Ο Μέγας Αυλισμός κυκλοφορείεί σε δεύτερη έκδοση απ'
Β ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔ. ΔΡΟΜΩΝ.
ΝΙΚΟΥ
ΜΑΚΡΗ
ΜΕΓΑΣ ΑΥΛΙΣΜΟΣ
δράμα
Προοίμιο:
Οι
γάμοι ουρανού και γης τελούνται αιωνίως
ο
έρως ο πολύμορφος και πολυϋμνημένος
αλλάζει σάρκα και οστά και ένδυμα και γνώση
όντας
δριμύς κάθε φορά, δυναμικός και κύριος.
Τόσοι
ωκεανοί φωτός, τόση φωτοχυσία
που
ανακλούν τους ουρανούς που διαφεντεύουν τ’ άστρα
δε
στάθηκαν ποτέ ικανού να τον γυρίσουν πίσω.
Βροντά
ο ουρανός, τρίζει η γη, αναλαμπίζουν τ’ άστρα
κι
αυτός υψιπετής, γοργός, φωτίζει τους αιθέρες…
Απλώνεται
στο άπειρο πέρα απ’ τους γαλαξίες
είναι
το παν, παντού παρών κι ας χάνεται η λάμψη.
Κινεί
τα πάντα αέναα, σμιλεύει τους αιώνες
τα
μύρια έτη του φωτός ποτέ δεν τον λυγίζουν.
Έρχεται
ατόφιος, δροσερός, ορυμαγδός και πάθος
ακροβολίζει
πέρατα, συνέχει όλη την κτίση,
άναρχος,
ατελεύτητος, αιώνιος, παντεπόπτης
δε
φανερώθηκε ποτέ να πει ποιος, τέλος, είναι.
Πρώτος
και ακλινής παντού, φωτίζει τις αισθήσεις
η
κοσμική ταυτότητα είναι το έμβλημά του.
Κάμποι
και δάση και βουνά
ωκεανών
κρυμμένα βάθη
απύθμενοι
αστρικοί χοροί
φωτόνια
και νετρόνια
αλλάζουν
σχήματα, μορφές,
κυκλώνονται
μακάρια…
Όλα
μαζί και χωριστά
ερωτικά
κινούνται
τελούν
τους γάμους του θεού
χωρίς
να τον γνωρίζουν.
Τι
να του πουν; πώς να το πουν;
ψελλίζουν
σιγασμένα
καθώς
η ανέσπερη στιγμή
φορτίζει
τις αισθήσεις,
τις
μήτρες της ιερής στιγμής
τις
εστεμμένες κόρες.
Ακήρατες
στο είναι τους
οι
αγαπημένες κόρες
γίνονται
οφθαλμοί φωτός
που
σιγοτρών οι αιώνες.
Πριν
καν ανθήσουν φθείρονται
μαραίνονται
στα σκότη,
υμνολογούν
εφήμερα
του
έρωτα τα πλάτη.
Δούλες
γλυκιές
υλοχαρείς
ολόγυμνες
παρθένες
αγάλλονται
εφήμερα
χωρίς
σπουδή και βιάση.
Ο
κύριός τους ο σκληρός
λικνίζει
τις αισθήσεις
ολοτραντάζει
άσπλαχνα
ερωτικές
δονήσεις.
Τυφλώνει
ό,τι έμορφο
ανθίσταται
για λίγο
πτερορρυεί
και χάνεται
στην
άβυσσο-εγώ του
Έρωτα
πολυδάπανε και μυριοποθημένε
ανάβεις
τις συμπαντικές φωτιές
ως
φως γλυκιάς ημέρας,
νύχτα
σκληρή με θησαυρούς
μ’
απύθμενα πελάγη
ανθίζεις
όπου θες εσύ
στα
βάθη και στα πλάτη
τιτάνιων
αναστεναγμών
και
πλησμονών χαράς…
Σου
το ‘παν όλα τα στοιχειά
του
κόσμου μας, του κόσμου
πως
παραδίνονται σε σε
χωρίς
αναπαμό.
Οι
αιώνες των φτωχών βροτών
διαλύονται
μπροστά σου
ωκεανοί,
έτη φωτός
χάνονται
στη θωριά σου.
Είπα
να ξαναγεννηθώ ευθύς
μετά
τον ερχομό σου×
μ’
ανάλωσες και σύγκορμα
κοιμήθηκε
η ψυχή μου
στη
μελωδία της σιγής
απούσα
παρουσία.
Έπειτα
έπεσε σκληρός
απάνω
μου ο χρόνος
βαρές
στιγμές ασήκωτες
ερμητικά
κλεισμένες
σχήματα,
λόγοι, ακούσματα
μορφές
λυγερωτές
όλα
μαζί και χωριστά
σπαράζουν
το εγώ μου
το
παραδίδουν άκαρδα
στου
κόσμου τα πελάγη
χωρίς
καμιά αναστολή
απαίσια
και σκληρά.
Τότε
ακριβώς ημιθανής
κινούμενος
νεκρός
στου
κόσμου μας τα πέρατα
τα
είδωλα, τα ξένα
θωρώ
την παρουσία σου
πλανώμενη,
γυμνή
με
την ανάδυση που ευθύς
γεννάει
τη δυστυχία
την
έρμη περιπλάνηση με βρόμιο παλμό.
*
Έρωτα
πολυμήχανε, μαγεύεις τις ψυχές
τις
πυρπολείς δυναμικά προς κάποια προσμονή
γεννάς
την αδαπάνητη στο χρόνο επιθυμία
τη
σαρκική, του πνεύματος, της γνώσης και του πάθους.
Έρωτα
είναι το εγώ που επιθυμεί να νιώσει
την
άπειρη πληρότητα στα κοσμικά δεσμά.
Είναι
ο κύκλος της ζωής χρόνια αιωνιότης
που
αναλίσκεται σκληρά χωρίς αναπαμό.
Της
ιστορίας η πνοή η κοσμογεννημένη
τα
έξοχα επιτεύγματα των μεγάλων πνοών
οι
ηχηροί απόηχοι έξοχων βιωμάτων
είναι
βαθιά ερωτικά, τερτίπια των θεών
της
πλησμονής, του χρήματος, της δόξας και του πάθους
της
ψιθυρίζουσας φωνής του αδέσποτου εγώ.
Είναι
βαθιά ερωτικά γι αυτό και σμιλεμένα
στου
χρόνου τις αγήραστες λευκές θραυσμένες πλάκες.
Ερωτική
‘ναι η πνοή ανθρώπων και θεών
ερωτικά
τα τρίσβαθα της γήινής μας πλάσης
ερωτικοί
οι αναπαλμοί της ήβης και της νιότης
ερωτικά
ανέραστα τα δράματα του πάθους
κι
ο μέγας ο ορυμαγδός ανθρώπων της θανής.
Έρωτας
είναι ο παιδεμός κι ας λύνει τις αισθήσεις,
του
κόσμου την πλατιά χαρά και την ευδαιμονία
ερωτικός,
ναι, ο παλμός και για τα υψηλά
πλατωνικά
ερωτικός που αυτοαναιρείται…
Πώς
θα μπορέσω να το πω και να το εννοήσω
πώς
θα σφραγίσω μέσα μου ερωτική μανία
το
μέγα πάθος της στιγμής που έντιμα ακυρώνει
επιθυμίες
άλλων βροτών, πολιτισμών μεγέθη;
Σύρομαι,
παρασύρομαι στη δίνη των ανθρώπων
αδελφικά,
ανθρώπινα, με πάθος και με μάθος
ο
ιερός συρμός του χθες είναι η κατοικία
που
ανέθρεψε ανελλιπώς ηγήτορες και δούλους
παραδομένους
τραγικά στη δίνη του πελάγους…
Θ’
ακροασθώ με φρόνηση του κόσμου τον παλμό
θα
ξανατρέξω ολοταχώς στους χθεσινούς δασκάλους,
θ’
ακολουθήσω ταπεινά μεγάλες διδαχές
που
σμίλεψαν αιώνια ψυχές αυτού του κόσμου
που
αντικρίζουν ένσοφα και με μεγάλο ρίγος
τα
μέγιστα και ιερά μυστικά των ψυχών.
Όμως…
οι μύριοι κύκλοι μου, γεννήσεις και
θανάτοι
η
ανθρωπότης μου η φτωχή, η κυκλική, η δόλια
δε
θα γνωρίσει ανάπαυλα, δε θα γνωρίσει τέλος.
Πρώτο άσμα:
Μονόλογοι του ιδαλγού
Ιδαλγός:
Γλυκιά
του κόσμου αναλαμπή
ξανοίγεσαι
μπροστά μου
του
κόσμου ερωτική πνοή
σαρκώνεσαι
εντός μου.
Τα
μάτια μου, οι αισθήσεις μου
ο
όλος εαυτός μου
μεταβολίζει
την πνοή
εγκόσμιας
παρουσίας…
Κι
όμως, καθώς βυθίζομαι
στου
κόσμου τις αισθήσεις
καταποντίζομαι
άναυδος
στο
άπειρο το χάος.
Διψούν
οι αισθήσεις
μα
ατροφούν
στου
απείρου τα πελάγη
στήνονται
και πτερορρυούν
στο
σκότος το αιώνιο…
Έρωτας
χάνεται γοργός
έρωτας
ανατέλλει
ερωτικές
πνοές σκιρτούν
μπροστά
στην παρουσία
του
άρρητου ωκεανού
του
αθεμελιώτου.
Ο
έρωτας κατέρχεται
στα
βάθη της εστίας
χωρίς
ζωή, χωρίς πνοή
χωρίς
μορφή και λόγο.
Ριγώ,
ριγώ, αναχωρώ,
άπιστη
παρουσία
πλαντάζει
τις αισθήσεις μου
ποντίζει
την ψυχή μου…
Κοίτα
τα λούλουδα της γης
ανάριες
πεταλούδες
αφρούς
κυμάτων, τα πανιά
τους
γλάρους, τα σεργιάνια
ακούραστων
πλεούμενων
με
γυμνασμένους ναύτες…
Κοίτα
τη χλόη από παντού
τα
πεύκα, τους λειμώνες,
κουφάλες
δένδρων
θαλπωρής
ακύμαντες εστίες,
την
καλυβούλα του Θωμά
το
σύδενδρο του λόφου
όπου
νεράιδες κελαδούν
με
λευκά περιδέραια
φτιγμένα
από λούλουδα
που
κρύβουν τις αισθήσεις.
Ατένισε
τους ουρανούς
τα
βάθη και τα πλάτη
ακύμαντων
χαμόγελων
σταλμένων
στους αιώνες…
Βαθιά
ατένισα ο φτωχός
τα
βάθη και τα πλάτη
ακύμαντων
χαμόγελων
σταλμένων
στους αιώνες.
Ατένισα
πολύ βαθιά,
κουράστηκε
ο εαυτός μου
οι
αισθήσεις μου συντρίφτηκαν
χάθηκε
ο λογισμός.
Ερωτικά
πνοή: μηδέν
ταφόπετρα
η ζωή μου,
το
άγχος αναρρίγησε
οι
αισθήσεις μου συνήλθαν
μία
ζωή, μία πνοή, ένας αναβαθμός.
Χάθηκαν
τα οράματα, οι ήχοι, η πανδαισία
πύκνωσε
ο νους, αλώθηκε απ’ τον άπειρο χώρο
ένιωσα
θείος, ταπεινός, αιώνιος, τιποτένιος
μπροστά
στη θετικότητα την αποτελεσμένη…
Ποιος
είμαι; ήχησε βαθιά το ερώτημα το μόνο.
Αποπνοή
το ψέλλισε κι έπειτα σιγαλιά.
Κοιμήθηκαν
ανέμελα του κόσμου οι αισθήσεις
ξάπλωσα
ανενόχλητος στου χώρου το κρεβάτι
σίγησαν
όλα, ηρέμησαν, χάθηκε ο εαυτός μου,
σιγή,σιωπή,
νεκρόταφος η ιστορία του βίου.
Είμαι
μηδέν, το γνώρισα, μου το ‘παν οι αισθήσεις
το
‘κραξε το συναίσθημα, η επιθυμία, ο λόγος.
Δε
θα ‘θελα να κοιμηθώ σ’ άλλη στρωμνή μακάρια
για
να ξυπνάω ολημερίς, να ξαγρυπνώ τις νύχτες.
Θεία
στρωμνή, μακάρια
χωρίς
τόπο και χρόνο, αιώνια, άτμητη οπτασία.
χωρίς
περιεχόμενο, βούληση, επιθυμία
ποια
είσαι συ, ερωτική, εκστατική, αιθέρια;
Ο
νέος έρωτας ηχεί χωρίς φωτοχυσίες,
άμορφα,
άχρονα, γλυκά χωρίς ήχους και νότες.
Φυγή,
φυγή ή σιγαλιά
η
απρόσμενη ερωμένη
η
αίφνης αναβλέπουσα
μακάρια
πνοή.
Ενταφιάζει
τις στιγμές
τα
είδωλα του χρόνου
τους
έρωτες των γηγενών
τον
έρωτα του κόσμου.
Αναβαθμός:
Είπα
να βρω την αλήθεια της αλήθειας
την
αιώνια τάξη των πραγμάτων
το
υπάρχειν και το θεμέλιό τους
την
αναφή τους ουσία.
Πέρα
απ’ τα φαινόμενα
στο
βάθος των φαινομένων.
Σβήστηκε
η φωνή μου ως λογισμός
ακροβυθίστηκε
ο λόγος μου
ναρκώθηκε
το συναίσθημά μου
ο
άβατος ωκεανός.
Στη
σιγή του μηδενός
στο
απόλυτο του χώρου
στην
χωρίς περιεχόμενο αιωνιότητα
σβήνει
η ποιητική πνοή
κατατίθενται
κάλαμοι ενδόξων και αδόξων.
Ο
σφριγηλός δυναμισμός του κέρατος της Αμαλθείας
σε
ηχηρές βροντές των Κουρήτων,
οι
εκστάσεις των διονυσιακών
και
η αρμόνια λύρα των ορφικών
ντύνονται
τη νέα τους πνοή
τη
συμβολική.
Το
σύμβολο ακινητεί
το
χρόνο και το πάθος
του
νου τα κρηπιδώματα
το
θείο λάλον ύδωρ
για
να ορθώνεται ως μονόγραμμα
ως
ιερόγλυφο, ως ολότητα.
Είναι
η μοίρα του ιερού
ο
διχασμός, η σχάση
στην
κρύφια ενότητα, στου βάθους την πνοή.
Όλα
από το σύμβολο, την τάξη, την αρχή
το
σύμβολο των σύμβολων, το νοητό μηδέν.
Σελαγισμοί
αστέρων,
κόρεων
εμπνοές
αρρένων
ενοράσεις,
αστών
υποβολές
και
επαναστατών διεκδικήσεις
κατοπτρίζουν
ανάστροφα του ιερού τη δύναμη
των
εγκοσμίων εμπλοκών το βάθος και το πάθος.
Υπάρχουν
κι άλλες θελκτικές δυνάμεις
που
αινίσσονται την αναφή αφετηρία×
θήλεων
αρπαγές, αρρένων ευγενείς κατόψεις
εργαστηρίων
λογισμοί
ανθρώπων
έπεα και τρόπαια.
Μνήμες
και λήθες οριακών συμβαινόντων
όριο
και μεθόριο ύψους και βάθους
αυτοκατάργηση
των αποστάσεων
αυτοαναίρεση
των διαφορών
ουσίωση
στο υπερούσιο
με
τον απερίτμητο κραδασμό
της
ελευθέρωσης.
Το
άτμητο συμβαίνον όμως
δεν
αγγέλλεται ηχηρά
δεν
ηχεί ως σάλπιγγα χθόνιων και έγχρονων κατακτήσεων.
Δεν
συνεπαίρνει το συναίσθημα με τις μύριες επιθυμίες
δε
χαλυβδώνει τη βούληση με τις άκρατες ορμές
τις
ορθολογισμένες απ’ την τάξη της ζωής.
Το
άληστο συμβαίνον
καταβροχθίζεται
απ’ τη λήθη των φαινομένων
μα
αναθάλλει χωρίς να θάλλει
πέρα
απ’ το διάβα των αιώνων
ως
μυστική παρουσία του αιώνα.
Δεύτερο άσμα:
Ακροάσεις και μυστικοί ψίθυροι
Ιδαλγός:
Αναζητώ
φρικτά την ανάπαυση της ψυχής μου.
Αναβιώνουν
έγκατοι στοχασμοί στα σπλάχνα μου
ακροβολίζεται
ο βαθύς εαυτός μου
το
συναίσθημά μου λποθυμάει.
Δε
βρίσκω πουθενά την ανάπαυση.
Πού
βρίσκεται ο έγκατος χώρος; κράξαν τα σωθικά μου
και
αρνήθηκα να κατονομάσω.
Αφηγητής:
Θα
πας μακριά, πολύ μακριά, πέρα απ’ τις αισθήσεις…
Εκεί
που το μάτι δε βλέπει
που
το ους δεν ακούει
που
η καρδιά δε χτυπάει.
Ιδαλγός:
Ερεβώδης
ίλιγγος σπάει τα σωθικά μου
απερίγραπτο
χάσμα που νεκρώνει το νου
αείδεια
των πάντων που ακυρώνει τις αισθήσεις…
Το
μη-Ον ή το Ον;
Η
μη-Ζωή ή η Ζωή;
Ω
μυστικοί, ακούω τις σάλπιγγές σας
με
την αρχέγονη μουσική τους,
τη
σιωπηλή, τη χωρίς ήχο
κι
αγωνίζομαι να βρω το νόημα
χωρίς
επιτυχία.
Αφηγητής:
Δε
θα φθάσεις δύστυχε ό,τι σε ξεπερνάει,
το
μύχιο και άπεφθο εαυτό σου,
την
πεμπτουσία του είναι σου.
Ιδαλγός:
Επικαλούμαι
τη θεία μανία του Πλάτωνα
την
άπλωσιν του μακάριου Πλωτίνου
τα
ψελλίσματα των Ουπανισάντ
τη
μαγεία του βιβλίου των νεκρών,,
τρέχω
στην Κίνα του Λάο Τσε
στους
Σούφι και στους ευρωπαίους μυστικούς.
Λαλιά
η σιγή, ο άχραντος λόγος.
Σφίγγεται
η καρδιά μου
και
αποδιαστέλλεται ο νους μου
καθώς
οι σοφοί αρνούνται να μου αποκαλύψουν μυστικά.
Σιγή
του έρωτα, ερωτική σιγή
κατάπαυση
του είναι μου
άρνηση
των μελών και των δυνάμεών μου
αναφής
και άρρητη αλήθεια
που
περιπνίγει κάθε έρωτα και επιθυμία.
Είσαι
συ η Όλη Επιθυμία
Συ
το απόλυτο είναι
που
καταπίνεις κάθε μερικό, μικρό, επιθυμητικό
που
καταργείς κάθε έννοια
πλήρωσέ
με
κατάργησέ
με
αποσκοράκισε
κάθε μου λογισμό.
Μυστική φωνή:
Οι
νύμφες της Ανατολής,
οι
μούσες της εσπέρας
οι
ανεμώνες της σιγής
οι
θόλοι της ημέρας
αρνήθηκαν
τα μυστικά
που
ψέλλισαν χθες βράδυ
τις
μύριες υποσχέσεις τους
τον
ψυχεδελισμό τους
που
μάγεψε το είναι μου
τις
άδειες του εστίες
με
τις τρανές αναμονές
τις
μυριογεννημένες.
Κόρες
ήταν του έρωτα
του
χιλιοϋμνημένου
κοράσια
παρθενικά
με
βλέμματα αιώνια
και
παιδική αγνότητα
στο
θείο αργαλειό.
Ψάχνω
να βρω το είναι τους
τα
καρυκεύματά τους
τις
γλυκές υποσχέσεις τους
τη
μύρια τους πνοή.
Η
μνήμη μου αδυνατεί
νεκρώνει
τις αισθήσεις
μου
αφαιρεί το λογισμό
τις
θείες παραστάσεις.
Ήταν
ψευδαίσθηση γλυκιά
που
χάθηκε στα βάθη
της
απερίγραπτης σιγής
της
αραχνοϋφασμένης;
Που
‘σαι ιππότη της σιγής
των
ουρανών δρομέα
να
μεταφέρεις μήνυμα
φτιαγμένο
από αίμα
μιας
δύστυχης κι ανέραστης
ψυχής
αυτού του κόσμου;
*
Ιππότη
της σιγής και τα’ ουρανού
μειλίχιο
της ομορφιάς καμάρι
ωκύποδε
ιδαλγέ των ουρανών
με
τον ανέραστο έρωτα του αιώνιου
θ’
ακούσεις την κραυγή των σωθικών μου
ω
αγγελιοφόρε της σιγής…
Χωρίς
να αφιππεύσεις μια στιγμή
θα
νιώσεις τους παλμούς του είναι μου
και
θα γνωρίσεις πριν μιλήσω
τους
πόνους της ταλαίπωρης ψυχής μου.
Ριγούν
οι παγετώνες της καρδιάς μου
καθώς
οι ετερόφωτοι σελαγισμοί
τους
ψύχουν χωρίς τέλος
πυκνώνοντας
το άγχος των εγκάτων
στην
πρωτοσύλληψη του έγχρονου και του θνητού.
Ιδαλγός:
Τότε
αρπάζομαι απ’ ό,τι τύχει εμπρός μου
χρώματα,
ήχους, σχήματα, μορφές
απ’
τον ειδωλικό μου εαυτό τον τιποτένιο
με
τα φρούδα ψιμύθια και τις επιθυμίες.
Ιππότη-ιδαλγέ
των κόσμων τη σιγής
τριγμός
και οδυρμός τα ερείπια της ψυχής μου
αγκυλωμένες
σκέψεις και εναύσματα
που
δεν τελεσφορήσανε ποτέ
στου
κόσμου τούτου την ορμή και την κραιπάλη
σύντριμμα
του πελάγους και της καραδοκίας των καιρών.
*
Η
μουσική των λέξεων δεν είναι πανδαισία
των
αρχαγγέλλων ο χορός είναι ειδωλικός
τα
πρωτινά πετάγματα της ήβης και της εφηβείας
κρύφιοι
υπαινιγμοί παλιών καιρών.
*
Ήρθαν
οι μούσες από μακριά
με
τη γλυκιά φωνή τους
που
χάθηκε ανέλπιστα
στην
πάχνη της εσπέρας…
Κουράστηκα
στις βόλτες μου μονάχος
στου
βίου την απλοχωριά
που
συνεπαίρνει τις αισθήσεις
για
να γκρεμίζει μυστικά
της
ήβης και της απαλής μου νιότης
για
ν’ ακυρώνει ακροάσεις
ανεξαγόραστα
και άυλα μυστικά.
Πόσο
θα διαρκέσει η ζωή μου
αυτό
το ψεύδος των καιρών
με
τις νωχελικές επιθυμίες
και
τις αναμονές των δειλινών;
Ω,
δεν το ξέρω πόσο θα κρατήσει
ίσως
να γέρνει ήδη προς δυσμάς
ως
ύστατη στιγμής επιθυμία
ως
παραμύθι άλλων ουρανών.
Μου
είναι τόσο δύσκολο να τα μετρήσω,
η
ευτέλειά τους με κρατάει νεκρό…
…κι
όμως κάτι τι με μεταπείθει
που
μ’ ανασταίνει ολόκορμο και ζωντανό.
Ο
ευτελής μου βίος θα τελειώσει
οι
τιτανομαχίες των βουνών
άστραψαν
μόνο για να με πλανήσουν
ως
είδωλα, ως αυταπάτες των καιρών.
Οι
ακροάσεις δεν ανήκουν στο εγώ μου
οι
ανομίες των πολλών μου ημερών
βγήκαν
ανέπαφες, ξαναφυτρώνουν
πνίγουν
ό,τι απέμεινε ιερό.
Ω,
θα τη χάσω τη ζωή μου
σ’
ορμίσκου βάθος ταπεινό
θα
‘ναι το τέλος της οικτρό
το
περιμένω
εγώ,
κολυμβητής ωκεανών.
Είναι
σκληρό να καρτερείς μονάχος
το
ψέμα που ‘κτισες ολημερίς
είναι
ανήκουστο η εσπέρα
να
σε πληγώνει συνεχής
καθώς
σε πείθει πόσο άσκοπα ζητούσες
του
βίου την απλοχωριά
τις
ματαιότητες, της σχόλης
τα
γνώριμα τα δώρα τα καλά
που
‘ναι βιτρίνες-προσωπεία
απάτες
πληρωμένης αγοράς
πλήθουσες
όψεις της αργίας
μάταια
και πικρόχολα υλικά.
*
Ω
ακροπόλεις και τεμένη
ιερόγλυφα,
κοσμήματα ιερά
φωνές
ηρώων και μαρτύρων
τι
μας προσφέρατε σεμνά
πώς
αποδιώξατε την πλήξη της αργίας
πώς
μεγεθύνατε το φως
που
σκάει ανέπαφο στο πρόσωπό σας
και
γίνεται μακάριος ουρανός;
Πώς
αρνηθήκατε τη σχόλη της ημέρας
αιχμάλωτοι
άλλων ουρανών
προφήτες
άλλου βίου και πολιτείας
στη
σκοτοδίνη των δικών μας ημερών;
Αναζητώ
το είναι σας μα δεν το βρίσκω
είναι
τόσο μακριά απ’ το εσμό
των
εργολάβων τη ψυχής μου
των
φαντασμάτων του εγώ.
Ω,
θα τη βρω την όμορφη ψυχή μου
μακριά
απ’ το εγώ και το υπερεγώ
έξω
απ’ τους ήχους της ζωής μου
στις
άυλες παρυφές άλλων βουνών.
*
Θα
αποσείσω κάθε ομορφιά
και
κάθε υποβολή των αισθητών πραγμάτων
που
χάνεται και γίνεται μπροστά μου
άνθος
ζωής σκληρό κι απατηλό.
Αν
αρνηθώ του κόσμου τούτου τις μορφές
την
αισθητή ομορφιά και γεύση των πραγμάτων
τι
απομένει εντός μου, τι εκτός μου;
Πού
θα βρεθεί η ασίγαστη ομορφιά
το
κάλλος της το καταθέλγον;
Το
θείο μηδέν των μυστικών είναι η παρουσία
η
αναφής, η άπειρη, η άκρα κυριότης…
Δε
θα τη βρεις όμως χωρίς το αισθητό
δε
θα μπορέσεις να διαβείς τα σύνορα του κόσμου.
Το
ξέρεις, το ‘δες, το διαπιστώνεις:
Είναι
η συνοχή και η αφετηρία,
το
άναρχο Α και το ατέλειτο Ω
ο
πυροδότης γέννησης και της φθοράς
η
αιώνια παροχή, το υπάρχειν.
Μην
τρέχεις σ’ άλλους κόσμους
δεν
υάρχουν
όσο
κι αν φλέγεσαι κι επιποθείς.
Τούτα
τα πρόσωπα, οι αισθήσεις
αγλαές
φωτοχυσίες της στιγμής
είναι
μορφές κι σχήματα του Άσχημου, του Άμορφου
του
αιώνια απρόσωπου και απερίγραπτου
του
άτμητου, του αδιάστατου, του άχρονου, του άφθαρτου.
Δε
θα τη βρεις την όψη της ζωής χωρίς τα εναντία
το
απλό χωρίς το πολλαπλό
το
άφθαρτο αν αμελήσεις το φθαρτό.
Μες
το φθαρτό θα βρεις το άφθαρτο
στην
ομορφιά το κάλλος
στο
λόγο τη σιωπή
τη
σιγή των αιώνων.
Τα
σχήματα, τα χρώματα και οι μορφές
μπολιάζουν
τις αισθήσεις
ξυπνούν
το νου από τη νάρκη των αιώνων
με
τις αέναες μεταμορφώσεις
και
σκεπτικές κατηγορίες.
Έτσι
ανατέλλει το εγώ-επιθυμία
προσωπική
κραταίωση του πάθους
πλήξη
του νου και συνεχής οδύσσειά του.
Πώς
θα φορτίσω τις αισθήσεις
με
την αναισθησία του νου;
Πώς
θ’ αποπλήξω την επιθυμία
με
το βαρύ πλήγμα του λόγου;
Τώρα
εμφανίζεται η σιγή
κι
υμνεί υπέρκοσμα εντός μου.
Σιγή:
Σύγκρυος ιδρώτας μου
όψη
των αναστεναγμών μου
μαρμαρυγή
των μόχθων μου
σημείο
αναζητήσεών μου
πλάθεται
άγαλμα ομορφιάς
στην
όψη μου δάφνινο στέφος.
Δεν
είμ’ εγώ του ήλιου θυγατέρα του υπέρτερου
ούτε
των Ολυμπίων δώρο στους θνητούς.
Είμαι
η άυλη σιγή μακαριότητας
που
αγνοεί το στεναγμό του κόσμου
τους
τραγικούς παλμούς της ύπαρξης
την
όψη του θανάτου
τους
στεναγμούς της στέρησης
τη
μακαρία λήξη των προσώπων.
Για
δες τα τελευταία πώς αποσυντίθενται
στο
κοσμικό βασίλειο των θνησκόντων…
Είσαι
και συ ο θνήσκων άνθρωπος
ο
εξόριστος του κόσμου.
Ο
κόσμος είναι η εξορία, το κατάλαβες
μα
δεν υπάρχει γη επαγγελίας
κόσμος
και εξορία πια ταυτίζονται
μόνη
φυγή η σιγή στον κόσμο.
Σιγή
στον κόσμο δε σημαίνει αποκατάσταση
αλλά
αρχέγονη αφετηρία
που
ελευθερώνει κάθε νου από αισθήματα
από
τα πάθη, απ’ την αβελτηρία.
Σιγή
‘ναι ο νους, η ανακαίνωση
χωρίς
τις τυπικές διαδικασίες
είναι
η φαινομενική παραίτηση
η
εύδια αναχαίτιση η σωτηρία.
Κόσμος
κι εξορία αν ταυτίζονται
πού
θα βρεθεί η αφετηρία
πού
θα βρεθεί το νόημα
η
περίβλεψη
η
αλήθεια και η ευλογία;
Νους
και σιγή ταυτίζονται
αυτό
είναι το πανάρχαιο μυστικό μου
στα
λόγια των θνητών μην αγκιστρώνεσαι
κι
ας είναι όπως λεν το φως του κόσμου.
Ιδαλγός:
Θωρώ
την αρχοντιά σου και σεμνύνομαι
άυλη
η όψη σου
απρόσιτα
τα περιδέραιά σου
ακατανόητες
οι λέξεις σου
περίπνευστο
το νόημά σου.
είσαι
η σιγή κι όμως μιλάς θεσπέσια
εξοβελίζοντας
το θόρυβο του κόσμου
μικρός
εγώ, εσπέριος κι ανέσπερος
σαρκώνομαι
εντός μου.
Θέλω
να μου μιλήσεις καθαρότερα
πρώτιστη
των ανθρώπων θυγατέρα.
Σιγή:
Ένας
και μόνος είν’ ο λόγος μου
πρέπει
να τον κατανοήσεις
μα
για να γίνει αυτό ιππότη μου
οφείλεις
να μ’ αναζητήσεις
μακριά
απ’ τους θορύβους και τα λόγια μου
στο
είναι κόσμου και εξορίας
πέρα
απ’ τις πομπές και τα περάσματα
των
χειροκροτητών της ιστορίας.
Δεν
τ’ άκουσες; Δεν το κατάλαβες; Αλίμονο
τα
λόγια μου έξω από κάθε λόγο
ποντίζονται
στο πέλαγος της άνοιας
της
άρνησης, της έκπτωσης του λόγου.
