώπινες εμπνοές.

Είναι επομένως επιτακτική η αναζήτηση του θεμελίου του ανθρωπίνως υπάρχειν μας, η όλο και πιο συνειδητοποιούμενη ‘’επίσκεψη’’ του συμβαίνοντός μας το οποίο συναντάει την αιώνια γονιμότητα του ό,τι μας συνέχει. Έτσι αποκαλύπτεται ο μύχιος δεσμός όλων μας των πνευματικών αναζητήσεων, η διακοινωνία των δραστηριοτήτων μας, η ενότητα του βιουμένου και του πνευματικού, η θραύση των επίπλαστων ορίων που προσπαθούν να διαχωρίσουν το πρακτικό απ’ το θεωρητικό. Έτσι, επιπλέον, αναιρείται εκ των ένδον η νωχέλεια που βυθίζει στη Λήθη, στην αναυθεντικότητα, στην παράδοση σε επιφανειακούς θορύβους που οδηγούν στο σκότος του παροδικού, όσο και αν η ματαιότητά τους ‘’πλουμίζεται’’ με λάμψεις και επιλάμψεις της στιγμής που βυθίζουν τη συνείδηση σε μακάβριες πλάνες με οδυνηρές συνέπειες.

 

                                                          *

Ωστόσο, η εντρύφηση, ο διάπλους σε γόνιμα οχυρά του φιλοσοφικού λόγου, δεν αποτελεί σκοπό, ούτε προσπάθεια κάλυψής του με εγκυκλοπαιδικές προσεγγίσεις, αλλά κρατύνει τον περίπλου, έναν περίπλου που προσπαθεί να προσεγγίσει το περιδέραιο της ανθρώπινης φύσης μας. Ούτε είναι ιστόρηση σταθμών και διασταθμών με ‘’απαιτήσεις’’ ακαδημαϊκής πληρότητας, γιατί κάτι παρόμοιο θα ήταν μάταιο παίγνιο κορυβαντιώσας συνείδησης.

Ο σκοπός είναι απλός, εκ των προτέρων ατελής ως φιλοσοφικός, και, ταυτόχορνα, επίμονος ως προς την αναζήτηση του ουσιώδους. Στο βάθος όμως κάθε αναζήτησης, κάθε έντιμης κατά το δυνατό αναζήτησης, υποκρύπτεται κάποιο προδεδομένο το οποίο, παρά το ότι διαλανθάνει συχνά, είναι αδιόρατα παρόν.

Αυτό ακριβώς προσπαθούμε να προσεγγίσουμε, ό,τι μοιάζει με πυρίκαυστη ζώνη η οποία αναλώνει αναδημιουργικά όχι μόνο τη φιλοσοφική συνείδηση, αλλά κάθε ανθρώπινη ύπαρξη σε οποιαδήποτε μορφή δραστηριότητάς της και μάλιστα ανεξάρτητα απ’ τα εκάστοτε πολιτισμικά δεδομένα ή διαμορφούμενα.

Υπάρχει μία αλήθεια την οποία ζούμε, μία θεμελιώδης αλήθεια η οποία μας συνέχει και η οποία είναι αδύνατο να εμβιώνεται χωρίς τη σνειδητοποίηση του ότι είμαστα όχι απλά ανθρώπινες υπάρξεις, αλλά ανθρωποκοσμικές. Χωρίς το κοσμικό συμβαίνον δεν υπάρχει ανθρωπίνως υπάρχειν, όπως χωρίς το τελευταίο δεν υπάρχει το πρώτο.

 

                                                *

Οφείλουμε εδώ να υπομνήσουμε τηλεγραφικά κάποιες θεμελιώδεις θέσεις τις οποίες αναπτύξαμε εκτενώς σε άλλες προσπάθειές μας.

i. Η βεβαιότητα του υπάρχειν μας στον κόσμο, αδιαμεσολάβητη, άμεση πρωτοπληροφορία, μας κάνει κοινωνούς του ανθρωποκοσμικού, νοείται απολύτως και αποκλείει κάθε παραστατική αντίληψη του κόσμου μας ως ολότητας της οποίας θα ήμασταν παρατηρητές. Η παραστατική αναπρόσληψη ορισμένων συγκεκριμένων μεγεθών, κινήσεων, καταστάσεων, προϋποθέτει την αρχέγονη πληροφορία του υπάρχειν και καινωνείν με τον κόσμο-ολότητα.

ii. Όντας έγκοσμοι-έγχρονοι ως υπάρχοντες, βιώνουμε την ενότητα της αντίληψης και της αίσθησης κατά τρόπο που ο γνωστός όρος ύλη αποδεικνύεται ως υπόδηλη επίδραση των παλαιών κοσμογονιών. Ο όρος αισθητές ποιότητες είναι τρόπος προσέγγισης του ανθρωποκοσμικού. Ο κόσμος μας είναι πνευματικής φύσης και οι λεγόμενες ιδιότητες των πραγμάτων δεν είναι παρά πνευματικά ενεργήματα.

