Κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του Νίκου Μακρή υπό τον τίτλο ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, εκδ. ΔΡΟΜΩΝ (τηλ. 2102617648). Διατίθεται απ' τον εκδότη και από κεντρικά βιβλιοπωλεία.
Το Πνεύμα του Λαού και η Φιλοσοφία
Προλογικό
Υπάρχει όντως
πνεύμα του λαού με συγκεκριμένη φορά που φωτίζει το είναι του ανθρωπίνως
υπάρχειν; Το ερώτημα είναι καίριο και, εταζόμενο προσεκτικά, μας αποκαλύπτει
μια αλήθεια την οποία συναντάμε σε όλους τους λαούς, ακόμη και σε εκείνους τους
οποίους αποκαλούμε πρωτογόνους, στις φυλές δηλαδή που δεν έχουν γραφή αλλά, κι
αυτό είναι αποκαλυπτικό, διαλέκτους και τέχνες-επινοήσεις.
Αναζητώντας το
πνεύμα των λαών αναπροβάλλει αυθόρμητα ο προβληματισμός ο σχετικός με το
διιστορικό δεδομένο που αναφέρεται στην ίδια την ανθρώπινη φύση.
Κάνοντας
επομένως λόγο για το πνεύμα του λαού και μάλιστα μακριά από κάθε λαϊκισμό
πολιτικής ή και φυλετικής μορφής, εννοούμε την ίδια την ανθρώπινη φύση όπως
διεκφράζεται σε όλες της τις τροπές, θετικές ή αρνητικές και μάλιστα χωρίς
διεμβολισμούς φιλοσοφικών θεωριών περί κοινού νου (κυρίως στης Σκωτικής σχολής με
κύριο εκφραστή τον Thomas Reid, αλλά και
άλλων ιδεολογικής προέλευσης εκτιμήσεων), αφού είναι γνωστό πως ο διανθρώπινος
βίος, ιδωμένος επιφανειακά, υποκρούει μάλλον τον παραλογισμό παρά τον κοινό
λογισμό, τον κοινό λόγο των φιλοσόφων, τον ενάρετο λόγο των ηθολόγων.
Δεν είναι όμως
η επιφάνεια, το επιφαίνεσθαι των κοινωνιών με τα τόσα παράδοξα και συχνά
αντιανθρώπινα έργα το κύριο κριτήριο αξιολόγησης και βαθύτερης κατά το δυνατό
αξιολόγησης του πνεύματος των λαών. Απαιτείται περαιτέρω προσπάθεια η οποία
μπορεί να μας αποκαλύψει κεκρυμμένες αλήθειες ικανές να προβληματίζουν και να
ρίχνουν το δικό τους φως στα συντρίμμια της επιφάνειας.
*
Υπάρχουν όμως
θέσεις και κριτήρια που δίνουν φως στο διιστορικό σκότος παλαιών και νέων
καιρών; Γνωρίζουμε, και με προσεκτικότερη διερεύνηση, αναγνωρίζουμε πως στο
βάθος του συμβαίνοντος αναδύεται η διαφάνεια, ό,τι νοείται και εννοείται απ’
την όλο και καθαιρόμενη συνείδηση: Η ειλικρινής θεώρηση της ίδιας μας της
φύσης, θεώρηση η οποία καταγράφεται και αγγέλλεται σε εύδιες στιγμές
εμβάθυνσης-αυτοσύλληψης, σε ό,τι δηλαδή παραμένει ως εσαεί αλήθεια, όταν
μάλιστα η επιφάνεια συντρίβεται αναζητώντας έτσι κάτι το παράμονο, ό,τι φωτίζει
το ιστορικό σκότος. Το εσαεί ισχύον αλλά κεκρυμμένο δεν κατασκευάζεται ως
καταφύγιο, αλλά αποτελεί άρρητο δεδομένο της αγρυπνούσας συνείδησης η οποία
αυτοανακαλύπτεται.
Ό,τι αναδύεται
όμως κυρίως κατά τη διάρκεια δοκιμασιών για να μας δοκιμάζει, δε βρίσκεται σε
δόγματα ‘’πεφωτισμένων’’, αλλά σε θέσεις με παράμονο χαρακτήρα, θέσεις οι
οποίες μαρτυρούν και πιστοποιούν τα ενδότερα της φύσης μας και τις οποίες
ασπάζονται πολλοί και γι’ αυτό δε συναντώνται μόνο σε όλους τους λαούς, αλλά
φωτίζουν με σοφία και το νόημα και το πνεύμα του έγχρονου βίου μας.
Έχουμε μάλιστα
τη βεβαιότητα πως χωρίς αυτές τις μαρτυρίες δε θα υπήρχε περαιτέρω δημιουργία
και εννοούμε κάτι πολύ απλό: Χωρίς τις μαρτυρίες του πνεύματος του λαού δεν
είναι διανοητή οποιαδήποτε ευρύτερη πνευματική προσπάθεια και αυτό μας οδηγεί
σε περαιτέρω διαπιστώσεις. Διαπιστώνουμε δηλαδή πως μόνο το συνυπάρχειν
ανθρώπου και κόσμου καθιστά δυνατή οποιαδήποτε θεώρηση που προσφέρει την πρόοδο
με προμετωπίδες τη γλώσσα, τις πρώτες τέχνες, την κοινωνική συγκρότηση, τη συνεργασία
των κοινωνικών ομάδων, ό,τι δηλαδή είναι απαραίτητη προϋπόθεση διασυσχέτισης
της προϊστορίας με την ιστορία, παρόλο που τα όρια είναι δυσδιάκριτα και
συμβατικά.
Βέβαια,
εμφιλοχωρούν όλα τα τραγικά της ιστορίας που διαμηνύουν την τραγικότητα της
ανθρώπινης φύσης, και δίκαια αναρωτιόμαστε αν κάθε φρικιαστική τραγικότητα δεν
είναι ο γνωστός δόλος του εγελιανού λόγου, αλλά κάτι αποκαλυπτικότερο. Μπορούμε
να συνάγουμε οριστικά συμπεράσματα θεωρώντας μόνο την επιφάνεια του
συμβαίνοντος χωρίς τον αρχιμήδειο τόπο ο οποίος διαλανθάνει, αλλά, βαθιά
θεωρούμενος, είναι πιο πραγματικός απ’ την επιφάνεια του συμβαίνοντος.
Έχουμε ήδη
τονίσει σε προηγούμενη προσπάθειά μας πως ιστορία και πολιτισμός διαπλέκονται
παράδοξα, κατά τρόπο που η μεν ιστορία μαρτυρεί το βασίλειο της αναγκαιότητας,
ο δε πολιτισμός το βασίλειο της ελευθερίας. Όσο σκότος και οδύνη σωρεύονται απ’
τα πεπραγμένα αλλά και απ’ τα πραττόμενα, τόσο φως προβάλλει απ’ την πνευματική
προσπάθεια και απ’ τις μεγάλες και απαράγραπτες αξίες της.
Υπ’ αυτό το πνεύμα,
σαφέστατη μαρτυρία η οποία είναι και αποκαλυπτική, είναι οι βαθύτερες εμπειρίες
που διαπλώνονται παντού όπου υπάρχουν ανθρώπινες κοινωνίες, εμπειρίες οι οποίες
‘’αναχαιτίζουν’’ κάτι το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ τις τρέχουσες παραστάσεις
και τα συμβαίνοντα, εμπειρίες και φθέγματα με σοφία η οποία δεν προϋποθέτει
εργαστήρια και θεωρητικές αναλύσεις, αλλά που αναδύεται και διαμηνύει ένα
κάποιο συγκεκριμένο νόημα, βατό και αποδεκτό από οποιονδήποτε, ανεξάρτητα απ’
το πνευματικό του επίπεδο.
Χωρίς να εξιδανικεύουμε,
χωρίς να ειδωλοποιούμε, διαπιστώνουμε ένα πνευματικό θα λέγαμε ένστικτο και
μάλιστα οικουμενικής φοράς το οποίο είναι άμεσα βατό. Πληρώνει, φωτίζει,
παιδαγωγεί με την απλότητα και με τον αποφθεγματικό χαρακτήρα, προσφέροντας
νόημα το οποίο υπερφαλαγγίζει τη ματαιότητα των επιφανειακά συμβαινόντων, των
παρερχόμενων καταστάσεων.
Πρόκειται για
διοράσεις οι οποίες παραμένουν και θα παραμένουν, οι οποίες καταργούν τις
διακρίσεις μεταξύ παλαιού και νέου, κλασικού και μοντέρνου, νεωτερικού και
μετανεωτερικού, έγκυρου και σοφιστικού, επειδή αφοπλίζουν εκ των προτέρων κάθε
αντιλογία.
Δεν πρόκειται
για κοινό νου, ούτε για κοινό λόγο που αναλύουν και περιγράφουν διάφορες
φιλοσοφικές σχολές, άλλοτε δημιουργικά και άλλοτε προβληματικά.
*
Ας δούμε όμως
συγκεκριμένα τι εννοούμε όταν κάνουμε λόγο για το πνεύμα του λαού και για τη
σχέση του με τη φιλοσοφία.
Εννοούμε
κυρίως παροιμίες, αποφθέγματα, παραβολές, αλληγορίες, αινίγματα, παραμύθια,
σύντομες μυθικές-αλληγορικές αφηγήσεις, επιγράμματα, λόγια.
Θα μπορούσαμε
επίσης να προσθέσουμε τη δημοτική ποίηση, τα δημοτικά δηλαδή τραγούδια, αλλά η
προσέγγισή τους θα προσήγγιζε την ποίηση γενικότερα, και αυτό θα απαιτούσε ιδιαίτερη σπουδή.
Αναδύονται
βέβαια αρκετές ενστάσεις, καθώς οι δημιουργίες του πνεύματος του λαού
αναπτύσσονται σε συγκεκριμένες πολιτισμικές θεωρήσεις και περιλαμβάνουν και
ειδωλικά και, κάποτε, δεισιδαιμονικά στοιχεία. Αυτή όμως η ένσταση δεν
απαξιώνει τη σημαντική λαϊκή δημιουργία, επειδή το πνεύμα της υπερβαίνει
πλέγματα απ’ τα οποία πάσχει ο έγκοσμος βίος προσφέροντας ή και ανοίγοντας
ορίζοντες οικουμενικότητας. Είναι βέβαιο πως συναντάμε στις πλοκές του
πνεύματος των λαών και στοιχεία τα οποία είναι παροδικά ή που απηχούν τρέχουσες
και μεταβαλλόμενες καταστάσεις, όπως και καταγραφές οι οποίες ζωγραφίζουν την
παθολογία της ανθρώπινης φύσης, καταγραφές συνοδευόμενες και από θυμοσοφικές,
ειρωνικές, κυνικές αιχμές.
Ωστόσο, στο
απέραντο πλήθος των παραδόσεων διακρίνουμε ό,τι είναι παράμονη αλήθεια και αυτό
επιβάλλεται αφεαυτού ως μυστικό περιδέραιο των διδαγμάτων της ζωής, ως
απόσταγμα σοφίας που αναδίνει νόημα.
Διδασκόμαστε,
συνειδητοποιούμε θα λέγαμε, το βαθύτερο είναι μας και πληροφορούμαστε χωρίς
καμία επιτήδευση πως η ανθρώπινη φύση, εμβαθύνοντας και αναζητώντας νόημα,
υπερβαίνει τις ματαιότητες των στιγμών και των συγκυριών, τις μικρότητες, τις
ιδιοτελείς βλέψεις. Αυτοανακαλύπτεται και θεωρεί τα λόγια, τις παροιμίες, τα
αποφθέγματα κ. ο. κ. αλήθειες που την ορίζουν και οι οποίες ορίζονται απ’
αυτήν.
Συναντάμε εδώ
την κοινωνία λόγου και συναισθήματος, κάτι που αποτελεί κρύφιο θησαυρό της
ανθρώπινης φύσης. Είναι η πληρωματικότητα χωρίς κανένα ίχνος παροδικότητας,
είναι το μεγάλο παρόν της παρουσίας, ό,τι αναδίνει φως.
*
Υπό το πνεύμα
όσων προηγούνται είμαστε σε θέση να προσεγγίσουμε την οικουμενικά αναδυόμενη
σοφία του λαϊκού πνεύματος με τη φιλοσοφία η οποία δε δρασκελίζει ποτέ τη θύρα
της σοφίας. Αν τη δρασκέλιζε, παρά τις αυταπάτες αξιόλογων φιλοσόφων, θα έπαυε
να είναι φιλοσοφία, αγάπη, φιλία προς τη σοφία, αγάπη και οδοιπορικό χωρίς
αρχή, χωρίς τέλος, μακάριος δηλαδή περίπλους και διάπλους στους ωκεανούς και
στις ακτές του ανθρωποκοσμικώς υπάρχειν.
Υπάρχει βέβαια
μία αφετηριακή σύγκλιση ανάμεσα στο πνεύμα του λαού και στη φιλοσοφία, αφού και
οι δύο μαρτυρίες αναπτύσσονται στον έγκοσμο βίο και δέχονται τις προκλήσεις, τα
προβλήματα, θετικά ή αρνητικά, της κοινωνικής ζωής. Επιπλέον, κοινωνούν
συνειδητά ή ασύνειδα με ό,τι δημιουργεί ο ανθρωποκοσμικός βίος (γλώσσα,
κοινωνική οργάνωση, τέχνες, θρησκείες, παραδόσεις, μύθοι, θρύλοι, επιστήμη,
τέχνη).
Κοινή επομένως
η αφετηρία, όχι όμως οι τροπές του λαϊκού πνεύματος σε σχέση με εκείνες του
φιλοσοφικού πνεύματος το οποίο ακολουθεί, χωρίς όμως να εξαρτάται απ’ το λαϊκό
πνεύμα.
Είναι βέβαια
αναμφισβήτητο πως χωρίς το διακοινωνείν των ανθρώπων, χωρίς, επίσης το
διακοινωνείν με τον αισθητό κόσμο, δε θα είχαμε καμία πολιτισμική αξία.