Όταν
εκσκήπτει ο λογισμός μαραίνονται
οι
εμπνεύσεις, οι ενοράσεις, οι αισθήσεις
γιατί
ανατέλλει ολομιάς πανέμορφο
το
άυλο βασίλειο της Λήθης.
Λήθη
του κόσμου, μνήμη του υπέρκοσμου
μες
την καρδιά της εξορίας
ιδού
το μέγα το μυστήριο
ως
πεμπτουσία της ιστορίας.
Τρίτο άσμα:
Επανάσταση
Αφηγητής:
Άκουσ’ ιππότης ο καλός τα λόγια της σιγής
και
αφανίστηκε μεμιάς στον κρύφιο λογισμό.
Μέσα
του ωκεανοί ζωής, ατίθασες εικόνες
μνήμες
και κρίσεις του καιρού, αισθήματα, εμπειρίες
κατασιγάστηκαν
ευθύς, χαθήκαν μακριά.
Γιατί
πλέον να σκέπτεται, να δρα και να κινείται
αφού
το μέγα μυστικό ποτέ δεν εκπορθείται
με
λόγους, με αισθήματα, με πράξεις, με πνοή;
Η
μνήμη όμως δύσκολη του νου του θυγατέρα
ανακαλεί
τα πέρατα της θείας φαντασίας
κι
αρχίζει του ονείρατου ο μέγας ο περίπλους.
Ένας
περίπλους λυγερός με μουσών συνοδεία
με
κλώνους του Διόνυσου, με χαρές του Ζαγρέα
με
ιαχές παράδοξες, του Απόλλωνα τη χάρη
της
Αθηνάς τη φρόνηση των Διόσκουρων σφρίγος.
Ήταν
και άλλοι συνοδοί, συμπαντικές δυνάμεις
τέρατα
μυθολογικά φερμένα απ’ τα πελάγη
κόρεων
ελαφρές πνοές με την περίσσεια δόξα
άλκιμοι
νέοι του Βορρά ασκημένη στα δάση
στη
δύναμη, στη φρόνηση, στην τόλμη, στην ανδρεία.
Ο
Λανσελότος ο καλός, Ρολάνδος παραπέρα
απτόητοι,
αήττητοι, κομίζοντας την πίστη
στο
άγιο ποτήριο, στο πνεύμα του κινδύνου
της
θείας περιπέτειας που εξοβελίζει όρια
όρια
έργο των αστών και των πολιτισμένων.
Τι
είναι περιπέτεια, τι είναι μεγαλείο;
Ιδού
το μέγα ερώτημα που τρέφει την ψυχή του.
Αν
η σιγή ‘ναι ξόριστη στου κόσμου το βασίλειο
αν
ο νηφάλιος λογισμός βρίσκεται μακριά της
η
θεία περιπέτεια ταιριάζει στους ανθρώπους
ο
άγνωστος ανήφορος που ‘ναι και κατηφόρα.
Αυτός
ο κόσμος ο κρυφός είναι η περιπέτεια
η
περιπέτεια η δεινή που θέλει να εκφράζει
το
θείο μάνα της ψυχής, το απόλυτο του νου
μακριά
από κάθε λογισμό άστεων και βροτών.
Ωστόσο,
η φαντασία του, μαζί του και η μνήμη
αδυνατούσαν
να του πουν πού πρέπει να διαβεί.
Το
άτι του, ο λογισμός, αδύνατο να τρέξει
και
ν’ ανεβεί αλώβητο σε ατίθασες κορφές.
Μπροστά
του ο ωκεανός ήταν κι αυτός μικρός
τα
κύματα που απλώνονταν ατρόμητα κοντά του
αδυνατούσαν
να διαβούν το έσχατο κενό.
Στράφηκε
προς τον ουρανό, τους γαλαξίες, στα βάθη
ατένισε
τα πέρατα άκρων στερεωμάτων
ήταν
μικρά πολύ μικρά μπροστά στη σιωπή.
Τον
άφησαν οι νύμφες του, ξέφυγε η συνοδεία
οι
ήρωές του καλοί τέκνα της περιπέτειας
πισογυρίσαν
άναυδοι στον κόσμο το μικρό.
Πώς
θα μπορέσει να διαβεί του κόσμου την αγκύλη
πώς
προσπερνά ατρόμητα χωρίς σταματημό
το
μέγα χάσμα το ιερό που απλώνεται μπροστά του;
Ορθάνοιξαν
τα βλέμματα μπροστά στο μέγα τρόμο
σταμάτησε
ο σπαραγμός της δόλιας του καρδιάς
ίδρωσε
ολόκοσμος ευθύς, τρέμαν τα γόνατά του
η
σκέψη του ατόνησε, έπεσε καταγής.
Χάθηκαν
όλα μονομιάς, συντρίφτηκε η ζωή του
καθώς
ο δόλιος άπλωνε τα θεία του τα σκέλη
να
τιθασεύσει άνεμους, κύματα, ωκεανούς.
Έμεινε
άναυδος, βουβός, μόνος, απελπισμένος
στου
κόσμου την ακρομεριά, στον έσχατο δρυμό.
Δίπλα
του ανθολούλουδα χαμήλωναν κεφάλι
πάνω
τους ένας αετός αντίκριζε σκληρά.
Του
δάσους τα πετούμενα έκαναν παραπέρα
με
πνιχτά τιτιβίσματα που μήνυαν πανικό.
Μια
ύαινα από μακριά πλησίαζε με πάθος
και
κείνος την αντίκρισε στο βάθος της στιγμής.
Ανασηκώθηκε
μεμιάς, όπλισε τις αισθήσεις
του
‘λειπαν όμως τα φτερά να πάει πιο ψηλά.
Έσπευσε
για να ξαναβρεί τους παλιούς του συντρόφους
κι
ένιωσε μόνος, δυστυχής, ταλαίπωρος, βαρύς.
Στέριωσε
τα ποδάρια του στης γης το υγρό σώμα
προσπάθησε
να θυμηθεί πώς βρισκόταν εκεί
αυτός
ο άθλιος, ο σκληρός, ο έρημος αγύρτης
που
πίστεψε πως δύναται τον κόσμο να διαβεί.
Κατάλαβε
πως δε μπορεί τον ίλιγγο να θραύσει
ήταν
ακόμα αδύνατος, ανήμπορος, μικρός.
Τα
πόδια του ήταν χαμηλά, άμπορο το κορμό του
η
θέλησή του πάνισχνη ωσάν των ασθενών.
Ακροζυγίστηκε
άμεσα ο κρύφιος λογισμός του
ανασηκώθηκαν
ευθύς μνήμες παλιάς ζωής
τα
μάτια του διαστάλθηκαν στου σύμπαντος τις άκρες
η
ανάσα του ακροβόλισε τους κόσμους της σιγής.
Δυνάμωσε
ο άμοιρος χωρίς να καταλάβει
μια
νέα πνοή αναμονής που κύλησε ευθύς
αναμονής
και πλήρωσης, σκιρτήματος και θάμβους
που
νέκρωσε παράδοξα όλα τα ξωτικά.
Της
μοίρας τα φαντάσματα της κλωθογυρισμένης
του
πέλαγους της έκπληξης, της πλήξης των καιρών
της
άπλωσης, της στέρησης, του τρόμου, της σαγήνης.
θέριεψαν
μέσα του ευθύς όλβιες πεθυμίες
χωρίς
περιεχόμενο, χωρίς προοπτικές
άναρχες,
άρρητες, απλές, απέριττες, ωραίες
που
καταργούσαν στη στιγμή κάθε του στεναγμό.
Χάθηκε
μες τα πέρατα ενός πανώριου κόσμου
πέθαναν
μνήμες πολιές, ονείρατα παλιά
νεκρώθηκε
ο λογισμός με κάλπικες αλήθειες
η
φαντασία βούλιαξε σε θείο αναπαμό.
Του
κόσμου του του χθεσινού οι μύριες αναμνήσεις
τα
πλέγματα τα τρομερά της μνήμης των καιρών
έπεσαν
χάμω, θραύστηκαν, ακύρωσαν τη μνήμη
καταποντίστηκαν
γλυκά στον μέγα αιγιαλό.
Δεν
ήταν άστοχα όνειρα ενός παραδαρμένου
στου
κόσμου μας του άξενου το μέγα ωκεανό
ούτε
σειρήνες βλοσυρές που θέλουν να παιδεύουν
τους
ιδαλγούς αυτής της γης σε μέγα παιδεμό.
Ήταν
ιδρώτας κόκκινος, βαθύς, πυκνοβαμμένος
της
ίδιας, ναι, της φύσης του με τον κρυφό καημό
που
‘μενε πάντα ολόγυμνη στο δράμα αυτού του κόσμου
με
τις παράδοξες ιαχές, με το βαθύ παλμό.
Έργα
και δράματα σκληρά, συλλήψεις διανοίας
μύθοι,
ιδέες, διδαχές, δεμένες με τον κόσμο
εικόνες
και φαντάσματα, πράξεις κι επιθυμίες
επιστήμη
και δύναμη, εξουσία και πάθος
ιστορική
επιφάνεια με φρικτό προσωπείο
του
φάνηκαν απατηλά, φενάκη του προσώπου
ένοχος
αναστεναγμός των δόλιων των θνητών.
Όλα
χαθήκαν στις σιγής την άσπιλη χοάνη
ο
ιδαλγός μας ο καλός, γυμνός, εταστικός,
αποκολλήθηκε
όλβια απ’ την επιθυμία
ξέφυγε
απερίσπαστος του κόσμο τον εσμό.
Η
έκσταση τον έφερε στο είναι της αβύσσου
έξω
απ’ του χρόνου του σκληρού τον άθλο παιδεμό.
Τι
του ‘μενε του άσημου παιδιού του άλλου αιώνα
μετά
τις τόσες μάχητες, οράματα και βλέψεις
τι
του ‘μεινε, τι είχε πια δικό του μυστικό;
Χωρίς
μνήμη και θέληση, χωρίς τη φαντασία
χωρίς
το σκληρό λογισμό, του πάθους ιαχές
χωρίς
τα συναισθήματα που πυρπολούν το είναι
τι
θα μπορούσε να γενεί ο έσχατος θνητός;
Πώς
θα μπορούσε να διαβεί του κόσμου τις σειρήνες
τα
δολερά χαμόγελα της μέγιστης σαγήνης
τη
θέλγουσα υποβολή της ένδοθεν σοφίας
πυρίμορφα
τεχνάσματα ανθρώπων της σπουδής;
Τον
έκλαιγαν τον ήρωα οι μούσες και οι κόρες
του
‘πλεκαν στέφανο φθαρτό σοφοί και εγκρατείς
νόμισαν
πως τελείωσε η σύντομη σιωπή του
σε
κάποια ακρώρεια αφανή της άσπονδης σιγής.
Ήταν
απόκοτος, στριφνός, ανίκανος να ζήσει
την
περιπέτεια της γης, το μέγα πειρασμό
που
σαγηνεύει πάντοτε ευγενείς συνειδήσεις
που
παραδίδει κυνικά στου κόσμου το βωμό.
Ποιος
νόμισε τη ζήση μας ανιαρή πλεκτάνη
της
έγκλειστης συνείδησης στου κόσμου την ειρκτή;
Ποιος
ισχυρίστηκε σοφά πως οι τρανές αισθήσεις
χάσκουν
ως ερινύες σκληρές στου κόσμου το γκρεμό;
Ω,
το ‘παν και το τραγούδησαν τόσοι απλοί δεσμώτες
που
νόμισαν πως διάβηκαν τον άπληστο δρυμό…
Πρώτος
και μεγαλύτερος ο ιδαλγός που κείται
αναίσθητος,
ασήμαντος, άγνωστος, σιγηλός.
Ω
μακαρία έκσταση που αυτοκαταργείσαι
στης
στάσης την ενδόχωρα, στα όρια του νου
στην
αναφή παροίκηση ανείπωτων λειμώνων
θεία
τροφή αθάνατη, άγευστη στους βροτούς.
Ο
ιδαλγός κοιμότανε σ’ αυτή την περαχώρα
στον
κόσμο τον απειρικό χωρίς το αισθητό
στο
θείο μηδέν των μυστικών, στο μάκαρα λειμώνα
έξω
από φρούδες συνταγές, ανάριος, σιωπηλός.
Ήταν
γλυκύς ο ύπνος του, νεράιδες, νηρηίδες
δεν
τόλμησαν να τρέξουνε, να ψάλουν σιγηλά
τη
θεία του τη μοναξιά, την έκπληξη, τη λήξη
στην
άρρητη και μάκαρα, στη θεία αγκαλιά.
Κοιμότανε,
κοιμότανε, στου κόσμου τιε αισθήσεις
ήταν
η υπεραίσθηση η θεία τους ακμή
διαφανής,
αδιάφανη, άυλη και ντυμένη,
ανέκφραστη,
αμίλητη, άπιαστη, σιγηλή.
Ήταν
ο ύπνος έγερση, αγρύπνια στην Ημέρα
συγκλονισμός
ανέκφραστος, περίχυση αχανής
ζωή
ζωής, ανέσπερος και πλέριος αυγασμός.
Κοιμήθηκε
χρόνους πολλούς, αιώνες χωρίς τέλος
για
τους θνητούς αυτής της γης που άγχονται και τρέχουν
να
βρουν το νόημα της ζωής, τον κρύφιο της παλμό.
Ο
ύπνος του όμως ήτανε εγρήγορση και θέα
θέα
κρυφή, θέα μυστική, θέα των αφανών.
Την
είδε, τη θεάθηκε η γλαύκα της Σοφίας
και
τη μετέφερε γλυκά στους θόλους της σιωπής.
Τέταρτο άσμα:
Η φωνή των βραχμάνων
Βραχμάνος:
Ω
ιερό πουλί της σιγαλιάς και του ημίφωτος
ω
θείο τέκνο της αναμονής που καταργείς το χρόνο
ω
ιερέ βλαστέ ωραίων και εράσμιων μυστικών
κίνησες κι
ήρθες να μας βρεις, ν’ ακροασθείς τα μυστικά μας.
Γνωρίζεις ίσως
τους θεούς και τους προγόνους μας
αγκάλιασες τα
πλάτη της σοφίας των Ουπανισάντ
τα ρήματα του
Βράχμαν, του Σίβα τη φωνή, του Βισνού την έκσταση.
Ο Πουρούσα πιο
πέρα, θυσιάζων θυσιαζόμενος
τροφή και
τροφός του κόσμου μας, του ακένωτου Αιώνα.
Θέλεις ν’
ακροασθείς τα όντως μυστικά
τα πέρα απ’ τα
σύμβολα και τους συμβολισμούς σημεία
ό,τι δε
συλλαμβάνεται απ’ των ανθρώπων λόγο.
Αποδημητικό το
ιερό πτηνό
αναζητεί το
πλήρωμα, το θείο καταφύγιο
περνώντας απ’
τα σύννεφα, ζητώντας τη σοφία.
Είσαι λοιπόν
πανέτοιμος ν’ ακούσεις τη σιωπή μας
το έκπαγλο
μυστήριο ζωής και θανάτου
να γίνει ο
αλάστορας του ψεύδους των καιρών;
Το ξέρουμε, δε
θα θυμώσεις, δε θα εξαναστείς
έχει πολλούς
επαναστάτες ο αιώνας
που ηχούν ως
ψευδοκύμβαλα πλήξης και τραγωδίας.
Απέφυγες αυτόν
τον κόσμο άπεφθε ιδαλγέ
γιατί η θεία
μυστική που θάλλει στην ψυχή σου
δεν έχει
σάρκινο άρωμα, ούτε ηχεί σε βρότεια ώτα.
Μετεωρίζονται
οι νοσταλγοί αιωνιότητας
αρνούμενοι
χώρο και χρόνο και στιγμές.
Αρνούνται για
να καταφάσκουν αιωνίως
περιχεόμενοι στο ανώδυνο και στο ανώλεθρο.
Οι νοσταλγοί
δεν είναι νοσταλγοί
καθώς παύουν
να νοσταλγούν το εμβιούμενο
μακριά από
κάθε έγχρονο συναίσθημα.
Δεν είναι
νοσταλγός ούτ’ αποδημητής
οι
ιεραποδημίες εντοπίζουν το ιερό…
Άκου λοιπόν το
άκουσμα και το φρικτό το λάλημα
χωρίς ν’
ακούς, να βλέπειςμ να αισθάνεσαι τις κοσμικές απάτες.
Θεία πνοή που
δεν πνέει
θεία αίσθηση
που δεν αισθάνεται
θείος παλμός
που δεν κινείται.
Αιώνιο χαμόγελο
παιδιών του άλλου Αιώνα
που δε
γεννήθηκαν που δεν πεθαίνουν.
Κλείσε τα ώτα
για ν’ ακούσεις την αλήθεια
σφάλισε τα
μάτια για ν’ αντικρίσεις φως
ανάστειλε το
λογισμό
για να
καταυγασθείς από το Βράχμαν.
Το Άτμαν
ενώνεται με το Βράχμαν
ατμίζεται ιερά
η περιδίνηση στο χρόνο
η λάμψη της
αλήθειας επιφαίνεται
μακριά από
ανθρώπινες συμβάσεις.
Άκουσμα,
λάλημα, ω θεία πανδαισία
που κάνεις
κάθε γνώση μάταιη.
*
Το ξέρεις
ιδαλγέ:
Απερινόητο
μηδέν και παν το θείο
κινεί τα όντα
τα ψελλίζοντα τη δόξα του
φωτίζει τα
απέραντα σκοτάδια των ψυχών
για να
ενωτίζονται το μυστικό του φως.
*
Δεν είσαι φως
και κίνηση, ζωή
δεν είσαι
άπειρο, ούτε πεπερασμένο
συνέχεις κόσμο
και ανθρώπων λογισμό.
Είσαι η πηγή
των όντων και των φαινομένων,
κάνε μας ιερά
αναβρύσματα της δόξας σου
ιερές μορφές
του σύμπαντος
κραταιωμένες
απ’ τη δύναμή σου
χάθηκαν σε ύψη
ωραιότητας…
Και μεις
κομίζοντας την ιερή απονοσταλγία
θραύσματα
πλούτου απερίτμητου
νιώθουμε την
πτωχεία μας
θρηνώντας τα
δεσμά μας
την έγχρονή
μας έκπτωση
το φως της
θείας σου αιωνιότητας.
Δρασκελίζουμε
την άπειρη εγγύτητα του νου
αθανασίας
δώματα κενά
γιατί η
απόλυτη καινότητα
είναι το θείο
κενό.
Το κενό που
πληρώνει τα πάντα
την πνοή, τη
ζωή, τις μορφές…
Θείε ιδαλγέ
αν βγεις
φτωχότερος
θα νιώσεις την
πληρότητα
του πλούτου που
δε μεταφράζεται με λόγια.
Γιατί των
πληρωματικών το πλήρωμα
είναι η διωπή
του αιωνίου
η άλλη ζήση
και ο άλλος κόσμος
η γλλυκυτάτη
διαφάνεια του απερίτμητου.
Ιδαλγός:
Είπα να
περιστείλω τη σιωπή μου
να αναστείλω
την ακρόασή μου
και να
ενωτισθώ τους λόγους της Σοφίας.
Βραχμάνες της
αειθαλούς πνοής
ψυχές
βγαλμένες απ’ τη στάχτη των αιώνων
και την
αποφορά του άλγους των καιρών
τα λόγια της
σιωπής σας ακροάζομαι
στα λόγια σας
ακούω ακύμαντους κυματισμούς
του είναι των
αιώνων.
Πώς θα φορέσω
μακαριότητας νυμφώνα
να φωτισθώ
μακριά από κάθε λογισμό;
Πώς θ’
αποσείσω κάθε βάρος
που με κρατάει
μες της γης τα σπλάχνα;
Δωρίστε μου το
θείο ελιξίριό σας…
Βραχμάνος:
Δεν πρόκειται
να πάρεις τίποτε από μας
τους άτεχνους
υμνητές του ανέκφραστου
τα φτωχικά
στρουθία της αδολεσχίας.
Γνωρίζουμε της
ιεραποδημίας σου το φως
και νιώθουμε
πως τα φτωχά μας δώρα
θα σ’
οδηγήσουν εκεί που δεν υπάρχει τοπικότητα.
Θα ξεπεράσεις
κάθε ιδιαιτερότητα
και θα βρεθείς
μόνος και πλήρης.
Η δίψα σου, τα
όνειρά σου και οι δονήσεις σου
θα κατασιγασθούν
μακάρια απ’ το θάνατο
που είναι η
ζωή, του κόσμου η χορηγός.
Ο κόσμος
τρέφεται απ’ τη ζωή
μα την
προδίδει θνήσκοντας
αφήνοντας το
είναι της αλώβητο.
Του κόσμου
τούτου που πεθαίνει
είσαι το τέκνο
της αθανασίας
τίκτοντας το
μη θνήσκον
την πεμπτουσία
του εγώ σου.
Δε θα
αποδημήσεις κάπου αλλού
νέους καιρούς
δε θα αναζητήσεις
η πλήξη έγινε
έκπληξη
η έκπληξη
αιώνια χαρμονή
χωρίς εικόνες
και υποσχέσεις.
Θα βλέπεις
μόνο μετεωριζόμενος
το αμετάβλητο
και το αέναο ταυτόχρονα…
Έκπαγλο μήνυμα
που δικαιώνει
τη ζωή των ιδαλγών
όποια κι αν
είν’ η ηλικία τους
στη γη μας και
στους ουρανούς.
Εμείς οι
νομιζόμενοι ιεροί
οι μέτοχοι του
αιωνίου
αναγεννιόμαστε
από την τέφρα των αιώνων
την τέφρα του
καιόμενου και μη φθειρόμενου.
Ο πλούτος των
κοινών θνητών είναι η φτώχεια μας
οι εμπειρίες
των ανθρώπων του έρωτα και της γιορτής
είναι η σιωπή
των εμβιώσεών μας
το
αντιστραμμένα κάτοπτρο της παρουσίας.
Το γνωρίζεις
πως δεν έχουμε μιλιά
γιατί τα λόγια
μας
δάνεια των
ανθρώπων
και της
ουσιαστικά ανέορτης βιωτής τους
είναι ακύρωση
του λόγου
επιστροφή των
θησαυρών σε αποθησαυριστές.
Οι ύμνοι, τα
ποιήματα, οι στοχασμοί μας
κάθε άλλο παρά
ποιήματα και στοχασμούς εκφράζουν.
Παίγνια του
λόγου, ευρήματα μιας άλλης αναζήτησης
στοχεύουν στο
να καταργήσουν και το λόγο
τα σημαινόμενά
του.
Σιωπή λοιπόν,
ανέκφραστη σιωπή.
Ιδαλγός:
Ώσπου να φτάσω
τη σιωπή είναι μακρύς ο δρόμος
ώσπου να βρω
την ωραιότητα αναζητάω την ομορφιά
ώσπου να
αντικρίσω την κατάπαυση θα είμαι
το αποδημητικό
πουλί της θελκτικής μυθολογίας σας
ο σιωπηλός
ακροατής των μυστηρίων
χωρίς τη θεία,
θειοτάτη μετοχή.
Πως θα μπορέσω
να απαλλαγώ
απ’ τα ψιμύθια
των χρόνων της ζωής μου;
Κάποτε
αφανίζομαι στην άβυσσο του θείου ωκεανού
ψυχανεμίζομαι
και χάνομαι μακάρια.
Ιντερμέδιο:
Απόλυτο μηδέν
που με συνέχεις
θεία παρουσία
που με συγκρατείς
γιατί σε χάνω
κι αναδύομαι στα σκότη της ζωής;
Ποιος πυρετός
και ποια ανεμοζάλη
μερίζουνε τα
δόλια σωθικά μου
συντρίβοντας
κάθε φορά τα ιερότερα σκιρτήματα
της άδολης και
τρέμουσας ψυχής μου;
Πώς νιώθω
κάποτε άφθαρτος
και
συνθλιβόμενος στις χωροχρονικές τις συμπληγάδες;
*
Η μουσική της
ποίησης ανήκει στους ανθρώπους
άνθρωπος είμαι
και ποθώ τη φαεινότητα του στίχου
φως των λευκών
φτερών που ανατέλλει στους αιθέρες
λευκότητα,
αγνότητα, ανέγγιχτες αισθήσεις
τα περιδέραια
του νου, του κόσμου η πνοή.
Ποια μουσική
και ποίηση αρμόζει στους βροτούς;
Δεν αγαπώ την
ποίηση που εξάπτει τις αισθήσεις
που αμαυρώνει
την πνοή της θείας φαντασίας
που
αιχμαλωτίζει της ψυχής τον άσπιλο αρμό.
Η ποίηση και η
μουσική είν’ απ’ τον άλλο κόσμο
τον κόσμο της
ανάτασης και της θείας αγρύπνιας.
Δώστε μου
θείοι εραστές τον ιερό αυλό σας
να γίνω θείος
ποιητής, άχρονος μουσικός…
Η ικεσία μου
‘ναι απλή, αγνή, ειλικρινής
ο πόθος μου
ανέκφραστος με χθόνια υλικά.
Πιο νέος
αλληθώριζα, νόμιζα πως γνωρίζω
τα μυστικά της
έκστασης, της άπλωσης του βάθους
χίμαιρες ήταν,
χάθηκαν, μ’ άφησαν ενεό.
Πιο ώριμος
πιστεύω πια πως η σοφή θωριά σας
μου δίνει
ελπίδες ακλινείς και άληστη πνοή.
Ερχόμενος
εβίωσα την ανείπωτη φρίκη
των μεγαλείων
της πνοής, το τέλος των εσμών
μα το βαρύ
φορτίο μου, οι έκτακτες οχλήσεις
μ’ έριξαν πάλι
στο γκρεμό της κακολησμονιάς.
Πόσες φορές
μετάνιωσα που γύρισα στον κόσμο
στης άγριας
της σχόλης μας τα έρμα πεδινά
στης αεργίας
την πνοή, στου κόσμου τις απάτες
στο χείμαρρο
των έξυπνων κι απατηλών ιδεών…
Σύρθηκα,
ξανασύρθηκα, απέδρασα μονάχος
η μοναξιά
είναι σκληρή όταν την ανεμίζεις
στης σχόλης
την ξενόφερτη και άγευστη ανέμη.
Η απόδραση απ’
τον κόσμο μας είναι μεγάλο βήμα
που ακονίζει
της ψυχής το μαγεμένο αυλό.
Πώς θα μπορέσω
να διαβώ τα σύνορα του κόσμου
χωρίς ξανά να
συλληφθώ δέσμιος και δεσμώτης;
Σας ικετεύω
ιεροί του άρρητου υμνωδοί
δωτίστε μου το
μυστικό το μυριοποθημένο.
Βραχμάνος:
Δεν έμαθες
καλό παιδί του κόσμου ανεμώνι
πως το ιερό το
μυστικό είναι βαθιά κρυμμένο
στο ύστατο το
είναι σου, στην ιερή σου οπλή;
Αν δε
γνωρίζεις την αρχή πώς τόλμησες και ήλθες
στα ιερά τα
δώματα της άσπιλης σιγής;
Θε να
γνωρίσεις την αρχή, την ιερή αλήθεια
μόνος,
κατάμονος, μακριά απ’ τους σκληρούς θορύβους.
Η αλήθεια δε
διδάσκεται, δάσκαλοι δεν υπάρχουν
ό,τι μπορεί να
διδαχθεί είναι αυτού του κόσμου.
Μην πεις πως
είμαστε εμείς του κόσμου επιστάτες
σώφρονες
δάσκαλοι, σοφοί, ώριμοι και ιεροί.
Ο λόγος είναι
θύμηση της θείας μυστικής
ο λόγος μας
καθώς ηχεί στο χάος των αιώνων
θυμίζει απλά,
αινίσσεται την άρρητη αρχή.
Είναι η αρχή η
παντοτινή, του κόσμου μας αγκάλη
η συνοχή, η
άπλωση, η θεία μαρμαρυγή.
Όποιος ακούει
τη φωνή των ιερών βραχμάνων
ξανοίγεται
διάπλατα στην άσπιλη σιγή.
Δε βιάζεται
για άπλωση, δεν ιεραποδημεί
δεν άγχεται,
δε μεριμνά, παύει και να ελπίζει
γιατί η θεία
επίσκεψη, ιερή φωτοχυσία
ολοκληρώνει
του παντός τη θεϊκή ορμή.
Το πλήρωμα
είν’ η σιωπή, η πληρωματικότης
μακριά από τα
σχήματα και τις αναμονές.
Να γιατί δε
διδάσκουμε την ύστατη αλήθεια:
Όποιος ποθήσει
να διαβεί του κόσμου τη φενάκη
παύει την
περιπλάνηση και τις αναμονές…
Χάνεται η
περιπέτεια, οι ιπποτικοί αγώνες
ό,τι κρατάει
μια στιγμή και φθείρεται κατόπι.
Όχι στην
περιπέτεια, όχι στις αποδράσεις
γιατί το θείο
μυστικό δε βρίσκεται σε τόπους
που θα το
κέρδιζε κανείς με την αλκή και τόλμη
των θαρραλέων
ιπποτών του χρόνου του παλιού.
Αν ψάξεις μέσα
σου βαθιά θα το κατανοήσεις:
άσκοπη η
περιπέτεια, μάταιες οι αποδράσεις.
Ξέρεις καλά,
πολύ καλά, πως οι κατακτητές
του
χρυσόμαλλου δέρατος, του θείου ποτηρίου
δούλεψαν για
το μέλλον τους, για την αιωνιότη
που εντοπίζαν
μακριά σε κάποιους άλλους κόσμους.
Για μας
αιωνιότητα είναι η παρουσία
που ηλεκτρίζει
το παρόν, την κίνηση, τη στάση
την ιερότητα,
το ναι του άχρονου καιρού.
Ύπνος βαθύς,
νηφάλιος, έγερση ιερή
την κίνηση
ζωοποιεί η θεία ακινησία
το φθείρεσθαι,
την αλλαγή, πνοή αναλλοιώτου.
Δεύτερος Βραχμάνος:
Κίνηση και
ακινησία,
φθορά και
μεταβολή
αέναο παιχνίδι
μορφών και
σχημάτων
που
αιχμαλωτίζει
τη μνήμη και
τη διάνοια
το συναίσθημα
και το πνεύμα
με τους
μύριους πόθους
στη λήθη των
καιρών.
Άγευστο το
είναι σας
παραπέμπει στο
μη-ον
σε ό,τι δε
λέγεται, δε φράζεται, δεν ερμηνεύεται.
Σε ό,τι η
μυστική ψυχή,
καταπλημμυρισμένη
δε θέλει να
εκφράσει
γιατί θα
καταπέσει στον ορυμαγδό της ματαιότητας.
Τρίτος Βραχμάνος:
Τα συναισθήματα
σπαράσσουν τη συνείδηση
είν’ ο ανθός
των ψευδαισθήσεών της
η λατρεία του
έγχρονου και του εγκόσμιου
η λήθη των
καταγωγών της.
Μην πεις πως η
ψυχή παθιάζεται ιερά
με τα βιώματα
αγάπης και συμπόνιας…
Η αγάπη, η
συμπόνια, η συναντίληψη
η αλληλεγγύη,
η ταπείνωση, η σεμνότης
είναι οι
οφθαλμοί μακαριότητας,
δεν είναι
συναισθήματα, η κενότης.
Είν’ ιερά,
πανίερα βιώματα
που ‘ρχονται
απ’ την άπεφθη Ημέρα
οι μόνοι
τρόποι εκφράσεως του ανέκφραστου
το άυλο
σαρκωμένο ως ανθός της.
Του κόσμου οι
ακτές και τα αετώματα
με τη φρικτή
τους όψη και τα προσωπεία
θυμίζουν τη
γυμνή τους ματαιότητα
την άνοια ως
τραγική μας πεμπτουσία.