iii. Κάθε μορφή έκφρασης σε οποιοδήποτε τομέα της διανθρώπινης δραστηριότητάς μας είναι συμβολική, σχετική, λογική, αλλά για να υπάρχει νόημα, νοείται-εννοείται απολύτως. Ιδού το απόλυτο στο σχετικό. Συμβολικός ο τρόπος του εκφράζεσθαί μας, μας δείχνει πάντα κάτι που υπερβαίνει και τις πλέον περίπλοκες συμβολικές εκφράσεις, το νόημα δηλαδή.

iv. Κάθε αντίληψη, κάθε αντιληπτική αίσθηση, συναίσθηση, ενσυναίσθηση, είναι συγκεκριμένη έκφραση της αρχέγονης νόησης. Αντίληψη (εννόηση δηλαδή), είναι η εκφραστή μορφή της νόησης, η ρητή δηλαδή μορφή.

v. Στη γνωστή χωροχρονικότητα αντιτάσσουμε τη φαντασιακή χωροχρονικότητα, κάτι που έχουμε αναπτύξει και θα διαφανεί σε σελίδες που ακολουθούν.

 

                                                          *

Ιδού το μέγα πρόβλημα: Αν το νοείν είναι το συνέχον, είναι άρρητο, απόλυτο, ολότητα, άτμητο, αδιάστατο, άχρονο. Όλοι αυτοί οι όροι δηλώνουν ένα και το αυτό: Άπειρο.

Πώς όμως μπορούμε να κάνουμε λόγο για το άπειρο που είναι άρρητο, όταν κάθε συγκεκριμένη μας έκφραση, κίνηση, βίωμα, διαπίστωση κ.ο.κ. είναι εκφραστές μορφές του εγκόσμως υπάρχειν μας, ρητές δηλαδή; Απάντηση ή καρποφόρα θεώρηση του ερωτήματος προαπαιτεί κάτι το οποίο μας διαλανθάνει συνήθως. Άπειρο-άρρητο δεν είναι μία υπερβατική πραγματικότητα η οποία θα εντοπιζόταν κάπου. Σε αυτήν την περίπτωση θα ήταν κάτι εντοπιζόμενο, με τοπικότητα δηλαδή, κατά τρόπο που τόπος δεν υπάρχει στον αισθητό κόσμο, αλλά στο πνεύμα μας, δεδομένου ότι η διαρκής κίνηση κάθε αισθητού μεγέθους αίρει τον τόπο και τον μεταθέτει όχι στη χωρικότητα, αλλά στη φαντασιακή χωρικότητα που είναι πνευματική. Άπειρο επομένως δεν είναι κάτι οριστό, παραστατό, εκφραστό, αλλά ο ορισμός του σχετικού (ο πρωτοορισμός όπως θα δούμε) και η δυνατότητα παραστατικοποίησης κάθε αισθητού και έκφρασής της που είναι αναπόφευκτα μαθηματική-πνευματική.

Βαθύτερα ακόμη, θα το αναπτύξουμε εκτενώς, το είναι του ανθρώπου, το ανθρωποκοσμικό είναι, είναι άπειρο και γι’ αυτό ακριβώς ό,τι είναι εκφραστό και κατά συνέπεια νοητό-καταληπτό, δεν είναι παρά μαρτυρία του απείρου, του απολύτου, στα πεπερασμένα, στα σχετικά. Πρόκειται για κεκρυμμένη αλήθεια χωρίς καταγωγική αρχή, για παναρχή.

 

                                                *

Παναρχή, ουσιαστική ταυτότητα που κερματίζεται στις ετερότητες των αισθητών με κομβικό στοιχείο το ανθρωπίνως-συνανθρωπίνως-συμπαντικώς υπάρχειν.

Δεν πρόκειται για κάτι το οποίο προκύπτει ως συμπέρασμα ενός συλλογισμού, οσοδήποτε έγκυρου, αλλά για κάτι το οποίο αναδύεται εσαεί, για κάτι του οποίου ο άνθρωπος είναι φορέας, και όταν ακόμη δεν το υποψιάζεται.

Αν αναστρεφόμασταν με την προϊστορία και με την ιστορία του ανθρώπου, της κουλτούρας και των πολιτισμών, αυτή η αλήθεια θα αποκαλυπτόταν, παρά την πολυωνυμία με την οποία συνοδεύεται. Φετιχιστικές, νατουραλιστικές, παμψυχιστικές, ειδωλικές δοξασίες, ύμνοι, πεποιθήσεις, πίστεις, ποίηση, τέχνες, λόγος κ.ο.κ. μαρτυρούν αυτήν την υπόδηλη αλήθεια η οποία σε κορυφαίες εκφράσεις επιλάμπεται και φωτίζει με κείμενα και μαρτυρίες θαυμαστού κάλλους, φωτός και λαμπρότητας.

Πάντα, σύντομα, και στα πλαίσια της παρούσας σπουδής, θα αναστραφούμε με τη βαθύτητα αυτών των αληθειών οι οποίες αναιρούν επιπόλαιες κατατάξεις επινοώντας ιδεολογίες και προκατειλημμένες θέσεις οι οποίες καταπίπτουν ως αντιφατικες, επειδή βασίζονται σε μία δογματική αυτοαναφορά.