Σε τι όμως
συνίσταται η εγγύτητα, εν αποστάσει θα λέγαμε, μεταξύ του πνεύματος του λαού
και του φιλοσοφικού λόγου;
*
Οπωσδήποτε
υπάρχουν κοινές προκείμενες, όπως οτιδήποτε φραστό και εκφραστό έχει η
συμβολική φορά που παραπέμπει στο συμβολιζόμενο το οποίο ιχνεύεται ως
πνευματική μαρτυρία, κάτι που αποκαλύπτει την έμφυτη τάση του ανθρώπου να
διακρίνει το ταυτό απ’ το έτερο, το ποικίλο, το όμοιο, το ανόμοιο, το ταχύ, το
κινούμενο κ. ο. κ. όχι μόνο διανοητικά, αλλά και ηθικά-συναισθηματικά.
Πρόκειται για
αλήθεια η οποία δεν προαπαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις ή παιδεία. Θα αποκαλούσαμε
αυτήν την αλήθεια οικουμενικότητα του νοήματος, ό,τι δηλαδή νοηματοδοτεί τη
σχέση όχι μόνο μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και μεταξύ ανθρώπων και αισθητής
πραγματικότητας.
Εξαιτίας αυτής
της οικουμενικής αλήθειας δημιουργείται κάθε μορφή γνώσης και αισθήματος,
προσωποποιείται δηλαδή ο αισθητός κόσμος, αποκαλύπτοντας τον πνευματικό του
χαρακτήρα.
Ενώ όμως η
φιλοσοφική προσπάθεια προσπαθεί να εμβαθύνει και να επεξεργάζεται προϋποθέσεις
και τρόπους διανοητικής, ηθικής, αισθητικής μαρτυρίας με άπαυστες θεωρήσεις και
σχολές, τα έργα του πνεύματος του λαού ενέχουν εκείνα τα στοιχεία ως άρρητη
‘’ύλη’’ θα λέγαμε, ό,τι δηλαδή συνέχει και ενεργοποιεί το λόγο και το
συναίσθημα ως ανάδυση νοήματος και αυτό διακρίνεται καθαρά σε πανάρχαιες
μυθικές αφηγήσεις που αποτελούν και αφετηρίες φιλοσοφικών εμπνεύσεων και
θεωρήσεων. Πανάρχαιες μυθικές αφηγήσεις, όπως ό,τι συνδέεται με τον Προμηθέα,
με τον Γύγη, με τον Φάουστ κ.α., απλές παραβολές, όπως εκείνη του σπορέα, της
σαγήνης κ.α., θυσίες θεών (Μαρντούκ, Πουρούσα, Ρα, κ.α.) και ηρώων συμβολίζουν
ό,τι ο φιλοσοφικός λόγος προσπαθεί να επεξεργάζεται και να προεκτείνει στο
πεδίο της καθαρής σκέψης.
Το αυτό θα
μπορούσαμε να πούμε και για αναρίθμητα παραμύθια που δεν είναι μόνο τροφή της
παιδικής ψυχής, αλλά που αποτελούν υπόδηλες ρίζες του λόγου. Αν μάλιστα
‘’παρασυρόμασταν’’ στον κόσμο της ποίησης και της εμπνευσμένης λογοτεχνίας, θα
διακρίναμε πόσο το χάρμα, ο θαυμασμός, η έκπληξη καθίστανται ώριμες και
ανεξάντλητες πηγές απ’ τις οποίες αντλεί
συχνά ο φιλοσοφικός λόγος και ιδιαίτερα η ηθική φιλοσοφία.
Η μυθική επομένως συνείδηση υπερβαίνει το
πλέγμα του μύθου και, αυτομεταμορφούμενη, φωτίζει τις πραγματικές πηγές του
λόγου, την ενότητα λόγου και συναισθήματος η οποία, κατά τον Kant, θα παραμένει
για πάντα άγνωστη. Δεν παραμένει άγνωστη αλλά φωτίζουσα, κατά τρόπο που η
φιλοσοφική διαπορία μπορεί να διερευνά όντως την αρχή του ανθρωποκοσμικώς
υπάρχειν, την αλήθεια του συνέχεσθαι εν ασυνεχείαις, την οντική ρίζα του
υπάρχειν, του ανθρωποκοσμικώς υπάρχειν.
*
Δεν
υποστηρίζουμε βέβαια πως το πνεύμα του λαού άρχει της φιλοσοφίας την οποία
καθιστά υποτελή του, αλλά πως χωρίς τις πρωτινές εμπνοές και απαλλαγμένοι από
αναπόφευκτες δεισιδαιμονίες και φαντασιώσεις, δεν οδηγούμαστε στον κρατερό
φιλοσοφικό λόγο. Ο Θαύμας και η Ίρις ηνιοχούν πάντα τις φιλοσοφικές
αναζητήσεις, όσο και αν η πρωτινή παιδικότητα υπερβαίνεται χωρίς βέβαια να
αναιρείται.
Υπάρχει, άρχει
θα λέγαμε, μία αλήθεια η οποία μας συνέχει: Χωρίς την παιδικότητα του πνεύματος
δεν υπάρχει ωριμότητα, χωρίς την προϊστορία δεν υπάρχει ιστορία, χωρίς το
μυθικό πνεύμα δεν υπάρχει φιλοσοφικός λόγος, όσο και αν δημιουργούνται
υπερβάσεις, πολύτιμες οπωσδήποτε.
Στο πνεύμα των
λαϊκών παραδόσεων που κατατίθεται με αποφθέγματα, με παροιμίες κ. ο. κ.,
συναντάμε το πρόπλασμα φιλοσοφικών, ποιητικών και δημιουργικών γενικότερα ιδεών
που αναπτύσσονται χωρίς αρχή, χωρίς τέλος, όσο και αν κάθε ανθρώπινο
δημιούργημα επιφαίνεται εγκόσμως-εγχρόνως.
Κατανοούμε
έτσι πως το πνεύμα του λαού διαλανθάνει και στο φιλοσοφικό λόγο και αυτό
καταδεικνύεται σε πολλά φιλοσοφικά κείμενα όπου συναντάμε παραδόσεις αρχών.
Αναδύεται έτσι ένας βασικός προβληματισμός: Θα υπήρχε φιλοσοφικός λόγος χωρίς
το λαϊκό αίσθημα, όσο και αν ρυθμίζει, αναρρυθμίζει, μεταρρυθμίζει και
αναπτύσσει με τους τρόπους του τις λαϊκές καταβολές;
*
Για να έχουμε
σαφή απάντηση, οφείλουμε να προχωρήσουμε περισσότερο και να διαπιστώσουμε τη
φύση του εκφράζεσθαι, τη συμβολική δηλαδή έκφραση κάθε ενέργειας αλλά και των
έργων της. Όλα τα έργα του ανθρωπίνου πνεύματος, απ’ τα σαφέστατα μέχρι τα
αφανή, δεν είναι παρά πραγματικές, ζώσες μαρτυρίες του συμβολικώς ζην, είναι
δηλαδή σύμβολα συμβολίζοντα. Υπ’ αυτό το πνεύμα φθάνουμε στις άπαυστες
αφετηρίες που διενώνουν, πάντα αφετηριακά, αλλά οντικά το πνεύμα του λαού, όπως
καταγράφεται με παροιμίες, αποφθέγματα κλπ., με τις φιλοσοφικές συνθέσεις.
Οι αφετηρίες,
για να μη μιλάμε γενικά και αόριστα, δεν είναι παρά το συνυπάρχειν ανθρώπων και
κοσμικού συμβαίνοντος. Μπορούμε έτσι να ιχνεύσουμε τη σχέση των λαϊκών
αποφθεγμάτων και αφηγήσεων με τις θεωρήσεις των φιλοσόφων και να συγκρίνουμε
την εγγύτητά τους, όχι όμως την ταυτότητά τους.
Η λαϊκή σοφία
αναδύεται απ’ τις εμπειρίες του συνυπάρχειν το οποίο οδηγεί αναπόφευκτα στην κοινωνική συγκρότηση με τους
ακολουθούντες θεσμούς, στην αναγκαιότητα δηλαδή η οποία γίνεται ιστορία με όλα
τα θετικά αλλά και τα αρνητικά της σημεία, με τις μη συλλογιστικές αναφορές του
πολιτισμικού στοιχείου, του ουσιαστικά αγεωγράφητου το οποίο παραδίδεται
ανώνυμα αλλά οικουμενικά με τα δημιουργήματά του. Είναι το βασίλειο της
ελευθερίας, η στην καρδιά της αναγκαιότητας αναδυόμενη υπέρβαση, ό,τι
αποκαλούμε ελευθερία την οποία αναγνωρίζουμε ως λαϊκή σοφία. Ήδη, το χιούμορ, η
καταδίκη, η αποτροπή, η επιμαρτυρία, η ελευθέρωση απ’ τα δεσμά του εγωισμού και
οι ηθικές αξίες, καταγράφονται και διατηρούνται από γενεά σε γενεά και μάλιστα
σε όλες τις κοινωνίες, ανεξάρτητα απ’ το εκάστοτε επίπεδο των λαών.
Συναντάμε έτσι
τις μη φαινόμενες με την πρώτη ματιά ρίζες, τις κοινές ρίζες λαϊκής σοφίας και
φιλοσοφίας. Οι ακολουθούσες διαφοροποιήσεις επιμαρτυρούν βασικά την κοινή
αφετηρία και βεβαιώνουν χωρίς δυσκολίες ‘’εντοπισμού’’ τους δρόμους της
ελευθερίας.
*
Όπως όμως απ’
τα ανώνυμα λόγια των λαών αναδύεται μία σοφία, κατά παράλληλο τρόπο απ’ στη
σπουδή της φιλοσοφίας διακρίνουμε και τη σοφία της, την εσαεί και πολύφωνα εκφραζόμενη
σοφία της η οποία όμως είναι ρευστή και διακριτή χωρίς να οδηγεί σε αμετάκλητες
θεωρήσεις, παρά τις αυταπάτες κάποιων, οσοδήποτε σημαντικών, φιλοσόφων.
Ανατρέχοντας
στη ιστορία των φιλοσοφικών ιδεών διακρίνουμε κάτι πρωτοποριακό, κάτι που
εξάπτει τη δημιουργική υποψία η οποία, αν δεν είναι σοφιστική και, κάποτε,
παραπλανητική, ανοίγει ορίζοντες στο στοχασμό και συμβάλλει στη συνειδητοποίηση
του υπάρχειν μας στον κόσμο. Έκτοτε, η διαπάλη των ιδεών δε μπορεί παρά να έχει
θετικές ενορμήσεις. Πρόκειται για τη σοφία εντός της φιλοσοφίας, για σοφία η
οποία προάγει τη φιλοσοφική αναζήτηση χωρίς να τη στέφει οριστικά με
αμετάκλητες θέσεις.
Ας θυμηθούμε
σε αυτό το σημείο κάτι το οποίο αποτελεί θεμελιώδη αρχή της επιστημονικής
έρευνας. Ποτέ καμία επιστημονική θεωρία δεν είναι οριστική και αμετάκλητη,
καθόσον η έρευνα προσφέρει νέα στοιχεία τα οποία είναι δυνατό να αναθεωρήσουν ή
και να ανατρέψουν παλαιότερα συμπεράσματα. Άλλως δε θα είχαμε επιστήμη, αλλά
ειδωλοποίηση-απολυτοποίηση θέσεων.
Αυτό δε
σημαίνει πως ταυτίζουμε την επιστημονική με τη φιλοσοφική αναζήτηση, αλλά
υποδηλώνει κάτι σχετικό με το πνεύμα της παρούσας προσπάθειας.
Και η φιλοσοφία
και η επιστήμη εκκινούν από κάποιες
αμετάθετες (;) αλήθειες τις οποίες και συναντάμε καταγεγραμμένες και στη λαϊκή
σοφία. Αλήθειες όπως αίσθηση, αντίληψη, λόγος, γνώση, συναίσθημα, ήθος κλπ.,
προϋποθέτουν κίνηση, μεταβολή, φθορά, χρονικότητα, θάνατο, ζωή. Ποιος όμως θα
μπορούσε να μας πει πως η φθαρτότητα του
ανθρωποκοσμικώς υπάρχειν μας είναι η οντική μας και όχι η φαινομενική μας
αλήθεια;
Θα μπορούσαμε
να συνεχίσουμε, αλλά θα επαναλαμβάναμε θέσεις τις οποίες έχουμε αναπτύξει
εκτενώς σε προηγούμενες προσπάθειές μας.
Αρκούμαστε στο
εξής: Διακρίνουμε μία κοινή οντική ρίζα η οποία ενεργεί ως δημιουργικό λάκτισμα
και στη λαϊκή σοφία και στη φιλοσοφία και στην επιστήμη. Είναι η εσαεί
γονιμοποίηση της διαπορίας, του θαυμασμού, της έκπληξης, γονιμοποίηση η οποία
σφραγίζει το ανθρωποκοσμικώς υπάρχειν μας με τις τόσες διαθλάσεις του.
*
Σε αυτό το
σημείο θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε δημιουργική και συνέχουσα κατά βάση γέφυρα τους
Επτά σοφούς της ελληνικής αρχαιότητας, τα αποφθέγματα των οποίων αναδεικνύουν την εγγύτητα των δύο μας πηγών.