Έτσι γυμνοί
στον κόσμο μας βαδίζουμε
καθώς
πιστεύουμε πως ο χιτώνας
των αδυναμιών
μας και της οίησης
μας δίνει
πλούτο στη μακάρια ενδοχώρα.
Ω, ποιος θα
πει στον κόσμο την αλήθεια
ποιος θα τον
πείσει να γνωρίσει
το υπάρχον, το
άληστο, το αιώνιο
το αληθινό εγώ
χωρίς αισθήσεις;
Τέταρτος Βραχμάνος:
Ο κόσμος είναι
Προμηθέας, το γνωρίζουμε
στέκει καλά
στα λογικά του
αφού γνωρίζει
και αναγνωρίζεται
στα έκπτωτα τα
σωθικά του.
Είναι γνωστή η
αφετηρία του κόσμου μας
η άναρχη κι
αρχέγονη αφετηρία
η αναφής
αλήθεια που ανθίσταται
στην
πανανθρώπινη αδυναμία.
Όποιος
επιθυμεί τη γνώση τη βαθύτερη
την άφθαρτη
αλήθεια των πραγμάτων
εξαφανίζεται
απ’ του κόσμου το προσκήνιο
βλέπει υπό το
φως των χαρισμάτων.
Δεν πρόκειται
για γενναιόφρονα δωρήματα
γι’ αλήθειες
ομιλώ που ανατέλλουν
στης όψης τον
περιχαρή ουρανό της ώριμης
στων παιδικών
ψυχών τις ενοράσεις.
Είπαμε πως η
αλήθεια μας δωρίζεται
με την αθέατη
μορφή της
απ’ τη βαθεία
επισκόπηση του τρέχοντος
απ’ την περίλαμπρη
μαρμαρυγή της.
Δεν είμαστε
ιεροκήρυκες του σήμερα
δε θεωρούμε
την επικαιρότητα των διδαγμάτων
αναζητάμε την
αλήθεια ως τα πέρατα
ικέτες
πρωτινών μας βιωμάτων.
Παιδιά του
κόσμου, του Αιώνα πάροικοι
μια
παιδικότητα αναπλασμένη
σμιλεύει τη μακάρια
παρουσία μας
ως θεία αυγή
που περιμένει.
Όσο η αναμονή
σου κραταιώνεται
κάποιες άλλες
αλήθειες περιμένουν
όσο η όψη σου
οξύνεται
τόσο τα ιερά
μυστήρια εμμένουν…
Αφηγητής:
Άκουσε,
αφουγκράστηκε τη φωνή των Βραχμάνων
ο ιερός
συνεπαρμός άπλωσε τις αισθήσεις
τράνταξε άλλη
μια φορά της ψυχής του τα βάθη
κι
αναλογίστηκε μεμιάς πόσο φτωχός αυτός
που πίστεψε
πως μακριά θα βρει την ομορφιά
την απερίτμητη
στιγμή, τη θεία μακαριότη.
Όμως, μια ιερή
φωνή του υποσχόταν κάτι.
Φωνή:
Ο δρόμος ο
καλός
ο αγνοστεφανωμένος
δεν είναι
συναπάντημα
κάποιων καλών
στιγμών
το ιερό
οδοιπορικό
με τη μακάρια
όψη
θα συνεχίσεις
ιδαλγέ
χωρίς
σταματημό.
Έχε υπομονή
καλέ
συνέχισε το
δρόμο
θα βγεις στης
περιπέτειας
τον ιερό
δρυμό.
Απρόσμενους
παράδεισους
δε θα ‘βρεις
στη ζωή σου
πολύκροτα
τεχνάσματα
απέχουν από
σε.
Είναι μακρύς ο
δρόμος σου
όσο οι μεγάλες
στάσεις
και οι
εκστάσεις της στιγμής
οι βαθιές
εμπνοές.
Παράξενο το
διάβα σου
θα περιπνέει
παρθένο
στις εμπειρίες
των σοφών
ενοράσεις του
νου.
Χρειάζεται ο
διχασμός
όλες οι αναβλέψεις
η θέαση των
μυστικών
το πλήθος των
ιδεών.
Τις ιδέες ο
Πλάτων μας
πρότεινε στους
ανθρώπους
για ν’
αντικρίσουν την πνοή
της αλήθειας
το φως.
Τις ιδέες οι
μυστικοί
αφομοίωσαν
θεία
μ’ αυτές
απογειώνονται
για να
καταργηθούν
στο θείο
φέγγος του παντός
στην άπλωση
στο χώρο
στο άυλο φως
ανέσπερης
παντοτινής
αυγής.
Αν βιάζεσαι,
απελπίζεσαι
χάνεις τον
εαυτό σου
ανάερος
αφήνεσαι
εξόριστος,
αργός.
Ξέρω την
εξορία σου
εξόριστοι
είμαστ’ όλοι.
Μόνη πατρίδα η
εξορία
μυεί στην
ομορφιά.
Πατρίδες ιερές,
θα πεις, μας νεύουν
και ψιθυρίζουν
μυστικά
που τα ‘πλασε
ο χρόνος
αυτός ο αλάστωρ
των καιρών
του δόλου μας
παιδί απατηλό.
Όλοι οι ιεροί
αχοί του χθες
δείχνουν
αιωνιότη
της
πρωτοπαιδικότητας
τον άχραντο
καιρό.
Πέμπτο άσμα:
Στο ιερό όχημα του Βουδισμού
Αφηγητής:
Ο λόγος των
Βραχμάνων ενσταλάχτηκε τόσο βαθιά στα σωθικά του
μα ο καλός μας
ιδαλγός πεθύμησε άλλες πνοές στα σωθικά του.
Ο άνεμος αργά
τον σιγοδήγησε στου μακαρίου μοναχού τη σκήτη
-ήταν απ’ τη
γενιά των βουδιστών ο νέος σύμβουλός του.
Ιδαλγός:
Θωρώ την
παρουσία σου και ρίγος διακατέχει τη ζωή μου
ω Μποττισάτβα
συ της ιερής αταραξίας και της μακαριότητας.
Τέκνο του
Βούδα και των τέκνων του, του Σαριπούτρα, του Μαχασγιάπα, του Ανάντα
βλαστέ του
κήπου Μπεναρές, του Γάγγη, της Μεγάλης Σιωπής.
Προσκυνητής
του απόλυτου εγώ αδυνατώ να πω και το παραμικρό.
Ακροθιγώς
αισθάνομαι μακάρια βιωτή σου
οδήγησέ με
τρισμακάριστε στο θείο φωτισμό
στο φωτισμό
των μυστικών εγκαταβιώσεων.
Σκηνώματα
θείων υπάρξεων δεν καθοράσθε
από των
οφθαλμών τις κόρες,
της
περιέργειας τους λογισμούς
από μάταιους
νόστους…
Δεν είστε από
χώμα, απ’ την ατμίδα του καπνού
απ’ το
μεταβαλλόμενο και το φθειρόμενο των αισθητών πραγμάτων.
Υπάρξεις που
αποφεύγετε μακάρια τον Μέγα τον Τροχό
σκορπίζοντας συγκρίματα
επιθυμιών,
αγγίζοντας το
μη-Εγώ, το ιερό anatta
μορφές που
ταυτιστήκατε με το άμορφο, το ά-σχημο, το αδιάστατο
που
εναρκώνεσθε σε θνήσκοντα οχήματα ανθρώπων
πώς επωμίζεσθε
το βάρος των αισθήσεων
πως
αντικρίζετε τη ζωτική μαγεία της ηδονής
τα παρερχόμενα
και μένοντα στην ειρωνεία του έγχρονου
την άπληστη
ορμή του αισθητικού
τον
αισθησιασμό τη ύπαρξης
την εισβολή
του έρωτα στο ανθρώπινο εγώ σας;
Ριγώ μπροστά
στην άτεγκτή σας θέληση
που καταργεί
κάθε επιθυμία…
Ποιος κόσμος
χάρμα και μακαριότητα
εξοβελίζουν με
τη δυναμική τους
το δέλεαρ και
την αειγενή του κόσμου απόχη;
Ό,τι κι αν πω
ιερέ μου μποττισάτβα
είναι φτωχό,
ανάξιο και καταδικασμένο.
Ποια γλώσσα θα
με οδηγήσει στη σιγή
στην άρνηση
που είναι η μεγάλη θέση
η parinirvana;
Βλέπεις τη
φτώχια μου, τη ματαιότητά μου, την τάλαινα συνείδησή μου.
Έζησα υπέροχες
στιγμές, δεν το αποκρύβω
μετεωρίστηκα
σε θείες κορυφές
ήπια απ’ τα
νέκταρ της αθανασίας
βρήκα το είναι
του ταλαίπωρου εαυτού μου
μα τόσο λίγο,
αμυδρά κι αποδυναμωμένα.
Νόθος ο
λογισμός μου
δεν άντεξε το
φως του νου
τον οφθαλμό
που αφομοιώνει τα ορώμενα
εκφράζοντας
απόλυτα το είναι.
Ω μποττισάτβα
ιερέ, πες μου το μυστικό σου
μύστης εγώ,
την άυλη αλήθεια επιποθώ
γνωρίζοντας
πως τα ιερά σκηνώματα
δωρίζονται
αιώνια απ’ το έλεος.
Αφηγητής:
Ποιος είδε
ποτέ κι άκουσε τα μυστικά του νόστου
ποιος θα
μπορέσει να διαβεί τα κράσπεδα της ζήσης
που σελαγίζουν
διάπλατα τα έγκατα του νου;
Είναι βαθιά τα
μυστικά της άσπρης περιστέρας
που χάνοντ’
απερίτμητα στον άπειρο το χώρο
στο μέγα θείο
ωκεανό της άπεφθης ημέρας
στη θεία ζήση
της θανής απ’ το έγκοσμο εγώ.
Κάποιοι τα
διαλάλησαν με άδολη αγάπη
το ψέλλισαν
ευγενικά με θεϊκό παλμό:
Αδέλφια μου,
αγνές ψυχές του άγευστού μας χρόνου
κρατήστε μέσα
σας βαθιά τα θεία μυστικά
είναι πλήρως
ανέκφραστα, απρόσιτα στη γνώση
της κοσμικής παράνοιας
των δόλιων βροτών.
Αφήστε τους
ταλαίπωρους να κρέμονται στα σκότη
στου κόσμου
μας τα είδωλα στο ανάστροφο εγώ…
Όσοι πάλι
νοστάλγησαν την άδολη τη ζήση
ανέσπερης
αγνότητας με τη λευκή εμπειρία
βρέθηκαν μόνοι
στις κορφές της απολησμονιάς
έφυγαν απ’ τη
μνήμη μας, βυθίστηκαν στο είναι
απλώθηκαν στο
άπειρο της αποδιαστολής
έγιναν θεϊκή
πνοή, αδιάφανη, παρούσα
ολοχαρής μες
της ψυχής τον άμωμο αρμό.
Χάθηκαν,
μετανάστευσαν στην άδολη τη χώρα
της μακαρίας
βιωτής του θείου, του ιερού.
Κι όμως
υπάρχουν μυστικοί που ψέλλισαν μακάρια
προσωπικά
βιώματα, αγρύπνιες ιερές.
Ήταν ευγενικές
ψυχές, πρίγκιπες της αλήθειας
ποιμένες
αγαθών ψυχών, άγρυπνοι, ακλινείς.
Δεν είπαν τα
ενδότερα, δεν έγραψαν τα θεία
αινίχτηκαν το
άναρχο, το άπειρο, το θείο
προσμένοντας
κι άλλους πολλούς στην άγια τη στιγμή.
Τα κείμενα των
μυστικών δε λένε την αλήθεια
πολιορκούν
ευγενικά το θείο αυγασμό
φθάνοντας,
ιερές κραυγές, στον άναρχο το θόλο
ως βέλη άδολων
ψυχών που δείχνουν το ιερό.
Η αλήθεια δεν
εκφράζεται, εισβάλλει αιωνίως
στο άναρχο στερέωμα
της ιερής ψυχής.
*
Η ιδαλγός
σηκώθηκε μετά το θείο ύπνο
εκάθισε
ανέμελα στη λουλουδένια γη
ξάπλωσε πάλι
ανέμελος με μάτια καρφωμένα
στο άχραντο
στερέωμα του γαλανού ουρανού.
Έμεινε ‘κει
ακίνητος, μακάριος, βλογημένος
λησμόνησε τη
βάσανο της έρμης του ζωής
ξέχασε και το
μοναχό που ‘στεκε παραπέρα
δε δίψασε, δεν
πείνασε, παρέμεινε ευτυχής.
Σήμανε και το
δειλινό με άπλετη πορφύρα
στρουθία
πέταγαν δειλά στην ήσυχη μονή
κάποιες σκιές
των μοναχών πήγαιναν στην παγόδα
για να
λατρεύσουν σιωπηλά τον άπειρο θεό.
Γλίστρησαν
όλοι ήσυχα στη σκέπη του ναού τους
ακινησία
απλώθηκε στο κιόσκι το ωραίο
κι ο ιδαλγός
κατάλαβε πως δεν ήταν μόνος.
Πέρασαν
αρκετές στιγμές, ώρες, ημέρες, χρόνια
καθώς πάλευε
να διαβεί στης νιρβάνα τον κόσμο.
Οι μοναχοί τον
δέχονταν στον κόσμο της σιγής τους
μα κάποτε
πλησίασαν και του ‘τειναν το χέρι.
Μοναχός του Μαχαγιάνα:
Βλέπεις τον
κοσμικό τροχό κόσμου κι επιθυμίας
τη συντριβή
των χτυπημένων απ’ τα πάθη.
Καταλαβαίνεις
πως η τετραπλή οδός ανάγει ανεπίτρεπτα
στην οκταπλή
αλήθεια του Μακάριου.
Γνωρίζεις πια
πως κάθε επιθυμία δεν είναι ματαιότητα
μα και
δουλεία, πόνος και απάτη που οδηγεί στη συντριβή.
Διώξε καλέ
ιδαλγέ κάθε επιθυμία, νέκρωσε κάθε θέληση
με την αέναη
άσκηση, την άρνηση κάθε αγαθού
της αίσθησης,
του νου, του συναισθήματος.
Έτσι και μόνο
θα αγγίξεις τη μακαριότητα
στο θείο
νιρβάνα που αγνοεί γνωρίζοντας…
Η θεία αλήθεια
δεν ανήκει στις προσφορές των αγαθών
σ’ ό,τι
δεσμεύει, ταλανίζει και μαγεύει τους θνητούς.
Η θεία ζήση ως
μηδέν επιθυμίας
η ακλινής κι
ατάρακτη ζωή χωρίς την κίνηση
τις γνώσεις
και τις δόλιες ψευδαισθήσεις.
Υπάρχει εγώ,
θείο εγώ, μηδενικό εγώ
άγνωστο στην
ιστορία και στον κόσμο.
Σκληρό θα
πεις, πολύ σκληρό το μέγα μυστικό των πάντων.
Ο φωτισμένος
τρισμακάριστος πατέρας μας
μας δίδαξε την
ωραιότερη αλήθεια που υπάρχει.
Παροδικά
συγκρίματα παράγουν το εγώ, το ψεύδος, την απάτη
γι’ αυτό η anatta είναι η κρύφια τάξη και αλήθεια…
Σοφία είναι η
νιρβάνα, η καταβύθιση στο μη-εγώ
εγκαταβίωση
στο ανέκφραστο, στο αιώνιο, η αγιότητα.
Ποιος θα
μπορούσε να το πει; Γι’ αυτό
ο
τρισμακάριστος δίδασκε στους ανθρώπους την οδό
κι όχι το
τέλος, το ανέκφραστο και το κενό.
Κατανοείς καλέ
ιδαλγέ τα λόγια μου
σα στρέψεις
της καρδιάς σου τον παλμό
στη γέννηση,
στο θάνατο, στην αλλαγή
στον πόνο, στις
ψευτοχαρές, στη δυστυχία.
Η κοσμική
αρνητικότητα δεν είναι παρά πλάνη
ο Ναγκαρζούνα
δίδαξε μ’ απλότητα
τον ‘’κόσμο’’
του κενού που αρνείται
το φρικτό
σύγκριμα στοιχείων
την
ψευδοαναγκαιότητα των υπολογισμών
το ψέμα της
περίφημης αιτιότητας
και το δημιουργό
θεό των δώρων του πολιτισμού.
Η γέννηση, ο
θάνατος
η εμμονή και
εκμηδένιση
η έλευση και η
αναχώρηση
είναι απάτες
ψευδαισθήσεων
κι όχι το
νόημα, η sanyatta.
Ω ιερό κενό,
κενότητα των πάντων
παράμονη,
άπεφθη και τηλαυγής αλήθεια
που ξεπερνάς
στο χάρμα και στην έκσταση
όλους τους
ήχους και τους θαυμασμούς
άσπιλο θαύμα
των ωραίων ψυχών
και των
πραγματικών παιδιών του Αιώνα…
Αφηγητής:
Ο μοναχός
εσίγησε, γύρισε στην παγόδα
κοιτάζοντας
τον ιδαλγό με μειλίχια όψη.
Ιδαλγός:
Θα ξαναχτίσω
τη ζωή χωρίς ουσίες
θα οικοδομήσω
την αλήθεια χωρίς γνώσεις
θα προσκυνήσω
την αγνότητα χωρίς τις όψεις κόρεων της σιγής.
Θα μπω στο
πλήρωμα με φως το άπειρο μηδέν
την άπλετη
κενότητα που οικονομεί το χρόνο…
Δε θα μπορέσω
να εκφράσω ό,τι νιώθω
και η σιωπή
είναι φτωχή αν συγκριθεί με τη λευκότητα του αγίου
μακριά από
μορφές, σχήματα και παλμούς.
Γυμνή ομορφιά
που περιπλέκεις τη συνείδησή μου
με περιδέραιο
λευκότητας
με θείους
κινδύνους που ατμίζονται στον άπειρο ωκεανό
με έρωτα που
έχει γυμνωθεί απ’ την επιθυμία
με πτέρωμα
υπερερωτικό
δώσ’ μου το
πλήρωμα πέρα από κάθε πλήρωση.
Σφιχτοδεμένος
απ’ την τάξη των πραγμάτων
δούλος συχνός
των νόθων λογισμών της φαντασίας
περίφροντις
στο πέλαγος της ματαιότητας
συντετριμμένος
απ’ την πλέρια επιθυμία αλλαγών
χάνω το
αναλλοίωτο, το άσπιλο, το ανέκφραστο.
Αφηγητής:
Ο ιδαλγός
συμφύροταν στων λογισμών τη δίνη
παραδαρμένος,
δυστυχής, ταλαίπωρος, θνητός
που αψηφούσε
τις χαρές των δούλων της απάτης…
Ήταν αγνός ο
πόνος του, πλασμένος απ’ το νάμα
του τίμιου
ιδρώτα του, των μύχιων στεναγμών.
Αναζητούσε
ζωντανά την άλλη παρουσία
μακριά,
μακριά, πολύ μακριά, στο φως του μηδενός
ο μοναχός ο
δεύτερος πλησίασε μονάχος
του ‘γνεψε και
σιώπησε για λίγο ο φτωχός.
Μοναχός του Χιναγιάνα:
Μάταια ζητάς
την απολύτρωση σ’ ανθρώπων χείλη
δε θα τη βρεις
ποτέ την ατρεμή αλήθεια
με τα ιερά
οδοιπορικά που επιποθεί η ψυχή σου
απλώσου μόνο
στο βαθύ διαλογισμό
που μας
παρέδωσε ο φωτισμένος μας…
…στην άφωνη μα
υπέρτατη σιγή
των μύχιων
ακροάσεων του μη-εγώ.
Δεν είναι
εύκολη αυτή η απόδραση
γιατί το ιερό
εγώ, το μη-εγώ μας
βρίσκεται στην
κενότητα
στην άρνηση
των πάντων.
Οι λέξεις και
οι έννοιες παίζουνε με το χρόνο
ανακαλούν
φαντάσματα που πλάθουν οι αισθήσεις
γυμνώνοντας
πολύ σκληρά την πρώτη γονιμότητα
της ιερής
αρνητικότητας, του άφραστου ιερού.
Άφησε τις
περιπλανήσεις ιδαλγέ
άλλαξε όνομα
αν θες να καταλήξεις
στης ιερότητας
το άχραντο λιμάνι
μακριά απ’ το
νου, μακριά από λόγο και αισθήματα.
Άσ’ τους
ανθρώπους να πονούν στη θλίψη του αιώνα
κι ας λένε πως
ευφραίνεται η δόλια τους ψυχή.
Διώξ’ τις
σκιές που πυρπολούν το ιερό σου είναι
ανάνηψε μες τη
στιγμή ως θεία αναλαμπή…
Βλέπεις;
Προσφεύγω άτακτα σε φράσεις και εκφράσεις
των άτυχων των
γηγενών αυτής της δόλιας γης.
Δε θα μπορέσω
να εκφράσω ό,τι νιώθω
και η σιωπή
είναι φτωχή αν συγκριθεί με τη λευκότητα του αγίου
μακριά από
μορφές, σχήματα και παλμούς.
Γυμνή ομορφιά
που περιπλέκεις τη συνείδησή μου
με περιδέραιο
λευκότητας
με θείους
κινδύνους που ατμίζονται στον άπειρο ωκεανό
με έρωτα που
έχει γυμνωθεί απ’ την επιθυμία
με πτέρωμα
υπερερωτικό
δώσ’ μου το
πλήρωμα πέρα από κάθε πλήρωση.
Σφιχτοδεμένος
απ’ την τάξη των πραγμάτων
δούλος συχνός
των νόθων λογισμών της φαντασίας
περίφροντις
στο πέλαγος της ματαιότητας
συντετριμμένος
απ’ την πλέρια επιθυμία αλλαγών
χάνω το
αναλλοίωτο, το άσπιλο, το ανέκφραστο.
*
Αφηγητής:
Έφυγ’ ευθύς ο
μοναχός και χάθηκε στο δάσος
στη σκήτη του
πανάγνωστος, απρόσιτος θνητός.
Όμως η
παρουσία του ήταν αθανασία
σε μια γωνίτσα
σκιερή –σαρκασμό των βροτών.
Δε θα
ξανάβγαινε ποτέ από την ερημιά του
γιατί το Μικρό
όχημα τον θέλει σιωπηλό
άψογο,
ανάλαφρο, γυμνό, υπέρλαμπρο αστέρι
που εμβιώνει
σιωπηλά το ιερό εγώ.
Ιδαλγός:
Αρχίζω να
κατανοώ το θάνατο του εγώ
νιώθω ως ό,τι
νόμιζα πως έχω
ήταν φτιασίδι
πλανερό
της άπληστης
και άθλιας ζωής μου.
Οι ιερές
εξάρσεις που δοκίμασα στο παρελθόν
κρύφιες
αναλαμπές μύχιας επιθυμίας
εξανεμίζονταν
στο πρώτο φύσημα του αέρα…
…κι έμεινε η
ψευδαίσθηση προσωρινής ικανοποίησης
χωρίς ν’
ακολουθήσει ο τριγμός του τέλους
η πλήρης
απομάκρυνση της αποδέσμευσης.
Τώρα αρχίζω να
καταλαβαίνω
μα είμαι στην
αρχή.
Κι όμως δεν
υπάρχει αρχή,
ούτε τέλος και
μέρη
που
κερματίζουνε το όλο
όπως η μέθη
των παθών μας κάνει να νομίζουμε.
Κάποιοι
ψιθύρισαν με φρίκη:
Θα γίνουμε νέα
πτώματα,
θα λιώσουμε,
θα μας φάνε τα σκουλήκια
δε θα
υπάρχουμε…
Είναι αλήθεια;
Είναι αλήθεια
όσο πλανιόμαστε
και ψεύδος όσο
αποδημούμε αιώνια
διώχνοντας τα
κοσμικά τα ψεύδη.
Αλήθεια και
ψεύδος
χαρά και λύπη
ευτυχία και
λύπη
ευτυχία και
δυστυχία
αύξηση και
φθορά
ψεύτικες
επιφάσεις
του λόγου των
αισθήσεών μας
που
συγκλονίζουν της σκέψης τη βιτρίνα.
Σκιές των
πόνων και των στεναγμών
ψεύτικοι
γίγαντες που καραδοκείτε
τρώγοντας
σάρκες πρωμάτων
παρά τη
ζωτικότητά σας.
Νείκος και
Φιλότης του Εμπρδοκλή
με το μακάβριο
περίγραμμα των πτωμάτων
δεινός
στεναγμός των ποιητών της θλίψης…
Έωλες
ακροάσεις με την επισημοφάνειά σας
που σπαράσσετε
τον αγώνα των ψυχών
με την
υπόσχεση της μετεμψύχωσης…
Στυφό παιγνίδι
των καιρών
με την
αιμάσσουσα όψη σου
στις δάφνινες
των νικητών τις όψεις
και στα
απόρθητα των θυγατέρων βλέμματα
ψεύδη των
καιρών και του αιώνα
σκληρή της
νομοτέλειας πανήγυρη
απατηλό εγώ
του χρόνου με την τρομάρα του θανάτου
που
ολοσπαράζει φρούδα όνειρα…
Βάρη που με
πληγώνετε σπαράσσοντάς με
είστε φενάκη
και κλοιός που περισφίγγει
το θνήσκον πια
εγώ μου
γιατί ταξιδεύω
στην αθανασία.
*
Όλα του κόσμου
τα φαινόμενα
ρυθμίζουν τον
παλμό σκέψης και αισθημάτων
οικοδομώντας
το πλανώμενο εγώ
την αρμογή των
νόθων λογισμών
τη ματαιότητα
των φαινομένων σοφών…
*
Όταν κερδίζω
τη ζωή μου χάνω
όταν
σεμνύνομαι για κατορθώματα
καταβυθίζομαι
στην πλάνη
όταν συλλέγω
τη σοφία των ενιαυτών
φτωχαίνω κι ας
υψώνομαι.
Ψάχνω για
απόρθητα υλικά
που δεν
υπάρχουν
στο ατρεμές
των πέρασμα αιώνων
και των
λεγόμενων μεγάλων εποχών…
Αφηγητής:
Ο ιδαλγός
σταμάτησε τους διαλογισμούς
νεκρώθηκε από
κάθε σκέψη
έγινε ο
εξόριστος, ο αναγεννημένος
χωρίς πνοή,
χωρίς ζωή, χωρίς ενασχολήσεις.
Δε μπόρεσα ν’
ακολουθήσω τη σκιά του
μήτε του
δάσους την ιερή σιωπή.
Ξέφυγε απ’ τον
κοσμο της μαγείας
των πρώτων
συγκινήσεων της έξαρσης
και της
εκστάσεως τα πλούσια δώρα.
Πώς θα τα βρω
τα ίχνη του παράξενου ανθρώπου
που βάλθηκε να
φθάσει στης αλήθειας το γκρεμό
στην άβυσσο
του αρχέγονου στερεώματος
με τις λευκές
τις εμπειρίες και το άφραστο θάμβος;
Ατένισα τον
ουρανό για να χαρώ τ’ αστέρια
με το κρυφό
χαμόγελο και με την αρμονία
το φαεινό
στερέωμα με τις πανώριες νύξεις
με την
αγήραστη φωτοχυσία που πλουμίζει
με της ηούς τα
δώρα την ημέρα
που
αιχμαλωτίζει λογισμούς των ποιητών
με τις
ρομαντικές τους ονειροπολήσεις.
Πώς θα μπορέσω
να υποφέρω το σεργιάνι
χωρίς τις
θείες ακροάσεις των σοφών;
Πώς θα γυρίσω
προς την πόλη
εγώ ο κυνηγός
των μυστικών;
Ω θα τους βρω
τους θείους τους σοφούς μου
με τη σιγή και
με τα λόγια τα ιερά
το νεύμα τους
με μαγνητίζει αιωνίως
μου μεταγγίζει,
ναι, σκιρτήματα αγαστά.
Ήδη προβάλλει
εμπρός μου φως
με των
Ιμαλαϊων τους σοφούς πατέρες.
Ναι, στο Θιβέτ
βρήκα τον ιδαλγό μου.
Ιδαλγός:
Ω μόνε
Υπέρτατε, φως της αλήθειας
ιερέ διδάσκαλε
του Λαμαϊσμού
θωρώ τους
Κίτρινους, τους Κόκκινους τους Σκούφους
απ’ των αιώνων
τον αχό το σιγηλό.
Νιώθω τη θεία
ενέργεια, τη shakti
τη θηλυκή
θεότητα ως φως του ταντρισμού
τις mudras και τις mantras
των αιώνων
πιο πάνω τη
θεία ενέργεια του Τροχού.
Ω, συ
γνωρίζεις και συνάπτεις αντιθέσεις
την άσπιλη
θεώρηση και το θείο κενό
να δίνεις φως
στη δράση χωρίς ν’ αρνείσαι
ό,τι ο Βούδας
θεωρεί κενό.
Εκλιπαρώ την
ευγενή σου παρουσία
να με φωτίζει
εμένα τον τυφλό
τον άθλιο
βροτό που αντιφάσκει
στου πλάνη
βίου τον αδήριτο τροχό.
Δε σου ζητάω ω
Υπέρτατε υποσχέσεις
ούτε
παράδεισους με νέκταρ αγαθό
θέλω του
κόσμου σου τον πλούτο
το νέο νέκταρ
το λευκό
την αμβροσία
της ιερής σου ενεργείας
τον ταντρισμό,
το νέο σαχτισμό
τις άρρητές
σου εμπειρίες
ό,τι ξεχύνεται
πέρα από το εκφραστό.
Ο Λάμα:
Το πνεύμα του
μακάριου φωτισμένου
το φως της
δόξας του αφοσιωμένου
τη δύναμη της
ωραιότητας στην αφασία
το αιώνιο, το
αδήριτο, το αρχέγονο
δε θα κατανοήσεις
αν προστρέχεις
σ’ αυλές
αφοσιωμένων μαθητών.
Η αλήθεια
βρίσκεται στα βάθη της αλήθειας
στην άναρχη
αρχή
στο χωρίς
τέλος τέλος
στη χωρίς
περιέργεια γνώση
στο
απερίτμητο, στο άμωμο, στο άφθαρτο.
Μην πεις πως
είμαστε φθαρτοί
και πως
αδυνατούμε ν’ αναβλέψουμε στο άφθαρτο
μη λογισθείς
πως είμαστε ανθρώπινοι
αδύναμοι να
δούμε την Καταγωγή.
Ωραίες
αλήθειες εκφυλίζονται φρικτά
όταν ο νόθος
λογισμός τις παρασύρει
στου κόσου τον
αχρείο τον εσμό
ως
γνώσεις-σκύβαλα στον ερημότοπο
των
πανανθρώπινων πλανών του αιώνα…
Υπάρχει η
γνώση η αληθής και η ακέραιη
η άμωμη, η
παρθενική που αχρηστεύει
το απλό και
κοσμικά ικανό γιγνώσκειν.
Κοίταξε πώς
εξαχρειώνουμε το ιερό κενό
όταν του
δίνουμε περιεχόμενο
στην έκφρασή
του, στη μορφή…
…κενό, μορφή,
νέα αντίθεση και διχασμός
που αποτρέπει
τη μακάρια θέα των κρυπτών…
Για μας η θεία
κενότητα είναι ολότητα
η θεία
υπέρβαση, το άφθιτο θεμέλιο
των φιλοσόφων
το ακένωτο, το άπειρο.
Βλέπεις πώς το
κενό δεν είναι άρνηση
αλλά απόρριψη
ειδωλικών ιδεών
η μόνη
ακροτάτη ρίζα.
Έτσι και στη
μορφή υπάρχει το κενό
όταν δεν
αποθέτουμε προσωπικές μας κρίσεις.
Κενότητα,
απουσία εννοιών, μείξη με το αρχέγονο
αγνότητα,
αφέλεια, παιδικότητα.