Όροι, όπως νόηση, αίσθηση, αντίληψη, λόγος, συναίσθημα και άλλοι παρεμφερείς, διαλληλίζονται, περιχωρούνται δημιουργικά και αναδημιουργικά. Ασχοληθήκαμε με αυτούς τους όρους και σε άλλες προσπάθειές μας, αλλά τους συναντάμε εκ νέου υπό το πρίσμα του πνεύματος της παρούσας σπουδής. Βέβαια, παρά την απλότητα των όρων που μας συνέχουν και οι οποίοι συνέχονται από εμάς, τίθεται εκ νέου το πρόβλημα το σχετικό με το χρόνο, με τη συνέχεια, με την ασυνέχεια, με την ενόραση, με την ενσυναίσθηση, κ.ο.κ. Δεν επιχειρείται ιστορική επισκόπηση, αλλά πραγματοποιούνται ‘’ριπές’’ σε σημαντικές θεωρήσεις στο πλαίσιο διαλόγου ή και καλόπιστων και δημιουργικών ενστάσεων.

 

                                                *

Η κρύφια αλήθεια αποκαλύπτεται σιωπώσα και ως παρούσα και, αν η εκστατική φορά, η ενόραση, η προθετικότητα, η κατάνυξη τη δείχνουν διακριτικά ή και πολυφωνικά, διατηρεί το άσπιλο είναι της-είναι μας ως αποκαλυπτόμενο εκφραστό μυστικό, ως λόγος της σιωπής που καταυγάζει κάθε ηθικοδιανοητική μας ενέργεια.

 

                                                *

Οδηγούμαστε έτσι, στο βαθμό συνειδητοποίησης του συμβαίνοντος, σε σημαντικές διαπιστώσεις οι οποίες καταγράφονται κατά το δυνατό στα κεφάλαια που ακολουθούν και σε μαρτυρίες του που είναι όχι η τάχα ευθύγραμμη κίνηση του πνεύματος, αλλά οι μεγάλες του εκλάμψεις που ούτε ‘’αρχειοθετούνται, ούτε ‘’γεωγραφούνται’’. Κορυφαία μαρτυρία η ενότητα ηθικού και διανοητικού, αλλά αδιόρατη. Φανερώνεται αιφνίδια σε στιγμές ηθικής συγκίνησης που είναι ταυτόχρονα κατεξοχήν μαρτυρία διάνοιας, είτε κοινωνούμε μυστικά με πράξεις ή με παραδείγματα αυτοθυσίας, αλληλεγγύης, συμπάσχειν κ.ο.κ., είτε ανυψωνόμστε ηθικοδιανοητικά με μία ποιητική, μουσική, καλλιτεχνική, επιστημονική μαρτυρία, όπου το παρείναι ταυτίζεται οριακά με το μαρτυρείν.

Πάγκοινες αλήθειες τις οποίες ζούμε λιγότερο ή περισσότερο, επειδή, οτιδήποτε εξαίσιο στην ποίηση, στο στοχασμό, στην επιστημονική κ.ο.κ. προσπάθεια, μας συγκινεί, επειδή μετέχουμε ως συγκοινωνοί σε ό,τι εμφωλεύει στο βαθύτατο είναι μας. Τα υποτιθέμενα όρια αποδιαστέλλονται, λόγος και συναίσθημα ταυτίζονται άρρητα, το βασίλειο της σιωπής αποκαλύπτει την απορία του, το ‘’φραστό’’ του ‘’καταβροχθίζεται’’ απ’ το άπειρό του. Πρόκειται για το διαφανές μυστήριο της ζωής όπου τα όρια του ζην και του θνήσκειν δεν υπάρχουν, γιατί η οντική μαρτυρία είναι το ἀληθείης ἀτρεμές ἦτορ. Δεν κηρύσσεται κανενός είδους αλογισμός ή κάποια ψευδομυστική, γιατί η πνοή και η εμπνοή του ζην υπερβαίνει σεχταρισμούς, αξιοκρατικές τάχα διαστρωματώσεις και ψευδονεωτερικούς ακκισμούς. Είναι η ευθύβολη εισβολή στο βάθος του συμβαίνοντος που θέτει σε δοκιμασία την επιφάνεια του υπνώττοντος βίου μας.

 

                                                *

Είμαστε απειρικοί και αυτό καθιστά αντιφατικούς πολλούς συνήθεις όρους, όπως ελάχιστο, μέγιστο, ανώτατο, κατώτατο. Δεν είναι, παρά σχετικά ισχύοντες, δεδομένου  ότι οτιδήποτε εκφραστό είναι σχετικό και στο χώρο του αληθεύοντος η λογική δεν είναι παρά απλά συμβολική και ισχύουσα, επειδή ακριβώς είναι σχετική. Αυτή η αλήθεια καθιστά το βίο μας όντως καθρέπτη του συμβαίνοντος, καθόσον ως λογιζόμενοι είμαστε, ως κοινωνοί του συν-, σε σχέση. Αυτή όμως η σχετικότητα είναι μαρτυρία του απολύτου στο σχετικό, καθιστά το τελευταίο όμμα, δίαυλο ανοιχτής φοράς με το οποίο αποκαλύπτεται το απόλυτο.