Όλοι τους έζησαν τους 7ο και 6ο π. Χ. αιώνες: Κλεόβουλος
ο Ρόδιος, Χίλων ο Λακεδαιμόνιος, Σόλων ο Αθηναίος, Θαλής ο Μιλήσιος, Πιττακός ο
Μυτιληναίος, Βίας ο Πριηνεύς, Περίανδρος ο Κορίνθιος. Ποιος αλήθεια δε γνωρίζει
το ρητό του Κλεόβουλου μέτρον ἂριστον, τη
ρήση του Χίλωνα γνῶθι σαυτόν, το
απόφθεγμα του Σόλωνα ἡδονήν φεῦγε ἥτιςλύπην
τίκτει, το φθέγμα του Θαλή χαλεπόν τό
ἑαυτόν γνῶναι, το ρητό του Πιττακού ἂπληστον
κέρδος, όπως το λόγιο του Βία φρόνησιν
ἀγάπα και τον Περίανδρο: αἱ μέν ἡδοναί
θνηταί, αἱ δέ ἀρεταί ἀθάνατοι, κ. ά; Βέβαια, σκέψεις κι αποφθέγματα αυτών
των όντως σοφών, συναντάμε αιώνες αργότερα και σε άλλους έμφρονες και νηφάλιους
στοχαστές, όπως λ.χ. στον Σενέκα ο οποίος, μεταξύ άλλων διαπίστωσε πως η πλεονεξία δεν επιτρέπει σε κανέναν να
είναι ευγνώμων, ή εκτιμώ τους
ανθρώπους μόνο από την καρδιά τους (De
beneficiis, II, ΧΧΧVII, 3, IV, XI, 5. Tο όλο έργο μετέφρασε ο λόγιος και συγγραφέας
Δημοσθένης Γεωργοβασίλης υπό τον τίτλο Περί
Ευεργεσιών, Δρόμων, 2023).
Eνίοτε, τα όρια μεταξύ στοχασμού και λαϊκής εμπνοής είναι
δυσδιάκριτα και αναρωτιόμαστε κάποτε αν κάποια αποφθέγματα ανήκουν σε
φιλοσόφους ή στον ‘’ανώνυμο’’ λαό. Το μηδένα
πρό τοῦ τέλους μακάριζε του Σόλωνος το συναντάμε ακόμη και σε λογοτεχνικά
κείμενα ακμής: Πέστε σε κείνον που η τύχη
ευνοεί πως η τύχη σας ανυψώνει πριν σας γκρεμίσει (Les Mille et Une Nuits, I,
Gallimard, 1991, σελ. 104).
Ας προσθέσουμε
σε αυτό το σημείο ένα απ’ τα πολλά αποφθέγματα του Σιμωνίδη του Κείου: ἄνδρ' ἀγαθὸν ἀλαθέως γενέσθαι χαλεπόν (είναι δύσκολο και ο ενάρετος να είναι
αλάνθαστος).
Παράλληλα,
τόσο στο πνεύμα του λαού με τις παροιμίες, τις αλληγορίες, τις παραβολές κ. ο.
κ., όσο και σε ρήσεις φιλοσόφων αλλά και ποιητών και λογοτεχνών, το μήνυμα
είναι κοινό και ας εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους. Είναι πραγματικά θαυμαστός
ο συνδυασμός συμβολικού και αλληγορικού πνεύματος και πληροφορεί ενδόμυχα πως η
αναζήτηση της σοφίας αγγέλλεται χωρίς να προκύπτει ως απόκτημα της εμπειρικής
τριβής.
Δίδει φως στο
απρόσωπο του ενστίκτου, νοηματοδοτεί το υπάρχειν στον κόσμο, φαιδρύνει την
αλήθεια του ανθρωποκόσμου λαμπρύνοντας ταυτόχρονα το συνταίριασμα λόγου και
συναισθήματος, οντικού και ηθικού. Έτσι προσεγγίζεται όχι μόνο η διαπολιτισμική
σοφία, αλλά και η οντική φύση, όπως διαθλάται στον έγκοσμο-έγχρονο βίο.
Πρόκειται όντως για έκφραση πληρωματικότητας, για οφθαλμό του απολύτου στο
σχετικό.
*
Εμβαθύνοντας
στο διασυσχετισμό της λαϊκής σοφίας με τη φιλοσοφία διαπιστώνουμε πως υπάρχει
ενότητα ανάμεσα στην απλότητα των λαϊκών ρήσεων, παραβολών, μυθικών αλληγορικών
αφηγήσεων και στις δαιδαλώδεις πολλές φορές καταγραφές των φιλοσόφων οι οποίοι
δεν αποφεύγουν ωστόσο να εκφράζονται αποφθεγματικά, να επιστρέφουν, έστω και
ερήμην του, στην πηγή απ’ την οποία αντλούν μυστικά, απ’ τη μήτρα αειγενούς
έμπνευσης.
Αν μάλιστα
λάβουμε υπόψη μας πως η λαϊκή σοφία συναντάται σε όλους τους λαούς, σε λαούς με
διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις, οδηγούμαστε σε μία αλήθεια η οποία
διαμηνύει την ενότητα της ανθρώπινης φύσης όπου το οντικό φωτίζει το υπαρξιακό
πλουμίζοντάς το με το νεύμα της σοφίας.
*
Δεν
αναφερόμαστε στην παρούσα προσπάθεια στη δημοτική ποίηση με τον πλούτο της
θεματικής της, καθόσον θα οφείλαμε να την διασυσχετίσουμε όχι μόνο με τον
πλούτο της μυθολογίας με τις πολλές καταστάσεις ζωής, αλλά και να την
συγκρίνουμε με τη λογία ποίηση με συνέπεια η θεματική μας να διευρυνθεί κατά
πολύ και να διαφοροποιηθεί.
Αποφύγαμε,
επίσης να αναφερθούμε στο δίτομο έργο του Νίκου Πολίτη (2013, εκδ. Οργ.
Λαμπράκη), έργο αξιόλογο αλλά αναφερόμενο σε παραδόσεις του ελληνικού λαού, όπου διαπλέκονται δεισιδαιμονίες,
νύμφες, καλικάντζαροι κ. ο. κ.
Αξιολογότατο
είναι το Απάνθισμα Σοφίας (αρχαία ρητά
και Αποφθέγματα, επιμελητές: Σταμάτης Παπασταματίου, Αναστάσιος Χατήρας),
Ο. Ε. Ε. ΑΤΛΑΣ, 1979, 708 σελ.
Ι
ΑΝΑΚΡΟΥΣΕΙΣ
(Χρονικότητα, Καθημερινότητα, Συνήθεια και Άγχος, Λαϊκή Σοφία,
Οικουμενικότητα, Υπαρξιακό και Οντικό.)
Υπάρχει (η) στιγμή
ως πλήρωμα του χρόνου, ως απόλυτο παρόν το οποίο δεν μετατοπίζεται με τη ροή
του χρόνου; Μήπως ο χρόνος δεν είναι παρά η φαινομενικότητα; Αν ήταν απλά η ροή
της φαινομενικότητας, θα ήταν κάτι το ασύνειδο, θα ήταν απλά και καθαρά η όψη
του αισθητού, όχι η συνειδητοποίηση, η εννόηση του συμβαίνοντος. Η εννόηση του
συμβαίνοντος όμως δεν είναι το συμβαίνον. Υπάρχει ο πυρήνας, ο βασικός πυρήνας
που κάνει κάθε μεταβάλλεσθαι εννοητό.
Τι εννοούμε
γνώση του αισθητού, πρώτιστη γνώση που καθιστά τις επιμέρους γνώσεις δυνατές;
*
Οφείλουμε να
εγκύψουμε στην καθημερινότητα του συμβαίνοντος που καλύπτει την πρωτογενή μας
διαπορία, τον αμφίρροπο θαυμασμό.
Είναι σαφές
πως οι καθημερινές προοπτικές μας εγκλείουν και πως μας φυλακίζουν στο
φαινόμενο χρόνο, αλλά αυτό δεν αρκεί για τη σωστή αποτίμησή του. Στις
καθημερινές μας προοπτικές εμπλέκονται η αίσθηση, η μνήμη, η αντίληψη, η
φαντασία, η κρίση, κατά τρόπο που και οι μηχανικές ακόμη κινήσεις προϋποθέτουν
αυτές τις καταλληλότητες-λειτουργίες, όσο και αν μας θυμίζουν ενστικτώδεις
δράσεις και αντιδράσεις. Μόνο που τα ζώα και στη κοσμική λειτουργία των
στοιχείων υπάρχει λειτουργιακό θα λέγαμε ένστικτο το οποίο όμως είναι ασύνειδο
και το οποίο, κυκλικό, δεν παράγει γνώση.
Τι επιπλέον
υπάρχει για τη μετάβαση απ’ το λειτουργιακό ένστικτο στη γνώση και στη
συνειδητοποιημένη δράση; Σε τι συνίσταται η διαφορά χωρίς τους εμπειριστικούς
αναγωγισμούς οι οποίοι και πρωθύστεροι είναι και δεν πείθουν;
*
Λέμε πως
είμαστε προσκολλημένοι στην επιφάνεια των συμβαινόντων και πως τελικά γινόμαστε
δούλοι τους αναλώνοντας τις πνευματικές μας καταλληλότητες στην επανάληψη των
συνηθειών ή σε επινοητικές δραστηριότητες οι οποίες παράγουν και έργο και
τρόπους ζωής. Είναι όμως όλα αυτά είναι επιφανειακά, και αν ναι, είναι οι
πολιτισμικές επιτεύξεις φαινόμενα που
‘’τακτοποιούν’’, που συναρμόζουν και το συνειδησιακό μας βίο και,
επίσης, τον κοινωνικό, με τις τόσες και τόσες επιτεύξεις; Αν ναι, δεν υπάρχει
κανένα οντικό βάθος και όλη η διανθρώπινη δημιουργία δεν είναι παρά επικάλυμμα
της πλήξης και του άγχους που ακολουθεί.
Είναι επομένως
η όλη έγχρονη δημιουργία πλέγμα και συνέπεια του άγχους το οποίο συναρμόζει
υποδόρια τις πνευματικές μας προσπάθειες;
Κι όμως, στις
σκέψεις και στις πράξεις μας, έστω κι αν δεχθούμε το άγχος ως αφετηρία ή ως
συνέπεια της υπερπλησμονής της συνήθειας, αναφαίνονται η μνήμη, η κρίση, η
φαντασία, ο λόγος, το συναίσθημα, η πράξη. Φυγαδεύουν όμως το άγχος ή το
συντηρούν υπό διάφορα προσωπεία; Το μέγα αυτό ερώτημα είναι αποκαλυπτικό. Το
άγχος πάει βαθύτερα και αποκαλύπτει ό,τι υποπίπτει στη Λήθη, ό,τι προηγείται
του άγχους, καθόσον, αγχόμενοι, ‘’καταπίνουμε’’ το έγχρονό μας καθυποτάσσοντάς
το ή κάνοντάς το θεραπαινίδα της έγχρονης ματαιότητας, αν οι λεγόμενες
επιτεύξεις μας δεν είναι παρά παρερχόμενες ‘’σκιές’’ που αποδιαλύονται, που
φεύγουν, που μεταμορφώνονται υπό άλλα προσωπεία στην αδιάλειπτη, νομίζουμε, ροή
του έγχρονου.
Δεν
υποστηρίζεται πως οποιαδήποτε έγχρονη επιτυχία είναι ματαιότητα, έστω και αν
είναι τέκνο της πλήξης. Υπάρχουν φωνές, πλήθουσες μάλιστα, που εκούσια ή
ακούσια, την πληρώνουν με αξίες αναδυόμενες στην πολυδιάστατη πολιτισμική
δημιουργία. Αυτές όμως οι φωνές είναι απόδραση απ’ τα έγκοσμα δεσμά και
αγγίζουν όρια τα οποία η βδελυρή καθημερινότητα έχει εξαποστείλει στη λήθη.
Είναι κορυφαίες ελλάμψεις ως αποδιαστολή απ’ τα μαγνάδια των επιφανειακών
καθημερινών προοπτικών.
Δεν απαιτείται
συγκεκριμενοποίηση αυτής της αλήθειας που διαλάμπει στις επιτεύξεις του
μυθικού, του θρησκευτικού, του καλλιτεχνικού, του φιλοσοφικού, του
επιστημονικού πνεύματος, είναι ολοφάνερες, όσο και αν εκφυλίζονται απ’ τους
εκάστοτε διαφεντευτές του βίου, όσο και αν φαίνεται πως προάγουν τις φθίνουσες
προοπτικές της καθημερινότητας.
Οδηγούν όμως
κάπου, ή, για να είμαι πιο συγκεκριμένος, αποτελούν τομές οι οποίες φωτίζουν
ακριβώς το νόημα που αναδύεται απ’ το πρωτινό άγχος.
Αν επιθυμήσαμε
να ανατμήσουμε τις κορυφαίες επιτεύξεις, θα λέγαμε πως συνιστούν ‘’εξεγέρσεις’’
που διαρρηγνύουν τα δεσμά της φαινομενικότητας και των παντοίων δεσμών.
Βαθύτερα
ακόμη, αυτές οι φωνές εισβάλλουν στο ίδιο το πέπλο της καθημερινότητας και
αποκαλύπτουν θησαυρούς οι οποίοι ενυπάρχουν στο βάθος των ματαιοτήτων, στη
λαϊκή σοφία, πέρα απ’ το πλήθος των αυταπατών και της ματαιότητας.
Διάσπαρτες εδώ
και κει φωνές, συναντώμενες σε όλους τους πολιτισμούς, όπως και στις κουλτούρες
των λεγομένων πρωτογόνων, φωνές άγνωστων δημιουργών, επειδή αποκαλύπτουν κάτι
συλλογικότερο απ’ τις προσωπικές εμβιώσεις, επειδή έχουν οικουμενικότητα που
δεν παρέρχεται όπως τα νομιζόμενα μεγαλουργήματα. Εννοούμε τις παροιμίες, τα
γνωμικά, τα επιγράμματα, τις αλληγορίες κ. ο. κ., που αναδίνουν σοφία και που ξεσκεπάζουν
τη ματαιότητα της καθημερινότητας. Ενεργούν ως πυγολαμπίδες φωτός στο σκότος
και στη νυχτιά των νομιζόμενων φώτων της ευμάρειας, της αυτάρκειας, του
εγωισμού.
Έχουν οικουμενικότητα
επειδή υπερβαίνουν δογματικές τοπικότητες, επειδή μηνύουν το ουσιώδες, πέρα απ’
τις μεγαλοστομίες αυτόκλητων σοφών και παιδευτών του ανθρώπου.