Μην
καταπλήσσεσαι ακούγοντας τις θέσεις μου
είναι οι
θέσεις του μακάριου φωτισμένου
η μόνη αλήθεια
που αγιάζει και τη δράση.
Έτσι μπορείς
να δεις τι είναι χρόνος
γνώση, αίσθημα
και τι συναίσθημα×
καθαίροντας
ωστόσο τις προσπάθειες
του πονεμένου
νου, καθαίρεις τη συνείδηση
το ύστατό της
είναι, τις όσιες απαρχές.
Λήθη της
γνώσης, αμνησία των μορφών και των σχημάτων
ολοσχερής
παράδοση στη θεία αρχοντιά
της
πρωτοπαιδικότητας με την περίσσεια αφέλεια
και την
απέραντη ετοιμότητα του πνεύματος
την πάλλευκη
και ποθημένη καθαρότητα…
Έτσι θα δεις
βαθιά, στα έγκατα του είναι σου
αναπλασμένους
θησαυρούς που δεν εκφράζονται
γιατί η
έκφραση και ο λόγος
είναι η
πτώχευση του πνεύματος.
Μην πεις πως
είναι πλούτος η σιγή
αφού ο πλούτος
του πνευματικού είναι ανίσχυρος
στους κόσμους
της αιώνιας παιδικότητας
του θείου
Αιώνα που αγκαλιάζει τα θνητά
πασχίζοντας να
τα εξαγοράσει απ’ τη φθορά
των κοσμικών
τριγμών του Κρόνου…
Δεν είναι
πλούσιος ο σιγηλός, ο παιδικός, ο αφελής
ο θεία
παιδεμένος που βλέπει πια καθάρια
πώς η μορφή
είναι κενότητα στο θείο όμμα της Αλήθειας.
Αφηγητής:
Ο μοναχός μας
χάθηκε μες τη σκιά του
σαν τα
απρόσμενα όνειρα των χρόνων των παλιών.
Ανάερος,
ευγενικός, απρόσβλητος απ’ τη φθορά του χρόνου
εγλίστρησε
αθόρυβα στου δάσους τη σκιά.
Ανάλαφρα τα
σήματα, άσπιλη η παρουσία
ενώθηκαν με το
βαθύ του κόσμου ποταμό.
Απλώθηκαν
απέραντα, διάβηκαν τις αισθήσεις
διέστειλαν του
λογισμού τον κρύφιο παλμό.
Ο ιδαλγός
παρέμενε ενεός, ολομονάχος
μη βλέποντας,
μη ακούοντας, έξω απ’ το αισθητό.
Έγινε σύννεφο
απαλό, τον πήρε ο αέρας
και τον
μετέφερε κρυφά σε άλλον αυλισμό.
Ω, τον θωρώ
τώρα μαζί με το γλυκό πρεσβύτη
μιας άλλης
δόξας ικανής να γιάνει τις πληγές.
Έκτο άσμα:
Στη Σοφία του Ταό
Ιδαλγός:
Ανέσπερε
εκφραστή του ανέκφραστου Ταό
ηλιογέννητο
περίπνευμα με έφερε κοντά σου
ν’ ακροασθώ
τις νύξεις, τις αλήθειες
τους μόνους
τρόπους έκφρασης του απερίληπτου.
Φρικτός,
ταλαίπωρος μα και θαλασσοδαρμένος
απ’ τις
αποκοτιές του δόλιου μου εαυτού
έγινα ταπεινός
προσκυνητής του απολύτου
σε τόπο
εξορίας τραγικής.
Του χρόνου η
φθορά, ιστίο των λογισμών μου
και των
συναισθημάτων μου βίαιη απαγωγή
με ανεμίζει
άπονα στου κόσμου τα πελάγη
με σπρώχνει με
σκληρότητα στην πιο στυφή ακτή.
Δυναμικοί οι
πειρασμοί της νιότης και του θάμβους
ανακυκλώνονται
γλυκά στων χρόνων τον τροχό
ταλαίπωρη η
ζήση μου μετέχει στους αιώνες
είμαι αιώνια
κοσμικός, όσο και το κακό.
Ερωτικές είν’
οι κραυγές του κόσμου και της πλάσης
ερωτικά τα
βήματα των δύστυχων βροτών
που
καταπνίγουν άστοργα το θείο μαργαριτάρι
το ιερό, το
άμωμο, το άπεφθο εγώ.
Αυτό το εγώ
νοστάλγησα το κατερειπωμένο
ένιωσα κάποτε
πνιχτά την αληθή θωριά
και πείσθηκα
ανέκκλητα στο Μέγα το Συμβαίνον
μακριά απ’ του
κόσμου του γνωστού
την τρυφερή
πλευρά.
Αναδονούμαι
ιερά, προσμένω τη φωνή σου
έσκυψα γόνυ
ευλαβικό και σ’ άλλων διδαχές…
Ταοϊστής μοναχός:
Μες τα
πλακάμια της ζωής
στου κόσμου το
βαρύ αχό
αν κλίνεις με
ευήκοο ους
θ’
αναγνωρίσεις την οδό.
Είναιαθέατη
ατραπός
αφού δεν είναι
ερωτική
όπως ο κόσμος
θέλει.
Έρωτας είναι ο
τριγμός
που αναλώνεται
χωρίς σταματημό…
Είναι η φθορά
του κόσμου
κι ας μοιάζει
με παράθυρο ηδονής.
Ο γυμνασμένος
οπαδός
γνωρίζει να
ξεφεύγει τις παγίδες
γνέφοντας
ολοσιωπηλά
στο νεύμα του
άλλου κόσμου
μιας κάποιας
άλλης ομορφιάς.
Γνωρίζεις
κάλλιστα ιδαλγέ
πως το είναι
δε διδάσκεται
γιατί ο οδός
μας –το Ταό
και το
ελάχιστο βιβλίο της
του θείου
πατέρα μας, του Λάο-Τσε
είναι το
θραύσμα της αλήθειας.
Στο θραύσμα
ενέχεται το Όλο
γιατί το
αποπληρώνει απόλυτα
χωρίς να
περιέχεται οριστικά.
Πώς να το πω
το άρρητο;
Άβυσσος,
πρόγονος των όντων
διάρκεια κι
αιωνίζουσα ουσία
παρουσία χωρίς
παρόν
αιωνιότητα στο
χρόνο διαθλώμενη
γαλήνη,
ετοιμότητα, δράση χωρίς κινήσεις…
Θα πεις πως
όλα αυτά αντιφάσκουν μεταξύ τους
μα στη
φαινόμενη αντίφαση υπάρχει η αλήθεια
γιατί ο λύχνος
διαχέει φως εν μέσω σκότους.
Το σκότος
φεύγει και η νύχτα ολοφωτίζεται
καθώς τ’ άγρυπνο
μάτι κάνει το σκότος φως.
Φως της Οδού,
το Ταό, είναι το φως των οφθαλμών
και ξέρεις πως
μιλάω για τα μάτια της ψυχής
τα άσπιλα, τα
ολόφωτα, τα αγρυπνούντα
στη μέγιστη
και στη σκληρή
στη νύχτα των
αιώνων.
Αυτοί οι
ακοίμητοι οφθαλμοί,
αγέννητοι,
άφθαρτοι και αιώνιοι
είναι ένας και
μοναδικός
το Όμμα της απλότητας
και της
ουράνιας Σοφίας.
Πρόσεξε κάτι
που δε γνώρισες ακόμη
ίσως ο
φτωχικός μου κόσμος σε διδάξει
την ιδιότυπη
εκείνη διδαχή
που
αποκαλύπτει το μυστήριο εκ των ένδον.
Το φως οράται
με κλειστά τα μάτια
το άρρητο
άκουσμα με νεκρά ώτα
το άρωμα το
μυστικό
χωρίς τα
γνωστά αισθητήρια.
Παράδοξες
αλήθειες θα μου πεις
ανοησίες καθώς
λένε οι βροτοί
της κάτω
πανδαισίας και του άγους.
Εκάς οι βέβηλοι είναι η απάντηση
με τη
νηφαλιότητα του πνεύματος
που ξέρει να
κινείται
το αιωνίως μη
κινούμενο.
Κι όμως αυτές
οι καταστάσεις
δε δίνουν
πλήρωμα ζωής
όσο τις
θεωρούμε από μακριά
Λάθος! φτωχέ
ιδαλγέ
λάθος φρικτό
που τυραννεί
τους
ευγενέστερους παλμούς σου
και της
καρδιάς σου την απέραντη μεγαθυμία.
Ο μάκαρ
δάσκαλος μας δίδαξε
πως μόνη της η
θεωρία
γκρεμίζεται
στα σκότη
εξαφανίζεται
χωρίς την πράξη
χωρίς το θείο
ενεργείν
που πραμένει
άσπιλο
στον οδυρμό
του κόσμου.
Πράττειν και
θεωρείν μαζί
ιδού ο θείος
κόσμος
η κρατερή
αλήθεια
η άσπιλη
ουσία.
Τι θα
ωφελούσαν οι κραυγές
οι διδαχές, οι
κόποι
όσων νομίζουν
πως μπορούν
ν’ αλλάξουν
τους ανθρώπους
όταν, αθέατη ο
οδός, την αγνοούν;
Τυφλοί δεν
οδηγούν τυφλούς, είναι κοινή αλήθεια
που
διαφεντεύει της ζωής τα κρυφά μυστικά.
Σε κούρασα
όμως, θεωρώ
είναι πολλά,
το ξέρω
είναι καιρός
ν’ αποκριθείς
σχόλια να μου
κάνεις
εμένα του
ανήμπορου
κι άγνωστου
στους ανθρώπους.
Αφηγητής:
Ο ιδαλγός δε
θέλησε να του αποκριθεί
προτού
θεωρήσει ικανά τα λόγια της Σοφίας.
Του δάσους τα
πετούμενα παράστεκαν δειλά
σμάρια εσπέρας
με τις μύριες αποχρώσεις
αμίλητα, χωρίς
γνωστούς τιτιβισμούς
ανέμεναν τους
εσπερινού τις εξομολογήσεις.
Ίσκιοι
ερχόμενης νυχτιάς παράστεκαν δειλά
ψελλίζοντας
παράδοξα, θεσπέσια μυστικά
ολοφωτίζοντας
πτυχές κρυφής ζωής
και κόσμων
ολοπόρφυρων κρυμμένες όψεις.
Όγκοι βουνών
απέναντι σίμωναν με μαγεία
αφήνοντας
πανάρχαιες μορφές να πλησιάζουν
σκιερά και με
προσήνεια υποβλητική
στο χώρο της
μεγάλης μύησης των μυστικών
γράφοντας
ιδιότυπη γραφή στο αναφές του χώρου
στης ιερής
στιγμής τα δώματα
στις άσπιλες
κορφές τους
όπου οι
μοναχοί ξαγόραζαν το χρόνο
σμιλεύοντας
βαθιά στον έγκατο εαυτό
αδιάστατες
αλήθειες
άτμητες αποχρώσεις
του αιώνιου…
Ιδαλγός:
Συθέμελαα
κλονίζομαι απ’ τις ομολογίες
της καλλυμένης
σου ψυχής, της θεία ευπρεπισμένης.
Όμως αυτός ο
κλονισμός ο τρισευλογημένος
είναι αλλόκοτη
πνοή που σπάει τις αισθήσεις
γράφοντας,
ζωγραφίζοντας το ποθημένο ήμαρ
την άσπιλη την
πλήρωση της άπεφθης Ημέρας
που καταπίνει
της νυχτιάς τους άπληστους τριγμούς.
Αδυνατώ να
ξαναδώ τη μολεμένη Νύχτα
να ξανακούσω
ποθεινά του αιώνα μας τα ψεύδη
τις γλώσσες
που νοθεύουνε το νόθο λογισμό
όσο κι αν κάποιοι
σοφιστές τις κρίνουν μουσικές.
Γλύτωσα
απ’τους πραματευτές
κι από τους
εργολάβους
απ’ τους
εμπόρους ιδεών
και των
νηφάλιων κόσμων
που
αποχαυνώνουν της ψυχής τις ιερές οπλές.
Ελευθερώθηκα
ξανα από τις αγκυλώσεις
των άθλιών μου
των παθών
στο σεργιάνι
του βίου…
Έμαθα από σε
σοφέ όπως κι απ’ άλλους πρώτα
της ωραιότητας
το φως, της δόξας την ημέρα
χωρίς τα νέφη
τα σκληρά και τα μελανιασμένα
της
εγωκεντρικότητας και της αναμοζάλης
που αφανίζουν
άσπλαχνα τον ήλιο και το φως…
Πώς να το πω;
Δε δύναμαι
ν’ αρθρώσω τη
φωνή μου
κάθε λόγος
εμπόδιο
κάθε σκέψη
ματαία
κι ο πιο βαθύς
ο λογισμός
αδυνατεί να
φθάσει
στο άπειρο
στερέωμα
της μυστικής
βιωτής…
Όμως καλός ο
λογισμός
άγιες οι
συγκινήσεις
όταν βαθιά
αινίσσονται
το λόγο της
σιγής.
Το ‘πες
εξάλλου ιερέ
το ‘δειξες και
στην πράξη
μ’ αυτά που
θέλησες να πεις
στις μύριες
μου παθήσεις.
Μίλησες θεία,
μυστικά
μ’ απλότητα
και χάρη
χωρίς
εντυπωσιασμούς
ρητόρων και
σοφών.
Ήταν ο λόγος σου
πράξη ιερή
που ανασταίνει
τις αισθήσεις μακαρίως
έξω απ’ τη
φθορά των αισθητών
και των
ματαιοτήτων της ζωής.
Ήταν ο λόγος
το λυχνάρι της σιγής
η πάλλευκη
ακροκεραία του νου
που σελαγίζει
την απρόσιτη αγρύπνια.
Τώρα πια βλέπω
καθαρά
γιατί ο λόγος
είναι πράξη
η θεία
ενέργεια του μοναχού
το λέγειν της
αλήθειας
ως άγια δράση
μακριά
από ορμές κακής
συνήθειας…
Μίλησες να σιγήσεις
στη στιγμή
νιώθω πως δε
θα ειπείς
σχόλια και
ανούσιες συμβουλές
στον άνθρωπο
που ήρθε ως ικέτης…
Τι ωφελεί αν
συνεχίσω εγώ
τυφλός, ο
ενδεής, ο πλανεμένος
ο κουρασμένος
απ’ τη νύχτα της βοής
ο ταπεινός, ο
κολασμένος;
Μου
ολοπρόσφερες δυσεύρετα κλειδιά
τα πλούτη τα
χαμένα είναι η μεγάλη προσφορά
στον ιδαλγό,
σε μένα…
Αφηγητής:
Ο μοναχός
εχάθηκε στου σκότους τη σκιά
ο ιδαλγός ξεμέρισε πίσω από τους θάμνους
το φεγγαράκι
πρόβαλλε δειλό, αναιμικό
κρυφοβασίλευε
αμυδρά στις ράχες και στα δένδρα
μας έστελνε
μηνύματα με αστρική χροιά.
Αδιάφορος ο
ιδαλγός αψήφησε τη λάμψη
που ‘στελνε
ατόφια ο ουρανός εκείνη τη νυχτιά.
Μέσα του
ανέτελλε γοργά το φως μιας άλλης λάμψης
που γλύκαινε
τα σωθικά, της ψυχής τη φωλιά.
Κρυμμένος στις
βατομουριές της άγνωστής του γης
ένιωθε απόλυτα
εγκρατής, γαλήνιος, ακλινής.
Δε μπόρεσα να
τον ιδώ στη θεία έκστασή του
στην εκδημία
του πνεύματος απ’ της γης τον αχό
δεν τόλμησα,
φτωχός εγώ, φράχτη να δρασκελίσω
μακάρισα τον
κόσμο του, ένιωσα ευτυχής.
Θα ‘ρθει για
μένα κάποτε η φαεινή ημέρα
της όμορφης
επίσκεψης των κόσμων της σιωπής.
Δε θα μπορέσω
να το πω, νιώθω ευτυχισμένος
αφού οι
εμπνεύσεις της ζωής είναι ακροθιγείς
που
αναπλάθουμε μεμιάς της ψυχής τ’ άσπρα μέρη
που
επιστρέφουν ξαφνικά κοντά στο θείο αυλό
μυστικών
ενοράσεων, της λήθης και του θάμβους
ανακαλώντας
έξοχα τη μνήμη της αρχής.
Χιονοσκεπείς
οι κορυφές έστελναν πεφταστέρια
στο απέραντο
στερέωμα του άσκεπου ουρανού
για να
θυμίζουν στης ψυχής τα θεία περιστέρια
τους θόλους
τους αήττητους των ιερών στιγμών.
*
Το ψύχος μας σιγόπαιρνε
μες τη νυχτιά του θάμβους
μα η ζεστασιά
των μοναχών το ‘στελνε μακριά
το τελεστήρι
της ζωής, η θεία φαεινότης
απάστραπτε το
κάλλος του ως άυλο υλικό.
*
Αφουγκρζόταν
μυστικά τα δρώμενα τη νύχτα
γιατί της
νύχτας η σκιά είναι το μέγα φως
το άκτιστο
εκείνο φως που πλευρίζει τη σκέψη
δωρίζοντάς της
άσπιλα την έλλαμψη του νου.
*
Τότε
αισθάνεται κανείς έξω απ’ το χωροχρόνο
μακριά απ’ τις
τέρψεις της ζωής τις πιο παροδικές
τρέχοντας όσο
πιο μπορεί πέρα από κάθε σκέψη
μακριά απ’ τα
αισθήματα, του χρόνου τις σκιές.
*
Αναζητούσα
εμμανώς αυτή την ευκαιρία
μέσα στης
πελιδνής ζωής τον άχαρο αχό
πνιγόμουν ο
αδύνατος στις αναθυμιάσεις
στη δίνη, στη
βιομέριμνα, στο χάος των ψευδών.
*
Ό,τι ποθούσα
ολοταχώς ήταν σκληρή απάτη
με
ψευδαισθήσεις της στιγμής, με πλάνο λογισμό
με απατηλές
αναμονές, με μάταιες συγκινήσεις
χωρίς πνοή,
χωρίς ψυχή, άσκοπος παιδεμός.
*
Η ιστορία των
ψυχών που πάλλονται στο σκότος
είναι η
ιστορία μου, ο εξολοθρεμός
των ιερών των
μυστικών που πνίγονται ασκόπως
στο χάος της
ματαιότητας, των ολοστεναγμών.
Είναι σκληρή η
αλήθεια πέρα απ’ τις επιφάσεις
απόκοτη, απρόσωπη
νέο φως των οφθαλμών.
Μονόλογος του
ιδαλγού:
Ακούστηκαν έξω
απ’ τα πέρατα της γης οι ιερές φωνές
γι’ αυτό δεν
είναι απ’ αυτόν τον κόσμο της φθοράς.
Πώς θα μπορέσω
να διαβώ την άβυσσο του σκότους
τα
προπετάσματα σκιάς, του κόσμου τη βοή;
Ο ιεροί
διάλογοι με τους θεσπέσιους άνδρες
αναρριπίζουν
της ψυχής την ιερή ακμή
διαχέονται
ακούραστα στον κρύφιο λογισμό
ανέρχονται
αυτοστιγμί στο θείο μονοπάτι
που οδηγεί
απερίτμητα στο ιερό εγώ
στου νου την
εγκατοίκηση, πέρα από κάθε γνώση
στη μείξη κάθε
πλάσματος με το τετελεσμένο
με το θείο
ατέλεστο, τελούμενο αιωνίως…
Κι όμως το
βάρος της ψυχής που τρέφεται με αισθήσεις
ξαναγυρίζει το
εγώ σε χώρους αισθητών
στης γης το
θέατρο το σκληρό
με τους
άπειρους παίχτες
του έρωτα
καμώματα όλων των εποχών.
*
Ερωτικά θεία
πνοή δεν είναι μόνο η σάρκα
πλεούμενων
μορφών ζωής και τόσων εραστών
δεν είν’ τα
χείλη τα γλυκά, οι όμορφες καμπύλες
τα βλέμματα
που λούζονται απ’ την επιθυμιά.
Δεν είναι ο
πόθος ο βαθύς ψυχής και σάρκας ένας
στην άβυσσο
της ηδονής και της αποφοράς…
Δε θεωρώ
ερωτική τη σαρκική λαγνεία
που αγκυλώνει
της ψυχής τις θείες αμυχές
για να
πλευρίζει άρρενα και θήλυ στο συμόσιο
της έκστασης,
της πλήρωσης, της πλέριας ηδονής.
Είν’ όλα αυτά
ερωτικά και σαρκικά μαζί
είναι της
φύσης η αρχή, η αήττητη νεότη
που αιωνίζει
κοσμικά σχήματα και μορφές
τούτης της
χρονικής ζωής με τις περίσσιες χάρες
που χάνονται
και έρχονται ως κύκλος διαρκής.
Του έρωτα οι
απαρχές που φλογίζουν τη σάρκα
που συγκολλούν
περίτεχνα το σώμα και το πνεύμα
για να
ταιριάζουν κάποτε συναίσθημα και λόγο
μες της
μαγείας τη στιγμή τη φωτογεννημένη
κρυφοφωλιάζουν
πάντοτε στην πλέρια επιθυμία
που αναλώνει
άκαρδα τη χάρη και το φως
δώρα
αναδυόμενα, παρθενικά υφάδια
που κρύβονται
πολύ μακριά, στο θείο ωκεανό
της πλέριας
αίσθησης τη γη
τη
θεογεννημένη, την άρχουσα, τη θάλλουσα, την ακλινοσκεπή.
Οι απαρχές του
έρωτα οφείλουν να ‘ναι θείες
του απολύτου ο
καιρός, ο άναρχος, ο θείος
ο μυστικός
καταυγασμός, υπερερωτικός.
Πλήρωμα
ιερότατο που η υπερπλησμονή
ως αγαθότητα
ιερή γεννάει κι αιωνίζει
σώμα και
πνεύμα και ψυχή σ’ ανθρώπων την ειδή.
Παίζων αιών,
απρόσιτος, αιώνια κοσμημένοος
αέναη
κατάφαση, θεία επιθυμία
που μηδενίζει
ευγενώς τις μικροκαταφάσεις
τις πρόσκαιρα
ηδονικές, τις ικανοποιήσεις.
Σ’ αυτόν τον
ιερό συρμό τον αγνογεννημένο
ο
έρωτας-αρχέτυπο παύει να επιθυμεί.
Τότε
αναβλέπουν οι ιδαλγοί το αρχέγονο κάλλος
ό,τι όμορφο κι
ανάλαφρο σαρκώνουν οι μορφές
τα κούρεια
χαμόγελα, τα άνθη της σιγής
που αναβλύζουν
πάναγνα απ’ το ωραίο σώμα
που αντιφέγγει
μυστικά το άσπιλο εγώ.
*
Γιατί καλοί
μου μυστικοί της ένδοθεν σοφίας
το υπερκόσμιο
αγαθό το αιωνίως χαίνον
σιγοστενάζει
τραγικά στου πάθους την ιαχή;
Πώς γίνεται
και άνθρωποι με τα πανώρια δώρα
μερίζουν το
απόλυτο, γίνονται ερωτικοί
της σάρκας και
του σώματος, της ψυχής και του λόγου
αρπάζοντας το
άπειρο, κάνοντάς το μικρό
υποκειμενικό,
τυφλό, σάρκινο, χρονικό;
Είναι της
μοίρας κλήρος τους, η Λάχεση το ξέρει
να κρύβονται
στα είδωλα, στα χθόνια σχετικά.
Απόκριση της σιγής:
Δεν κρύβονται,
δε χάνονται, δεν ακυρώνουν κάτι
αυτό το ξέρεις
ιδαλγέ, το λέν’ οι αναβιώσεις
η ανθρωπότηε
πάλλεται, πέφτει κι ευθύς ανθεί.
Το σχετικό, το
χρονικό, το ηδονικό, το χθόνιο
είναι
εκπτώσεις που μηνούν το άπεφθο, το θείο.
Η θεία τάξη η
ιερή, η τρισμακαρισμένη
στέκεται πάντα
απόλυτη καλώντας τους θνητούς.
Άκου την ιερή
σιγή, μυήσου στην αλήθεια
οι αντιφάσεις
που θωρείς ευθύς θα αφανισθούν
γιατί το μέγα
μυστικό λανθάνει τις αισθήσεις
και τους
ακραίους λογισμούς ανώριμων θνητών.
Τότε θ’ αναπαυθείς
γλυκά σ’ αυτό το νέο κόσμο
και θα
πλευρίσεις ήρεμα στον ακύμαντο όρμο
κι ας φαίνεται
πως είναι πια πλέριος ωκεανός.
Ίσως γνωρίζεις
τη στιγμή κοσμικών φαινομένων
τις
αναπότρεπτες στιγμές της γήινης αγωνίας
τις εκτροπές
που αίρονται σε φως δημιουργίας
με Προμηθέα
για ταγό, το Διόνυσο εμπνευστή.
Όσο κι αν
φαίνονται εκτροπές οι τροπές των ανθρώπων
είναι σκιές
της ένδοξης κι ακένωτης αρχής
σκιές που
δείχνουν εύγλωττα τον επουράνιο τόπο
της ακλινούς,
αρχέγονης, μακάριας βιωτής.
Αρνήθηκες
αυτόν τον κόσμο, το γνωρίζω
τανύεσαι
ορμητικά προς άλλες κορυφές
ξεφεύγεις από
τις σκιές, το φως επιθυμείς.
Ο δρόμος σου
είναι μακρύς, ο πηγαιμός αιώνιος
κι όμως μην
περιμένεις την πνοή στου χρόνου μας το άρμα.
Εκείνο που
αναζητάς είναι εκτός του χρόνου
μακριά από τα
σχήματα, έξω από μορφές
είναι παντού
ολότητα μα πουθενά ως μέρος
ζήσε μ’ αυτό
το μυστικό το έξοχο, το πλέριο…
Ιδαλγός:
Μετά τις
εμπειρίες μου και την επίσκεψη του ελέους
νιώθω ακόμη
αδύναμος, άτολμος και μικρός
ίσως το μέγα
μυστικό είναι των εκλεκτών.
Ίσως η
ταπεινότητα είναι το μέγα Όμμα
που
αποκαλύπτει στους θνητούς τα θεία μυστικά.
Μακρύς είναι ο
δρόμος μου, πλέριοι οι στεναγμοί μου
μα θα
προστρέξω άφοβα και σε άλλες πηγές
θε να δικαιωθώ
ξανά, καθώς αμάχες δίνω
εγώ ο δόλιος
φτωχός, τέκνο αυτής της γης.
Ω ιεροί μου
σύμβουλοι σέβομαι τη θωριά σας
ακροάζομαι
τους λόγους σας, είναι υπερφυείς.
Πριν επιστρέψω
οριστικά στην ακλινή σας στέγη
στρέφω το άτι
μου ευθύς σε νέες περιοχές.
Θέλω ν’ ακούσω
κι άλλων τις φωνές
το βίο τους
επιθυμώ να εξετάσω
ν’ αντέξει η
δόλια μου ψυχή τον ιερό περίπλου
καθώς συχνά
λιποψυχεί κι είναι περιδεής.
Ελπίζω πως θ’
αξιωθώ να δω νέες ψυχές
που
αγωνίζονται κι αυτές το νόστο τον καλό
να ακονίζουν
της ψυχής το θείο μαργαριτάρι
να αποστίλβει
μέσα τους ο κρύφιος θησαυρός.
Φτωχοί
δραπέτες της ζωής, πλάσματα ευγενικά
προσδέχονται
με σύνεση, κάποτε με λαχτάρα…
‘Εβδομο άσμα:
Στο θάμβος των πρωτογόνων
Αφηγητής:
Οι άνεμοι τον
έφεραν κοντά στους Ινδιάνους
στους λάτρεις
του ιερού γύπα και του δεινού Μαϊρ.
Ο γύπας είχε
τη φωτιά ως άπειρη οντότης
ως κύριος του
γήρατος και της ωραίας νιότης.
Ο Μαϊρ όμως ο
τρομερός, ο νέος Προμηθέας
άρπαξε βίαια
τη φωτιά κι έγινε σεβαστός.
Ο γύπας είναι
βίαιος, ορμάει επί πτωμάτων
δείχνοντας τη
μανία του στον Άδη και στη ζήση.
Ο θάνατος
είναι σκληρός, ο έρως δολοπλόκος
καταβυθίζουν
τη ζωή σε άσπονδα δεινά.
Οι μύθοι του
παλαιού καιρού είν’ για τους Ινδιάνους
θεσπέσιο
σύμβολο ιερό, νέα χρυσή εποχή.
Οι Γιανοάμα οι
σκληροί, οι φονικοί Κουακουνατέρι
οι τόσες δα
μικρές φυλές στων δασών τις σκιές
αναμετρούνται
φοβερά, σκοτώνονται στις μάχες
αρνούνται τον
πολιτισμό των ‘’εξημερωτών’’
των ευρωπαίων
χριστιανών, των τυχοδιωκτών.
Γερμένοι στις
καλύβες τους γιορτάζουν τη ζωή τους
εφευρίσκουν
ναρκωτικά, νακρώνονται μακάρια
οι ιεροί σαμάνες
τους τούς τρέπουν σε χορό
στην άλογη την
έκσταση, στις παρυφές του χρόνου
στη δίνη της
παραφοράς, στου θάμβους τον καιρό.
Εκεί οι μύθοι
γίνονται αξέχαστο γιορτάσι
η πολυπόθητη
εποχή η χρυσογεννημένη
έρχεται βίαια,
σκληρά, σκοτώνει τις αισθήσεις
αναβακχεύει
της ψυχής τον πέπλο τον κρυφό.
Κι όμως οι
δόλιοι οι γηγενείς, οι τόσο ξεχασμένοι
χάνονται μες
τη σιγαλιά του δάσους και της κοίτης.
Πεζεύουν απ’
τα σύννεφα, χάνουν τις παραισθήσεις
αναμετριούνται
εχθρικά, σκληραίνουν τις αισθήσεις
και ο κρυφός
τους λογισμός γίνεται φονικός.
Δε βρήκαν τον
πολιτισμό, ίσως καλύτερά τους
έστω κι αν η
σκληρότητα μας φαίνεται ωμή.
Ο δυτικός
πολιτισμός, πορφυρογεννημένος
ανάγει τη
σκληρότητα σε τέχνη αστική.
Είναι η
βαρβαρότητα κρυμμένη στη φενάκη
φρούδων και
κενών ιδεών που λέν’ πολιτική.
Αρχέγονη όμως
η ορμή των δικών μας βαρβάρων
των ινδιάνων
των φυλών και των πολυνησίων
των έγχρωμων
αυτόχθονων και των Πολυνησίων
των Αραπές,
των Μουντουγκούμορ, των Σαμπούλι
των τόσων δα
των οικισμών στη μοναξιά της φύσης
δίνει πολλά
στο στοχαστή της έγχρονης βιωτής.
Ο ιδαλγός
προσήγγισε κάποιους σπουδαίους μάγους
φυλάρχους,
ιερείς, ταγούς των έγχρωμων βροτών.
Χρωματισμένοι
οι φύλαρχοι, με μάσκες οι σαμάνες
ήταν πολύ
καχύποπτοι, έντονα εχθρικοί.
Μισούσαν τον
πολιτισμό και τους λευκούς θνητούς του
μοχθούσαν και
ματώνονταν στη μάχη με τη γη
με τα
επικίνδυνα ερπετά, τα άγρια τα ζώα.
Ακόνιζαν τα
βέλη τους απ’ τα οστά πιθήκων
έσταζαν
δηλητήριο στην άκρη της αιχμής…
Άλλοι όμως
ηρεμότεροι ησύχαζαν στην πλάση
ρέμβαζαν με
περίσκεψη, κάναν την προσευχή
αρνιόνταν τη σκληρότητα,
τον πόλεμο, τη μάχη
ήταν τους τόσο
προσηνείς, απλοί και ντροπαλοί.