Το φυσικώς υπάρχειν είναι αναπόφευκτα αισθητώς υπάρχειν-συνυπάρχειν και συνιστά εσαεί αποκάλυψη, καταγωγική αρχή της οποίας είναι το απόλυτο-άπειρο. Ζην απειρικά σημαίνει ενότητα λόγου και συναισθήματος, μία ενότητα η οποία φανερώνεται πλέον ως ταυτότητα λογικής και ηθικής. Δεν κάνουμε λόγο για προτεραιότητα, ούτε για ανωτερότητα του λόγου απέναντι στην ηθική ή της ηθικής ενάντια στο λόγο. Πρόκειται για ταυτότητα την οποία ιχνεύουμε σε μεγάλες στιγμές όχι μόνο της φιλοσοφικής έρευνας, αλλά της πανανθρώπινης δημιουργίας σε όλες τις μορφές έκφρασής της.

Μόνο επισκοπώντας εκ βαθέων αυτήν την αλήθεια είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα τη ηθικής εκτροπής που είναι και διανοητική, υστερογενής, έκγονο της εγωιστικής ‘’συρρίκνωσης’’ του εγώ το οποίο από οικουμενικής φοράς μαρτυρία-παρουσία γίνεται εγκλεισμός και άρνηση του αρχεγόνου νοήματος που είναι ουσιαστικά άχρονο, αδημιούργητο.

Διακρίνουμε μάλιστα πως, όσο παράδοξο και αν φαίνεται, το καλό, πάντα ως συγκεκριμένη παρουσία-μαρτυρία και όχι ως αόριστη ηθικολογική αρχή, είναι πλήρωμα του κακού, δεδομένου ότι με την αρχετυπική πρωτοπληροφορία κοινωνίας μας με το άρρητο-απόλυτο είναι μας, είναι ταυτόχρονα κοινωνία με το κοσμικό συμβαίνον που δεν προκύπτει αλλά που αναδύεται. Είναι, θα λέγαμε, η θυσία του απόλυτου στο σχετικό με παναληθή μαρτυρία. Με την κατίσχυση του συνέχεσθαι που είναι η εύδια βεβαιότητα-καθαρότητα. Το άσπιλο, το έκπαγλο, το κάλλος που δια-μαρτυρείται είναι όχι έσχατο καταφύγιο, αλλά μυστικό περιδέραιο της ανθρωποκοσμικής αρχής.

 

                                                *

Περίπλους και διάπλους, όπως είπαμε, η παρούσα προσπάθεια, διαλέγεται με αξιόλογα κείμενα-μαρτυρίες, διαπιστώνει κλασικές επιτεύξεις, όπως, ταυτόχρονα, αδυναμίες, συγχύσεις, παρά τις δημιουργικότατες νύξεις και προσπάθειες εισβολής στα ριζώματα του ανθρωπίνως, του ανθρωποκοσμικώς υπάρχειν.

Το ανθρωπίνως υπάρχειν είναι απαρέγκλιτα ανθρωποκοσμικώς υπάρχειν, είναι, κυριότατα, απειρική μαρτυρία η οποία καθίσταται εμφανής  με την πολυώνυμη δημιουργία της.  Καθρέπτης, πολυκάτοπτρο του απολύτου στο σχετικό, ιριδισμός με απέραντες αποχρώσεις, σχετική μαρτυρία η οποία μαρτυρεί το Νόημα, το Ανέκφραστο, ζωοποιώντας και νοηματοδοτώντας κάθε σχετικό, κάθε συμβαίνον.

 

                                                *

Προσπάθεια ανάδειξης αυτών των αληθειών η παρούσα σπουδή, δεν είναι δυνατό να αποτελεί αλάνθαστο κανόνα αλήθειας, αλλά ανάδειξης εκείνων των παραμέτρων που νοηματοδοτούν έγχρονα, ένσαρκα, συγκεκριμένα το υπάρχειν μας στον κόσμο. Αυτό το υπάρχειν δεν είναι τυχαίο ή τυφλό επεισόδιο, αλλά οντική μαρτυρία.

Οντική μαρτυρία η οποία δεν οδηγείται σε οντολογισμούς, σε νοησιαρχικές θέσεις με αμφίβολες κατά το πλείστον θεωρήσεις, παρά το ότι αυτοί οι όροι αναδίνουν συχνά νόημα με σημαντική σπουδαιότητα.

Ίσως καταφανεί πως η οντική μας φύση, για να είναι προσωπικά συνειδητοποιημένη, οφείλει να είναι οικουμενική και αυτό σημαίνει πως δεν είναι διανοητό κανενός είδους υπάρχειν χωρίς την οντική του φύση, χωρίς το νόημα το οποίο εκλύει. Έτσι μόνο κατανοούνται οι εκφάνσεις της διανθρώπινης παρουσίας-μαρτυρίας και υπ’ αυτό το πνεύμα, αξιολογώντας, αξιολογούμαστε κατά τρόπο που πραγματικός διάλογος και συνδημιουργία είναι και αυτεπίγνωση.