Είναι η κρύφια
παιδεία, η λαϊκή φιλοσοφία της ζωής, το νόστιμον
ἧμαρ που παρηγορεί, που διδάσκει, που εμψυχώνει.
Το πνεύμα του
λαού (όχι βέβαια ο λαϊκισμός) επομένως, όση και αν είναι η λήθη του εσαεί
αναδυόμενου ανθρωποκοσμικού, όσες και αν είναι οι απανθρωπίες που θέτουν σε
δοκιμασία πολιτισμικές αξίες, διαμηνύει, έστω και αποσπασματικά, το φως και
συχνά αποτελεί πηγή έμπνευσης των ποιητών, των στοχαστών, των φιλοσόφων.
Συνιστούν
όντως υπέρβαση και δεν εννοούμε μόνο μυθολογικές υποβολές με ήρωες όπως ο
Γιλγαμές, αλλά και οι θεοί των μυθικών πανθέων, καθόσον, παρά τη συμβολική τους
σπουδαιότητα, εντάσσονται σε συγκεκριμένα θρησκειοφιλοσοφικά, θεοσοφικά,
παγανιστικά και άλλα πλέγματα. Η
οικουμενικότητα του νοήματός τους περνάει συνήθως τις πύλες του προμηθεϊσμού
και της θεουργίας και αγγίζει χορδές της έγκοσμης-έγχρονης ύπαρξης χωρίς
ύπερθεν δογματικές προδιαγραφές. Είναι μαρτυρίες με βάθος που αγκαλιάζει όχι
μόνο την ηθική, αλλά και τις βαθύτερες αφετηρίες της γνωσιοθεωρίας.
*
Τι γνωρίζουμε
όντως εν μέσω ορυμαγδού γνώσεων, πεποιθήσεων, πίστεων και δοξασιών; Αυτό το ανοιχτό
ερώτημα το οποίο θα παραμένει για πάντα αιτούμενο και ‘’αντικείμενο’’
αναζητήσεων, επανάγεται ή τείνει να επανάγεται στην αφετηρία του. Πρόκειται για
την αἴφνης αφετηρία η οποία προσπαθεί
να καταστεί σαφής με απλό και προσιτό τρόπο ο οποίος αντιτάσσεται στις
ματαιότητες και στις ποικίλες αδολεσχίες.
Τι κομίζουν
μετά την πρώτη έκπληξη και θαυμασμό αυτά τα δημιουργήματα, τα τόσο αυθόρμητα,
αλλά και κλασικά; Όντως, ‘’αδειάζουν’’ τη συνείδηση απ’ τη βιομέριμνα, απ’ τις
επιμέρους γνώσεις και συναισθήματα και κομίζουν μία πληροφορία η οποία είναι
οικουμενική.
Πληροφορούν
κατά πρώτο λόγο πως κάποιες αλήθειες είναι οικουμενικές, καθόσον συγκινούν ή
και προβληματίζουν πέρα από πολιτισμικές τοπικότητες, πέρα από επίπεδο
μόρφωσης, εκπαίδευσης κ. ο. κ.
Επιπλέον,
αποδιαστέλλουν ρέοντα και παρερχόμενα συναισθήματα και σκέψεις ανοίγοντας το
δρόμο στη διόραση μιας άλλης ‘’διάστασης’’ της ζωής πέρα απ’ τις καθημερινές
προοπτικές. Αναστέλλουν τα πάθη της συνήθειας και ανυψώνουν σε έναν ενδογενή,
αν θέλετε, κόσμο, σε έναν κόσμο που υπέρκειται των βραχύβιων προοπτικών με τις
γνωστές ιδιοτελείς βλέψεις.
Μηνύουν,
τέλος, κάτι πιο σημαντικό. Στον έγκοσμο-έγχρονο το καταπλημμυρισμένο απ’ τα
πάθη βίο, υποκρύβεται και υπομαρτυρείται το άχρονο, ό,τι δηλαδή είναι και απλό και οικουμενικό, χωρίς μάλιστα
επιτήδευση και ιδιαίτερες γνώσεις. Τείνουν να αποκαλύπτουν το είναι της γνώσης
ενάντια στον κορεσμό και την πλήξη ταυτόχρονα του υπάρχειν, επενδύοντάς την με
κατηγορίες του καθημερινού, κοινού λόγου, κατηγορίες προσιτές σε όλους, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου.
Είναι
συνέπειες ένδοθεν παιδείας που δεν αποκτάται αλλά που αναδύεται, όταν η
συνείδηση, η εμπειρία, ο φαινόμενος κόσμος αυτοφωτίζονται απομακρύνοντας ό,τι
επουσιώδες και επώδυνο.
Δημιουργήματα
επομένως της έγκοσμης εμπειρίας μας, υπερβαίνουν την ίδια την εμπειρία η οποία
είναι τυφλή αν όχι ανύπαρκτη χωρίς το πνεύμα μας και μηνύουν κάτι το οποίο
‘’ακυρώνει’’ τις ιδιοτελείς προοπτικές της καθημερινότητας, της συνήθειας, των
παθών.
Ας σημειωθεί
μάλιστα πως αυτές οι ανθρώπινες εμπνοές που εκφέρονται συμβολικά μέσω της γλώσσας και των σημείων
της, δίνουν νόημα στην ίδια την πλοκή του λόγου και των αρχών της ανθρώπινης
σκέψης, όπως η ταυτότητα, η ετερότητα, η αναλογία (συμμετρία, ασυμμετρία,
ομοιότητα, ανομοιότητα, εναντιότητα, κ. ο. κ.) αυθόρμητα, παραπέμποντας σιωπηλά
σε ό,τι δε μπορεί να υπερβαθεί, στο
απόλυτο ως μέτρο κάθε σχετικού που υπαινίσσεται το αληθές, το παράμονο, το
επιβιώνον στη φθορά του χρόνου. Είναι έτσι φανερό πως ό,τι προσπαθεί να προσφέρει ο φιλοσοφικός λόγος
έχει τις ρίζες του σε πανανθρώπινες εκζητήσεις που παίρνουν σάρκα και οστά με
τις δημιουργίες του πνεύματος του λαού.
Συνηθίζεται να
ομολογείται με άνεση πως η ανθρώπινη
ιστορία μας αποκαλύπτει περισσότερο τα ανθρώπινα πάθη και λιγότερο τα θετικά
στοιχεία της διανθρώπινης προσπάθειας και εμπειρίας.
Παραλείπονται
όμως αναφορές σημαντικών θεωρών του
πολιτισμού, αναφορές οι οποίες προσφεύγουν
στα άνθη του λαϊκού πνεύματος, όπως ανδρώνονται, αναφωτίζονται,
απ’ τις
εμπειρίες της φαινόμενης καθημερινότητας. Σε αυτές τις μαρτυρίες
περιλαμβάνονται επίσης τα δημώδη άσματα (δημοτικά τραγούδια), όπως τα τόσα και
τόσα παραμύθια στα οποία δεν προσέφυγαν μόνο οι ρομαντικοί, αλλά και στοχαστές
και επιστήμονες.
Βέβαια, το
τονίσαμε ήδη στο προλογικό κείμενο, ενασχόληση με τα δημώδη άσματα και με τα
παραμύθια όπου το θαυμασιώδες, το μυθικό, το εκπλήσσον, το μυστηριώδες, το
αφελές διαπλέκονται, και θα απαιτούσε ιδιαίτερη σπουδή με σημαντική προσφορά.
Θα ακολουθήσουν όμως κάποιες αξιολογήσεις του πνεύματος των παραμυθιών.
*
Επιστρέφουμε
σε ό,τι προκαλεί το άγχος με κάτι ουσιώδες. Αν το άγχος διασημαίνεται και στις
αφελείς παιδικές ερωτήσεις, απασχολεί και αξιόλογους φιλοσόφους και στοχαστές.
Είναι μαρτυρία έλλειψης, κενότητας, θλίψης και γι’ αυτό στρεφόμαστε σε
πληρωματικές αρχές. Ήδη, μετά τον Kierkegaard, ο Cioran (...γιατί,
πράγματι, τι θα ‘κανε κανένας, αν υπήρχε πραγματικά; Le Crépuscule des pensées, Éditions de l’Herne, 1991, σελ. 88), εγγύς των υπαρξιακών, υποψιαζόταν
μήπως όλες οι παροδικές παραστάσεις δεν είναι η πραγματική ζωή, για να
‘’συναντήσει’’ τον Ευριπίδη που στις Βάκχες
αναρωτιόταν αν η ζωή είναι θάνατος και ο θάνατος η ζωή
( εἰ Εὐριπίδης ἀληθῆ ἐν τοῖσδε λέγει, λέγων“τίς δ᾽ οἶδεν, εἰ τὸ ζῆν μέν ἐστι κατθανεῖν, τό δέ ζῆν κατθανεῖν;…Γοργίας 492b) Ας δούμε: Αναστρεφόμενοι επιφανειακά με τις
ποικίλες επιτεύξεις μας όχι μόνο ω δημιουργοί, αλλά και ως ακόλουθοι ή και
κοινωνοί, δε διαγιγνώσκουμε εύκολα πως, παρά τον τρέχοντα και μεταβαλλόμενο
χαρακτήρα τους, εγκλείουν ή και αναδύουν κάποιο μήνυμα το οποίο υποκρύβεται στο
λέγειν ή στο ενεργείν τους, δεδομένου του συμβολικού χαρακτήρα κάθε έκφρασης.
Ήδη, όσο και αν εγγράφονται στη μνήμη μας, παρέρχονται, και αναζητάμε πάντα
κάτι άλλο, καθώς το πρόβλημα οξύνεται. Η συνεχής αναζήτηση ή η επιθυμία αλλαγής
παραστάσεων, εντυπώσεων, γνώσεων μηνύει, και ας μη το συνειδητοποιούμε,
υποδούλωση ή εξάρτηση απ’ τον εξαντικειμενικευμένο χρόνο (χρονικότητα) που
είναι η εκπίπτουσα συνειδητότητά μας: Έλλειψη και επιθυμία αλλαγής, άλλως η
πλήξη, το άγχος που μας οδηγούν στα παυσίπονα της συνήθειας που δεν είναι παρά
αυταπάτες και περαιτέρω δουλεία. Είναι επιπλέον λήθη της αμεσότητας, του
βαθύτερου εγώ και γι’ αυτό πολλοί χαρακτήρισαν το έγχρονο εγώ μισητό (ας
θυμηθούμε τον Pascal), πλήττον, πηγή εγωτικότητας, απογοήτευσης,
αρνητικών τάσεων και πράξεων.
Ας αναφέρουμε
επίσης, ενδεικτικά, τα λόγια του Μάκβεθ, του θριαμβευτή μετά φονικά και μάχες,
του ανθρώπου που έφτασε στο ύψιστο αξίωμα το οποίο όμως τον οδήγησε σε σκέψεις
που διαζωγραφίζουν τόσο το άπληστο, όσο και τη ματαιότητα που γίνεται όμως
οδυνηρή διαπίστωση: Η ζωή δεν είναι παρά
κινούμενη σκιά, ένας φτωχός ηθοποιός… είναι ένα μυθικό αφήγημα διηγημένο από
έναν ηλίθιο…Shakespeare, 7 Favorite plays Complete, Penguin books,
1978, Macbeth,
σελ. 204.
*
Αναρωτιέται
κανένας αν η ιστορία και μάλιστα σε κορυφαίες της εκδιπλώσεις, είναι όχι μόνο
το βασίλειο της λήθης, αλλά και των συνεπειών με οδυνηρές συνέπειες. Επιπλέον:
Μήπως το έγκοσμο είναι μία φαινομενική εξαπάτηση της φενακισμένης συνείδησης
που καταποντίζει την ύπαρξή μας; Δυσχερής η απάντηση, ίσως να μην υπάρχει,
παρόλο που έξοχοι διανοητές ‘’έδειξαν’’ πως η φαινομενικότητα, ό,τι δηλαδή
κινείται, ζει, εργάζεται, λειτουργεί έστω και θαυμάσια, είναι όνειρο απατηλό
που όμως αδυνατεί να ακυρώσει το ατρεμές νόημα της ζωής.
Προσεκτική
κατά το δυνατό και όχι επιφανειακή απάντηση μας επανάγει στην ίδια την οντική
φύση του ό,τι ζούμε και ακροαζόμαστε στον έγχρονο βίο μας.
Υπάρχει μία
υποβόσκουσα αλλά κύρια πραγματικότητα: Καρδιά
του ψεύδους είναι η αλήθεια. Ναι μεν επιφανειακή θεώρηση του συμβαίνοντος
δημιουργεί απαισιόδοξα αισθήματα, αλλά εμβάθυνση στο πνεύμα του και ουσιαστική
θεώρησή του οδηγεί σε κάτι το οποίο είναι καταιγιστικό: Πώς κρίνουμε κάθε
αρνητικό μέχρι και αντιανθρώπινο που μας περιζώνει και το οποίο εμείς
δημιουργούμε; Υπάρχει έγκυρο κριτήριο και ποιο; Είναι το κέρας της αλήθειας το
οποίο και καθιστά δυνατή κάθε κρίση. Άλλως παραδινόμαστε στη δίνη του
σχετικισμού χωρίς δυνατότητα εκτίμησης παρά μόνο περιγραφής η οποία διαγράφει
κάθε αξιολογικό κριτήριο.
Είναι λοιπόν
τα συμβαίνοντα ένα απατηλό όνειρο που μας καθιστά παίγνιό του χωρίς ορίζουσες
αλλά με ασύνειδες καταστάσεις οι οποίες δεν επιδέχονται καμία αξιολόγηση;
Όλοι όμως
αυτοί οι διαλογισμοί όπως και πλήθος παρόμοιων οφείλουν να καταφεύγουν στα
ενδότερα της συνείδησης, να μας παροξύνουν στην αναζήτηση νοήματος των
φαινομένων, της διιστορικής μας συνείδησης δηλαδή.