Ινδιάνος (των
Lacandos):
Απόγονοι των Maya εμείς γνωρίζουμε καλά
την μυστική
ναι τη φωνή άυλης φωτοχυσίας.
Ξέρουμε τον
πολιτισμό απ’ τα εγκλήματά του
τις πλάνες
του, τη γλώσσα του, τα φτηνά σύμβολά του.
Για μας ο
απλός λογισμός είναι ο αληθής
η κρυφή τάξη
της ζωή, το φως της κάθε μέρας
της φύσης η
απλοχεριά που συχνά μαστιγώνει.
Ο κόσμος μας
απλοϊκός, αθώος, παιδικός
με τα
ξεσπάσματα θυμού, με τις απλές χαρές
τις τέχνες που
‘ν τα χέρια μας, χωρίς τα εργαλεία.
Αυτή ‘ναι η
παιδεία μας, οι μόχθοι, οι χαρές μας,
οι ιεροί μας
οι θεοί που ξάγρυπνοι θωρούν.
Πλάι τους
στέκουν ζηλευτοί οι Ταρανουμάρας
με τους
εξόχους μύστες τους, τους ιερείς του ήλιου.
Κουράστηκαν οι
άνθρωποι το πνεύμα του θεού
το άυλο πνεύμα
του φωτός, το φωτογεννημένο
που
επιφαίνεται συχνά στους πρώτους μας ανθρώπους
στους ιερούς
προγόνους μας, στους αδημιουργήτους.
Το χάος όμως
ισχυρό ως απουσία του είναι
χτυπάει σκληρά
το υπόστρωμα της δόλιας της ψυχής
που κουρασμένη
απ’ το φως στρέφεται προς το σκότος.
Αυτό είναι το
δράμα μας, αυτή η συμφορά μας
η φρικτή λήθη
του φωτός, του αρχέγονου ανθρώπου
του ιδεατού
αρχέτυπου που όλοι μας ποθούμε.
Βλέπουμε τον
πολιτισμό να βρούμε κάποια λύση
μα το βαρύ μας
παρελθόν δε μας ακολουθεί.
Πρωτόγονη η
κουλτούρα μας βλέπει πολύ βαθιά
στην ιερή
μαγεία μας τη θεογεννημένη
οι μάγοι μας
γνωρίζουνε το θείο λογισμό
γιατί η τάξη
της ζωής, του θεϊκού βασίλειου
αγγίζει μέσα
τους βαθιά το είναι της ψυχής.
Παρακαλούν και
δέονται, φωτίζουν συνειδήσεις
συμφιλιώνουν
ιερά ανθρώπους και θεούς.
Το χάος όμως
έρχεται βαρύ και σκληρημένο
ποντίζει στη
συνείδηση το πάθος του κακού
παρασύρει στον
Άδη του τις φτωχές μας υπάρξεις
που ξέχασαν τα
βάθη τους, το θείο τους δεσμό
Διασπασμένοι
κείτονται οι δόλιοι θνητοί
ο θάνατος
επέρχεται από τους αθανάτους
για να
θερμάνει κάποτε ο θείος αυλισμός…
*
Είπατε σεις οι
δυτικοί πως είμαστε αγροίκοι
το διαλαλείτε
πάντοτε με οίηση τρανή
όμως για μας
το πλήρωμα είναι μοναδικό
χωρίς
γιρλάντες ψεύτικες, φαιδρές επινοήσεις
νόθα
επιχειρήματα δολιευμένου νου.
Δεν είμαστε
παράδεισος ούτε τρυφής πατρίδα
βρισκόμαστε όμως πιο κοντά στη θεία πρωταρχή.
Πηγή ζωής
αυθεντικής είναι η αμεσότης
που συναντάει
τα πράγματα χωρίς περιπλοκές
που ανεβαίνει
σιωπηλά στ’ ανάκτορα του ήλιου
στου αιθέρα τα
δώματα, στη χώρα του φωτός.
Αν χάνονται οι
άνθρωποι στα σκότη του βασίλειου
αν σβήνονται
στο πάθος τους το χρονογεννημένο
υπάρχει η
ενότητα, η κρύφια αρμογή
στο φωτισμό
των μάγων μας, στο μέγα τους το βλέμμα
και στων
σαμάνων την πνοή, στων λόγων τους το φως.
Εμείς οι άλλοι
οι απλοί οι φτωχοί ινδιάνοι
εμμένουμε στον
κόσμο μας και στους χρωματισμούς μας
στα χρώματα τα
ζωντανά που φοβίζουν τα ζώα
που ακονίζουν
της ψυχής κάποιες κρυφές αιχμές.
Είναι βαρύς ο
στεναγμός της άχαρης ζωής μας
είναι πολλά τα
βάσανα του καθ’ ημέραν βίου
οι σκληρές οι
συνήθειες της δόλιας βιωτής
οι άγριοι
ανταγωνισμοί πολλών κακών ομάδων…
Όμως, τι θα
γινόμασταν αν δεν υπήρχε πόνος
ανήλεη
αναμέτρηση των χθόνιων παθών;
Δε θα
θυμόμασταν ποτέ τη θεία μας τη μοίρα
μακάρια η
ύπνωση, όμορφη η παιδικότης
κάποτε όμως
γίνεται ασύνειδη πνοή.
Ω, ναι,
μακάρια ‘ναι η πνοή, η αιώνια τάξη
μα απόγονοι
μακάριων, γλιστράμε στο κακό.
Μ’ αυτόν τον
τρόπο ιδαλγέ αναγεννιέται ο πόθος
ο θείος νόστος
ο βαθύς, η άγια επιθυμία
ο πόνου
εξαγιασμός, η αδυναμία του πάθους.
Αυτά τα λόγια
είχα να πω σε σέ το μαθημένο
της πολιτείας
τον ανθό, του κόσμου το καμάρι.
Εμείς
πιστεύουμε αλλιώς, με άλλο τρόπο ζούμε
αρνούμαστε τα
αγαθά, τις ομορφιές της πόλης.
Ποτέ δε θα
συγκάνουμε, άλλος είν’ ο σκοπός μας.
Ιδαλγός:
Παιδί ης Δύσης
είμ’ εγώ και του πολιτισμού της
κι αυτό το
μέγα γεγονός σφραγίζει την καρδιά μου.
Η Δύση όμως
πρόβαλε δειλά και τελευταία
αν θεωρήσεις
τους καιρούς της παλιγγενεσίας.
Οι ρίζες της
Ανατολής βρίσκονται μες τη Δύση
της Δύσης ο
βραδύς ρυθμός γεννιέται στην Ανατολή.
Ήρθα κοντά σας
για να βρω τον τίμιο θησαυρό
που έχασαν οι
δυτικοί μεταμορφώνοντάς τον
σε τεχνικό
πολιτισμό, σε ωμή λογοκρατία
που
καταστρέφει της ζωής τον ιερό αρμό.
Αν ξύσουμε
όλοι το εγώ το πολυσκουριασμένο
απ’ των αιώνων
τις τροπές, του χρόνου το σαράκι
θα ξαναβρούμε
μέσα μας τους κρύφιους θησαυρούς.
Είναι κοινοί
οι θησαυροί που κοσμούν τους ανθρώπους
όποια κι αν
είναι η φυλή η ανθρωπογεννήτρα
κοινά τα πάθη
των θνητών, κοινές οι ανατάσεις
πάγκοινες οι
αναμονές, οι χαρές και οι λύπες.
Υπάρχει κάποιο
μυστικό πολύ βαθιά κρυμμένο
στης ψυχής τ’
άδηλα θραύσματα, στου εγώ τις απαρχές.
Αυτό το θείο
μυστικό κίνησα για να βρω
εγώ ο φτωχός ο
ιδαλγός ο ταλαιπωρημένος.
Υπάρχουν
όμορφες στιγμές απέραντα ιλαρές
στιγμές
βαθιές, ουράνιες, άρρητες, τηλαυγείς.
Κι όμως η
μοίρα του θνητού, του πάντα οδοιπόρου
δεν αναπαύεται
συχνά στο θείο ουρανό.
Είναι ο δρόμος
των ψυχών που σιγοκατεβαίνουν
στης χειμωνιάς
τις ατραπούς, στη δίνη και στο χάος
για να
γεύονται άσπονδα το δένδρο του γιγνώσκειν
να
επιγιγνώσκουν τη φθορά, τη δυστυχία, το πάθος.
Να γιατί
εκλεκτέ αδελφέ έρχομαι στην αυλή σου
στους κόσμους
σας, στο είναι σας και στις κρυφές βουλές σας
να πάρω ήρθα
ολοχαρής, να μιμηθώ ο φτωχός
απ’ τα ιερά
σας σύμβολα, τους μύθους, την ψυχή σας
το θείο
πρωτογονισμό, τις άτεχνές σας τέχνες
τους πόλεμους,
τη συντριβή, το κλέος και το πάθος.
Νοιώθω πως
μοιάζουμε πολύ σε πολλούς χαρακτήρες
που απηχούν τα
τρίσβαθα ανθρώπινης ψυχής.
Συχνά η
επιφάνεια των φρικτών φαινομένων
εξαφανίζει τα
ιερά της χοϊκής μας φύσης
το κρυφό
περιδέραιο της άσπιλης αρχής:
Εκφράζεται
πολύμορφα στα μήκη και στα πλάτη
στη Δύση, στην
Ανατολή, ανθρώπων τα λιβάδια
ως αδαπάνητη
τροφή, ως νέκταρ αφθαρσίας.
Αυτό το νέκταρ
το άφθαρτο βρήκα σε πολλούς τόπους
ως θείας
σοφίας τη φωνή, ως φως των οφθαλμών
του άπειρου,
του απερίληπτου, του αιώνια ωραίου.
Ας είναι
απερίληπτο, φωτίζει το εγώ μας
οι θείες του
μαρμαρυγές καλλύνουν τη ζωή,
την αδιάστατη
ζωή, της παρθενίας τον τόκο
την άσπιλη τη
γέννηση χωρίς τόπο και χρόνο.
Τίποτα δε
γεννήθηκε, ούτε και θα πεθάνει
όπως μας λέει
η κίνηση όλων των αισθητών.
Η κάτοψη του
κόσμου μας μάς θέλει πια θνητούς
κι αυτό είναι
αλήθεια μόνο των φαινομένων
η γέννηση και
η φθορά, ο θάνατος και ο πόνος
δε θα
μπορούσαν να συμβούν χωρίς τη θεία ζωή
των πάντων τη
συνέχουσα, τη μόνη ζωοδότρα.
Να γιατί το
απόλυτο είναι παντού τα πάντα
κι ας
βασιλεύει η φθορά στη κάτοψη του κόσμου.
Τα πράγματα,
τα σχήματα, οι οργανισμοί, τα μέρη
φθίνουν κατά
το φαίνεσθαι, συνέχονται στο είναι
στο είναι το
πανέσπερο, το πανταχού παρόν.
Ορθώνεται
περίτρανα μέσα απ’ τις σκιές του
κακέκτυπα
ομοιώματα του έμφθαρτου του χρόνου.
Όμως πρόσεξε
εκλεκτέ, ωραίε την όψη φίλε:
Ό,τι κι αν
γίνεται σκληρά στου κόσμου τη χοάνη
ό,τι κι αν
αφανίζεται να ξαναγεννηθεί
να δώσει
όμορφους καρπούς, χάρμα των οφθαλμών
την κοσμική
κατάσταση των δημιουργημάτων
μαρτυρεί το
απόλυτο, το υπερνοητό.
Να γιατί
παιδευόμαστε στη ζήση και στο πάθος
να γιατί η
σκληρή ζωή μηνύει την αφθαρσία.
Οι μύθοι σας,
οι λόγοι σας, τα μύρια χρώματά σας
ο οπλισμός σας
ο απλός, οι γοργές τελετές σας
οι θρήνοι σας,
οι οιμωγές, αλλά και οι χαρές σας
αλλού
σκοπεύουν, μακριά, πέρα απ’ τις αισθήσεις.
Μ’ αυτό
ακριβώς επιποθώ να θραύσω την ψυχή μου
να σπάσω τα
διαφράγματα του δύστυχου εγώ
ν’ ακούσω και
τη συντριβή των άτεχνων ειδώλων
που μου
κουρσεύουν της ψυχής το θείο αναπαμό.
Αδέλφια
είμαστε καλέ, το ξέρεις πια καλά
σ’ όλης της
γης τα πέρατα, ανθρώπινες πνοές
σιγοκαίν’ το
θυμίαμα της ζωντανής θυσίας
στον
απερίτμητο βωμό του ιλαρού φωτός.
Αφηγητής:
Ο ιδαλγός
σταμάτησε, ο ινδιάνος πήγε
στο
χορτοσκέπαστο ιερό για να προσευχηθεί.
Με νεύμα που
δε φάνηκε κατέβασε απ’ το δάσος
τα ιερά του
συμβολα, τα τοτέμ, τα ταμπού.
Αναφανήκαν
ολομιάς του χωριού όλ’ οι μάγοι
οι σαμάνες οι
ιεροί, γυναίκες και παιδιά.
Ήταν την όψη
βλοσυροί που έβλεπαν τον ξένο
μα ο αρχηγός
ηρέμησε τους φόβους των λατρών.
Ολοτριγύριζαν
ευθύς τον ξένο ιδαλγό
κι άρχισαν να
χαμογελούν παράξενα την όψη
ώσπου ο καλός
ο αρχηγός έγνεψε σιωπή.
Στρώθηκαν τότε
άφοβα στην πλούσια τη χλόη
κι ανέμεναν
υπάκουα τη νέα διαταγή.
Οι μάγοι μέναν
χωριστά κρυμμένοι στον εαυτό τους
και οι σαμάνες
πιο μακριά τηρούσαν τη σιγή
πίσω απ’ τις
μάσκες τις βαριές, τις ζώνες και τις γούνες
που ‘κρυβαν με
υποβολή σώματα δυνατά.
Σκίαζαν οι
κορφές σιγά τις λάμψεις της ημέρας
ο ουρανός
καλύπτοταν με νέφη μολυβιά
κάποια σκληρά
πετούμενα ανέμιζαν πιο πέρα
του δάσους τα
σκληρά ερπετά μαζεύτηκαν δειλά.
Η σιωπή
παρέτεινε την αγωνία όλων
το πρώτο ψύχος
της νυχτιάς πλησίαζε απαλά
από τις
μακρινές κορφές που ‘γνεφαν καλησπέρα
στο πλήθος που
περίμενε τα νέα μυστικά.
Οι έγχρωμοι
ινδιάνοι μας έχασαν τη σκληράδα
τα πρόσωπα
απαλύνθηκαν μέσα στην ερημιά
τα βλέμματα
διαστάλθηκαν στου σύμπαντος τα πλάτη
η ακοή
ανέστειλε τη λήψη μηνυμάτων…
Ξάφνου
προχώρησε μπροστά ο ξακουστός ο μάγος
κι άρχισε τα
νοήματα στου δάσους τη μεριά.
Πήρε το λόγο
αυτόκλητα χωρίς να περιμένει.
Μάγος:
Του κόσμου η
κρυφή σιγή δε φαίνεται στα σκότη
των όντων των
ορώμενων, των μύριων αισθητών
των πνευμάτων
η δύναμη είναι κρυφή σα νιότη
που ανασταίνει
της ζωής το μύχιο ρυθμό.
Μην περιμένετε
ποτέ να βρείτε την αλήθεια
στης ξέφαντης
της φύσης μας την απαλή θωριά
υπάρχει κάτι
πιο βαθύ κρυμμένο μες τα σκότη
των άφαντων
πνευμάτων μας που κείτονται δειλά
στης αίσθησης
τα πέταλα με την ωραία ματιά.
Προσέξτε όμως
οπαδοί της κρύφιας σοφίας:
Τα πέταλα τα
ρόδινα, η όμορφη αλήθεια
της φύσης τα
κοιτάγματα, ο κόσμος των μορφών
τ’ ανθρώπινα
τα σώματα με την ωραία νιότη
χάνονται κι
ολοφύρονται, μαραίνονται και σβήνουν
χωρίς τη θεία
βοήθεια, χωρίς την αρωγή
των ζωντανών
υπάρξεων, των άυλων πνευμάτων
που ξέρουν να
προστρέχουνε με δίκαιη ορμή.
Πώς όμως η
αλήθεια θα λάμψει στη ζωή μας
χωρίς τους
άλλους ιερείς τους θεοφωτισμένους
που κοινωνούν
με τη ζωής το μυστικό δεσμό;
Ο μάγος, θείος
ιερεύς, διάκονος των πνευμάτων
ρίχνει το φως
το ένδοξο, το φως το ιερό
της ιερής της
θέασης, της άληστης φωνής.
Οι λόγοι, οι κινήσεις
μας, τα λίγα νεύματά μας
είναι καρπός
της έμπνευσης, της μυστικής θωριάς
με τις
δυνάμεις της ζωής, του καλού, του κακού.
Για μας το
παντοδύναμο είναι ιδίωμά τους
αμείβουνε και
τιμωρούν κατά τα παλαιά
αρχέγονα
διδάγματα των αιωνίων καιρών.
Μαγεία είναι η
ζωή όταν κρυφά ακούτε
το ιερό της
μήνυμα, το θείο της σκοπό
που λίγοι
ακροάζονται, λίγοι καταλαβαίνουν.
Ο μάγος είν’
ακροατής της ιερής σοφίας
τίποτε δε
σοφίζεται απ’ το δικό του νου.
Κι όμως
προσέξτε με καλά, βαθύς ο λογισμός μου
όταν η θεία
ακρόαση για με κορυφωθεί.
Αφηγητής:
Το πλήθος
άκουγε περίτρομο το μάγο.
Ίσως κάτι να
γνώριζε κρυφό στους επισκέπτες
κάποια άλλη
αλήθεια από θεία μαγνάδια
αφού γονάτισε
ιερά κι ανέμενε τη λάμψη
του πάσχοντος
προσώπου του, των μικρών οφθαλμών του.
Ξάφνου οι κρωγμοί
των πετεινών, το θρόισμα των φύλλων
οι κοασμοί των
βάτραχων, οι βρυχηθμοί θηρίων
σκόρπισαν
τρόμο ιερό στο άγιο τελεστήρι.
Ο μάγος όμως
ήρεμος και σιωπηλός μαζί
καθώς ανέμενε
κρυφά μια άλλη παρουσία
τα πνεύματα τα
ιερά των θείων του προγόνων.
Ήτα σκληρή η
όψη του, αγέλαστα τα χείλη
άχρωμες οι
κινήσεις του, προσεκτικές, αργές.
Ω, ήταν ήταν
δόλιος, σκοτεινός, του δάσους παντεπόπτης
και χάρηκε
ολόσωμα μέχρι τα ζωθικά
καθώς βροντές
και αστραπές έλαμψαν από πέρα
καθώς
πλησίαζαν γοργά το απλό το ιερό.
Μάγος:
Ήρθε επιτέλους
η βροχή που τόσο επιθυμείτε
τα πνεύματα με
άκουσαν για πολλοστή φορά…
Προσέξτε όμως
ταπεινοί του δάσους σεις δραγάτες
τα πνεύματα
καραδοκούν, σκοτώνουν τους κακούς!
Τάξτε τα δώρα
τα ιερά στο στοργικό σας μάγο
αφήστε κάθε
λογισμό που είναι πονηρός
στρέψτε το
πνεύμα μακριά στους θείους σας προγόνους
κράξτε με
δυνατές πνοές, δοξάστε τη ζωή:
Αφηγητής:
Το πλήθος των
φτωχών ινδιάνων καταμαγεμένο
έντρομο,
ενθουσιασμένο και χαμένο
άρχισε να
κινείται ζωηρά
μη ξέροντας
πώς να εκφράσει
μύχια αισθήματα
από ερεθίσματα εξωτερικά.
Έβρεξε, κι
αυτό ήταν αλήθεια
ο μάγος έφερε
νερό
ενώ οι
κεραυνοί κρυφομηνούσαν
των πονηρών
πνευμάτων το χορό.
Πώς θ’
αντιδρούσαν στην επιδρομή
χωρίς το μάγο,
χωρίς τη θέληση την ισχυρή
χωρίς τα
τάματα και τα πολλά τα δώρα
κείνη την
ξέφρενη στιγμή
του θάμβους
και της ευτυχίας;
Ο αρχηγός
προτάχτηκε
κι άρχισε να
κραυγάζει
άναρθροι
φθόγγοι ακολούθησαν μεμιάς
αλαλαγμοί
μικρών, βροντές μεγάλων
ήχοι ωραίων
γυναικών
σκορπούσαν
πανικό στην ερημιά.
Τότε ακριβώς ο
μάγος ήρθε πρώτος
να σύρει τον
ιερό χορό
καθώς οι
κραυγές και οι ψίθυροι συνεχιζόνταν
σκορπίζοντας
στο χάος κάθε ρυθμό.
Σιγά σιγά τα
πνεύματα κατασιγάσαν
οι μουσικοί
και τα ταμπούρλα τα τραχιά
άρχισαν να
χτυπούν και να προσάδουν
δοξάζοντας του
μάγου την ισχύ
την πρόρρηση,
τη δύναμη και τη σοφία
που ‘φερε απ’
τον ουρανό βροχή.
Παιδιά,
γυναίκες και μεγάλοι
ενθαρρυμένοι
απ’ του μάγου τη γιορτή
άρχισαν τώρα
να χορεύουν ενωμένοι
και να
ψελλίζουν άσματα λαμπρά.
Οι πρώτες
άναρθρες κραυγές τους
έγινα τώρα
ήχοι μουσικοί
χωρίς πολλές
εκφραστικές εναλλαγές
και
συγκινούσαν τον ακροατή.
Χρώματα,
σχήματα, ήχοι περούκες
όλα ανάδιναν
ωραία μουσική
η αποκορύφωση
ήρθε κατόπιν
με του σαμάνου
την ορμή.
Ο ιερός,
κρυμμένος στη στολή του
έκαψε βότανα
κι ανέπνευσε ευθύς
ήρθε στην
έκσταση, γνωστή στη σχόλη
αναγεννήθηκε
μες τη γιορτή.
Ένευσε αμέσως
να σταματήσουν
κι όλοι
κατάλαβαν πως ήρθε η στιγμή
να θεραπεύσει
κάποιους άρρωστους
να δώσει το
έναυσμα για νέα ορμή.
Οι άρρωστοι
ήρθαν μπροστά και καθήσαν
ο
εκστασιαζόμενος θεραπευτής
κινούμενος
άλαλα τους πλησιάζει
κι ευθύς
ξεκινάει την τεχνική.
Σακάτες οι
άρρωστοι εκλιπαρούσαν
του νέου μάγου
την αρωγή
πόνοι
αβάσταχτοι τους είχανε συντρίψει
μα η πίστη
τους ήταν ειλικρινής.
Θεραπευτής ο
σαμάνος πήρε το ύφος
του αποδέκτη
υψηλών μυστικών
αυτοσυγκεντρώθηκε
χωρίς μία λέξη
χάθηκε, λένε,
σε κόσμο βαθύ.
Όλοι τον
κοίταζαν, μα κείνος χανόταν
στου κόσμου του τον τον ιερό γκρεμό
κι έμεινε έτσι
ολόκληρη ώρα
αποδημίας σε
άλλον καιρό.
Γύρισ’ ωστόσο
μ’ έκφραση οξεία
κινήσεις,
νεύματα, μάτια σκληρά
κουδούνια
βροντούσαν απ’ το λαιμό του
η έκσταση
έγινε πνοή ιερά.
Κινήθηκε
αμέσως προς τους ικέτες
έσκυψε γρήγορα
στα πονεμένα κορμιά
σίγησε πάλι
χωρίς να κινείται
κι αμέσως
ξέσπασαν δάκρυα πικρά.
Οι άρρωστοι,
πάντα σκυμμένοι μπροστά του
πίστεψαν πως
έγιναν πλέον καλά
ανασηκώθηκαν
στην προσταγή του
κι έσμιξαν
δάκρυα και η χαρά.
Σαμάνος:
Ξέρετε όλοι:
εγώ θεραπεύω
όλων τα
δύστυχων τα δεινά
είναι μια
δύναμη που έχω μέσα
κρυμμένη βαθιά
και μυστικά.
Αυτή η δύναμη
που θεραπεύει
ξέρει να δίνει
πολλές προσταγές
που δεν
αναφέρονται μόνο σ’ αρρώστους
μα σε όλου του
κόσμου τις οιμωγές.
Η δράση μου
είναι της έκστασης δρόμος
φυγή απ’ του
κόσμου τη συντριβή
ύψιστη άνοδος
σε άλλους κόσμους
τόσο αγνώστους
σε κάθε ψυχή.
Τα μυστικά μας
είναι δικά σας
για σας μας
φωτίζουνε οι θεοί
για σας τα
πνεύματα αγρυπνούνε
για σας όλοι
εμείς οι εκστατικοί
αλλάζαμε
κόσμους, αλληθωρούμε
και
επιστρέφαμε δυνατοί.
Αφηγητής:
Το πλήθος
χειροκρότησε τους λόγους του σαμάνου
οι ασθενείς
σηκωθήκανε και στήσαν χορό
ο μάγος
αδελφώθηκε με τον ομότεχνό του
ο ιδαλγός,
ακίνητος, έχασε τον ειρμό
αυτής της
άγνωστης γιορτής μες την καρδιά του δάσους.
Τότε ακριβώς
σηκώθηκε ο ιερέας και είπε:
Ιερέας:
Απίθανε ιδαλγέ
που ‘ρχεσαι από μακριά
για να
θωρήσεις των αγρίων τη ζωή
παιδί της
τύρβης και της πολιτείας
είδες και
άκουσες βαθιά προσταγή
που
απευθύνεται σε μύστες ζωής
σ’ όσους
ετάζουν αρχέγονη μαγεία.
Όλοι σας σεις
νομίζετε πως είμαστε χαμένοι
καθημαγμένοι
απ’ της πρωτόγονης ζωής τον παιδεμό…
Μάθε λοιπόν
πως όλοι στο δάσος
κι όχι μόνο
εμείς μα και οι μακρινοί Αφρικανοί
οι Πολυνήσιοι,
οι της Ωκεανίας
οι γλαφυροί Πυγμαίοι και οι Ουγκαντέζοι
οι Εσκιμώοι,
οι Μπαρμπάρα
και οι
πρωτόγονοι της Αυστραλίας
αγόμαστε στο
χρόνο της καταγωγής
καθώς η ημέρα
του Μεγάλου Κυρίου
είναι
παντοτινό παρόν για τις ψυχές μας
καθώς οι ιεροί
βωμοί, οι boli, αναχαιτίζουν το κακό
ποτίζοντας το
είναι μας με το μεγάλο φως.
Μάθε καλά τη μέγαμπε των Μπαμουτί
τη δύναμη, τη
βάση, το θεμέλιο
που δίνει
σκέψη και φωνή.
Βγες απ’ την
αιχμαλωσία του πολιτισμού
που παλαιώνει
τα αιώνια και τα σύγχρονα
αλλάζοντας
μορφές και ιδέες…
Δεν είναι
πρόοδος αυτή η πορεία
όσο κι μοιάζει
στους θνητούς με σωτηρία
σ’ όσους
δοκησισοφούν και ταλανίζουν
τους άπορους
και τους ταλαίπωρους του δάσους.
Μάθε καλέ μου
ιδαλγέ μαζί με τους Γκουαρανί
μαζί επίσης με
τους Έλληνες σοφούς
πως το Ένα
είναι το μόνο απόλυτο αγαθό
και πως το
πολυποίκιλτο κακό
πηγάζει απ’ το
μερισμό του αμέριστου.
Φρικτός αυτός
ο μερισμός
είναι και
φευγαλέος
σαν τη ζωή των
πονηρών
που ντύνονται
το πάθος
για ν’
ακονίζουν κάκιστα
του θανάτου τα
βέλη.
Όμως το ξέρεις
πια καλά
θάνατος δεν
υπάρχει
αφού το Ένα-η
Ζωή
είν’ ενωμένα
πάντα.
Ό,τι φωτίζει
μεριστό
είναι πλαστό
και ξένο
στο άπειρο
βασίλειο
της άφθαρτης
ζωής.
Ο δυτικός
πολιτισμός
αρνείται την
αλήθεια
αρέσκεται στα
ψέματα
του
πολυμερισμού.
Ντύνεται τη
φρικτή πνοή
του ψεύδους,
της απάτης
κι ας μας
προσφέρει ακκισμούς
της σκοτεινής
του δίξας.
Τι θείο, το
αιώνιο,
το αμερές μας
Ένα
είναι το μόνο
μας το φως
η λάμψη της
πνοής…
Όμως, σ’ αφήνω
μόνο σου
για να
σκεφθείς με πάθος
ό,τι η φτωχή
μας η ζωή
τολμάει να σου
διδάξει.
Χαίρε καλέ μου
ιδαλγέ…
Όγδοο Άσμα:
Στις ακρώρειες του ελέους
Αφηγητής:
Ο ιδαλγός
ανέστειλε για λίγο το ταξίδι
έμαθε, άκουσε
πολλά, ανθρώπων είδε χώρες
εταστικός,
ευγενικός, εκζητητής, απλός.
Το μέγα όμως
μυστικό που ‘καιγε την καρδιά του
έμενε μέσα του
βαθύ, αήττητο, ακμαίο.
Καιγόταν και
ανέπνεε, πονούσε και ποθούσε
παρά τις τόσες
βιωτές της πλήρωσης, του θάμβους.
Έφυγε μόνος,
μακριά, έχασα τη σκιά του
κι απόμεινα
κάπου σκυφτός προσμένοντας και πάλι
τη φαεινή του
τη μορφή, την περισσή του χάρη.
Κάποια
πουλάκια τ’ ουρανού ψέλλιζαν στον αιθέρα
σκορπίζοντας
ολότελα απρόσιτες σκιές.
Μου το ‘παν
και οι αέρηδες που ‘πνεαν το πρωί
αέρηδες που
έρχονταν απόλα τα πελάγη
από τα δάση,
τα βουνά, από τις ερημιές:
Ο ιδαλγός σου
αφηγητή θέλησε να μονιάσει
ν’ αναπαυθεί
ειρηνικά μετά την περιπέτεια
να τιθασεύσει
τις ορμές της δίνης και του πάθους
να βρει στα
βάθη της σιγής το άλλο του εγώ.
Επείστηκα
στους λόγους του, πίστεψα τους ψιθύρους
γεύτηκα
ολομόναχος το σκληρό το ποτήρι
της ξαφνικής
μου μόνωσης χωρίς τον ιδαλγό.
Όμως το ξέρω,
θα με βρει, θα γυρίσει και πάλι
αυτός ο
άτακτος βροτός, ο τόσο ευγενισμένος
που
αφουγκράζεται βαθιά της ψυχής τον παλμό.
Χαίρομαι που
θα ξαναρθεί αειθαλής, γενναίος
με τα νέα
μηνύματα, με το καινούργιο φως.
Ιδαλγός:
Ω θεία βρύση
της ζωής, η θεία μαγγανεία
που ενοικείς
στις ταπεινές ψυχές των νοσταλγών!
Θεία μανούλα
μου ζωή που τράνεψες μπροστά μου
τις ενοράσεις
των ψυχών τις θεογεννημένες
και μου
φανέρωσες ιερά την κρύφια ουσία
δος μου τη
δυνατή Πνοή να κρατηθώ ως το τέλος
ο ιδαλγός, ο
ζητητής, ο μυριοπληρωμένος.
Οι θείες
εμπειρίες πια της δύστυχης ζωής μου
μία και μόνη
επιθυμούν ανάπαυση να δώσουν.