 

                                                *

Ο περίπλους μας διανθίζεται με περίπλους οι οποίοι καταγράφονται σε ογδονταπέντε κείμενα τα οποία είναι ενδεικτικά και ανοίγουν ορίζοντες ή προβληματίζουν, είτε συμφωνούμε είτε όχι με τις θέσεις των εκλεκτών συγγραφέων τους. Οι μεταφράσεις είναι του συγγραφέα εκτός του Κ 61, όπου αναφέρεται ο μεταφραστής. Προέρχονται απ’ το χώρο της φιλοσοφίας και κάποια της θρησκειοφιλοσοφίας. Δεν προσφύγαμε σε μαρτυρίες προερχόμενες απ’ τη λογοτχνία και το δοκίμιο, δε δημιουργήσαμε ανθολογική παράθεση. Σε προγενέστερες προσπάθειές μας προσφέραμε στον αναγνώστη κείμενα παράλληλου ενδιαφέροντος: Γλώσσα και Φιλοσοφία, Δρόμων 2016, με επίμετρο εικοσιέξι κείμενα. Επίσης, Μυστική και Φιλοσοφία, Δρόμων, 2017, με επίμετρο εκατόν είκοσι κείμενα της παγκόσμιας μούσας.  

  

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

Ελ. Γκίκας, Ποιητική της Φιλοσοφίας και Ποίηση (Αναφορά στην προσωπικότητα και το έργο του Νίκου Μακρή)

 Δημοσιεύθηκε το έργο του Ελευθερίου Γκίκα

Ποιητική της Φιλοσοφίας και Ποίηση (Αναφορά στην προσωπικότητα και το έργο του Νίκου Μακρή)

απ' τις εκδόσεις ΔΡΟΜΩΝ. Αποσπάσαμε δύο κεφάλαια του Δοκιμίου:

ΙΙΙ

      Φιλοσοφών

 

 Ω Σ Φ Ι Λ Ο Σ Ο Φ Ο Σ  ο  Ν.Μ ‘’ …πολλούς  καί καλούς λόγους καί μεγαλοπρεπεῖς τίκτει ἐν σοφία ἀφθόνῳ ‘’  [ Συμπόσιον 210-γδ].Αυτό σημαίνει ότι είναι έμπλεος[ και  αττ. έμπλεως ]            φιλοσοφικού στοχασμού. Δεν διαβάζει απλώς φιλοσοφία, αλλά αναπτύσσει ακεραιωμένο φιλοσοφικό λόγο. Φιλοσοφεί  καθαρῶς τε και δικαίως, γιατί έχει εμβαθύνει στο θνήσκειν του ζην. Είναι πηγαίος και η φιλοσοφική του σκέψη δεν τρέφεται με τροφή δοξαστή. Άν έχει δεχθεί επιδράσεις αυτές τις φιλτράρει μέσα από το δικό του πνευματικό διυλιστήριο. Αν και ανεβαίνει με τον φιλοσοφικό του οίστρο σε υψηλούς φιλοσοφικούς αναβαθμούς, έως και τις  παρυφές του  άρρήτου, η σκέψη του όμως προσγειώνεται και στη λαϊκή σοφία, όταν υπογραμμίζει ότι  χωρίς τη λαϊκή σοφία δεν υπάρχει δυνατότητα προσέγγισης της σοφίας την οποία αναζητάμε.

      Σε στιγμές που βρίσκεται σε πνευματική διαύγαση γίνεται διθυραμβικός, τόσο στον προφορικό, όσο και στον γραπτό λόγο. Ο ενδιάθετος λόγος του γίνεται προπομπός των υπερβατικών του συλλήψεων  και αυτό υποδηλώνει ότι εργάζεται σύν ὅλῃ τῇ  ψυχῇ. Με άλλα λόγια η εξωτερικότητά του προϋποθέτει βαθιά εσωτερικότητα.

     Για να φτάσει όμως στη διατύπωση  υψηλών φιλοσοφικών θεωρήσεων, σημαίνει ότι έχει αποδεχθεί τη φιλοσοφία ως μέγα αγαθό το οποίο δόθηκε στους ανθρώπους από  τους θεούς, όπως αναφέρει ο Πλάτων στην πολιτεία: ἐξ’ ὧν ἐπορισάμεθα φιλοσοφίας γένος. οὗ μεῖζον ἀγαθόν οὔτ’ ἦλθεν οὔθ’ ἥξει ποτέ τῷθνητῷ γένει δωρηθέν ἐκ θεῶν (Τίμαιος, 47b).  Και ακόμη ότι  όχι η σοφία, αλλά η φιλοσbοφία  είναι  ύψιστο ιδανικό της ανθρώπινης ζωής και πάλι κατά τον Πλάτωνα .     

        Ελάχιστες προτάσεις και παράγραφοι από το δοκιμιακό του έργο αποδεικνύουν το βάθος και το πλάτος της φιλοσοφικής του σκέψης.

      Για  τη φιλοσοφία λέει:

Η φιλοσοφία συνιστά πεδίο στο οποίο αναπτύσσονται νύξεις και υπαινιγμοί . 

.  Τα όρια της φιλοσοφίας είναι τα όρια της σοφίας .

.   Το μήνυμα της φιλοσοφίας είναι κατεξοχήν  η θ ι κ  ό  χωρίς κώδικες ηθικής.

.    Ο φιλοσοφικός λόγος  είναι  εκφραστός λόγος της σοφίας . Δεν είναι μόνον  ανοιχτός, αλλά διδάσκεται  και από το μόχθο των αιώνων  και των ανθρώπων, γιατί  είναι βαθιά ανθρώπινος.

.      Το φραστό της φιλοσοφίας τρέφεται από το άφραστο.          