Είναι η όψη, η
επιφάνεια, η απόλυτη πραγματικότητα; Μπορούμε δηλαδή να αποφασίζουμε ως προς
την οντική μας φύση με αποκλειστική αφετηρία το φαίνεσθαί μας, την ατελεύτητη
δηλαδή ροή των αλλαγών, των μεταβολών κ. ο. κ.;
Τι κομίζουν
μετά την πρώτη έκπληξη και θαυμασμό αυτά τα τόσο αυθόρμητα δημιουργήματα, τα
τόσο αυθόρμητα αλλά και κλασικά; Όντως, αδειάζουν τη συνείδηση απ’ τη
βιομέριμνα, απ’ τις επιμέρους γνώσεις και από συναισθήματα και κομίζουν μία
πληροφορία η οποία είναι οικουμενική.
Πληροφορούν
κατά πρώτο λόγο πως κάποια συμβαίνοντα είναι οικουμενικά, καθόσον συγκινούν
πέρα από πολιτισμικές τοπικότητες, πέρα απ’ το επίπεδο μόρφωσης, εκπαίδευσης,
κ. ο. κ.
Επιπλέον,
αποδιαστέλλουν ρέοντα και παρερχόμενα συναισθήματα και σκέψεις, ανοίγοντας το
δρόμο στη διόραση μιας άλλης διάστασης της ζωής, πέρα απ’ τις καθημερινές
προοπτικές. Αναστέλλουν τα πάθη της συνήθειας και ανυψώνουν σε έναν ενδογενή
κόσμο, αν θέλετε, σε έναν κόσμο που υπέρκειται των βραχύβιων προοπτικών με τις
συχνές ιδιοτελείς βλέψεις.
Μηνύουν,
τέλος, κάτι πιο σημαντικό: Στο καταπλημμυρισμένο απ’ τα πάθη έγκοσμο-έγχρονο,
υποκρύβεται και υπομαρτυρείται το άχρονο, ό,τι δηλαδή είναι και οικουμενικό και
απτό, και μάλιστα χωρίς επιτηδεύσεις και απαίτηση ιδιαίτερων γνώσεων. Τείνουν
να αποκαλύπτουν το είναι της γνώσης στον κόσμο του πλαστού κορεσμού και της
πλήξης του υπάρχειν, επενδύοντάς τον με κατηγορίες του καθημερινού, του κοινού
λόγου που διαλανθάνει, κατηγορίες προσιτές σε όλους, ανεξαρτήτως μορφωτικού
επιπέδου.
Ωστόσο,
είμαστε σε θέση να πούμε χωρίς εξαπλουστεύσεις πως τα μηνύματα τα οποία
εκπέμπονται με τις μαρτυρίες του πνεύματος του λαού όχι μόνο έχουν παράμονη
διάρκεια, αλλά και οικουμενικότητα και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερη εξάρτηση από
θρησκευτικές, ιδεολογικές, κοινωνικοπολιτικές ιδιαιτερότητες. Είναι ελλάμψεις
των οικουμενικών στιγμών της έγκοσμης κατάστασής μας που φωτίζουν το κεκρυμμένο
της ιστορικής συνείδησης χωρίς υποταγή σε προλήψεις ή ιδεολογισμούς.
Ήδη, δεν έχουν
απλά οικουμενικότητα αλλά και εγκυρότητα η οποία διασφαλίζει την ισχύ τους
ανεξάρτητα από τροπές της ανθρώπινης συνείδησης. Αγγίζουν και τον θρυλούμενο
μετα-άνθρωπο επειδή είναι έγκυρες εκφράσεις της ανθρώπινης φύσης. Φωτίζουν το
σκότος, τα ψεύδη, την υποκρισία και τις πλάνες του κόσμου μας, όπως τον θεωρούμε στην ιστορική του επιφάνεια.
Τι όμως
συμβαίνει ώστε η ίδια η ανθρώπινη φύση να αυτοδιαψεύδεται και να παρουσιάζεται
με την όψη του Ιανού;
Υπάρχει, το
έχουμε ήδη εξετάσει σε άλλη ευκαιρία, αλλά οφείλουμε να το δούμε ευκρινέστερα,
μία διπολική κατάσταση οι διαπλοκές της οποίας είναι εμφανείς: Το έγχρονο
υπάρχειν μας απ’ την μία πλευρά και η οντική φύση μας απ’ την άλλη. Αυτό
εξάλλου μηνύει παλαιά μας διαπίστωση κατά την οποία ο άνθρωπος είναι άπειρος εν
πεπερασμένω. Άρση αυτής της αλήθειας θα σήμαινε και άρση του λογίζεσθαι και του
συναισθάνεσθαι. Αυτό εξάλλου τεκμαίρεται και απ’ την αλήθεια του συνυπάρχειν.
*
Είμαστε ίσως
σε θέση να κατανοήσουμε γιατί τα φθέγματα της λαϊκής σοφίας είναι άκρως
αποκαλυπτικά της ισχύος του οντικού στο υπαρξιακό. Το αληθεύον σιγανεμίζεται
στις πνοές του υπάρχοντος, όσο και αν το τελευταίο κάμπτεται και παραληρεί. Το
αληθεύον είναι η μυστική τροφή του υπάρχοντος στο οποίο και προσδίδει νόημα.
Άνθος πραγματικό το οποίο αποκαλύπτεται με γνωμικά, με παροιμίες, με αινίγματα κ.
ο. κ., όπως και με παραμύθια, με αφηγήσεις αποκαθαρμένες απ’ το βάρος του
μυθολογικού ως εκμυθεύσεις που προδίδουν τη δύναμη της συμβολικής και της
αλληγορίας, ως προσπάθειες προσέγγισης του μυθεύματος. Αν θέλουμε να είμαστε
ακριβέστεροι και μακριά από κάθε εξαπλούστευση, θα λέγαμε πως απ’ τα απλά λαϊκά
παραμύθια και τα ‘’θαυμάσιά’’ τους με τις μαγικές εικόνες, αναδύεται ώριμα το
διήγημα και το μυθιστόρημα, αρχαίο, νεώτερο, σύγχρονο με τις ανάλογες
προσαρμογές. Εννοούμε το μυθιστόρημα πνοής και όχι επιφανειακά λογοτεχνήματα
και οφείλουμε να διαπιστώνουμε πώς τα μεγάλα μυθιστορήματα και οι τραγωδίες
εμπνέονται από μυθικά αρχέτυπα παλαιών αφηγήσεων, όπως ο Φάουστ, ο Δον Κιχότης, η Παναγία των Παρισίων, οι Αδελφοί Καραμαζώφ, ο ομηρικός και ο
θηβαϊκός κύκλος της αρχαίας τραγωδίας, κ. α. Θα μπορούσαμε μάλιστα να
ισχυρισθούμε πως χωρίς τους μύθους και τους θρύλους δε θα υπήρχε λογοτεχνία και
ιδιαίτερα τραγωδία. Όλα τα παρόμοια έργα, παρά τις ανακαινίζουσες εμπνοές τους,
διασώζουν και αιωνίζουν καταστάσεις ψυχής. Αφθαρτίζουν, ιδίως οι τραγωδίες,
ψελλίσματα χωρίς ηλικία, ανανεώνουν ζωηφόρα ψιθύρους που επωαζόμενοι, ωριμάζουν
και φωτίζουν τα βάθη του ανθρωπίνου, παρά τον πάταγο των ημερών.
*
Υπάρχει κάτι
πέρα απ’ τις πολιτισμικές τροπές αλλά και τις εκτροπές, πέρα απ’ την εξέλιξη
των ιδεών, πέρα απ’ τη θεουργία και τον προμηθεϊσμό. Είναι το διακοινωνείν ως
καταμαγεύουσα γοητεία, είναι ό,τι ως δημιουργικό ίζημα οξύνει και παροξύνει για
να φανερώνεται πια ως ορίζουσα τον άνθρωπο, για να προσφέρει γόνιμη παρηγορία η
οποία κρατύνει το ηθικό νόημα της ζωής, την πληρωματικότητα του ανθρωποκόσμου
που διαζωγραφίζεται ως μαρτυρία ζωής, πέρα απ’ τη δίνη και τις παράλογες τροπές
της φαινομενικότητας.
Παράδοξο, και γι
αυτό αποκαλυπτικό. Το λέγειν αυτών των καταχωρήσεων, κτισμένο με χθόνια και
παρερχόμενα ‘’υλικά’’, τα υπερβαίνει,
κτίζει απερίτμητα και ανεπιτήδευτα ό, τι μεγαλύνει την ανθρώπινη φύση στις
τόσες και τόσες εκζητήσεις της, απλά, κάνοντας έτσι τη γλώσσα ως συμβολική
έκφραση ειρηνικά λαλίστατη, υποβάλλουσα μαγικά και επιβάλλουσα με την απλότητά
της και χωρίς λογοτεχνισμούς το μύχιο πλούτο της που είναι και πλούτος της
συνείδησης.
Αναδύεται
νόημα το οποίο τρέπει ειρηνικά σε φυγή τις ματαιότητες και τα υποκατάστατα της
πλήξης αναφωτίζοντας το ένδοθεν νόημα
της καθημερινότητας και έτσι η ζωή προσλαμβάνει νόημα με τα αποστάγματα της
λαϊκής σοφίας τα οποία δεν έχουν συνήθως δημιουργούς, επειδή ο δημιουργικός
τους παλμός, ήσυχος και νηφάλιος, εμφωλεύει στο βαθύτερο πνεύμα της
καθημερινότητας, εγείροντας και αποκαλύπτοντας με τη συμβολική της γλώσσας το πνεύμα
της χρονικότητας, όσες και αν είναι οι εκτροπές των αυταπατών μας. Αποκαλύπτει
επίσης το φως του λόγου ως μύχιας τροφής των θεμελίων τη σκέψης. Δεν απαιτείται
φιλοσοφική εμβρίθεια, ούτε ευρείες σπουδές προς κατανόηση του πνεύματος των
αποφθεγμάτων, των επιγραμμάτων, των παροιμιών, των παραβολών, των μυθικών
αλληγορικών αφηγήσεων, επειδή προέρχονται απ’ τη βαθύτερη επισκόπηση του
συμβαίνοντος, επειδή ετάζουν την πραγματική μας φύση.
Είναι απτή
μαρτυρία-καταγραφή βιωμάτων που συνιστούν μαρτυρία ένσοφης θεώρησης της ζωής,
μακριά από ματαιότητες και θνήσκοντα όνειρα. Είναι, επιπλέον, και εναύσματα
φιλόσοφης θέας και, αν εξετάζαμε πολλές ρήσεις τους, θα ανακαλύπταμε πως η
ηθική φιλοσοφία δεν προχώρησε περισσότερο, αλλά εμβάθυνε, έστω και ερήμην τους,
αναπτύσσοντας θεωρήσεις που έχουν τις ρίζες τους στα βιώματα της λαϊκής ψυχής,
στην οικουμενική τους φορά η οποία διασυνδέει μύχιες διαπολιτισμικές διοράσεις.
*
Οφείλουμε σε
αυτό το σημείο να προσεγγίσουμε προσεκτικότερα τη συμβολή της λαϊκής σοφίας
στις συγκεκριμένες της διαστάσεις για να ανακαλύψουμε το μύχιο παλμό του
πανανθρωπίνως, συγκοσμικώς υπάρχειν.
Το πνεύμα της
ιστορίας δεν αναζητείται στα φρικτά και στα τερατώδη στα οποία παρασύρεται η
ανθρώπινη φύση. Αναζητείται με τις στοχαστικές διαλάμψεις με την εμβάθυνση η
οποία φωτίζει τα φαινόμενα, με ό,τι αναδύεται με διάρκεια και οντική ακμή.
Ανακαλύπτουμε ό,τι ανατρέπει νηφάλια και εκ των ένδον το καταστροφικό ψεύδος
των φαινομένων, δείχνοντας παράλληλα τη σύνεση, την ορθότητα, τη δικαιοσύνη
Αν
αναλογιζόμασταν ως προς το πού βρίσκεται η ένσοφη θεώρηση, στη φιλοσοφία δηλαδή
ή στη λαϊκή ψυχή, θα δυσκολευόμασταν να αποφασίσουμε.
*
Οφείλουμε πριν
απόλα να συνειδητοποιήσουμε πως οι αφετηρίες των παροιμιών, των επιγραμμάτων
κλπ., δεν προϋποθέτουν απλά τις εμπειρίες της ζωής διανθισμένες από τρέχουσες
ιδέες υπό συνεχή μόχλευση, ούτε στην ευφυΐα των δημιουργών τους. Εξάλλου, το
μήνυμα που αναδύεται έχει άμεση σχέση με καταστάσεις και στάσεις ζωής. Δεν
είναι διδακτικό-παιδευτικό με ποικίλες διαστάσεις, όπως το χιούμορ, οι
διαπιστώσεις, τα μηνύματα κλπ., αλλά προδίδει και αποκαλύπτει ταυτόχρονα
ευρύτερη θεώρηση της ζωής που ανακύπτει ως μάθημα ή ως κραταίωση μιας αλήθειας
η οποία αναφέρεται όχι σε κάποιους, αλλά στην κοινωνική ζωή που αφορά πολλούς.
Είναι θα λέγαμε και δημιουργήματα του πνεύματος του λαού με όλα περίπου τα
θετικά και τα αρνητικά σημεία.
Οφείλουμε
επίσης να διαπιστώσουμε πως όλη αυτή η δημιουργία προϋποθέτει προηγηθείσα
πολιτισμική πορεία, αλλά και το προηγμένο γλωσσικό αισθητήριο, ό,τι δηλαδή η γλώσσα
όχι ως όργανο επικοινωνίας, όπως φαντάζονται πολλοί, αλλά ως σάρκα του
πνεύματος το οποίο φανερώνεται συμβολικά με τα γλωσσικά σύμβολα τα οποία
ασπαίρουν δημιουργικά. Αποκαλύπτει επίσης την άψευστη αλήθεια-μαρτυρία του
συνυπάρχειν ανθρώπων και κόσμου (ανθρωποκοσμική αλήθεια) χωρίς το οποίο όλα θα
ήταν αδιανόητα. Οι διάφορες τάσεις και μορφές ζωής δεν είναι παρά επεκτάσεις
αυτής της αλήθειας.