*
Άκουσα της
Ανατολής τις ιερές φωνές
απόηχο της
σιωπής αιώνων αληθείας
προσπάθησα ν’
ακροασθώ το κρύφιο μήνυμά τους
την εύγλωττη
αλήθεια της, τέκνο πολυφωνίας
που ανεβάζει
μ’ ατραπούς την ακλινή οδό
στο δρόμο της
ανάπαυσης, της άχρονης ουσίας
μακριά από
κάθε λογισμό, περίσκεψη και ρέμβη.
Κατανοώ τον
ίλιγγο του φτωχού λογισμού μου
την πλήρη ανεπάρκεια των ισχνών σωθικών μου
μπροστά στην
απερίτμητη παρθενική αλήθεια.
Άκουσα τις
θεσπέσιες φωνές τόσων πριγκίπων
γόνων μιας
θεϊκής γενιάς που ποτέ δεν εκίπτει
που αναθάλλει
ένδοξα σ’ Ανατολή και Δύση
όντας
ταυτόχρονα κρυφή, μακριά απ’ τους θορύβους
των πλανεμένων
μας ψυχών στου χρόνου τα τενάγη.
Είναι βαριοί
οι στεναγμοί ανθρώπων του Αιώνα
κι ας μοιάζουν
να χαμογελούν στου κόσμου τα δεσμά…
Ερέτες είναι
αμίλητοι τριήρεων του πόνου
που ακονίζουν
άχαρα το βάρος των στιγμών
άλλοτε
σιγοπαίζοντας άρπες της Τερψιχόρης
κι άλλες φορές
τρυγίζοντας της νιότης τον αφρό.
Ο χρόνος όμως
των ψυχών είναι σημαδεμένος
σαν τις
κορδέλες των πορνών του παλαιού καιρού…
Ενστέναγνη η
θητεία μας μοιάζει με πανηγύρι
με λήθης
μικροβότανο, πέπλο αναιμικό
που ‘ναι
ανίκανο να πει την καθαρή αλήθεια
του κόσμου τα
εφήμερα, το νόθο λογισμό.
Δεσμώτης είμαι
κι ας τολμώ στα ύψη ν’ αναβαίνω
η πτέρωσις του
Πλάτωνα, το θάμβος του Πλωτίνου
των μυστικών
οι ώριες δονήσεις δε φλογίζουν
μεν μέγα
οίστρο της ψυχής που μένει δουλωμένος…
Τι κι αν
αγάπησα δεινά το ρίγος και το πάθος
της άρρητης
κατάστασης έξω απ’ τη σιωπή;
Ήταν ο θείος
πρόλογος της ανέσπερης κλήσης
που καταργεί
συθέμελα κάθε το θετικό.
Παρέμεινα στην
έκσταση, δεν έφθασα στη στάση
γι’ αυτό
περιπλανήθηκα σ’ ευγενικές αυλές
σε πρίγκιπες
του πνεύματος με άφθιτο βασίλειο
με αυγενική
ανάχαρση, θεία καταβολή.
Τρισθαύμασα
τον κόσμο τους
λευκές ήταν οι
χώρες
των κρύφιων
βιωμάτων τους
που έκφραζαν
σεμνά.
Όμως το θείο
μυστικό
δε χώρεσε στα
λόγια
ήταν χαμένο
ολότελα
στο άπειρο
μηδέν.
*
Μήπως και
λοξοδρόμησα στα διάβα του ιδαλγού;
Μήπως ο τίτλος
μου ο φτωχός τυχαίνει λαθεμένος
φτωχός Κιχότης
σαρκασμών της άθλιας φυγής
που εξαπατάει
γλαφυρά ανθρώπων τις αισθήσεις
σέρνοντας και
το λογισμό σε χώρους δυστυχείς;
Αν παύσω να
λογίζομαι, να αισθάνομαι, να βλέπω
τι θα γενώ ο
δυστυχής πούπουλο της σκιάς
παράκρουση κι
ολοσυρμός παντέρημων ελπίδων
που χάνονται
στο πέλαγος της πικρολησμονιάς;
Ίσως ο τίτλος μου ο φτωχός είναι
καταστραμμένος
σύντριμμα των
λιθόπετρων της κακοεπιθυμιάς
αποκαϊδι
ξαφνικό, δόλιο της ιστορίας
ονείρατο
ατροφικό ανθρώπινης λαλιάς
που αγνοεί τη
δύναμη του εστεμμένου λόγου
ανθρώπων
οίστρου ισχυρού, δυναμικής γενιάς
που ‘γνεφε ως
διαφώτιση, πραγματογνωμοσύνη
ως στηθοσκόπηση
ένσοφη απάτης και ψευτιάς
που ‘σπειραν
αχαλίνωτα Αρχαιότης και Μεσαίων
ως κύμβαλα
αλαλάζοντα παλαιάς αγοράς…
Ίσως ο επιστημονισμός
σημαίνει την αλήθεια
εξαφανίζοντας
μεμιάς την αρχαία σκουριά
ίσως όμως ο
μύθος του καλύπτει άλλα πλάτη
που
αποσκιάζουν άσπλαχνα τους ανθούς της δροσιάς.
*
Μας το ‘παν
τόσες δα φορές πως είναι ματαιότης
ν’ αναζητάμε
στη σιγή το μέγα μυστικό
το επανέλαβαν
και χθες με τόση επισημότη
πως όλη η
περιπέτεια είν’ παλιμπαιδισμός.
Άκουσα τις
κηρύξεις τους
είδα και τη
μορφή τους
και πλεύρισα
με συλλογή
μ’ άλλες
παλιές κραυγές
κι ευθύς
σιγοκατάλαβα
πως οι
διακηρύξεις
σοφίστατα ήταν
τρομερά
που ηχούσανε
και χθες
στις κρατερές
τις αγορές
ανθρώπων τόσο
δα μικρών
ναι, της
παμπάλαιας της σχολής
που γνώριζε
ρητορική
και ψεύδος και
απάτη
με τη γνωστή
την άνεση,
την εύκολη
φυγή.
Συγκρούστηκαν
ολότελα
με σοφιστείες
και πάθη
κατάλαβα πως
οι φωνές
κυνηγούν τις
σκιές
σκιές του
λόγου κίβδηλες
άσχετες με τη
γνώση
και της
αλήθειας της σεπτής
τις δυνατές
οπλές.
Τώρα
καταλαβαίνω πια
πως το
κυνηγητό μου
εδράζεται στα
μύχια
της ιερής
στιγμής
και πως του
χθες οι σοφιστές
παρέα με τους
νέους
αδυνατούν να
κλείσουνε
τις άσβεστες
πηγές.
*
Μανία θεία με
κατέχει πλήρη
άγχος θεσπέσιο
με σπρώχνει
σε δύσβατες
του κόσμου παρυφές
ο νους
γκρεμίζεται στη θέα του κάλλους
το αίσθημα
ατονεί, παγώνουν οι πτυχές
αισθήσεων,
σκέψεων, συναισθημάτων
με
επισκέπτεται το θείο μηδέν…
Όμως αδυνατώ
να νιώσω το περιεχόμενό του
σα μικρομέγαλο
που αρέσκεται σε διηγήσεις…
Πώς θα εννοήσω
τη μέγιστη αλήθεια;
Είναι γνωστό
πως άρρητο είναι το περιέχον
κι ουδέποτε το
εχόμενο, η συναφής μορφή.
Αν το
περιεχόμενο που τόσο μας θαμπώνει
δεν είναι παρά
αμυδρή σκιά των φαινομένων
ψεύτικο
περιδέραιο της σάρκας
κανένα
περιδέραιο περιστεράς του Γκαζαλί
καμιά
πραγματική μαγεία του αληθούς…
Γι’ αυτό
ακριβώς ο έρωτας της σάρκας
δεν είναι
σαρκικός αλλά ηδονικά φθαρτός
ψευδαίσθηση
που αναλώνει τις αισθήσεις
και που μεθάει
το λογισμό με τις φαντασιώσεις.
Σκληρή η
αλήθεια του πεπερασμένου
που αναλώνει
σαρκικά το αναλλοίωτο
περιδεής
συνείδηση του χρόνου
που πλάθει το
γήινο έρωτα
την
επαναλαμβανόμενη επιθυμία
τη φλόγα
σώματος και ψυχής
χωρίς ποτέ της
να κορέννυται.
Γι’ αυτό και
παραμένει φαντασίωση
θνήσκουσα
αιωνίως στις αιώνιες αγκαλιές
των εραστών
της μόνης και αειθαλούς κατάπαυσης…
Είναι η
έγχρονη ζωή ένα ψέμα
με κορωνίδα
την ερωτική επιθυμία
και μια
συμβολική πνοή
των αιωνίως
ερωμένων, των αρρήτων.
Γι’ αυτό
επιθύμησα γυναίκα μια και μοναδική φορά.
Έκτοτε οι
επαναλήψεις της επιθυμίας, ερωτικές σκιές
δεν κάνουν
παρά να βαθαίνουν αβύσσου χάσμα.
Όνειρο η ζωή
μου, ιδαλγική απάτη ημερών
που
πελαγοδρομεί στο χάσμα της αντίφασης
παρόλες τις
θεσπέσιες λειτουργίες ιερών…
Πώς θα μπορέσω
να συνάξω τα εσκορπισμένα
τα θραύσματα
φωτός που αιχμαλωτίστηκαν
στη σάρκα μου ως
και στα σωθικά μου;
Πώς θα
καταυγασθεί το είναι μου
απ’ την
ενότητα αρχαίων και αιώνιων ημερών;
Έχω στο είναι
μου απύθμενα βιώματα
τα περιδέραια
σοφίας των εθνών
ό,τι ματαίως
προσπαθώ να παραστήσω
με γήινες
τροφές και εκφράσεις.
Η μνήμη μου
αντιφεγγίζει τους ενιαυτούς μου
και τους
σταθμούς τιτάνιας προσπάθειας
αποκοπής απ’
τις συνήθειες της ματαιότητας.
Αχ να μπορούσα
να την καταργήσω ευθύς
να εξαφανίσω παραστάσεις
και βιώματα
μνήμες και
γνώσεις που σκιάζουν την αλήθεια
τερπνές
ψευτοχαρές κι απομιμήσεις των στιγμών…
Έτσι και μόνο
θα μπορούσα να ελλιμενισθώ
σ’ αιωνιότητας
κόλπους παρέα με τις ψυχές
που αντάμωσα
στην οριακή πορεία μου…
Μέχρι στιγμής
αδυνατώ να θραύσω τους καθρέπτες
τα σκιερά τα
κάτοπτρα με τις αχνές σκιές.
Πειραστής:
Ψέμα η ζωή; Τι
λες φτωχέ ιδαλγέ
που κυνηγάς
τις ψευδαισθήσεις
για να
πλαγιάζεις στην ανυπαρξία;
Για μας που
κυνηγάμε τις χαρές
τις
δονζουανικές μας ηδονές
που δεν
αγγίζουν μόνο σάρκα
αλλά του
πνεύματος τις τέρψεις
αυτός ο
κόσμος, τούτη η γη αξίζουν.
Πυρακτωμένη η
ζώνη της ζωής
αποβδελύσσεται
τους χλιαρούς.
Μάθε υιέ της
πανδαισίας και του νέκταρος
πως η ζωή δεν
κοροϊδεύεται
με ακκισμούς
που υμνούν το θείο μηδέν
την πρώτη φαντασίωση
των μυστικών.
Ρίξε
προσεκτικές ματιές στην ιστορία
και μην
ανακαλύπτεις μόνο της πληγές
τα ψέματα και
τη φενάκη των βροτών.
Οι ανθοί και
τα λουλούδια
οι ροδανθοί
της νιότης και των ποιητών
των τραγικών οι
λάμψεις οι πανώριες
των φιλοσόφων
οι μεγάλες ενπνοές
οι άψογες
επιθυμίες κόρεων της σιγής
και των
επιστημόνων ο απέραντος στρατός
οικοδομούν τα
έθνη των πολιτισμών
πλάι στη
δύναμη και στη θεσπέσια αλκή των ισχυρών.
Δε
συμβιβάζεται το πνεύμα με τη βαρβαρότητα
δεν το
διακηρύσσεις μόνο εσύ.
Κι όμως χωρίς
το χώμα δεν υπάρχει ανθός
χωρίς το
δηλητήριο δε γίνονται τα φάρμακα.
Γλυκιά η ζωή
με τις πολλές της όψεις
αρμόζει στον
καθένα κατά το είναι του
κυοφορεί
ευαισθησίες ευγενών
εξάπτει πόθους
των νεοβαρβάρων
κι αφήνει τους
εταστικούς να γεύονται
της χάρης της
το μεγαλείο.
Ένα μονάχα δεν
ανέχεται η ζωή:
την άρνηση και
την καταφυγή
σ’ ανύπαρκτους
λειμώνες
χωρίς το
λυρικό περιεχόμενο
της μνήμης και
της φαντασίας.
Τότε το ψεύδος
γίνεται αυταπάτη
και οι ηρωικές
διέξοδοι
δεν είν’ παρά
παραίτηση
κι αχρήστευση
της ομορφιάς.
Ξέρω ιδαλγέ
μου τις ανησυχίες σου
γνωρίζω της
καρδιάς σου τον παλμό
ετάζω τις
αφετηρίες σου
γι’ αυτό και
σε καλώ ν’ ανακαλέσεις
το δρόμο σου
προς το μηδέν.
Το πλήρωμα που
αναζητείς
βρίσκεται μες
τον κόσμο
στην ιστορία
του ανθρώπου
στα έπη και στα
δράματά του
στις
πληρωμένες πράξεις της ζωής
κι όχι σε
άλλους κόσμους.
Έχουμε όλοι
πειρασμούς απελπισίας
και τάσεις
αυτοκτονικές
αφού η
θεουργική πνοή ατονεί
κι ο Προμηθέας
σπάει εντός μας.
Άρνηση όμως
της ζωής
παραίτηση απ’
τις πλέριες προσφορές της
ακύρωση των
θείων ηδονών της
κι ευνουχισμός
του είναι μας
είναι
ευτοηρωισμός
κιχοτικά
ενορμήματα
με λυπηρές
εκβάσεις.
Εγώ τη νιώθω
τη ζωή
τη γεύομαι με
πάθος
κι αν λεν πως
τελειώνουμε
τις πλέριες
προσφορές της
ξαναγυρίζουμε
συχνά
στο νέκταρ της
πηγής.
Ας είμαστε
αδύναμοι
ζωή ‘ναι η πηγή μας
ο κόσμος μας,
οι ελλάμψεις μας
όλες οι
απολαύσεις
Ανάνηψε,
ανάνηψε
τέκνο της
σιωπής
Ιδαλγός:
Δεν είσαι ο
πρώτος που ψελλίζεις ουτοπίες
ο αισιόδοξος
με τις ωραίες τάσεις
που αποτρυγούν
το νέκταρ της ζωής.
Έχει ίσως διάκριση
που επινοεί
και επιλέγει
μόνο το ωραίο
της σάρκας και
του πνεύματος ανθό.
Είσαι
επικούρειος μες τους αιώνες
ωραίος ψίθυρος
ζωγραφιστός
σε κόρεων
σώματα, σε ποιητών εμπνεύσεις
σε φιλοσόφων
ένσοφες συλλήψεις
σ’ επιστημόνων
επικές ανακαλύψεις.
Το ξέρεις
κάλλιστα πως δεν αρνούμαι
τις προσφορές
αυτής της γης.
Τις γεύτηκα
όλες, άνθρωπος είμαι
κι όμως, το
λέω, δεν είμ’ ευτυχής.
Ταπεινά
προσπάθησα να βρω κάτι άλλο
κρυμμένο στα
βάθη του αληθινού
την πηγή
αναζήτησα χωρίς πάθος άλλο
το απόλυτο
θέλω, αυτό επιποθώ.
Πειραστή το
γνωρίζεις χωρίς δισταγμό
τα άνθη, η
νιότη, το όμορφο εγώ
οι επιθυμίες,
οι απολαύσεις, μαζί οι χαρές
έκτυπα είναι,
δεν είναι αρχές.
*
Γνωρίζεις
επίσης πως του κόσμου οι χαρές
οι λύπες, τα
πάθη και οι φτωχές ιαχές
οι
συγκίνήσεις, οι εξάρσεις, του κόσμου οι φωνές
ό,τι στον
κόσμο ηχεί βροντερά
δεν είν’ των
ανθρώπων τα τέλεια φτερά
το ένδοξο
πλήρωμα, η απόλυτη φορά.
Μέσα στο πάθος
που μας φλογίζει συχνά
στις μύριες
εξάρσεις, των σπλάχνων χαρά
στις
καταιγίδες και στους σπαραγμούς
κάτι νέο
υπάρχει, ασύλληπτο πια.
Του κόσμου η
έκσταση η θεϊκή
οι ακροάσεις
και οι αναμονές
η πάλη γι
πλήρωση και οι κραυγές
άλλα
στοχεύουν, αλλού προσδοκούν.
Η καλή
θεουργία, προμηθεϊσμός
η άστρων σοφία
και ο αυγασμός
η ειδώλων
λατρεία, ο συμβολισμός
δεν έχουνε τέλος
μα ένασκοπό.
*
Η έκσταση
καλεί στη στάση
η πλέρια δράση
στην κατάπαυση
η ζωτική
ενόρμηση στο τέλος
η όραση στης
νύχτας το φως.
Ποιος είπε
μάταιο των ανθρώπων το μόχθο;
Μόνο που
απηχεί ματαιότητα ημερών
και η
ψευδομαγεία των συμβαινόντων
του βλέμματος
τη γνησιότητα εξοστρακίζει
το άπεφθο της
ακοής
την ακύμαντη
αφετηρία ακροάσεων.
Είναι γλυκύς ο
στεναγμός που εκβάλλουμε
αναζητώντας να
εισδύσουμε στη μακάρια χώρα
με την
ατέρμονη επιθυμία της κατάπαυσης.
Σκληρός και
αμείλικτος της ματαιότητας ο ζυγός
και η αδυναμία
πρόσβασης στο απόλυτο
που καθιστούν
τον βίο μας τραγικό.
Έσχατες
εμβιώσεις δεν θέλουν σαρκασμό
καθώς
ανεμοδέρνονται στης πλάνης και στου πάθους τον εσμό
καθώς θνητοί
εμείς αρνούμαστε την αφθαρσία μας.
Θα βρεις ω
πειραστή την παναλήθεια
επισκοπώντας
το απώτατό σου είναι, το εγγύτατο
παύοντας και
καταπαύοντας το επιθυμείν.
Είπαν πολλοί
πως το επιθυμείν
κινεί το είναι
των ανθρώπων
πως βρίσκεται
στην πλήρωση κάθε επιθυμίας.
Προσπάθησε
όμως να εισέλθεις
στη φορά του
κόσμου του
και στις
ανόθευτες κινήσεις του
τις
αφετηριακές.
Το νιώθεις, το
γνωρίζεις πειραστή:
Κάθε επιθυμία,
καρπός αισθήματος και λόγου ενωμένων
είναι συνέπεια επιμερισμού της θέλησης
πολυδιάσπαση
της αρχικής ενότητας
έξοδος στο
συγκεκριμένο ενεργείν
του εγώ που
συλλαμβάνεται ατομικά.
Πρόσεξε όμως
τη συνέχεια, αξίζει:
Το εγώ, κάθε
εγώ και άνθρωπος
μοχθώντας για
την πλήρωση επιθυμίας
αγχόμενο με
την κατάπαυση της έκστασης
την άρση του
συνειδητού εγώ
στο φως της
νέας ζωής που χάνεται
γυρίζει στο
εγώ και χάνεται ως συνείδηση.
Το λέει η ζωή
το λέει ο αχός
της ο σκληρός
το διαλαλούν
οι οιμωγές του βίου
πως η ακύμαντη
αλήθεια
βρίσκεται έξω
απ’ της βιωτής
τον πνιγηρό
κλοιό.
Τι κι αν οι
άνθρωποι
επαίρονται για
κοσμικές τους νίκες
και για τα
αποφθέγματα
σοφών ανδρών
τους;
Είναι τα
κύμβαλα αλαλάζοντα της αγοράς
που
συνεπαίρνουν μόνο τους ανυποψίαστους
όσους
αρέσκονται σε άρτο και θεάματα
στους
αναζητητές των εντυπώσεων.
Είναι αυτή η πνοή του ανθρώπου;
Ω πειραστή είσαι απ’ το σκεύος των βροτών
που αποφάσισαν
να ζήσουν μόνο έγχρονα
που δεν περνούν
τη διακεκαυμένη ζώνη
του
αναντιπαράστατου, του άπεφθου, του αιώνιου.
Αρέσκεσαι στις
κοσμικές παλιγενέσεις
ειδώλων,
ιδεών, φρούδων συναισθημάτων
χωρίς να
υποψιάζεσαι την άναρχη κι ατέρμονη ζωή
την απυρόβλητη
και μάκαρα εναίσθηση.
Επαίρεσαι για
τις αθλήσεις της ημέρας
για τα
επιτεύγματα του λόγου και της ιστορίας
χωρίς να
οδύρεσαι για τα σκληρά αδιέξοδα.
Πειραστής:
Μα τα σκληρά
αδιέξοδα είναι δικό σου θέμα
είσαι ο
αδιέξοδος, δεν το κατανοείς;
Τρέχεις εδώ,
τρέχεις εκεί, γαλήνη πια δεν έχεις
όλα σου φταίνε
ταπεινέ, δε βρίσκεις τη σιγή.
Για με και
τους ανθρώπους μου ο βίος είν’ ωραίος
το δαχτυλίδι
της ζωής το ‘χω για φυλαχτό
το ντύνομαι με
σεβασμό μέρα με την ημέρα
μου δίνει όλες
τις χαρές σε κάθε μυστικό.
Τα μυστικά
υπάρχουνε στης γνώσης τ’ ακροπάτια
στων ερωμένων
τις καρδιές που εγείρονται αγνές
στη σχόλη και
στο ρεμβασμό, στης ζωής το μεθύσι
στην έξαρση τη
φυσική, στο πέπλο του εγώ.
Όμως δεν
παραμένουνε τα μυστικά ως μυστήρια
ο άνθρωπος
γεννήθηκε ως έκπαγλος ανθός
ν’ αποτρυγάει
την ηδονή, τη γνώση, την αλήθεια
που του
διδάσκει η ζωή ως θείος του ταγός.
Τα μυστικά μας
τα ιερά αποϊεροποιούνται
απ’ την πνοή
της νιότης μας που είναι η ζωή
γίνονται άσμα
τρυφερό, γλυκύτατο, θεσπέσιο
στην ομορφιά
των γνώσεων, στην έξοχη πνοή
που δεκατίζει
στη στιγμή κάποια στημένη θλίψη
βίαιο σκιάχτρο
της σιγής, όνειρο σκοτεινό.
Άφησε τα
ονειρικά ταξίδια ιδαλγέ μου
ψευδαίσθηση
είναι τρομερή απολιπούσας γης
που ‘ψαχναν
όλοι οι λαοί στη μυθική ηλικία
κι έμεινε τώρα
ως πνοή μιας αύρας μυστικής
τρισεύγενης
βασίλισσας με νόθα εκμαγεία
αρχόντισσας
εκλεκτικής χωρίς αναπαμό.
Ω, το γνωρίζω
πια καλά το θείο μυστικό σου
σεμνύνομαι στη
χάρη του, στο θείο του αυλό
δεν έχει όμως
αντίκρισμα στης γης μας το βασίλειο
είναι ολότελ’
άγνωστο σε κάθε ουρανό.
Το ευγενικό το
πλάσμα σου γλιστράει, είν’ αλήθεια
δεν καταπίπτει
εύκολα με όλμους λογικής
είναι ασύλληπτα
ιερό γι’ αυτό και δεν υπάρχει
ω, σκύψε
πλέρια στης ζωής το δροσερό νερό!
Το πλήρωμα
μένει εδώ στης γης τα λιθοπάτια
στα όμορφα
σκηνώματα που ‘ναι κάθε λογής
ω, ψάξε τον
πολιτισμό και τα μαργαριτάρια
που προσφέρουν
στο γένος μας άνθρωποι με πνοή.
Οι μύστες των
πολιτισμών δίδαξαν, δε σιγήσαν
φιλόσοφοι και
ποιητές, γλύπτες και μουσικοί
ζωγράφοι και
αρχιτέκτονες, ρήτορες και διδάχοι
γιατροί και
μαθηματικοί, λόγιοι και σοφοί.
Τόσοι και
τόσοι δε σοφοί, τα κείμενά τους δώσαν
δε χάθηκαν
στην άπνοη κι αγέλαστη σιγή.
Και οι καλοί
σου μυστικοί ψέλλισαν κάποια λόγια
κι ας άφησαν
στον κόσμο μας τη μέριμνα του ζειν
μίλησαν,
είπαν, κήρυξαν, ξέφυγαν απ’ το γνόφο
της αγνωσίας
το σκληρό που ‘ναι η σιωπή.
Αλίμονο στον
άνθρωπο που αρνείται τη φωνή του
τις γλυκές
ενοράσεις του, το άσμα της στιγμής
τα ίδια τα
αισθήματα, τις όμορφες εξάρσεις
του λόγου του
το ασφαλές, τη γνήσια ομορφιά
το ερωτικό το
γίγνεσθαι, το θεία συμπαντικό.
Σκιά συ θέλεις
να γενείς του δόλιου σου εγώ
είσαι οτρηρός,
επίμονος, ανέραστος του κοσμου
μα θα
σκοντάψεις, το θωρώ, στης βίας τον κλοιό
ση βία που
σοφίζεται μες την ευγένειά σου
να σταματήσεις
της ζωής το δροσερό αχό
τα όμορφα τα
δώρα σου, τις ευγενείς σου βλέψεις
της
πλουμισμένης φύσης σου τον πλούτο το τρανό.
Κοράστηκα να
σου μιλώ γλυκιά πνοή του κόσμου
άνθος γλυκό,
θεσπέσιο ευγενικής γενιάς
ανάβλεψε
ταχύτατα, άφησε τους αιθέρες
γύρισε πίσω
στης ζωής την όψη τη γλυκιά.
Είμαι εγώ ο
πειραστής το ξέεις πια καλά
σύμβουλος
είμαι της γενιάς των ανθρωπίνων όντων
κι ας λένε οι
μύθοι ο κακοί πως αποδεκατίζω
αρχέγονα
χαρίσματα δοσμένα απ’ το θεό.
Ιδαλγός:
Πιστεύεις πως
μπορείς με σοφιστείες
να
συγκλονίσεις άσβεστο παλμό
νιώθεις πως με
τις κολακείες
θα μου
συντρίψεις ό,τι έχω ιερό…
Δε σε κακίζω
πειραστή
γιατί γνωρίζω
το δυναμισμό σου
το φως σου το
αρχέγονο, το παλαιό
το εκπεσόν σε
χώρες σκότους.
Ό,τι κι αν πω
μπορείς αμέσως να το αντικρούσεις
σου δίνει
δύναμη και γνώσεις.
Δεν αντιλέγω
στους ισχυρισμούς σου
έχουν κάποια
υπόσταση ιστορική
γνήσια
δουλεμένη στη χοάνη
της χθόνιας
επανάληψης των συμβαινόντων.
Πώς όμως θα
αντιπαρέλθω
τις θέσεις σου
για τη σιωπή
στο θείο
αγκυροβόλιο των νοσημάτων
και των
συναισθημάτων τη μητέρα.
Τι απομένει
εραστή
στου εγώ το
μέγα πέλαγος
και στης ψυχής
τον ιερό περίβολο
αν διώξεις το
απολυτο της αμεσότητας
φως της
αρχέγονης αγνότητας
που τίκτει
ό,τι το ωραίο;
Οι σοφοί που
ανέφερες με τόση γνώση
οικοδομούν
στους θόλους της σιωπής
στις άσπιλες
αυλές του καταπαύειν
στον μέγαν
αυλισμό της ευδιότητας
στο απόλυτο,
στο έγκατο, στο άκτιστο…
Είσαι και συ
παιδί του χρόνου και του λόγου
πρωτότοκος
υιός της πτώσης του πνευματικού
αντιστροφή του
αρχέγονου και του απροϋπόθετου
κλέος των
κραυγαζόντων αφειδώς
το παραλήρημα
της αγοράς του πνεύματος
κι όχι ο
αρχέτυπος ανθός του.
Δεν την
αντέχεις τη σιγή
ολόχρυση η
σιωπή, ναι, σε πειράζει
έχεις και συ
τον πειρασμό σου αιώνιε πειραστή
ω ηττημένε της
αιωνιότητας
χωρίς
Αμάλθειας θεία τροφή
το νάμα των
θεών και των ανθρώπων.
Πεινάς και
διψάς
γήινες τροφές
χθόνια βιώματα
ύδατα λήθης
κι
απολησμονιάς
του μοναδικού.
‘Εβρεξε ο
ουρανός τη δρόσο του
ο υετός της
όμως αφανής
στα κύμβαλα
της αγοράς.
Γιατί ταράζεις
την ψυχή μου
γνωρίζοντας
ταυτόχρονα πως δεν κλονίζεις
αιώνιες
αποφάσεις που αποδιαστέλλονται
στο άπειρο
αρνητικής αναψυχής;
Αφηγητής:
Γέλασε ο
πειραστής
κι ακούστηκε
το γέλιο του στην άβυσσο
παράγοντας
μακάβριους απόηχους
που κλόνισαν
αστρικές μορφές
που
υποσκέλισαν στιγμιαία το φως τους…
Γέλιο
δαιμονικό και γοητευτικό
αστράπτον φως
των οφθαλμών.
Θαμπώθηκε ο
ιδαλγός
κράτησε την
πνοή του
έκλεισε ελαφρά
τους οφθαλμούς
έζησε το
παράδοξο έρεβος
και την
απύθμενη ύπαρξή του.
Ήχος και φως
τον συνεκλόνισαν
ως δόξα άλλων
ασωμάτων
ως άπειρο
φρικτής διάνοιας
ως πλήρωμα
άλλων πληρωμάτων.
Πειραστής:
Το βλέπεις το
ακούς το μήνυμα
είναι
δυναμικότερο απ’ τη σιωπή σου…
Είμαι ο
νικητής! Γύρισε πίσω!
Εγώ ο
αρχιερέας του σχετικού
κρατάω τα
κλειδιά της βασιλείας.
Η σιωπή, όσο
κι αν λες πως είν’ χρυσός
είναι ανίσχυρη
αποδιοπομπαία
της ιστορίας.
Αν θες και συ
να μιμηθείς τον κόσμο της
και το
περίτεχνο χαμόγελο της απουσίας
γύρισε πίσω
και προσκύνησε
το φως της πιο
απλής μας παρουσίας.
Ιδαλγός:
Τα λόγια σου
είναι ψεύτικα, το ξέρεις
κι
επιχειρείς της ματαιότητας το νήμα
ν’ απλώσεις
όσο πιο μακριά μπορείς.
Τις εμπειρίες
συ να ζήσεις δε γνωρίζεις
το ουράνιο
μάνα δε θα το γευθείς.
Τι κι αν
φωνάζεις και ηχοβροντάς συνέχεια
στης
ματαιότητας τον κρύο παιδεμό
στης σχόλης
την ανία και το άγχος της
στα
υποκατάστατα που λες πολιτισμό;
Δε θα
μπορέσεις πια ν’ ακολουθήσεις
της ερημιάς το
δρόμο το σωστό
στης τύρβης
τις τριβόλους θα σχολάσεις
τέκνο του
άσπλαχνου αιώνα βλοσυρό.
Ας
θριαμβολογείς για τις τερπνές τις επιδόσεις σου
τους άθλους
και τα κλέη των καιρών
τις αντιφάσεις
και τα μύρια πάθη σου
ηρώων κατά
βάθος τραγικών.