.       Όσο περισσότερο εμβαθύνουμε στο θνήσκειν  του ζην  μας ,τόσο αυθεντικότερα φιλοσοφούμε.

.      Η φιλοσοφία είναι  η φραστή  ιαχή του κόσμου μας , η θραύση της σιωπής  της  σοφίας.

.      To  φιλοσόφως ζην δεν είναι  παρά η προσπάθεια του αληθώς ζην, της πραγματικής εισβολής στον  κρυπτόμενο  κόσμο  της αλήθειας  που  είναι το βαθύτερο είναι του αναζητητή.

.    Το  αισθητό δεν είναι παρά η ορατή όψη του πνεύματος το οποίο δεν είναι ούτε συλληπτό  ούτε ορατό  χωρίς αυτό [δηλ  το αισθητό].  

.       Θεμέλιο κάθε λογικού ορισμού είναι η μεταφυσική αρχή που είναι ουσιαστικά απερινόητη.

.     Αντικειμενικός σκοπός της φιλοσοφίας υπήρξε και υπάρχει η αποκάλυψη του κρύφιου που υποβόσκει στις εσφαλμένες  θεωρήσεις και πλάνες .

.     Το φιλοσοφείν είναι η αγάπη για την αλήθεια η οποία όμως  δεν θα  περιγραφεί  ποτέ με συνεπή απόδειξη.  

.       Σοφία είναι ό,τι δεν είναι προσβατό στη διάνοια ,στο λόγο, στη γνώση, ό,τι συνιστά το είναι του φαίνεσθαι  σε όλες  του τις εκφράσεις, ό,τι είναι απολύτως απερινόητο. Η φιλοσοφία τρέφεται  απ’ τον ακήρατο λογισμό.

.  Το  πνεύμα φανερώνεται  διαμέσου της εξωτερικότητας και αυτό σημαίνει δια μέσου του αισθητού κόσμου.

.   Η προτεραιότητα του ηθικού προσφέρει την  κατάσταση της πληρότητας. 

.   Το  ανθρωπίνως εκφράζεσθαι είναι η ύψιστη μαρτυρία του πνεύματος .

.           Το συνυπάρχειν αποτελεί  και την αρχή έκφρασης του  ηθικού και της γνώσης .                                                                    

Δεν κατανοούμε επομένως τίποτε απ΄ το νόημα της ιστορίας, αν δεν εγκύψουμε στην  πνευματική  μας  φύση  αφήνοντας για λίγο κατά μέρος τα εκβλαστήματα του πάθους, απομακρυνόμενοι απ΄ το προσκήνιο, προσεγγίζοντας  το θεμέλιο, ό,τι συνέχει μυστικά ιστορία και πολιτισμό και μάλιστα σε πνεύμα οικουμενικής θεώρησης, ό,τι ενώνει τους ανθρώπους μακριά από κανονιστικές ηθικές και μεταηθικές που φαντάζουν  ως καρικατούρες μπροστά στη διαφάνεια της  perennitas‘. [ Από το δοκίμιο Ιστορία και πολιτισμός – Αναγκαιότητα και ελευθερία   σελ  352] .    

       Σημαίνοντας τη συνέχεια ηθικού και γνωστικού, κατανοούμε πως ό,τι προσπαθούμε να αποκαλέσουμε σοφία δεν είναι παρά το αιώνιο τελούμενο με τις απειράριθμες όψεις που αινίσσεται τη μία και μοναδική αλήθεια. Ήδη η φιλοσοφία γεωργεί αυτήν την αλήθεια και προσφέρει στον άνθρωπο τους καρπούς χωρίς να απαιτεί εκπόρθηση αυτού του αιώνιου συμβαίνοντος. Αν η σοφία είναι λογικά άληπτη, ο  φιλοσοφικός λογισμός ο οποίος τρέφεται από τον κόσμο της κομίζει τα ανθρωπίνως  εκφραστά δώρα της, γονιμοποιείται αέναα  από το άληπτό της  και προσφέρει με τις  δυνατότητές του το ανθρωπίνως εκφράζεσθαι, τα δώρα των δώρων ‘’ [Σοφία και φιλοσοφία  σελ   86].  

        Η Ατλαντίδα βυθίζεται αέναα,/ μαζί της και οι ζηλευτές υπάρξεις./ Μα αν αναθωρήσουμε τα έγκατα,/ θα βρούμε, ναι, στους νήφοντες  παροίκους  της/ τον κεκρυμένο θησαυρό  με άσπιλες επάλξεις./ Είναι το είναι μας, η πεμτουσία του ανθρώπινου/ κάλλος αιώνιο και ευγενισμένο/ ακρώρεια κι αρχή του κόσμου μας,/ λαμπτήρας γνώσης, ομορφιάς κι ελέους [Θυσία:  Προμηθέας   και Ατλαντίδα   τραγωδία, σελ 132].     

           Αγήραστες μορφές ζωής, πάλλευκες  σαν το χιόνι,                                                                 

            άγραφες και αμέριστες απ’ την πολλή φθορά     

            του χρόνου του ανάλγητου ανθρώπινης μωρίας,                          

            ασίγαστοι κρουνοί ζωής στα βάθη του ανθρώπου

             εραλδικό περίπνευμα  αγγέλων της σιγής

             σαρκώνεσθε απερίτμητα με μύριες θείες  όψεις

             σε ταπεινές απλές μορφές ανθρώπινης πνοής …

             Σας είδαν καθαρότατα με  μάτι εταστικό

             οι μυθογράφοι των καιρών, δεινοί ανθρωπολόγοι .