Γι’ αυτόν
ακριβώς το λόγο το νόημα των αλληγοριών, των αποφθεγμάτων κ. ο. κ., οφείλεται
και μαρτυρεί το πνεύμα του λαού και στις θετικές και στις αρνητικές του
εκφράσεις. Και στην παρούσα προβληματική μας φανερώνεται κάτι το οποίο
αποκρύβεται φαινομενικά, αλλά που βαθύτερο θεωρούμενο, είναι αποκαλυπτικό.
Εμβάθυνση
επομένως οδηγεί στο εξής σημαντικό: Η
ανθρώπινη φύση παιδεύει και παιδεύεται συνεχώς αποκρυσταλλώνοντας τις εμπειρίες
της όχι τυπικά, αλλά κατά το δυνατό ουσιαστικά.
*
Ωστόσο,
οφείλουμε να προχωρήσουμε στο μέτρο του δυνατού για να απαντήσουμε σε ό,τι
προβάλλει ως ερώτημα, στο αν δηλαδή η αφετηρία βρίσκεται στη φιλοσοφία ή στη
λαϊκή ψυχή η οποία εξάλλου βαρύνεται με πολλά αρνητικά στοιχεία, πράξεις,
αποφάσεις.
Ας
προχωρήσουμε όμως κάπως περισσότερο.
Είτε μελετάμε μία
παροιμία, ένα γνωμικό, μία αλληγορική ιστοριούλα κ. ο. κ., συναντάμε ένα κοινό
στοιχείο το οποίο συνιστά προϋπόθεση σκέψης και συναισθήματος.
Η πλατωνική
αλληγορία του σπηλαίου, ο μύθος του Προμηθέα, το άσμα των Δαναϊδων, οι
‘’ιστορίες’’ των Γκόλεμ, Ρα, Μαρντούκ κλπ., τα τόσα αποφθέγματα είναι
πλήθουσες, παμπληθείς μαρτυρίες συναντώμενες σε όλους τους πολιτισμικούς
ορίζοντες, έχουν παράμονο νόημα, ενώ τα φιλοσοφήματα, οσοδήποτε σπουδαία και
πολύτιμα, φαντάζουν κάποτε ως μη πραγματικά ή κρίνονται υπό διάφορα φιλοσοφικά
πρίσματα με συμπληρωματικές ή και αντίθετες θεωρήσεις.
Η διαφορά
συνίσταται στο ότι η φιλοσοφική δημιουργία προϋποθέτει πέρασμα απ’ τη
μυθική-αλληγορική αφήγηση σε ένα άλλο επίπεδο ΄΄καθαρών’’ υποτίθεται εννοιών,
παρά τα νεφελώδη ή και αμφίβολα στοιχεία.
Προϋποθέτει
επίσης ειδική παιδεία, όπως περισσότερο θεωρητική σκέψη και λιγότερο
συναίσθημα. Θα μπορούσαμε να επισημάνουμε και άλλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα
της φιλοσοφικής μέριμνας, αλλά τα ήδη αναφερθέντα αρκούν να μας βεβαιώσουν πως
πρόκειται για υπεραπλουστεύσεις της γνήσιας φιλοσοφικής προσπάθειας.
Αναδύεται όμως
κάτι νέο το οποίο μας βοηθάει να εμβαθύνουμε στο πνεύμα της φιλοσοφικής έρευνας
και στη διασυσχέτισή της με το πνεύμα του λαού. Έτσι θα προσεγγίσουμε το πνεύμα
της και τη σχέση του με το πνεύμα του λαού.
*
Προαπαιτείται
βέβαια κάτι το δεδομένο και ανεπίδεκτο αμφισβήτησης: Η φιλοσοφία είναι φιλία, αγάπη
της σοφίας και γι’ αυτό ακριβώς ποτέ ένα, οσοδήποτε σημαντικό, φιλοσόφημα δε
θεωρείται ότι λέει την τελευταία λέξη και ότι δρασκελίζει τους θόλους της
σοφίας ώστε να ‘’αυτοκαταργείται’’ ως φιλοσοφική προσπάθεια. Η φιλοσοφία θα
είναι πάντα οδοιπορική, παροικούσα και όχι οικούσα σε στιλπνά δώματα απόλυτης
αλήθειας. Όσο νομίζει πως προχωρεί, τόσο επιστρέφει στις αρχέγονες πηγές που
συνθέτουν το ανθρωπίνως-συνανθρωπίνως-κοσμικώς-ανθρωποκοσμικώς υπάρχειν. Υπ’
αυτό το πνεύμα δεν έχει ούτε αρχή, ούτε τέλος, όποιες και αν είναι οι
δημιουργικές διεμβολές της.
*
Σε
συμπληρωματική αντίθεση, το πνεύμα του λαού, όπως εκφράζεται με τα γνωμικά κ.
ο. κ. με τα οποία ασχολούμαστε στην παρούσα προσπάθεια, τείνει να εκφράζει, αν
δεν εκφράζει πλήρως, παγιωμένες καταστάσεις οι οποίες, μακριά από κάθε
στατικότητα, φωτίζουν ουσιώδεις τροπές του βίου, πειρασμούς, δοκιμασίες,
κατακτήσεις, αλήθειες που φωτίζουν ή που καταγγέλλουν την επιφάνεια της ζωής,
προσφέροντας νόημα με τρόπο τόσο αντιληπτό και απλό. Οι προσφορές είναι
παράμονες και κατορθώνουν με απέριττη απλότητα να καταδεικνύουν την ενότητα
ήθους και διάνοιας και μάλιστα με φωτίζοντα τρόπο. Υπάρχει αναμφισβήτητη perennitas και γι’ αυτό συναντάται σε όλους τους
λαούς.
*
Φυσικά, δεν
αντιτάσσουμε το πνεύμα του λαού στη φιλοσοφία. Υπάρχουν σε φιλοσοφήματα ακμής
λόγια, γνωμικά, ενίοτε προσφυγή σε αλληγορίες και σε μυθικές αφηγήσεις, αλλά το
πνεύμα της φιλοσοφικής δημιουργίας οδηγείται αναπόφευκτα σε γνωσιοθεωρητικές,
σε ηθικές, σε επιστημολογικές και σε αισθητικές θεωρήσεις.
Παράλληλα, και
όχι σε αντίθεση, το πνεύμα του λαού, όπως εκφράζεται με τους τρόπους στους
οποίους αναφερόμαστε, εισέρχεται χωρίς αναλύσεις με την έγκοσμη εμπειρία σε
δεδομένα και τελούμενα, εισβάλλοντας σε φιλοσοφικούς ‘’τόπους’’ και τονίζοντας
την αρμονία λόγου και αισθήματος και, ταυτόχρονα, αγγίζοντας το φιλοσοφικό
λόγο.
Συνήθως, τα
λόγια, τα γνωμικά, οι παραβολές, οι παροιμίες, οι αλληγορίες ενσαρκώνουν βαθιές
εκζητήσεις οι οποίες δεν απαιτούν φιλοσοφικές αναγωγές, αναδίνουν τη λάμψη του
συμβαίνοντος στα βάθη της εμπειρίας και των διαπροσωπικών σχέσεων χωρίς φιλοσοφικές
αναγωγές. Κατανοούνται και από αμοίρους φιλοσοφικής παιδείας. Έχουν, θα λέγαμε,
οικουμενικότητα και γι’ ατό αναφύονται σε όλους τους λαούς ως εστεμμένες
αλήθειες ζωής.
*
Ας εκτιμήσουμε
κάτι: Έχει λεχθεί πως η φιλοσοφία έχει τις ρίζες της στο πνεύμα του λαού ή στο
λεγόμενο κοινό νου. Έχει όμως αντιλεχθεί πως ο κοινός νους είναι το πιο
δυσεύρετο πράγμα στον κόσμο και κυρίως στους λειμώνες της καθημερινότητας. Σε
αυτό ακριβώς το σημείο μπορούμε να πούμε πως στα γνωμικά κλπ., αποκαλύπτεται
όχι μόνο η ενσυναίσθηση του συνυπάρχειν, αλλά και η εμβάθυνση η οποία
υπερβαίνει τη φαινομενικότητα της καθημερινότητας, η οποία, επίσης, αντιτάσσει
την ένσοφη θεώρηση αποκρούοντας ή και στιγματίζοντας το φαινομενικό, το πάθος,
τα πάθη, δείχνοντας άλλοτε εμφανώς και άλλοτε αλληγορικά την ορθότητα,
καθιστώντας την φρόνηση (πολλῷ τό φρονεῖν
εὐδαιμονίας πρῶτον ὑπάρχει, Σοφοκλέους, Αντιγόνη,
στ. 1348-49) σωφροσύνη, κάτι τόσο σπουδαίο και σπάνιο ταυτόχρονα. Χωρίς να
συμφιλιώνεται με το ψευδές, το ‘’καταγγέλλει’’ όχι ηθικοπλαστικά, αλλά με
ένσοφη διάθεση, ενίοτε και με ειρωνικά ή και σκωπτικά σχόλια-παρατηρήσεις.
Η σωφροσύνη
καταδεικνύει την αφροσύνη, η ανιδιοτελής αυτάρκεια την απληστία, η απλότητα την
επιτήδευση, το μέτρο την υπερβολή, η επιμέλεια την αμέλεια, κ. ο. κ. Δεν
πρόκειται για ηθικά παραγγέλματα (στο επίμετρο ο Δρ. Χρήστος Μαλτέζος μας
προσφέρει πολήτιμα στοιχεία), αλλά για καταστάσεις που πορίζουν νόημα ενάντια
σε κάθε σχετικότητα, ενάντια σε κάθε υπερβολή που υποκρύβει πάθη. Μας οδηγούν
σε αναμφισβήτητες παρυφές της ηθικής φιλοσοφίας και εδώ διαπιστώνουμε το
αντάμωμα της ένσοφης θεώρησης με τον ηθικό λόγο, με τη σοφία του πνεύματος του
λαού, με το πνεύμα αγλαών φιλοσοφημάτων. Ας προσφύγουμε εδώ σε ένα
παράγγελμα-ρήση-προφητεία της Πυθίας που διαλαμβάνει τόσο ευφυή ‘’πρόβλεψη’’,
όσο και ‘’διπλωματία’’ που υποκρύβεται, κάτι που ανάγεται στην πονηρευόμενη
λαϊκή σοφία: ᾝξεις αφίξεις, οὐκ ἐν τῷ
πολέμῳ θνῂξεις (Θα φτάσεις και θα επιστρέψεις, δε θα σκοτωθείς στον
πόλεμο), ενώ, μεταθέτοντας το κόμμα, ᾝξεις
αφίξεις οὐκ, ἐν τῷ πολέμῳ θνήξεις (Θα φθάσεις αλλά δε θα επιστρέψεις, θα
πεθάνεις στον πόλεμο) το νόημα του παραγγέλματος αντιστρέφεται.
Δεν ταυτίζουμε
την ηθική φιλοσοφία με το πνεύμα του λαού, αλλά οφείλουμε να διαπιστώσουμε πως
υπάρχει ένα αποκαλυπτικό σημείο: Η συνάντηση η οποία υποδηλώνει κάτι σημαντικό.
Τα θεωρήματα των φιλοσόφων τα αναφερόμενα στην ηθική φύση του ανθρώπου είναι
ελάχιστα γνωστά απ’ το μέσο άνθρωπο, σε αντίθεση με τα λόγια και τις καταγραφές
του πνεύματος του λαού που είναι αποστάγματα του νοήματος που αναδύεται απ’ την
εμβάθυνση στην καθημερινή εμπειρία.
Βαθύτερη
επισκόπηση μας οδηγεί στην εξής διαπίστωση: Υπάρχει μία υπόδηλη σύγκλιση η
οποία αναζητείται όχι στην τρέχουσα καθημερινή εμπειρία, αλλά στις βαθύτερες
αναζητήσεις της πανανθρώπινης ψυχής, αναζητήσεις οι οποίες ζωγραφίζουν όχι το
γράμμα του συμβαίνοντος, αλλά το πνεύμα του. Γι’ αυτό ακριβώς έχουν και
διάρκεια και οικουμενικότητα χωρίς να προδιαγράφουν στατικούς κώδικες
συμπεριφοράς και προσταγές. Πρόκειται για εμβίωση με διάρκεια που κατοπτεύει
ανεπιτήδευτα το βαθύτερο είναι του ανθρώπου.
ΙΙ
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ
(Παραμύθια, Παραβολές, Αλληγορίες, Θρύλοι,
Παροιμίες, Γνωμικά, Αινίγματα, Αποφθέγματα, Ανέκδοτα, Φιλοσοφική Επισκόπηση,
Χρόνος και χρονικότητα)
Αναστρεφόμενοι
μάλιστα με φιλοσόφους, με ποιητές, με ευρύτερους στοχαστές, νιώθουμε πως
συναντάμε και εκεί παροιμίες, γνωμικά, αλληγορίες και λόγια που δίνουν
προσωπική πνοή στην ανώνυμη λαϊκή δημιουργία. Πρόκειται για εμπνεύσεις της
στιγμής, για ἐξαίφνης δηλαδή
εμβιώσεις οι οποίες προσφέρουν ζωντάνια στο στοχασμό και στη φιλοσοφική
προβληματική.
*
Διαπιστώνουμε
έτσι τη ‘’μείξη’’ του προσωπικού με το απρόσωπο γενικό, με το λαϊκό δηλαδή
πνεύμα και αυτό δηλώνει πως στο εργαστήριο της ζωής με τα τόσα πρόσωπα,
αντινομίες, παραδοξότητες, αναδύονται και αξίες με ένσοφη διάσταση που
σφυγμομετρούν την έγχρονη συνείδησή μας χωρίς καθωσπρεπισμούς, χωρίς ψιμύθια,
αλλά με απλότητα η οποία εντυπωσιάζει, που είναι, συχνά καταιγιστική.