Φεύγω, σ’
αφήνω άλλους ν’ αναστρέφεσαι
ανθρώπους μ’
άλλη λογική
όντα με
βλέψεις ευτυχείς.
Δε θα
ξαναγυρίσω πια στην πόλη
στη λάμψη των
πολιτισμών
σε μάγους, σε
σοφούς, σε αστρολόγους
σε ηχεία
αχρείων ημερών
σε δόξες των
δικαιωμάτων
προλεταρίων
και αστών.
Είναι γλυκύς ο
θόρυβος της πόλης
κύμβαλο εύηχο
και συναρπαστικό
θεσπέσια τα
πλοκάμια του, αλήθεια
όνειρο πια
ιδανικό.
Ανέστιος εγώ
δεν ξέρω τι θα γίνω
διέγραψα το
χρόνο απ’ το εγώ
έδιωξα κάθε
γνώση, κάθε κρίση
χάνομαι στο
μηδέν το ιερό.
Ωστόσο,
πειραστή συ το γνωρίζεις
πόσο σκληρή η μοναξιά
η πάλη και ο
άθλος της αλήθειας
ενάντια σε
τέρατα ιερά.
Όμως, για
πάντα θα σιγήσω
αφού για μια
φορά ακροασθώ
το έπος και το
πάθος των γενναίων
σε κάποιον
άλλο χώρο και καιρό.
Ένατο άσμα:
Ιπποτική πτώση ή
η σχάση της σιωπής
Αφηγητής:
Αραχνοϋφαντη
αυγή, παρθενογεννημένη
που
δρασκελίζεις του φωτός την άπλετη μαγεία
δωρίζοντας
στις σιωπηλές μορφές την ομορφιά
κορούλα
απειρόγαμη, άπεφθη στην ουσία
περίλαμπρα
πανέμορφη αστείρευτης ζωής
ακρανεμίζεσαι
γλυκά στου σύμπαντος το χάος
κι ορθώνοντας
στην όψη σου της μέρας το χορό.
Περίχυση
ανέμελη στου κόσμου την αγκάλη
του σύμπαντος
χαμόγελο το πρωτοπαιδικό
χάρμα και
θάμβος της στιγμής της ουρανοσταλμένης
απρόσμενη
φανέρωση της μέρας του φωτός
μετεωρίζεις
λογισμούς στης έκστασης τη ρέμβη
αγγίζεις
αδιάστατα το βάθος της ψυχής
μαγεύεις
αδιάλειπτα συναίσθημα και λόγο
κάνεις το νου
και την ψυχή λαμπτήρες της σιγής.
Ω, το κατανοώ
βαθιά γιατί οι μυθολόγοι
σου ‘πλασαν
περιδέραιο της δόξας φαεινό
με τον
τυφλό Ωρίωνα πλάι στις Εσπερίδες
στου Υπερίωνα
τον ταχύ και άφθαστο παλμό.
Πόθησες τον
Ωρίωνα κατά της κυνηγού
κι όμως
παρέμεινες πιστή στο άφθαρτο βασίλειο
της θείας
φύσης, της πνοής, του ακήρατου φωτός
που μαγνητίζει
άχρονα τη θεία ψυχή του κόσμου
ό,τι απομένει
αμώμητο, άφθαρτο στον καιρό.
Πώς θα μπορέσω
να στο πω βασίλισσα παρθένα
και πώς θα
ικανωθώ να γίνω ο καλός
ο ευγενής
προσκυνητής του θάμβους και της λήθης
αφού εσύ μ’
οδήγησες εκ νέου στον ιδαλγό;
Τον έχασα τον
ιδαλγό σε ξένες βασιλείες
μα συ μού τον
φανέρωσες ευγενική ειδή
λουσμένο φως,
με νάματα ανέσπερης αγνείας
έξοχο,
αμετάκλητο, γενναίο, προσηνή.
Γύρισε πάλι
στην αυγή, στο δικό σου βασίλειο
ξέχασε τον
περίπλου σου και τις αναλαμπές
των ποθεινών
αναστροφών στου δάσους τη μαγεία
στις ερημιές,
στα πέρατα, σε άκοσμες αυλές.
Απτόητος μου
φαίνεται και αποφασισμένος
για νέες
περιπέτειες σε κόσμους μαγικούς
έξω απ’ τη
γνώση των σοφών, των διακεκριμένων
αυτών που
κατανίκησαν τους πειρασμούς του πάθους
του χρόνου της
ταπείνωσης μα και των λογισμών.
Εκπεπληγμένος
ο φτωχός απ’ τη δική σου θέα
βλέπω τον
ιδαλγό μακριά περιλουσμένο φως
ακίνητο, τρισμέγιστο, θεία εξαϋλωμένο
μα το γνωρίζω
πια καλά το μέγα μυστικό.
Ολοντυμένος με
το φως της δικής σου σοφίας
εξαγοράζει
σιγηλά της γης τον παιδεμό
εξέρχεται απ’
τα χρονικά του κόσμου μας σημεία
εισέρχεται
στην έκσταση, στο θείο θαυμασμό.
Του κάκου όμως
προσπαθώ να τον αθανατίσω
αιώνιο και
άφθαρτο ως φως πλατωνικό
πλάι στον
Πλωτίνο τον καλό, Πορφύριο και Πρόκλο
στον άκτιστο
και άρρητο των μακάρων χορό.
Νάτος! γυρίζει
πάμφωτος, ω φως των οφθαλμών μου
αναλαμβάνει με
παλμό νέο ξενητεμό
χαίρε αυγίτσα
μου γλυκιά, τρέχω πάλι κοντά σου.
Ιδαλγός:
Ο πειραστής
ήταν σκληρός
είπε πολλές
αλήθειες
που αγγίζουν
όλους τους θνητούς
μεγάλους και
μικρούς.
Πολλές
αλήθειες που μαζί
δεν κάνουν την
αλήθεια
την άχρονη κι
ατέλεστη
τον ύστατο
παλμό,
που είναι
πρωτογέννητος
αρχέγονος,
ατόφιος.
Δε με
κλονίζουν μένανε
παροδικές
αλήθειες
ασπαίρω
αμετάθετα
πέρα απ’ το
λογισμό
συντρίβω το
συναίσθημα
κλονίζομαι
ανάριος
απ’ την ορμή
του άφθαρτου
και άχρονου
εγώ.
*
Μου ‘παν πολλά
οι σοφοί της γης
άκουσα τόσα
από τους πρωτογόνους
έμαθα
ανυποψίαστες αλήθειες απ’ απλούς
έζησα άληστες στιγμές,
εξαίρετες, λαμπρές.
Το στίγμα
είναι χοϊκό
καταδίκη μου
οι αλήθειες…
Πώς θα την
κατακτήσω την Αλήθεια
που μας
συνέχει ασυνεχώς;
Να κάποιοι
εκφραστές της
που
κατευθύνονται σε μένα το φτωχό.
Λανσελότος:
Γνωρίζεις
έξοχε ιδαλγέ το όνομά μου
και της
καταγωγής μου το κρυφό το μυστικό!
Του πάθους μου
τη φλόγα υπολογίζεις
και της
καρδιάς μου τον απόκρυφο αχό.
Τι γένος μου
είναι ευγενικό, αρχαίο
οι Κέλτες μου
το δώρισαν, άγραφο θησαυρό
σε φώτισε η
ηρωική τους ηλικία
μα και το θείο
βρέφος το ιερό.
Ο ηρωισμός αγαπητέ ιδαλγέ
είναι ισχυρή
δοκιμασία
χωρίς της
γενναιότητας τον οδηγό
μπορεί να οδηγήσει
στην απανθρωπία
στης
βαρβαρότητας το μέγα ωκεανό.
Ήμουν πιστός
στον ένδοξο Αρθούρο
της Στρογγυλής
της Τράπεζας τέκνο σεπτό
ατρόμητος
ιππότης και γενναίος
ακάματος
αναζητητής του ιερού
του Ποτηρίου
του Αριμαθαίου
και νοσταλγός
του αιώνιου στο κοσμικό.
Ω, δε
γνωρίζεις ιδαλγέ μου των αιώνων
πόσο το ιερό
σπαράζει την καρδιά
πόσο οι
άρρητές απαρχές αρχαίων ηρώων
της κελτικής
μυθολογίας και των επιγόνων
σπαράζουν και
μεταβολίζουν την καρδιά.
Βγήκα αγέρωχος
με τον Γκωβαίν, τον Πάρσιφαλ
κι άλλους
γενναίους
αφήσαμε με
τόλμη κάθε αγαθό
ιππότες της
τιμής και της αγάπης
αναζητήσαμε
στον κόσμο το ιερό.
Ο αυλισμός που
μας προσέφεραν παρθένες
κυκλώθηκε ως
θαύμα ιερό.
Ω, πόσο μας
εκστασιάζει η ωραιότης
σε πρόσωπο
παρθένου ιλαρό
σ’ό,τι
ανέσπερο κι ωραίο
φωτίζει γη και
ουρανό.
Αιώνιο θήλυ η
παρθένος
θεραπαινίδες
της οι πυργοδέσπονες
ακοίμητοι
ουρανοί τα βλέφαρά τους
θεία τροφή το
άσπιλο χαμόγελο,
Ω πάναγνες
παρθένες πλάι στους πύργους
σεμνές
υπάρξεις μ’ άρρητο παλμό
ουράνιες
μητέρες των ηρώων
που
ανασταίνετε το αληθινό!
Εγώ ο φτωχός
σας τίμησα αιώνια
χωρίς να ξέρω πως κάποια στιγμή
μια εξαίσια
κυρία η Γκενιέβρη
θα ‘ταν παγίδα
τόσο ισχυρή.
Τράφηκαν τόσες
γενεές ηρώων
ατρόμητων
παιδιών και ιπποτών
με την αγνή
επιθυμία της περιπέτειας
και την αγάπη
λάβαρο ιερό.
Δάση, βουνά
και καταιγίδες
και βασιλιάδες
άντρων παλαιών
κακές γυναίκες
και ληστές του σκότους
ρίχτηκαν στου
Αρθούρου το σκοπό.
Όμως δε
μπόρεσαν ποτέ να κάμψουν
το ρίγος μας
το ιερό
τη δύναμη, το
πάθος και την τόλμη
στης
περιπέτειας τον ιερό σκοπό.
Αλί, δε δόθηκε
σ’ εμέ η ευκαιρία
να βρω το
δισκοπότηρο το ιερό
ούτε στον
Πάρσιφαλ και στο Ζερμπέρ
και στους
υπόλοιπους ιππότες
γιατί δεν
ξέραμε το θείο μυστικό.
Ήμασταν Κέλτες
μάλλον παρά χριστιανοί
τέκνα του
δάσους και των αοιδών
χωρίς
μετάνοια, νηστεία κι αγρυπνία
ανέτοιμοι για
τον ιερό σκοπό.
Μόνη η
περιπέτεια δεν αρμόζει
γιατί η
ευσέβεια είναι μεγάλο μυστικό
που αναδύεται
αθόρυβα στο σχόλη
και στα
προπύλαια των ιερών ψυχών.
Τι κι αν
στενάζουμε στο δάσος
τι κι αν
παρακαλέσαμε το θείο οδηγό;
Ο Αρθούρος ο
σοφός γνώριζε την Ημέρα
και το
ανεκλάλητο το μυστικό.
Αφηγητής:
Ο Λανσελότος ο
ατρόμητος ιππότης
δάκρυσε μες τη
σιωπή
καθώς απ’ τους
αιθέρες κατεβαίνει
μια νέα ύπαρξη
αγγελική.
Λευκοντυμένη
με ξανθές κοτσίδες
άυλη παρουσία
με την ένσαρκη πνοή
πανέμορφη και
με ησύχιο βλέμμα
ευγενισμένη
και παρθενική.
Λευκή:
Θεία παιδιά με
την ηρωική αφέλεια
ηρωικές μορφές
που αναβιώνετε περίτρανα
θρύλους και
παραδόσεις της καταγωγής σας
με τις
παράδοξες λατρείες επικής μεγαλοπρέπειας
παιδιά του
Ερμή, του χορηγού τεχνών
αλλά και του
ενδόξου Jupiter
που οι μάντεις
σας οι ιεροί
μαζί με τους
αθάνατους αοιδούς
δόξασαν με
κρατερές συνθέσεις
υψώνοντας τη
δύναμη και την ανδρεία
στο μεγαλείο
της δόξας.
Γνωρίζετε πια
πως τα αρχαία παρήλθαν
μπροστά στο
θρίαμβο του Αρνίου
και της αγάπης
τον ανέσπερο παλμό.
Είστε οι
ορμητικοί πολεμιστές
με νέα λάβαρα
και σύμβολα
που δε
δαμάσατε ακόμη το νέο πνεύμα
γι’ αυτό και
σας προσβάλλει κάποτε η αγριότητα
κείνη η
περιπέτεια που εξοβελίζει κάθε ιερό σκοπό
και γίνεται
σκληρό της πλήξης αποκούμπι.
Το ξέρω πως ο Αρθούρος
κάποτε σπαράσσεται και πλήττει
αυτός ο μέγας
χριστιανός και βασιλιάς μαζί.
Και σεις,
πρωτοπαλήκαρά του ιερά και σεβαστά
εξαπολύεσθε σε
δύσβατους δρυμούς με ωκεάνιο πνεύμα
σε πάλλευκες
κορφές, κάτασπρες απ’ το χιόνι
όπου ρανίδες
απ’το αίμα του Κυρίου
σάς
υπαινίσσονται το μέγα μυστικό.
Είναι μεγάλο
και ιερό το μυστικό
συνδεδεμένο με
το δισκοπότηρο της νέας δόξας
και της
ταπείνωσης το νέο πνεύμα.
Ίσως δεν
κατασίγασαν ακόμη οι παλμοί
αρχαίων ημερών
όπου το πάθος
ήταν διάχυτο,
ανάκατα με το κακό.
Όπου η τόλμη
και το πάθος δεν ωρίμασαν
κάτω απ’ τον
ίσκιο του Σταυρού –φως της αθανασίας
γιατί δε
βρήκατε ακόμη τον Ιωσήφ
και την αιώνια
σιωπή του.
Η άγια
περιπέτεια στηρίζεται στο θαύμα της αγάπης
κι όχι στις
ψεύτικες ανδραγαθίες ηρών παλαιού καιρού
με τόνους κι
εκδικήσεις που σπαράσσουν.
Είναι γνωστό
το ιερό σας πάθος και της καρδιάς σας ο παλμός
που οφείλει να
γαλβανισθεί στον κόσμο της αγάπης
κι όταν η ωριμότητα αναδυθεί απ’ τη θητεία στην
ταπείνωση
η περιπέτεια
θα λάβει νέες διαστάσεις
και ο
ιπποτισμός θα εκφράσει το πνευματικό
τη δύναμη του
μυστηρίου της Ευχαριστίας
για να βρεθεί
το ιερό ποτήριο
και να
μετέχουμε στο νάμα της αθανασίας.
Πλάι σας βλέπω
ένα ιδαλγό
φερμένο από
μακριά με άλλες εμβιώσεις
που κάποτε μας
εντυπωσιάζουν.
Χωρίς
αναβατήρες, χαλινό, περικνημίδες, περικεφαλαίες
χωρίς στιλπνά
επιθωράκια και φτερνιστήρια
απλός μα και
γεμάτος έκπληξη
θέλχθηκε από
τους άθλους σας
και απ’ το
θρυλικό σας μεγαλείο.
Όμως οι μύθοι
πέρασαν
μαζί με το επικό τους κλέος
που ύμνησαν
άλλες μορφές
στον κόσμο των
Ελλήνων του Ομήρου.
Η νέα
Οδύσσεια, κόρη της Ιλιάδας,
καλεί σε νέες
κατακτήσεις
και καταθέλγει
ακρώρειες του συναισθήματος
τον κόσμο της
καρδιάς και της καρδιακής πια γνώσης.
Μην περιμένετε
ω παιδικές ψυχές ν’ ακούσετε από μένα
ό,τι αδυνατώ
να σας προσφέρω
αφού ο κόσμος
της παρθενικής σιγής είναι η μόνη μου αλήθεια.
Ένα μονάχα θα
σας πω βγαλμένο απ’ τη Σοφία
και τους
κιστερσιανούς που ζήλωσαν τη Δόξα.
Η άπειρη και
άρρητη αλήθεια
ο νέος
ιπποτισμός
της Βασιλείας
της Δόξας
κατασιγάζει
πάθη και καημούς
κάνει την αναζήτηση
πνευματική.
Αρκεί η
παιδικότητα των ημερών
ως θεία
ωριμότητα, εξαίσια χλαμύδα
των θείων μας
πνευματικών.
Ωραίοι
ιππότες! Πάρσιφαλ και Λανσελότε
βγήκατε
ανέτοιμοι στη θεία περιπέτεια
μα της
παρθένου η μορφή έγινε αίσθηση
κι αμαρτωλή
επιθυμία που τραυμάτισε
της θείας
ομορφιάς τη λάμψη.
Το θείο το
ποτήριο που τόσο αναζητάτε
δεν ήτανε για
σας προορισμένο…
Ο Γκάλαχαντ ο
κρατερός, καρπός του Λανσελότου
ήταν ο άσπιλα
ευλογημένος του Κυρίου
ο ευρετής του
θείου συμβόλου της αλήθειας.
Ήλθ’ επιτέλους
η στιγμή της θείας ευτυχίας
και των
αρρήτων ηδονών της θείας προσφοράς.
Μακριά ‘ναι
απ’ τη φύση μας την εξαχειωμένη
εγγύτατα είναι
στην αυγή ανέσπερης ζωής
που μας καλεί
αιώνια στην έκσταση, στη στάση.
Ιππότες
παλαιού καιρού ίσως κατανοείτε
την ιερή
κατάνυξη κάποιων πνευματικών
που μίλησαν
μυριόφωνα για να μας ενθυμίσουν
τα ύστατα τα
δώρα σας που ‘ναι παρθενικά.
Παιδιά του
νέου αιώνα του αγέννητου
χειμάζεσθε απ’
τα παλαιά χθόνια πάθη
μα η ανέσπερη
αυγή θε να γλυκοχαράξει
της Εύρεσης,
της Πλήρωσης, της Χάρης.
Αφηγητής:
Οι ιππότες –φαεινές
μορφές
κυκλώθηκαν
ολόγυρά της
θωρώντας ενεοί
το μεγαλείο της.
Κοντά τους ο
ιδαλγός περίφροντις
άκουγε και
κατανυσσόταν.
Κείνη ακριβώς
την άγια τη στιγμή
στο ξέφωτο του
δάσους του μεγάλου
ακούστηκαν
ιαχές από μακριά
κι άστραψαν οι
αρματωσιές
των νέων
ιπποτών
κείνων των
τραγικών παιδιών που ‘χασαν το Ρολάνδο
ψάλλοντας με
βαθιά φωνή το μέγα τους το άσμα.
Χάθηκαν τα
ονόματα ένδοξων μαχητών
του Όθωνα και
του Γκερέν, του Μπερενιέ και του Γκεριέ
του επισκόπου
του καλού και του Ολιβιέ
μαζί με το
Ρολάνδο τους, του ένδοξου βαρόνου…
Χάθηκαν δε
τόσες ζωές, ένδοξες και μεγάλες
μα η ανδρεία η
περισσή των άλλων ιπποτών
πρόσφερε νίκης
ιαχές, έδιωξε τους απίστους
γύρισε μες την
πίστη τους αλλοτινούς εχθρούς.
Ρολάνδε, ναι
το άσμα σου είναι ευλογημένο
ο θρύλος σου παντοτινά γεμίζει τις καρδιές.
Είσαι το έπος
το γλυκύ, παρηγοριά και πίστη
ατρόμητη
ανάταση και πάθους ιαχή
που
υπερασπίζεται άφοβα τα παιδιά της Ευρώπης
τις νέες τις
υπάρξεις μας που ‘ναι χριστιανικές.
Έτσι πιστεύουν
οι πιστοί όλων των βασιλείων
οι πιο παλαιοί
απόγονοι παλαιών κατακτητών
των
Βησιγότθων των σκληρών, των Βίκινκγς και
των Ούνων
οι γόνοι των
παμπάλαιων ευρωπαϊκών φυλών.
Όλοι μαζί και
χωριστά λατρεύουν το Χριστό
και μάχονται
νυχθημερόν κατά των νέων απίστων
πιστεύοντας
πως εκτελούν τη θεϊκή εντολή.
Πλησίασαν, μας
έφθασαν, αγγέλλουν την αλήθεια
ακούστε τους,
ακούστε τους τους σεπτούς μαχητές
που απόθεσαν
τα όπλα τους μετά τις τόσες μάχες
τους ένδοξους,
τους κρατερούς, του Χριστού τα παιδιά.
Κάρολος ο Μέγας:
Η δύναμη του
κόσμου μας φωτίζει τις καρδιές μας
το θάρρος και
ο ζωτικός της ψυχής μας παλμός
ανασυντάσσουν
ιερά το μέγα παρελθόν μας
ολοντυμένο,
πάμφωτο απ’ το φως του Χριστού.
Είναι βαριά η
μοίρα μας, όσο και ιερή
στον άπαυστο
τον πόλεμο κατά των αρνητών.
Ω ποθεινά
βασίλεια της ρέμβης και του θάμβους
ω Αλκουίνε
ιερέ που μας φωτίζεις όλους
ω θείες κι
αγαστές ψυχές μοναχών και μοναζουσών
πανίερα
χαμόγελα των νέων μας ανθών
αγνότητας,
υπακοής, ευγένειας και αγάπης
σεις είστε το
βασίλειο, η νέα ιερότης
μακριά από τα
πάγανα και τον ολολυγμό
παλαιών μας
θρύλων και σκληρών
περιπετειών
στο δάσος…
Έφυγε ο
Ρολάνδος μας ο πρώτος μαχητής
ο άθλιος ο
Γκανελόν, προδότης των ιερών
εξαγοράστηκε
δειλά απ’ τους Αγαρηνούς
και τόλμησε ο
πανάθλιος τη στυγνή προδοσία…
Ο θρήνος μου
αδέλφια μου είναι μεγάλος ύμνος
της ένδοξης
λαμπρότητας του νέου ιπποτισμού
γνωστών κι
αγνώστων ιπποτών χριστιανικών βασίλειων
που
ολοπροσφέρουν ταπεινά τη δύναμη, τη δόξα
στο θείο
βρέφος της σιγής, στο Σωτήρα Χριστό.
Ω, είμαστε
μηδαμινοί εμείς οι δυνατοί
χωρίς το
μυστικό παλμό της νέας διδαχής.
Συγκρούονται
οι αισθήσεις μας, τα άγρια ένστικτά μας
με της αγάπης
τον παλμό, με το άρρητο πάθος…
Όμως
καταλαβαίνουμε: Η άπεφθη αλήθεια
η πίστη μας, ο
θησαυρός της νέας μας ζωής
είναι ακένωτη
πηγή νέας ορμής και δράσης
το μέλος το
ιπποτικό της Ευρωπαίας γης.
Γι’ αυτά θ’
αγωνιζόμαστε πάντοτε στους αιώνες
Όχι ως
άρχοντες σκληροί ενάντια στους λαούς
αλλά ως τέκνα
της σιγής της ασπιλοσαρκωμένης
της θείας, της
παντάνασσας, της άπειρης πηγής.
Ο δούλος όμως
ο πιστός, ανήμπορος για λόγια
σας παραδίνει αδελφοί στους ήρωες της αλκής.
Αφηγητής:
Όλοι τους
συναντήθηκαν στον ιερό τον τόπο
να ομολογήσουν
με παλμό τις νέες εμπειρίες
να απλωθούν
μακάρια στου ονείρου το ρυθμό.
Δεν ήταν όμως
όνειρο η νέα τους αλήθεια
των παλαιών
αυτών φυλών των αναγεννημένων
απ’ των
βαρβάρων την πνοή που ‘γινα χριστιανοί.
Όλοι τους
περικύκλωσαν τον ενεό ιδαλγό μας
και ερευνούσαν
τους παλμούς της δόλιας του ψυχής.
Τότε απ’ το
βάθος μακριά προβάλλει οπτασία
που ολόλευκη
κατέβαινε απ’ την ιερή κορφή.
Ήτανε ο
Βενέδικτος που ‘ρχόταν απ’ το όρος
γηραιός
καθηγούμενος της ένδοξης μονής.
Οι ιππότες τον
χαιρέτησαν με σεβασμό μεγάλο
και του
‘γνεψαν πως ήθελαν ιερή συμβουλή.
Βενεδικτίνος:
Ωραίοι ιππότες
της τιμής
φτωχέ ιδαλγέ
του κόσμου
κόρες από τους
πύργους σας
που βλέπετε
δειλά
έξοχες κι
εκλεκτές ψυχές
παλαιού και
νέου κόσμου
αναζητήστε
εκστατικά
την ιερή ζωή.
Βεβεδικτίνος
είμ’ εγώ
του τάγματός
μου δούλος
ανήμπορος να
απλωθώ
σε κόσμους
μακρινούς.
Κλεισμένος στο
φτωχό μου το κελί
λέγοντας και
ψελλίζοντας τον ιερό κανόνα
της άγιας της
ψυχής του ιδρυτή μας
εξαγοράζω της
ζωής την άσπλαχνη φθορά.
Μοχθώ με όλους
τους αδελφούς του τάγματος
μα ιερή
παλαίστρα των προσπάθειών μας
εἰν’ ο βωμός
της πάλλουσας ψυχής
ο ανέραστα
ερωτικός μας βίος
η άρρητη
πληρότητα της μάκαρος ζωής.
Τι θα μπορούσα
να σας πω ιππότες μου
σε σας που
αποτολμάτε τη μεγάλη περιπέτεια
για να βρεθεί
το θείο ποτήριο
απ’ τον πιο
δυνατό στην αρετή, στην αγιότητα;
Ο πειρασμός
της περιπέτειας είναι μεγάλος
μόνο που τα
πνευματικά ορίζουν οι κανόνες:
τόλμη και
θάρρος και ανδρεία
προσφέρουν τον
ηρωισμό
κάτι γνωστό κι
απ’ τη μυθολογία…
Άλλη η
μεγαλοπρέπεια της δόξας
της
επιφάνειας, της παρουσίας
που
δρασκελίζει περιπέτειες και γνώσεις.
Ιππότες μου,
ξέρω το πάθος της ψυχής σας
κατανοώ το
θάμβος του ονείρου
μα η ουσία του
Κυρίου και η παρουσία του στον κόσμο
δεν είναι
περιπέτειες κι ανδραγαθήματα
σκληρές αμάχες
με απίστους και επίβουλους.
Γκωβαίν:
Την πίστη μας
την ιερή
το φως των
οφθαλμών μας
τη γλυκυτάτη
παρουσία του Ιησού
και της μητέρας
του το άσπιλο
μαζί με όλα τα
στοιχεία και τα σύμβολα
θα
υπερασπισθούμε μέχρι τέλους.
Φλογίζεται η
ψυχή μας από αγάπη
φλέγεται το
συναίσθημά μας
και ορθώνεται
ο λόγος μας
ως ιερή
ρομφαία του αιώνιου.
Γνώριζε θείε
μοναχέ
πως οι ιππότες
της τιμής
ποτέ δε θα
λυγίσουν
στην ατιμία
του άδικου
στις άθλιες
τις πράξεις
που
επιβουλεύονται ορφανά
χήρες και
αδικημένους.
Ο νέος μας
ιπποτισμός
δεν είν’ ο
παλαιός
με τους
γενναίους πολεμιστές
τους ήρωες,
τους κάποιους.
Τιμώ τον
Δευκαλίωνα
τον Έλληνα το
γιο του
τον Δώρο και
τον Τέκμαρο.
Θυμάμαι και
τον Μίνωα
τον μέγα τον
γενάρχη
ακροβολίζομαι
ευθύς
στους δυνατούς Τιτάνες
στον Κρόνο,
στον Ιαπετό
στη Ρέα και
στη Θέμη
στον εκλεκτό
Ωκεανό
στους Γίγαντες
ακόμη
στις τερατόμορφες σκιές
που ‘δωσαν
τους ανθρώπους
στ’ ανθρωπόμορφα
τέρατα
στις
τερατογενέσεις.
Ο μυθικός τους
παιδεμός
Η δίνη και το
πάθος
ο έρωτας και η
αλκή
η τύρβη και η
ανία
την θήλεων η
χαρμονή
των αρρένων η
δόξα
έπλασαν γένη
τραγικά
θέριεψαν τις
αισθήσεις
οδήγησαν στους
θρυλικούς
ήρωες και
κυρίως
στους οίκους
τους βασιλικούς
με τα μεγάλα
πάθη.
Έτσι γεννιέται
ο Όλυμπος
η δόξα και το
κλέος
το υπερώο των
θεών
το άνθος των
ηρώων.
Βελλερεφόντη
μου καλέ
ημίθεε,
γενναίε
και Ποσειδώνα
εγγονέ
μαζί και του
Σισύφου
ολακροάστηκες
ευθύς
το μέγα
μυστικό:
ο Πήγασος ο ένδοξος
είναι ο μέγας
ίππος
του δόλιου
ιπποιτισμού
που απλώνεται
ψηλά
να φθάσει και
τον Όλυμπο
τη θεία
κορυφή.
Έπεσες όμως
τραγικά
κι έδειξες την
Ευρώπη
τον μέγα τον
Αγήνορα
τον Κάδμο και
την Κόρη.
Οι ευρωπαϊκοί
λαοί
συνέχουν τους
αρχαίους
μαζί με νέα
αίματα
βαρβαρικών
φυλών…
*
Πήρανε απ’
τους Έλληνες την κοσμική σοφία
του δειλινού
τα χρώματα, της Αθηνάς τη γλαύκα…
Σεμνύνονται
όμως πιο πολύ για τη δόξα της Ρώμης
για τους
μεγάλους μάρτυρες του βρέφους Ιησού.
Το αίμα του
στο Γολγοθά αγίασε την πλάση
ημέρεψε τους
βάρβαρους των βόρειων στεπών
των αχανών
εκτάσεων με το μεγάλο πάθος
των αξημέρωτων
ψυχών που ήταν παιδικές.
Οι ήρωες του
Ιησού, οι ταπεινοί ιππότες
αναβακχεύουν
ιερά τις φλόγες της ψυχής
ίστανται πάντα
ταπεινά, αποβάλλουν τα πάθη
της άξεστης συνήθειας,
της παγανιστικής.
Εμείς σεμνοί
μας μοναχοί και καλέ οδηγέ μας
ήμασταν τέκνα
της ψυχής της παγανιστικής…
Τα πρώτα
ενορμήματα βρίσκονται στην ανδρεία
και όχι στον
ηρωισμό χριστιανικής ψυχής.
Όμως οι θείοι
δάσκαλοι των ιερών ταγμάτων
με κορυφαία
έκφραση Βερνάρδο του Κλαιρβώ
ξημέρωσαν τα
κάλλη μας κρυμμένα στους αιώνες
μας έκαναν
ιπποτικούς, τέκνα υπακοής.
Γι αυτό η
περιπέτεια άλλαξε διαστάσεις
Έγινε άθλος
της ψυχής, κρυμμένος θησαυρός
με τη μακάρια
έκφραση που λάμπει αιωνίως
τη λένε
αγιότητα, έκφραση σιωπής.
Εμείς
παλεύουμε σκληρά σ’ αυτήν την περιπέτεια
και ξέρουμε
πολύ καλά το δρόμο τον ιερό.
Είναι γλυκύς
και ταπεινός, του Γολγοθά στεφάνι
μα η φύση μας
η αμαρτωλή δε βλέπει πάντα εμπρός.