             οι κορυφαίες εμπνοές ολύμπιων ποιητών...

                 [Συντριβή των Συμπληγάδων –Τραγωδία,  σελ.  144 .]

                  Βεβαίως ,το άσμα του Κόσμου, η τέχνη, δεν παύει  να είναι άσμα, δεν παύει να επιστρατεύει την φύση του και να οικοδομεί με τα υλικά της. Όμως, κινητήρας αυτής της  προσπάθειας είναι η αιώνια φύση  και αυτό προδίδει το πνεύμα της τέχνης με το να  αθανατίζει το μεταβαλλόμενο. Υπ΄αυτό το πνεύμα κάθε έργο τέχνης  είναι έκφραση αληθείας ως αναδημιουργική σύλληψη των πραγμάτων μέσω του φαίνεσθαί τους. Σ΄ αυτό ακριβώς το σημείο προσεγγίζουμε περισσότερο τον ηθικό  χαρακτήρα  της καλλιτεχνικής  προσπάθειας. Δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ηθικιστική, αλλά ηθική στο νόημα το οποίο προσδίδουμε στον όρο.’’ [   Γνώση και Αλήθεια,  σελ. 164]  

          Η τραγικότητα είναι ρωγμή, βαθιά υπαρξιακή, ρωγμή που συγκλονίζει  το  υπάρχειν μας στον κόσμο περισσότερο από κάθε δυσκολία. Είναι η κορυφαία δοκιμασία με αιώνιο σημείο-σύμβολο το θνήσκειν. Επισυμβαίνει αίφνης και αντιστρέφει, ακυρώνει, καταλύει βίαια αναμονές, προγράμματα, βεβαιότητες, σκοπούς, έωλες επιθυμίες και φιλοδοξίες ,καταλύει με ένα λόγο τον κόσμο μας και δοκιμάζει τον ύστατό μας εαυτό .Είναι το πάθος του πάθους ,η ανάλωση, η φαινόμενη καταστροφή μας. Το υπάρχειν μας δεν απειλείται απλά, αλλά  καταλύεται, μα ποιος μας πληροφορεί  για την καταστροφή; [Πρώτιστη  Γνώση  σελ. 10 3]                      

           Αλλά όποιο πόνημα και αν προσεγγίσει κανείς, έστω και πρόχειρα, θα  διαπιστώσει ότι υπάρχουν διάχυτοι πνευματικοί  ιριδισμοί, πνευματικοί μαργαρίτες οι οποίοι  ‘’τρέφουν ‘’τον πνευματικό και ψυχικό κόσμο του αναγνώστη και του  δίνουν τη δυνατότητα να κατανοήσει ότι θεμέλιο της επιστημονικής   έρευνας  του δημιουργού  είναι ο θαυμασμός και η έμφυτη τάση του εἰδέναι . Ότι  ο φιλοσοφικός του ίμερος καταλύει  ακόμη και τον χρόνο και ακόμη να αντιληφθεί τη βαρύτητα του  φιλοσοφικού του λόγου,  πως  δεν περιμένουμε καμιά τελική αλήθεια, γιατί  το αληθεύον  νόημα μας προφθάνει και μας πληροφορεί  ότι κοινωνούμε με το είναι του.

        

                                               

        

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                IV

                                      H Ποιητική

 

 Ω Σ   Π  Ο  Ι  Η  Τ  Η  Σ   έχει ‘’ λόγον  βαθύν ‘’ που σημαίνει ότι τα ποιήματα του ενέχουν νοηματικό βάθος, ουσία και προβληματισμό για τα συμβεβηκότα  και τα επισυμβαίνοντα. Η  ποιητική του έμπνευση λικνίζεται μεταξύ του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος και έτσι  επαληθεύεται εκείνο που έχει λεχθεί ότι  η ποίηση είναι  φιλοσοφότερη  της ιστορίας, εφόσον η ιστορία αναφέρεται σε γεγονότα  και καταστάσεις που συνέβησαν μόνο στο παρελθόν.

             Διατρέχει, ως έφιππος ιχνηλάτης, το παλιό και το νέο που χτίζουν τον πνευματικό υπόβαθρο κάθε κοινωνίας. Ο   ποιητικός του λόγος είναι αξιολογότατος, γιατί δεν είναι μόνον βιωματικός  που υπολανθάνει σε όλα σχεδόν τα έργα των ποιητών αλλά και συμβολικός, αφαιρετικός, μεταφυσικός. Είναι, θα έλεγα, φιλοσοφικός λόγος εκπεφρασμένος ποιητικά.      Στην ποιητική του δημιουργία συμπλέκονται ο ρεαλισμός με τον ρομαντισμό.  Στον ρεαλισμό του κραταιώνεται και εκφράζεται η λογική σκέψη, ενώ στο ρομαντισμό υπάρχει συναισθηματική διάχυση που ανθρωπίζει. Ο ρεαλισμός του εκφράζεται με ελεύθερο στίχο που έχει κάποια πεζότητα, χωρίς όμως να είναι πεζολογία, γιατί υπάρχει εσωτερικός ρυθμός, νοηματική πυκνότητα και αφαίρεση. Προβάλλονται  εικόνες στατικές και κινητικές . Η ποίησή του είναι διαχρονική, γιατί εκφράζει τον οικουμενικό ανθρώπινο πόνο, τις διάφορες μορφές της ανθρώπινης ζωής. Είναι ένας ευλίμενος πόντος που φιλοξενεί τις ελπίδες, τους καημούς και τα πάθη του ανθρώπου και παράλληλα λειτουργεί ως κυματοθραύστης αναχαίτισης της μηδενιστικής αντίληψης της ζωής και των αξιών της.