Αν
επεκτεινόμασταν μάλιστα και στα λαϊκά άσματα, θα επισκεπτόμασταν μύθους,
θρύλους, παραδόσεις που διαλαμβάνουν θεμελιώδεις εκφάνσεις της ζωής, που
μηνύουν την οικουμενικότητα της ανθρώπινης φύσης, όπως κοινούς πόνους, πόθους, χαρές,
πένθη, θα προσεγγίζαμε περισσότερο το πνεύμα του λαού χωρίς να το
εξιδανικεύουμε, χωρίς καλλωπισμούς και ωραιολογίες.
Διαμηνύεται
απλά και με την αμεσότητα της απλότητας, απλότητα που απορρίπτει χωρίς
απορριπτικούς λόγους ό,τι μάταιο και παρερχόμενο.
Βεβαίως
προϋποτίθεται η κοινωνικότητα του ανθρώπου με τις θετικές αλλά και τις
αρνητικές της εκφάνσεις και τονίζονται συνήθως η δύναμη της αρετής, όπως και οι
θετικές της συνέπειες και μάλιστα με απλό και επιγραμματικό τρόπο. Είναι
αποστάγματα της έγχρονης θητείας μας και, αν τα συγκρίναμε με θεωρήσεις
φιλοσόφων, θα αναρωτιόμασταν αν οι τελευταίες θα υπήρχαν χωρίς τα πρώτα.
Τα πρώτα,
θρεμμένα όχι μόνο απ’ το μυθολογικό πλέγμα που το εκλαμβάνουν εκμυθευτικά, αλλά
και απ’ τις θρησκευτικές, ηθικές, κοινωνικές ιδέες, ένσοφα προσληπτές και
σαφέστατα εκφραστές, θυμίζουν τη συμβολική και δυναμική ταυτόχρονα φορά της
γλώσσας που δεν είναι μόνο κοινωνική, αλλά ριζικά δεμένη με τη λειτουργικότητα
του ανθρωπίνως υπάρχειν. Το λέγειν όμως του φραστού εγκλείει μήνυμα το οποίο
διαχέεται και καταγράφεται πιστοποιώντας την ενότητα των λαών, ανεξαρτήτως
φυλετικών ή κοινωνικοπολιτικών αφετηριών. Συνέχει γενεές γενεών υποδεικνύοντας
ταυτόχρονα το εσαεί νοούμενο ως ποδηγέτη του εκφραστού.
Πιο
συγκεκριμένα, και εδώ ενισχύεται η αναζήτησή μας, με τις δημιουργίες του λαϊκού
πνεύματος, ο άνθρωπος και η κοινωνική ομάδα ως μήτρα, κοινωνεί με το ποικίλο,
με το όμοιο, με το ανόμοιο, με το ευπρεπές, με το απρεπές κ. ο. κ., και
προσάγει με καταφατική, συμβολική, αλληγορική
μορφή έκφραση θεωρήσεις οι οποίες αντέχουν ανά τους αιώνες ‘’ζωγραφίζοτας’’
την ανθρώπινη φύση και τις διακινδυνεύσεις της. Είναι θεμελιωμένη στερεά στο
συμβαίνον και διενώνει μυθικό, θρησκευτικό, ηθικό, κοινωνικοπολιτικό πνεύμα με
κλασική έκφραση η οποία, και αν ακόμη δε διεισδύει στα έγκατα της ανθρώπινης
φύσης, υποκρούει τις διακινδυνεύσεις και τις ασφαλείς προοπτικές.
Πρόκειται για
διανοητικό εγχείρημα το οποίο υποδηλώνει συχνότατα το ηθικό αίσθημα της ζωής
και, παράλληλα, το βαθύτερο αισθητήριο του ανθρωπίνως-συνανθρωπίνως, κοσμικώς,
συγκοσμικώς υπάρχειν. Ένσοφη αλήθεια η οποία αποκαλύπτει, έστω και ερήμην της,
μία υποβόσκουσα σοφία η οποία συναντάται με ρήσεις σημαντικών φιλοσόφων χωρίς
να ταυτίζεται με αυτήν.
Κι όμως,
εγείρεται το ερώτημα:
Θα ήταν δυνατό
να υπάρξει φιλοσοφική δημιουργία χωρίς το πνεύμα του λαού καταχωρημένο στα αποφθέγματα
κλπ., χωρίς τις ενορμήσεις των καταχωρήσεων που παραμένουν αναλλοίωτες ανά τους
αιώνες;
Δεν υποστηρίζουμε πως η φιλοσοφική
δημιουργία είναι υποτελής του πνεύματος
του λαού, αλλά κάτι σημαντικότερο: Τρέφεται υπόδηλα από αυτό ανανεώνοντάς το
και ευγενίζοντάς το, δεδομένου ότι ναι μεν οι ρήσεις, τα αποφθέγματα, οι
αλληγορικές ιστοριούλες προηγούνται της φιλοσοφικής δημιουργίας, αλλά η
τελευταία δε θα ήταν νοητή χωρίς αυτά.
Η άφιξη στο
φως της φιλοσοφίας δεν είναι παρά ρηξικέλευθη θεώρηση του πνεύματος των λαών,
ευγενισμός και εμβάθυνσή του.
*
Πολλοί
δυσπιστούν και ισχυρίζονται πως η μάζα, ο καθ’
ἡμέραν βίος, βίος τρέφεται απ’ τη φαινομενικότητα και απ’ τη ‘’λάμψη’’ του
παροδικού, απ’ τον άρτο και απ’ τα θεάματα. Αλίμονο όμως αν τα συμβαίνοντα και
η επιφάνεια αποτελούσαν την απόλυτη αλήθεια, αν δηλαδή δεν υπήρχαν μαρτυρίες οι
οποίες ανατρέπουν, αμφισβητούν ή και φωτίζουν το βάθος του συμβαίνοντος. Ό,τι
προηγείται, φωτίζει αυτήν την αλήθεια και μάλιστα με σαφή και καθαρό τρόπο που
προσλαμβάνει κατηγορίες του ισχύοντος, αλλά εκφράζοντάς τις με περισσή απλότητα
συμβολικής και αλληγορικής τροπής.
Δεν είναι
επομένως παράδοξο το ότι λαϊκά γνωμικά,
αποφθέγματα συναντώνται με ρήσεις στοχαστών και φιλοσόφων και ότι αυτό το σημείο συνάντησης
προβληματίζει ιδιαίτερα, επειδή είναι αποκαλυπτικό: Οι μεν ρήσεις και αναλύσεις
των φιλοσόφων οδηγούνται σε ευρύτερες θεωρήσεις ή είναι καρπός τους, θεωρήσεις
οι οποίες έχουν τις ιδιαιτερότητές τους,
τα δε γνωμικά κλπ. έχουν καταπλήττουσα διαφάνεια που αγγίζει όλους, πέρα από
φιλοσοφικές αναλύσεις.
Συνέχονται
αλλά και διαφοροποιούνται, δεδομένου ότι οι διαπιστώσεις του πνεύματος των λαών
αγγίζουν όλους μας και είναι απόλυτα κατανοητές, σε αντίστιξη με τις
φιλοσοφικές αναλύσεις οι οποίες αντικρούονται από άλλους και, επιπλέον,
απαιτούν φιλοσοφική παιδεία.
Αναδύεται κάτι
ως ερώτημα: Μήπως η φιλοσοφική μέριμνα έχει την αφετηρία της στο πνεύμα των
λαών ανοίγοντας δρόμους, εμβαθύνοντας κ. ο. κ.; Προσπαθώντας, ωστόσο, να
εμβαθύνει, απομακρύνεται και γι’ αυτό οι διαφοροποιήσεις, οσοδήποτε γόνιμες,
δεν οδηγούν σε οικουμενικές θέσεις, παρά το ότι πολλοί φιλόσοφοι θωρούν πως τα
φιλοσοφήματά τους αποτελούν ολοκληρώνουσα αλήθεια.
*
Θα καταφανεί η
απόσταση αλλά και η εγγύτητα, αν προσεγγίσουμε μία άλλη μορφή έκφρασης του
πνεύματος του λαού, και εννοούμε το παραμύθι, όπου ο μύθος, ο θρύλος, η
συμβολική και η αλληγορία αποτελούν συστατικά στοιχεία του.
Υπάρχει στον
πυρήνα του παραμυθιού κατά πρώτο λόγο κάτι μυθικό και ας εξελίσσεται στον κόσμο
της καθημερινότητας, κάτι το θαυμασιώδες το οποίο μόνο η χαρμική παιδική ψυχή
είναι σε θέση να δέχεται, χωρίς τις αμφιβολίες ή και αρνήσεις της ηλικίας της λογικής. Άρχοντες, πλούσιοι,
περίοικοι, περιπλανώμενοι, φτωχοί, σταχτοπούτες, παιδιά θαύματα, ζώα έως και
θηρία, θρησκευτικές ιδέες σαρκωμένες στη δράση φιλανθρώπων, δάση, τρικυμίες,
θαύματα κ. ο. κ., όπως επίσης αγνισμένα έθιμα και παραδόσεις, συνήθειες,
τελετές, εκφράζονται απ’ τα παραμύθια ως μυστική παραμυθία η οποία δεν
αποβλέπει αποκλειστικά στο διδακτισμό, αλλά εξαίρει τα θαυμαστικά στοιχεία της
συνείδησης και μάλιστα με απλό αφηγηματικό λόγο.
Γνωρίζουμε πως
οι ιστοριούλες-μύθοι του Αισώπου (λ.χ. : Ἀλώπηξ λιμώττουσα, ὡς ἐθεάσατο ἀπό
τινος ἀναδενδράδος βότρυας κρεμαμένους, ἠβουλήθη αὐτῶν
περιγενέσθαι καί ουκ ἠδύνατο. Ἀπαλλαττομένη δέ πρός ἑαυτήν εἶπεν: ‘’Ὂμφακές εἰσιν’’.
Μια αλεπού που πεινούσε, καθώς διέκρινε να κρέμονται σταφύλια από κάποια
κληματαριά, θέλησε να τα φτάσει, αλλά δε μπορούσε. Καθώς έφευγε, είπε: ‘’Είναι
άγουρα.’’), έχουν την καταγωγή τους στη λαϊκή παράδοση
της πατρίδας του μυθογράφου και πως αρχική τους έκφραση είναι ο αφηγηματικός
λόγος. Κατά μείζονα λόγο το αυτό συμβαίνει και με τα παραμύθια τα οποία όμως
‘’θραύουν’’ τη λιτότητα των σύντομων μύθων και γίνονται μυθιστορία πριν την
εμφάνιση του μυθιστορήματος, αρχαίου και νεώτερου-σύγχρονου.
Είπαμε πως το
παραμύθι γαλουχεί το χάρμα, το θαυμασμό, την έκπληξη και τη θαυμασιότητα του
υπάρχειν στην παιδική ψυχή η οποία διακρίνεται για την αφέλεια και την αγνότητά
της, καταστάσεις, στο χώρο των οποίων χωρείται το αχώρητο, το αδύνατο.
Υπάρχει όμως
κάτι βαθύτερο στο χώρο του παραμυθιού πέρα απ’ τα φαινομενικά θαυμάσια, κάτι
που υπερβαίνει και την αλληγορία, το πνεύμα δηλαδή της αλληγορίας και της συμβολικής,
πέρα απ’ τις τυπικές ορίζουσες του λόγου. Πρόκειται για το πνεύμα της
παιδικότητας, της αγνισμένης παιδικότητας που είναι και τροφή των μεγάλων, στο
μέτρο που το θαυμασιώδες γίνεται εμπνοή όχι μόνο των ποιητών, των
μυθιστοριογράφων, αλλά και πολλών μεταφυσικών, όπως και ποιητών. Ο Gödel λ.χ. αγαπούσε
και απολάμβανε τη Χιονάτη και τους Επτά
Νάνους, ο δε Einstein, στην ερώτηση
πώς θα βοηθούσαμε τα παιδιά να γίνουν ώριμα, απαντούσε ‘’με τα παραμύθια’’.
*
Για να
κατανοήσουμε όμως τη φύση του παραμυθιού το οποίο προέρχεται απ’ τα σπλάχνα της
λαϊκής ψυχής, οφείλουμε να δούμε συντομότατα τη σχέση του με το νεώτερο αλλά
και σύγχρονο μυθιστόρημα, το οποίο, λέμε, είναι απαλλαγμένο από μυθολογικά
στοιχεία.
Αν το σύγχρονο
μυθιστόρημα εμφανίζεται με τον Δον Κιχώτη και με το Βέρθερο δανειζόμενο τη δομή απ’ τα αρχαία (Δάφνις και Χλόη του Λόγγου), απ’ τις μεσαιωνικές λεζάντες
αναζήτησης του ιερού δισκοπότηρου και τις περιπέτειες του Φάουστ, του ιππότη
των μελανών δρυμών, αν και επικαιροποιήθηκε από πολλούς νεώτερους με κορυφαίο
τον Γκαίτε, στο σύγχρονο μυθιστόρημα ο μύθος του παλαιού παραμυθιού μεταφέρεται
στην καθημερινή ζωή χωρίς θαύματα και υπερφυσικές δυνάμεις (στην αρχαία
ελληνική τραγωδία έχουμε τον από μηχανής Θεό αλλά αυτό δεν την αποστερεί απ’
την αιώνια νεότητά της) και αυτό βέβαια συνιστά λόγο διαφοροποίησης, παρά το
ότι το παραμύθι επιβίωσε και αποτελεί τροφή της παιδικής ηλικίας. Ωστόσο, στις
μεγάλες μυθιστορηματικές δημιουργίες διασώζονται αρχές τις οποίες συναντάμε και
στο παραμύθι, όπως το χάρμα, ο θαυμασμός, η πάλη του καλού με το κακό, η
ανάδυση ενός μηνύματος, έστω και εκκοσμικευμένου, η μυστική επίκληση του
υπερβατικού και το αναδυόμενο νόημα, παρά το ότι κάποιοι κριτικοί διακήρυξαν το
θάνατο του συγγραφέα, προσβάλλοντας ουσιαστικά την ευρύτερη λογοτεχνική
παραγωγή του περασμένου αιώνα.