Υπέρτατη
αλήθεια του παναμώμου βρέφους
του Λόγου μας,
του Ιησού, του αιώνια σαρκωμένου
του αναστάντος
μας Θεού χωρίς τόπο και χρόνο…
Πέρασαν χρόνοι
και καιροί με νοσηρές συνήθειες
με άγριο
ιπποτισμό, με μίση και με μάχες
μ’ αναζητήσεις
μάταιες, με χθόνιες δουλείες
με
αποπλανήσεις βλοσυρές, με πάθους παιδεμό.
Ο Λανσελότος ο
καλός υπέκυψε στο πάθος
ο Πάρσιφαλ
απέτυχε στη μέγιστη τιμή
άλλοι ιππότες
δυνατοί σωριάστηκαν μοιραίοι
μιμούμενοι τα
τέρατα παλιάς μυθολογίας
μη ξέροντας οι
δόλιοι τη νέα διδαχή
το ιερό της
μυστικό το τρίσβαθα γραμμένο
στο αίμα του
Κυρίου μας, στη θεία εντολή.
Είναι σκληρή η
μάχη μας, λίγοι ‘μαστε ιππότες
που
δρασκελίζουμε ευμενώς τη νέα παρεμβολή
έξω απ’ το νέο
λογισμό των καταφρονητών.
Ο μύθος που
εκδιώχθηκε μας έδωσε την πίστη
κι αυτή
προσφέρει άφωνα τα δώρα της σιγής
με τη
συμβολική πλοκή ουράνιου και χθόνιου
μακριά απ’
τους αλχημιστές, νέα συμβολική.
Τώρα πια
ξέρουμε καλά τα νέα σύμβολά μας
την τάξη των
αισθήσεων, τη σύλληψη του νου
τα σχήματα του
κόσμου μας τα δημιουργημένα
την ιερή
ανάλωση του άπειρου Θεού
που δίνεται
στο κοσμικό χωρίς να διαιρείται
που ενοικεί σε
χοϊκούς, όντας παντοτινός.
Κάθε
μεταβαλλόμενο έχει και την πηγή τους
κάθε
αποψιλούμενο οφείλεται στο θείο
στο ιερό, στο
άσβεστο, στο μη δαπανημένο.
Αφηγητής:
Οι ιππότες
εσιώπησαν
μαζί τους και
οι μεγάλοι
αφήνοντας τον
ιδαλγό
να απολογηθεί.
Η ατμόσφαιρα
ήταν απαλή
το δειλινό
μαγεία
η έκσταση των
σαρκικών
βαθιά
συμπαντική.
Όλοι τους
περιμέναμε
τα λόγια του
ιδαλγού
αυτής της
τολμηρής ψυχής
που γνώριζε τη
ρέμβη
τον πόνο των
κινούμενων
σκιών αυτής
της γης
της
περιπέτειας παιδί
και της
αμφιβολίας
που σμίλευε
αδιάκοπα
δώρα άγνωστης
γης.
Ο ιδαλγός
αρνήθηκε
ν’ αποκριθεί στο λόγο
των ευρωπαϊκών
παιδιών
και της
μητέρας γης.
Ήταν απέραντα
γλυκύς
με βλέμμα
αεράτο
με πελιδνό το
πρόσωπο
σε όψη απλανή.
Βαθιά μέσα του
έστεκαν
τα ιερά τα λόγια
που άκουσε
χθες και προχθές
στη μακρινή τη
γη.
Τα λόγια των
μειλίχιων
Μοναχών της
Ασίας
τους πόθους
των πρωτόγονων
τις όψεις της
σιγής.
Ξάφνου
προβάλλει από ψηλά
η άπεφθη Σοφία
κι όλοι τους
την προσκύνησαν
μ’ευλαβική
σιγή.
Ήταν απλή,
ευγενική
χωρίς όψη
γυναίκας
ήταν το θήλυ
το ιερό
η άχρονη σιωπή
που ενοράται
μυστικά
στον πόνο και
στο πάθος
των δύστυχων,
των γήινων
των τέκνων της
οργής.
Γλυκό ήταν το
πρόσωπο
ακένωτη η όψη
σαγήνευε όμως
ιερά
μόνο τους
ιδαλγούς
που
ακροβολίζουν έντιμα
κάθε επιθυμία
που αιωνίζουν
έξοχα
τον πόθο της
ευχής.
Μες τη βαθιά
τη σιψπή
αλλοτινών
σημείων
καθώς το θείο
άκουσμα
παρέμεινε
βουβά
η Σοφία
απλώθηκε
στου σύμπαντος
τον κόσμο
αγκάλιασε
αυθόρμητα
τον Μέγαν
Αυλισμό.
*
Ήταν παρούσα
πανταχού
σ’ όλης της
γης τα πλάτη
ένωσε με τη
δόξα της
τα τέκνα τα
ιερά
που μύησαν τον
ιδαλγό
στης σιγής το
βασίλειο
στο θείο γνόφο
το σοφό
τον Μέγαν
Αυλισμό.
Όλα χαθήκαν
στη στιγμή
τα λόγια και
οι πράξεις
τα πρόσωπα, οι
ήρωες
ατρόμητων
μαχών
μαζί και οι
περιπέτειες
των ένδοξων
γενναίων
οι μυστικές
αναλαμπές
των πρώτων
ακουστών.
Τι έγινε και
χάθηκαν
τα λόγια και
οι πράξεις
ομολογίες
ευγενείς
πριγκίπων της
σιγής
οράματα και
θάματα
πλεγμένα με
πορφύρα
οι ενοράσεις
οι σεπτές
του σιγηλού
ιδαλγού;
Έμεινα εγώ ο
αφηγητής
μόνος και
πονεμένος
ως η Σοφία
αγκάλιασε
τα ένδοξα
παιδιά της
ανοίγοντας τα
πάνσεπτα
φτερά των
ουρανών.
Τους πήρε
όλους ήρεμα
τους στέγασε
κοντά της
καθώς
ανυψωνότανε
στα ύψη των
θεών.
Οι ιππότες
ήταν έφιπποι
με τους
λευκούς τους ίππους
ο ιδαλγός
παράστεκε
στο κέντρο του
Αυλισμού.
Ήταν Ναός
αδιάστατος
λουσμένος από
φώτα
επλάταινε
αυθόρμητα
και οι γλυκές
ψυχές
σιγανεμίζονταν
αργά
κοντά στους
γαλαξίες
έχαναν και την
όψη τους
γίνονταν
αστρικές.
Τότε η Σοφία
μίλησε
μα δε
διακρινόταν
ο ήχος των
ρημάτων της
η θεία της
φωνή.
Άηχη ήταν
άφωνη
καθώς η
παρουσία
των σιγηλών
αναβαθμών
της θείας της
πνοής.
Κουράστηκαν τα
βλέμματα
να την
διγατενίζουν
πικράθηκε ο
λογισμός
στην πλήξη της
σιωπής
ατόνησε η
θέληση
χωρίς να
περιμένει
το έκθαμβο το
πλήρωμα
των ιερών
στιγμών…
*
Εξέπεσε ο
ιδαλγός
στη σχόλη της
βιωτής
ξεχάστηκε
ολομεμιάς
στον ουρανό
της δόξας
βάραινε
επικίνδυνα
έγινε χοϊκός
και ξάφνου απ’
τον ουρανό
πέφτει κάτω
στη γη μας
με πόνο, με
περίσκεψη,
με
αναστεναγμό.
Τι απογίναν οι
καλοί
ιππότες του
καιρού του;
Κείνη η θεία
συντροφιά
Των θείων
μοναχών;
Ω, ούτε που
τους γνώρισε
ήταν αλλοτινοί
του
άλλες φωνές
που γνώριζαν
κάποιο άλλο
μυστικό.
Δέκατο άσμα:
Τραγική παράδοση
Αφηγητής:
Ήταν ωραίες οι
κορυφές που δέχτηκαν τον ξένο
πάλλευκες και
χαρούμενες από το λευκαφρό
που
ολοστολίζει τα ψηλά χειμώνα καλοκαίρι
απέραντη
λευκότητα είναι το μέγα θαύμα
που
τρισποθούσε συνεχώς ο καλός ιδαλγός.
Ατένισε
προσεκτικά τη νέα παροικία
μα η ψυχή
παρέμενα ψηλά στον ουρανό.
Πόνεσε καθώς
ένιωσε την πτώση δω κάτω
και ζήλεψε τον
ιερό χορό των ευγενών
που ακολούθησαν
σεμνά το άρμα της Σοφίας
προσφέροντάς
της πρόθυμα των ψυχών μυστικά.
Ο ιδαλγός μας
ο καλός δίσταζε να προσέλθει
στους κόλπους
της Σοφίας μας, στο ένδοξό της φως.
Ήταν αμείλικτα
βροτός, τέκνο επιστασίας
μα στην ψυχή
του βρίσκοταν κάποιος άλλος σκοπός.
Ξεπέρασε τους
μυστικούς και τους ιππότες πάλι
αυτός ο
άγνωστος βροτός ο χιλιοπλανημένος
με τις
εξαίσιες εμπνοές, το βίωμα, το πάθος.
Νίκησε ή
νικήθηκε από το μέγα βάθος
της
πολυτάραχης ψυχής της χιλιογεννημένης;
Δε γνώριζα τον
ιδαλγό κι ας ήμουν συνοδός του
στα ωραία
ταξίδια του, στην πλάνητα ζωή του.
Μήπως ο ξένος
άνθρωπος σάρκωνε κάτι άλλο
που
σιγοκρύβεται παντού, σε όλους τους θνητούς
την άλλη όψη
την κρυφή ανθρώπινης σοφίας
που
κατατρώγεται σκληρά στης πάλης τον αχό;
Παιδί της
πόλης ο ιδαλγός, ασίγαστος ιππότης
αρνήθηκε την
εύκολη κι ατάραχη ζωή
παρόλο που
μαθήτευσε κοντά στους ξθιασώτες
αμίμητων
διδασκαλιών κι αφετηριών ζωής.
Δοκίμασε την
έκσταση, έφθασε και στη στάση
αγάπησε και
τους πρίγκιπες της θείας μυστικής
μαθήτευσε στη
σιγαλιά, πάλεψε με τη δράση
έφτασε στην
υπέρβαση του βάρους των καιρών.
Ποιος είπε
όμως πως μπορεί το χρόνο να δαμάσει
να γίνει
άσαρκος, απλός, χωρικός και ανάριος;
Το ‘παν οι
χριστιανοί σοφοί και της Ασίας οι γόνοι
πως το
παιγνίδι το ιερό έχει ένα μυστικό
πρωτόγνωρη αλήθεια
που δεν κοινοποιείται
κι αυτή
ακριβώς η θέση τους τον έκανε τρελό.
Τώρα οδεύει
σιωπηλός στο κάτασπρο το χιόνι
αναζητώντας
θαλπωρή, κατάλυμα και στέγη.
Πώς θα
μπορέσει να διαβεί πάλλευκες αλυσίδες
χωρίς πνοή,
χωρίς στοργή, ανέκφραστες, βουβές;
Διάβαινε, όλο
διάβαινε, πηδούσε τα στεφάνια
έγινε
πάλλευκος κι αυτός απ’ του χιονιού τη δίνη
μα κάπου
ένιωσε βαρύς μ’ αδύναμες κλειδώσεις
κι έσκυψε σ’
ένα σύδενδρο αδύναμος, βαρύς.
Μια κόρη τον
πλησίασε φτιαγμένη από χιόνι
ήταν όλη
ολόασπρη, απλή, γοητευτική.
Λευκή:
Είμαι η Λευκή
που γνώρισες πιο πέρα
κόρη της θείας
λευκότητας, όπως και των βροτών…
είδα την άνοδό
σου χθες, την πτώση σου δεν είδα
εγώ η Λευκή
του δάσους και των κορυφών.
Γνωρίζω πιο
καλά από σε τι θέλεις, τι γυρεύεις
μου το ‘παν μ’
όλες τις φωνές της δόξας οι υιοί
κείνοι που
αναλήφθηκαν μαζί με τη Σοφία
που χάθηκαν
στα δώματα του άυλου ουρανού.
Είδες της
δόξας την τιμή, τη χάρη του Ελέους;
Ο Λανσελότος ο
κακός, ο μοιχός, ο ακραίος
τιμήθηκε σαν
άγιος απ’ τη Νέα Διδαχή.
Οι ιππότες που
καθάρθηκαν ορθώθηκαν γενναίοι
τιμήθηκαν ως
ευγενείς του κράτους του Θεού.
Οι ιεροί, οι
μυστικοί και οι προσκαρτερούντες
βρίσκονται
τώρα όλοι τους στα δώματα του Αγίου
και συ ωραίε
ιδαλγέ πλανιέσαι χωρίς τέλος…
Δεν κατακρίνω
την ορμή, το πάθος της ψυχής σου
γιατί εκφράζεις
το παιδί το αιώνια τραγικό.
Πώς όμως θα
αντέξεις συ του κόσμου την απάτη
να
δρασκελίσεις τα βουνά, να πας στις πολιτείες
κοντά στους
πλάνους, τους κακούς, αμαρτωλούς του κόσμου
άοπλος και
αδύναμος, ταλαίπωρος θνητός;
Το ξέρω πως
και από κει θα φύγεις αν προφθάσεις
γιατί σκληρή
διαταγή ισχύει, ναι, παντού.
*
Ο κόσμος μας
σπαράσσεται κι ας είν’ χριστιανικός
το ίδιο ισχύει
στις κοινωνίες και των άλλων θρησκειών
όπως και στους
φτωχούς πρωτόγονους με τη σκληρή ζωή.
Αν βγεις στον
κόσμο ιδαλγέ σκληρά θα μετανιώσεις
μακριά από
κάθε έκλαμψη της ευγενούς ψυχής σου.
Είσ’ όμως
ιδαλγός, τέκνο του Μεγάλου και Αγίου
αποκρυπτογραφείς
την ευγενή καταγωγή σου
το ανθρώπινο
στοιχείο σου που ‘ναι και χοϊκό.
Σύγκρουση,
αμάχη, διχασμός ασπαίρουν κάθε μέρα
μαζί με την κατάνυξη
και το θείο παλμό.
Γι’ αυτό
ακριβώς διχάζεσαι, θαυμάζεις και γυρίζεις
στα πάτρια τα
χώνατα που ‘ναι παντοτινά.
Αφηγητής:
Ο ιδαλγός δε
μίλησε, θωρούσε την παρθένο
χωρίς να
ψάχνει πάνω της για κάτι σαρκικό.
Ήταν απέραντα
ευγενής προς το ωραίο φύλο
τα μάτια του
ήταν αγνά, δε γνώριζαν κακό.
Μάτια,
καθρέπτης της ψυχής, αγνότητας τεκμήρι
αδιάψευστη
προσέγγιση χαμένων ουρανών
μάτια ψυχής τα
σαρκικά διαμάντια από μετάξι
που τα ‘πλασαν
αγήραστες νεράιδες του Θεού.
Κείνα τα μάτια
τα σεμνά, της αβύσσου λαμπτήρες
χάθηκαν μες το
έκπαγλο το κάλλος της Λευκής
μα αποσύρθηκαν
ευθύς, γύρισαν μες το πάθος
και τις τρανές
υπόσχεσες της ένδοξης της γης.
Της γης που
γνώριζε καλά πώς να διαφεντεύει
όποιες ψυχές
κατέβηκαν από τον ουρανό
όποιες ψυχές
κουράστηκαν από τη θεωρία
των ένδοξων
και καθαρών ιδεών πλατωνικών.
Τέτοια ψυχή
πανέμορφη του ήλιου θυγατέρα
ήταν ο νόστος
ο βαθύς του σεπτού ιδαλγού
ψυχή αιώνια
τραγική, έλκουσα θεωρία
που ‘πεσε και
που σκόνταψε στον άγνωστο δρυμό.
Σ’ έναν δρυμό
αγέρωχο που ‘πλασε τους ανθρώπους
τις πόλεις,
τον πολιτισμό, τη γνώση τη λαμπρή
σ’ ένα δρυμό
που έγινε κοιλάδα, πεδιάδα
με λάμψεις και
πολιτισμό, με πλούτη αναψυχής.
Ο ιδαλγός
εγνώριζε τα μυστικά της πόλης
το κλέος του
πολιτισμού, τα πάθη της ψυχής
ξέφυγε απ’ τα
δόκανα, έζησε μελωδίες
τέκνων κι
επίγονων λαμπρών, ανέσπερης αυγής.
Όμως η φύση
του έκρυβε χώμα και σάρκα ακόμη
πλάι στην
ευγενή ψυχή που είχε αποδράσει
ο πειρασμός
ήταν βαθύς, η πλησμονή φευγάτη
παρά τις τόσες
δέησες και τους σεπτούς της γης.
Ιδαλγός:
Λευκή,
πάλλευκη αγνή ψυχή των ουρανών
γνωρίζω τον
ιστό που σε πλαστούργησε
ευγνωμονώ τη
μοίρα μου που μου ‘στερξε να δω
την οπτασία τη
σεπτή, το σεμνό μεγαλείο
της ομορφιάς
σου την υφή ω τέκνο ιερό.
Η δυστυχής μου
η ψυχή γνωρίζει τις εκστάσεις
μα ταπεινή και
βρότεια αγνοεί την πρωταρχή
την έκσταση
της έκστασης, τη στάση τη μακάρια
ό,τι
ανασταίνει αείποτε τη όμορφη σιγή.
Μικρός εγώ δεν
ημπορώ να φύγω απ’ τον κόσμο
η λευκότητα,
το άπειρο, κάτοπτρο χωρικό
με παραδίδουν
στο μηδέν, στην άναρχη αλήθεια
που ανήκει
μόνο στο Θεό, στην άπειρη Σοφία
ασύλληπτα απ’
τη σκέψη μας, ξένα απ’ την καρδιά μας.
Οι μύστες
ιερών στιγμών μου ‘μου δειξαν την ευθεία
μα εγώ,
μικρός, ταλαίπωρος, αδυνατώ να μπω
στου Ναού τα’
άρρητα δώματα, στη σιγή της Σοφίας
στην άσπιλη
αλήθεια, απρόσιτη στο νου.
Έπεσα, τραυματίστηκα
στην αιώνια θητεία
του Σίσυφου,
του Τάνταλου, του Χόρου του ιερού.
Ναι, τραγική
‘ναι η μοίρα μου, ακάνθινο στεφάνι
πλεγμένων με
τα ολόανθα αγγέλων τα μαλλιά.
Ηρωική και
τραγική που προσκρούει στο χρόνο
στη Λἀχεση,
στην Άτροπο, στην πιο σκληρή μεριά.
Είναι σκληρές
οι γενεές, της ιστορίας ο μίτος
παρόλα τα
τεχνάσματα ανθρώπων και θεών
ειδώλων του
κακού καιρού και της μοιραίας απάτης.
Νάτοι! Κοίτα
τους από μακριά, ορμούν ολόγυρά μας
άφησαν τις
εστίες τους κι έρχονται να μας πάρουν.
Ιππότες
ελεεινής μορφής, παρόλα τα φτιασίδια
άρχοντες των
ουτιδανών και των κατατρεγμένων
τυχοδιώκτες
ικανοί και τρασκαταραμένοι
γυναίκες με
προκλητικές φωνές, αυλητρίδες και πόρνες
άλλες
ψευτοαρχόντισσες, βασίλισσες με κλέος
και παραπέρα
οι αοιδοί, οι κωμικοί, οι σπιούνοι
όλοι τους με
τις ιαχές της ταπεινής ζωής τους
έρχονται και
ξανάρχονται στην καθεμιά μου πτώση…
Ασθμαίνουν από
μακριά, μα καθώς πλησιάζουν
τείνουν το
χέρι ευγενικά, τιμές πολλές μου τάζουν.
Δεν τους
γνωρίζω τους πολλούς, ανώνυμο ‘ναι πλήθος
μα οι διασημότεροι
φαίνοντ’ απ’ τα μετάλλια
της
ανδραγαθοσύνης τους, της προσφοράς στο κράτος.
Είναι οι
ίδιοι, οι μορφές, όπως παλιά και τώρα
κι ας άλλαξαν
ενδύματα, κι ας πρόσφεραν προόδους.
Φαίνονται
ουρανόσταλτοι καθώς μου ψιθυρίζουν
λόγια ειπωμένα
από σοφούς, επιστήμονες μαέστρους
άρχοντες των
πολιτισμών, ποιητές και φιλοσόφους.
Ακροζυγίζουν
προσφορές, ταιριάζουν τους θριάμβους
τολμάνε
μάλιστα να πουν πως είναι φωτισμένοι.
Δικαίωμά τους
όλα αυτά, στο βάθος σιγοκλαίνε
κάτω απ’ τη
βαθιά φθορά της χθόνιας ιστορίας.
Τι μου
συμβαίνει και ποθώ τους λόγους τους ν’ ακούσω
αυτών των
δόλιων ερπετών, αυτών των μιασμένων…
Αλάστορες του
βλέμματος, σφαγείς της φιλαγνείας
θριαμβολογούν
απανωτά, είν’ οι δημιουργοί
του κόσμου των
θεωριών και της καλής της γνώσης.
Ω, δε μπορώ να
θυμηθώ, να τρέξω, να ξεφύγω
να αγκαλιάσω
πλούσια τα δώρα της σοφίας…
Είναι βαθύς ο
στεναγμός που σιγοκατεβαίνει
μαρτύριο
ανυπόφορο, του Ιξίονα τροχός.
Σ’ αυτόν τον
άθλιο τροχό είμαι ο κολασμένος
καθώς Λευκή
αδυνατώ τον κόσμο να ξεφύγω.
Σου το ‘πα κι
άλλες πια φορές, τ’ ομολογώ και πάλι:
είμαι αδύνατος
θνητός, οθνείος δυστυχής
σ’ αυτόν τον
τρομερό εσμό που θα με παρασύρει.
Ποιος είπε πως
νοστάλγησα της γης τους πεινασμένους
παρορίτες της
σκιάς, δραπέτες του φωτός;
Ο νόστος μου
είναι βαθύς, καταλαγιάζει εντός μου
ως πλήρωμα, ως
άρνηση όλου του αισθητού…
Τότε εγείρεται
μεμιάς ο άλλος λογισμός μου
ο άνους, ο
αρνητικός που πλήρωμα καλώ.
Όμως εγώ ο
τραγικός που χάνω τον εαυτό μου
στης θείας
άνοιας τη πηγή, στης αγνωσίας το πλάτος
αδυνατώ να
εκφρασθώ, το πλήρωμα να ζήσω.
Άναυδος,
ενεός, γυμνός, χωρικός και αιώνιος
ανάξιος όμως
θεωρός του κόσμου του ωραίου
των ιερών των
ιδεών του θείου Πλάτωνός μας
εκπίπτω και
πτερορρυώ, γυρίζω στη ζωή
συμφύρομαι με το συρμό της άσοφης Σοφίας
μ’ αυτό το
πλήθος, την πομπή που τώρα πλησιάζει.
γνωρίζω πια το
πέρας μου, τις δυνατότητές μου
σ’ αυτόν τον
κόσμο τον σκληρό, τον κακογεννημένο.
Λευκή:
Μείνε ιδαλγέ
κοντά στο φως, εγώ θα σ’ οδηγήσω
στα δώματα της
άναρχης ουσίας του παντός
στον κόσμο της
Σοφίας μας της τρισευγενισμένης.
Ω, μείνε σε
παρακαλώ, το πλήρωμα θε ναρθει
αρκεί ν’ ανοίξεις διάπλατα τους κρουνούς της αγάπης.
Αγάπη είν’ η
μυστική του κόσμου μας ουσία
ίσως να μην
κατάλαβες το μέγα μυστικό
το άρρητο και
το σεπτό περιεχόμενό του
το περιχέον
λογισμό, συναίσθημα και λόγο
την υπέρ νουν
υπερζωή, την αναφή, τη θεία.
Αγάπησαν οι
ταπεινοί και μπήκαν στο βασίλειο
αγάπησαν οι
μάρτυρες, οι ιππότες και οι δούλοι
αγάπησαν
φτωχές ψυχές κι έζησαν την πληρότη.
Αφηγητής:
Ο ιδαλγός
ξανάκουσε της Λευκής τη φωνή
ήταν οι μόνες
λέξεις τους που τον εσυγκλονίσαν…
Τώρα
υπιπτεύθηκε ο φτωχός τον κόσμο της αγάπης
το μέγα πάθος
το ιερό το ατέλεστα παρόν.
Όμως ο
ακάθεκτος εσμός περίζωνε το χώρο
γινότανε
πιεστικός χωρίς να απειλεί.
Τύμπανα και
γαρύφαλλα, ήχοι και ανεμώνες
χείλη γλυκά
που τραγουδούν, δόκτορες και ιππότες
τεχνίτες του
καλού καιρού, ποιητές, καλλιτέχνες
πλησίαζαν
ανέμελα, γνώριζαν το παρόν
καθώς ήτανε
βέβαιοι πως ο ιδαλγός τους
ανήκε στην
παρέα τους, έστω παροδικά.
Ιδαλγός:
Λευκή, ωραία
μου ψυχή, γλυκιά μου παρουσία
δώσ’ μου το
χέρι το άμωμο, σύρε με προς τα πάνω
πριν οι
νυκτόβιοι του φωτός αρπάξουν τη ζωή μου.
Λευκή:
Εσύ γνωρίζεις
ιδαλγέ τη ρώμη και το σθένος
του ύστατου
απόλυτου που χωρεί την αγάπη.
Οφείλεις πια
να γυμναστείς στου χρόνου τις τριόδους
να
ανασυνταχθείς καλά, στεντόρεια να το πεις.
Είναι αργά,
πολύ αργά ξανά να αποδράσεις
στους χώρους
τους μακάριους του άπλετου φωτός.
Γνωρίζεις ίσως
πιο καλά απ’ τη φτωχή Λευκή
πως η
αιωνιότητα γίνεται κοσμική
για να
σκορπίζει πάντοτε τα άνθη της αγάπης…
Ιδαλγός:
Αργά το
κατανόησα, δύσκολα θα το ζήσω…
Όλη η
περιπέτεια της φτωχικής σιωπής μου
ήταν υπέροχη
φωνή που κράζει την αγάπη.
Η έκσταση, η
άνοδος, η θεία μακαριότης
αδυνατούν να
χωρισθούν απ’ τη θεία ζωή.
Αφηγητής:
Ο εσμός
περιεκύκλωσε τον κύκλο το λευκό.
Ο ιδαλγός
τινάχτηκε προς τη Λευκή αγκάλη
μα ήτανε το
άλμα του μικρό και πλανεμένο.
Έπεσε τότε
ανάστροφα στης μοίρας το ποτάμι
στο μέλανα
βαθύ γκρεμό των μελανοχιτώνων
που υμνούν με
πάθος τη ζωή, που νέμονται τη ζήση
προς τη θανή
οδεύοντας χωρίς σταματημό.
Ώριοι,
πανώριοι οι καρποί ανθρώπων της μελέτης
γλυκύτατες κι
ερωτικές οι προσφορές του φύλου
πλούσια κι
επιθυμητά τα δώρα της δουλείας
γλυκύτατες οι
αναλαμπές κάθε πολιτισμού
ώσπου ξεσπάει
αμείλικτα η κρίση της Ημέρας
γυμνώνοντας
και σέρνοντας τους πάντες στη θανή.
Μες της Αδράστειας
το ζυγό χάθηκε ο ιδαλγός μας
γυμνός και
πένης και φτωχός και τρισβασανισμένος.
Όμως καλοί μου
ακροατές, ανώνυμοι ιδαλγοί
μαζί του πάλι
κάποτε θε να βρεθούμε αντάμα
οπλίζοντας το
είναι μας με το μεγάλο δέρας
με της
λαμπρότητας το νου, με τη χαρά του ερέβους.
Εκεί θα
ζήσουμε λαμπρά μακριά απ’ τους θορύβους
για να
ριχνόμαστε εσαεί στον Μέγαν Αυλισμό.
*
Ο ιδαλγός
ξεκίνησε αιώνιο ταξίδι
στην άσπλαχνη
συνείδηση του κοσμικού αχού
αρνήθηκε των
άστεων τις στέγες, τα μνημεία
αγνόησε και το
παρόν κάθε πολιτισμού.
Είχε μια στόφα
τραγική η άμοιρη ύπαρξή του
απειρική,
αναρχική, χωρίς συμβιβασμούς
πιστεύοντας
ολόκαρδα στου απείρου τη σοφία
στο άσαρκο το
πλήρωμα όντων πλατωνικών.
Ανέβηκε ψηλά
ψηλά, υψιπετής, ουράνιος
προσπάθησε να
ζυγισθεί με άυλα φτερά
με της ψυχής
τη δύναμη, σθένος της διανοίας
δύστηνος όμως
ο φτωχός, έπεσε χαμηλά
σε τόπους
περιφρόνησης, ονείδους και απάτης
συμβατικούς
χαμότοπους που λεν πολιτισμό.
Κι όμως ο
ένδοξος θνητός, αθανασίας κέρας
κάτι δεν
κατανόησε κι ας ήταν τόσο απλό.
Το πλήρωμα το
αληθινό προσφέρει η αγάπη
το τραγικό το
πλήρωμα όντων απειρικών
που θυσιάζουν
στα δεσμά, στου χρόνου την αρπάγη
την άπειρη τη
δύναμη της υπερπλησμονής.
Η αγαθότης η
σεπτή, ουσία των απάντων
του κόσμου μας
γεννήτρια κι όλων των λογισμών
είναι η πηγή η
άνασσα, των ψυχών ασπρομέρι
το άπειρο, το
άρρητο, το πρώτο ποθητό.
Εκφράζεται αγαπητικά,
με θετική σοφία
γυμνώνεται,
προσφέρεται, θυσία αειγενής
Ντύνει το
απερνόητο με θετική ουσία
δίνει στο
άχρονο Μηδέν θωριά παρθενική
συγχώρεσης,
αντίληψης, συγνώμης και αγάπης
ασπροφεγγίζει
υπέρτατα θείες αναμονές
προσφέρει και
στους ιδαλγούς τον άσπιλο χιτώνα
της
παμμακαριότητας με όψη σαρκική
με νεύμα θείας
περίσκεψης, απλότητας, συγνώμης
με άγρυπνη ετοιμότητα,
αιώνια θυσία
ακένωτη
παράκληση, το φως το αληθινό.
Ποιος άλλος θα
τιθάσευε την πλήξη των ανθρώπων
ποιος θα
μπορούσε να σταθεί ακέριος, ακλινής
μπροστά στο
μέγα πειρασμό εωσφορικών πνευμάτων
ψυχών που
καταπάτησαν τα δώρα τα σεπτά;
Η πλήξη και το
άγχος πια της έγχρονης βιωτής μας
η δύναμη της
δράσης μας η δολοφονική
ορθώνουν
είδωλα πολλά, κτίζουν τις πολιτείες
αγγέλλουν και
πολιτισμό με μύρια αγαθά.
Είναι ο χρόνος
πτωτικός, άρνηση της αγάπης
άγεται απ’το
αιώνιο, σκιάζει την αρχή
των απορρήτων
η πηγή, το πλήρωμα, η αγάπη
σφαδάζεται απ’
τον κόσμο μας, απ’ την πικρή θανή.
Είναι βαθύ το
πλήρωμα, η αλήθεια και το βάθος
ο ιδαλγός
αστόχησε, σκοπεύοντας ψηλά
μόνο που
όφειλε από πριν τον κόσμο ν’ αγκαλιάσει
τα ταπεινά τα
πλάσματα, τα τόσο αναιμικά.
Έπεσε πάλι στη
ζωή που ‘χε εγκαταλείψει
θα ξανανέβει
τις κορφές των άσπιλων βουνών
ναι, εντρεχής
προσπάθεια θα είναι η ζωή του
κι ας θνήσκει
κι ας σπαράσσεται στη δίνη των καιρών.
Μάρτυρας είναι
ευγενής που αναζητεί το Τέλος
κι όμως το
Τέλος είν’ εδώ, η Άναρχη Αρχή.
30-12-1995