           Η αναζήτηση και η προβολή του ωραίου, του συνδυασμένου με την απλότητα,  του  χαρίεντος  ανθρώπου, της χριστιανικής πίστεως και της εθνικής παραδόσεως αποτελούν την όλη πνευματική διαστρωμάτωση των ποιητικών του πονημάτων .

          Η βαθύτερη, όμως, ποιητική του έμπνευση εκφράζεται με τις τραγωδίες του που είναι και οι υψηλότερες μορφές τέχνης.  Οι τραγωδίες είναι φιλοσοφικά δράματα τα οποία δημιουργήθηκαν  από την ώσμωση της φιλοσοφίας με την ποίηση . Σε αυτές  καθρεπτίζεται ο φιλοσοφικός και  ποιητικός του οίστρος, η βίωση της τραγικότητας.  Άλλωστε, δεν είναι δυνατόν να εκφράζεται το τραγικό, όταν δεν υπάρχει εσωτερική τραγικότητα.

Με τη δραματική του τέχνη επιδιώκει να παραστήσει  το υπεραισθητό που είναι και ο υπέρτατος σκοπός της, γιατί με αισθητές γραμμές προβάλλει τον ηθικό άνθρωπο στην κατάσταση του πάθους ο οποίος μένε ανεξάρτητος από τους φυσικούς νόμους. Διαγράφεται και η πίστη του σε ό,τι  αφορά στην ηθική ελευθερία η οποία θεμελιώνεται  επάνω στην εσωτερική αναγκαιότητα και δεν καθορίζεται από κανένα εξωτερικό στοιχείο, παρά μόνο από το λογικό του ανθρώπου.[ Το λογικό μας είναι το παλλάδιο της ελευθερίας μας, κατά τον Σίλλερ].

          Πλάθει ατομικούς χαρακτήρες αντλώντας τα ονόματα από την ομηρική και αρχαία ελληνική παράδοση. Έτσι του δίνεται η δυνατότητα να υπογραμμίσει το ποιητικό θάμβος της  τραγικής τέχνης αλλά και το διανοητικό όγκο της αριστοτελικής σκέψης. Στις τραγωδίες του επισημαίνεται ή αφήνεται να εννοηθεί ότι, όταν ο άνθρωπος ξεπερνά το μέτρο, τιμωρείται από τις ερινύες  ακόμη και όταν πρόκειται για φυσικά  φαινόμενα: ἥλιος γὰρ οὐχ ὑπερβήσεται μέτρα· εἰ δὲ μή, Ἐρινύες μιν Δίκης ἐπίκουροι ἐξευρήσουσιν, κατά τον Ηράκλειτο.

Χρησιμοποιεί  τον τραγικό  λόγο, γιατί μέσα από αυτόν θέλει να φέρει στο προσκήνιο τις μεγάλες αξίες και απαξίες της ανθρώπινης ύπαρξης,  όπως: ο ανθρωπισμός, η μεγαλοσύνη της ψυχής, οι άγραφοι και γραπτοί  νόμοι, η ελευθερία  και η δικαιοσύνη , αλλά και η ύβρις η οποία τίκτει τύραννον, και είναι κατά τον Ηράκλειτο πιο επικίνδυνη και από την πυρκαγιά:Ὓ βριν  χρή σβεννῦναι μᾶλλον ἤ πυρκαϊήν....

 καθώς και η αφροσύνη, η αλαζονεία, η φιλαυτία, το ανήθικο κ .τ .λ      

         Ο  Ν.Μ. , φιλόσοφος και ποιητής, με τις βαθύτερες εμπνοές του γίνεται θηρευτής όχι μόνον του ωραίου αλλά και του μεγάλου, του αληθινού. Αναζητητής και θαυμαστής του αισθητικού, ψυχικού και πνευματικού κάλλους.

        Η αρμονική συνέκφραση  της φιλοσοφικής σκέψης και της ποιητικής του έμπνευσης στοχεύει στο ιδεώδες μιας υπερβατικής τελείωσης του ανθρώπου ή τουλάχιστον σε μια στάση εσωτερικής ακεραιότητας απέναντι στον υλικό ευδαιμονισμό. Υπό το πνεύμα αυτό  ο  φιλοσοφικός  και ποιητικός  του λόγος  είναι μια ορμή εξόδου προς το  πνευματικό φως, προς την αλήθεια, αν και τα βαθύτερα μυστικά που  κρύβουν αυτοί οι λόγοι  δεν  θα αποκαλυφθούν  ποτέ και θα προβληματίζουν την ανθρώπινη σκέψη στο διηνεκές.