Το ερώτημα
όμως ανακύπτει επιτακτικά: Θα είχαμε μυθιστόρημα χωρίς το παραμύθι; Δεν
ταυτίζουμε βέβαια το μυθιστόρημα με το παραμύθι, αλλά αναζητάμε μια βέβαιη
κοινή ρίζα που οδηγεί στις απαρχές και στην έγχρονη-έγκοσμη διέκφρασή τους.
Σίγουρα δε θα υπήρχε μυθιστόρημα χωρίς το παραμύθι, όπως είναι αδιανόητη η
ιστορία χωρίς την προϊστορία. Πέρα όμως από εξαπλουστεύσεις, είμαστε σε θέση να
ισχυριζόμαστε πως οι κύριες θέσεις των παραμυθιών τείνουν να αναζητούν τη
μαγεία του αφελώς υπάρχειν και τη συμβολική της έκφραση, κάτι που υπερβαίνει
τις διακρίσεις ωριμότητας και ανωριμότητας, κάτι που ανάγει το μυθιστόρημα στις
αρχές του παραμυθιού, στην έκπαγλη δηλαδή εννόηση και επίψαυση αρχών που
διέπουν το ανθρωπίνως υπάρχειν το οποίο είναι αδιανόητο χωρίς τον κόσμο του
παραμυθιού.
Δεν εννοούμε
απλά πως στα παραμύθια αποκαλύπτονται όλα τα σχήματα και οι τροπές της
συμβολικής οπωσδήποτε γραφής, όπως οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις, οι
εγκυβωτισμοί, οι αντιθέσεις, τα πρωθύστερα κ. ο. κ., σχήματα τα οποία
μεγαλύνονται στον κόσμο των μυθιστορημάτων και μάλιστα χωρίς λογοτεχνισμούς.
Εννοούμε
επίσης κάτι σημαντικότερο: Την έκφραση νοήματος που αναδύεται στην ίδια την
αφετηρία της ζωής, στην παιδικότητα, νοήματος το οποίο διαπλέκεται θετικά ή
αρνητικά με καταστάσεις όπου αναμετριέται το όντως υπάρχειν με την άρνηση και
με τις αρνητικές εμπλοκές στη ζωή μας. Θα λέγαμε πως με το παραμύθι
αναγγέλλεται στους μικρούς πρίγκιπες
η άχρονη αφετηρία του ανθρωπίνου, αφετηρία η οποία ταυτίζεται με την
παιδικότητα ως επιφωνηματική συνείδηση
του υπάρχειν (G. Marcel), ως είδος αιωνιότητας στο μεταβαλλόμενο κόσμο.
Γι’ αυτό
ακριβώς, όποιες κι αν είναι οι τροπές της μυθιστορίας, ο κόσμος του παραμυθιού
θα συνεχίσει να ασκεί τη γοητεία του και να συγκινεί και τους μεγάλους. Δεν
υπάρχει ανθρώπινος βίος χωρίς το θαυμασμό ο οποίος ζωοποιεί, χωρίς τον Θαύμαντα και την Ίριδα του πλατωνικού λόγου.
Δίδεται πνοή στη μυστική ‘’διάσταση’’ του ανθρωπίνως υπάρχειν και κατά βάθος η
θητεία μας προς την ωριμότητα που θα είναι διαρκώς θητεία-μαθητεία αντλεί πάντα
απ’ τις αρχές της, και όταν τις αντιστρέφει.
*
Αποκαλυπτικός,
επίσης, είναι ο κόσμος των παραβολών τις οποίες συναντάμε στην παιδεία και
μαθητεία όλων των λαών. Αναδύεται ως καρπός, ως αναδυόμενος καρπός που
ενσκήπτει θα λέγαμε ως ένσοφη πληροφορία που διαζωγραφίζει το νόημα των
δυσκολιών, αλλά και των συμβαινόντων, αποκαλύπτοντας αλήθειες οι οποίες
υπερβαίνουν συγκεκριμένα συμβαίνοντα ως διδάγματα και ως αποφθέγματα της λαϊκής
σοφίας, ως παράμονες καταστάσεις που υπερβαίνουν τοπικότητες και ιδιαιτερότητες
του πολιτισμικού, θρησκευτικού, κοινωνικού χώρους στον οποίο ανεφύησαν. Βέβαια,
το πνεύμα των παραβολών γίνεται κατανοητό μόνο αν προσφεύγουμε στην αλληγορία
και στο συμβολισμό και είναι κατ’ εξοχήν μαρτυρία της έμφυτης τάσης της ανθρώπινης
φύσης να εκφράζει αλήθειες οι οποίες δεν εξαρτώνται απ’ τη φιλοσοφική παιδεία,
αλλά οι οποίες φωτίζουν πτυχές και εκφράσεις με κορωνίδα τη σοφία που αναδύεται
απ’ τον κόσμο και απ’ τη σιγηλή αλλά επίμονη εμπειρία της ζωής. Προσεγγίζουν
βέβαια μυθικές αφηγήσεις τις οποίες συναντάμε στους μύθους του Αισώπου (όπως η
αλεπού και τα σταφύλια, η γάτα και οι ποντικοί, για να εξάγεται συμπέρασμα του
οποίο υπερβαίνει τη μυθική αλληγορία: Οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων
οἱ ἐν τοῖς ἰδίοις ἄβουλοι καὶ εἰς τὰς τῶν πέλας συμβουλίας ἀδόκιμοί εἰσιν) ή στα κάπως
ψυχρά αλλά αληθινά κείμενα του La Bruyère, αλλά στοχεύουν
σε κάτι σημαντικότερο και ουσιωδέστερο.
Στοιχεία της φύσης, ενέργειες των ανθρώπων της καθημερινής ζωής,
διδάγματα που μιλούν υποκρούουν και τονίζουν ταυτόχρονα ο νόημα το οποίο
υπερβαίνει το λέγειν της παραβολής. Η παραβολή του σπορέα, των δέκα παρθένων,
της σαγήνης και τόσες άλλες γνωστές (Ματθαίου,
13, 1-23-21,22-1-14- Μάρκου 4, 26-34,
κ.α.), όπου στοιχεία της φύσης συμβολίζουν ή και υποκρούουν καταστάσεις ψυχής
όπως η δύναμη και το σθένος της αρετής, διδάγματα του Ταλμούδ δηλώνουν ό,τι ο Strinberg είδε στο Ταλμούδ: Αν θέλεις να γνωρίσεις το αόρατο, παρατήρησε
προσεκτικά το ορατό. Όντως, ορατές οι παραστάσεις και οι συμβολισμοί,
αόρατο, νοητό θα λέγαμε το μήνυμά τους. (Ας αναφέρουμε εδώ πως στο Ταλμούδ με
τις πολλές παραλλαγές του αναπτύσσεται η ορθόδοξη ιουδαϊκή θεώρηση, πλήρης
θεολογικών αλλά και λαϊκών ρήσεων, νόμων, παραγγελμάτων, υποχρεώσεων, η οποία
όμως κατοπτεύει υποκρυπτόμενη λαϊκή σοφία. Κατά τον E.
Levinas, το άγιο είναι η ορθή θεώρηση του
θείου, σε αντίθεση με το ιερό το οποίο υποκρύβει παγανιστικές θέσεις. (Du sacrέ au saint, munuit, 182 σελ.)
Και οι
παραβολές επομένως προϋποθέτουν ορατά συμβαίνοντα, αλλά εκεί ακριβώς
αποκαλύπτεται το νόημα το οποίο δε μας αποσπάει, αλλά μας προβληματίζει θετικά.
Οι παραβολές
θέτουν με τον τρόπο τους και με τη βραχύτητα των λεγομένων τους ερωτήματα και
καταλήγουν σε καταφάσεις προδίδοντας ερήμην τους το νόημα της αλληγορίας με την
προσφυγή σε όλες τις τροπές του εκφράζεσθαι. Διαπλέκονται με τα αποφθέγματα, με
τις παροιμίες, με τα γνωμικά, αλλά, παρά τη διαπλοκή, προσάγουν μια αλήθεια η
οποία διαλανθάνει με την πρώτη ματιά: Η αλληγορία τους συλλαμβάνει και
αναδεικνύει ό,τι οι αισθήσεις δε βλέπουν, δεν κατανοούν χωρίς την έλευση της
νοητά αποκαλυπτόμενης αλήθειας. Είναι σημαντικές οι σκέψεις του Pascal, του στοχαστή και σοφού παρατηρητή του αισθητού
σε σχέση με τη σκέψη: Η πίστη λέει καλά
ό,τι οι αισθήσεις δε λένε, αλλά όχι το αντίθετο του ό,τι οι αισθήσεις βλέπουν
(Oeuvres Complètes, L’Intégrale/Seuil, 1972, σελ.521). Οι παραβολές της Καινής Διαθήκης
λ.χ., παραβολές που έχουν και σημεία της ταλμουδικής παράδοσης, κάνουν την
αλληγορία αποκάλυψη όχι άλλων ουρανών (σε αυτό το σημείο η φαραωνική σοφία
αντιτάσσεται στην αλληγορία, όπως αυτό προκύπτει από εμβαθύνσεις σε παραβολικά
της κείμενα, και εμμένει απόλυτα στη συμβολική), αλλά μαρτυρία του βάθους του
συμβαίνοντος που αναδύεται απερίτμητα και γι’ αυτό καθαρά.
Τι συμβαίνει
κατά βάθος; Και οι απλούστερες ενέργειες έχουν κάποιο νόημα το οποίο με τη
δύναμη του παραλληλισμού αποκαλύπτει πως κάθε ένσοφη ενέργεια ή δημιουργία
προσάγει νόημα, αληθεύον νόημα.
Όντως, χωρίς
παρομοιώσεις, παραλληλισμούς, μεταφορές δε θα είχαμε λογοτεχνική παραγωγή. Αυτό
σημαίνει πως χωρίς τις παραβολές, διάσπαρτες στη ζώσα παιδεία των λαών, δε θα
είχαμε ούτε λογοτεχνία, ούτε αφετηριακές αρχές λογισμού που θα δημιουργούσαν τη
φιλοσοφική σκέψη.
Υποκρύβεται
μάλιστα μια πολύ μεγάλη αλήθεια η οποία μεγαλύνεται και με το φιλοσοφικό λόγο:
Συγκεκριμενοποιείται κάτι που μηνύει πόσο το απρόσωπο της φυσικής-αισθητής ζωής
προσωποποιείται και προσλαμβάνει νόημα
και μάλιστα παιδευτικό για τον άνθρωπο.
Αυτό βέβαια δε
σημαίνει πως η έλευση της φιλοσοφίας καταργεί την προσφορά των παραβολών και
γνωρίζουμε καλά πως ενώ με τις παραβολές υποδεικνύεται, διαπιστώνεται,
διδάσκεται κάτι το οποίο ούτε
αμφισβητείται, ούτε γηράσκει, στο φιλοσοφικό λόγο, οσοδήποτε γόνιμο και
πολύτιμο, δημιουργούνται αντιθέσεις, σχολές, ρεύματα. Δεν υπονοούμε την υπεροχή
των παραβολών κλπ. απέναντι στη φιλοσοφία, αλλά προσπαθούμε να δείξουμε πως
χωρίς την προσφορά του πνεύματος του λαού δε μπορεί να υπάρξει φιλοσοφική
δημιουργία.
Αυτή η
διαπίστωση πιστοποιείται απ’ το γεγονός κατά το οποίο λαοί οι οποίοι ανέπτυξαν
φιλοσοφικές ιδέες αντλούσαν άμεσα ή έμμεσα απ’ τις υποκρούσεις του πνεύματος
των λαών τους.
Είναι βέβαια
κοινά αποδεκτό πως η θραύση του μυστικού πνεύματος και η φιλοσοφική
προβληματική άρχισε στην ελληνική αρχαιότητα, αλλά δεν ομολογείται όπως θα
έπρεπε πως σπέρματα φιλοσοφικής προβληματικής υπήρχαν και στο μυθικό σύμπαν των
λαών και στις μεγάλες δημιουργίες της αλληγορικής και τη συμβολικής εμπνοής
πολλών προγενέστερων λαών και κυριότερα της ανατολικής θρησκειοφιλοσοφίας.
*
Ήδη υπάρχει
μία άδηλη κατά την επιφάνεια αλλά δεδηλωμένη ουσιαστικά διακοινωνία των
φθεγμάτων του πνεύματος των λαών και της φιλοσοφικής προβληματικής με την εξής
επισήμανση η οποία ‘’καθαιρεί’’ αποκλειστικότητες και αποδίδει σε ό,τι
προηγήθηκε, ακολούθησε και διαρκεί
αξιόπιστο κύρος που είναι παράμονο, σε αντίστιξη με τη φιλοσοφία η οποία
αναμορφώνεται δημιουργικά με διάλογο, αντίλογο, συνθέσεις, αναθεωρήσεις κ. ο.
κ. Η φιλοσοφική δημιουργία είναι κινητική, δυναμική και ‘’μάχεται’’ με
προβλήματα τα οποία δε θα βρουν ποτέ απόλυτη και σταθερή θεώρηση.
Σε αντίθεση, οι
αλληγορίες, τα αποφθέγματα κλπ. έχουν υπερχρονικό θα λέγαμε χαρακτήρα επειδή,
με προσεκτική ματιά, διακρίνουμε την ισχύ τους πέρα απ’ τις επιπόλαιες
φανερώσεις του φαινομενικού.
*
Υπάρχει όμως
ένας υποδόριος δεσμός μεταξύ φιλοσοφίας και πνεύματος του λαού ο οποίος, χωρίς
να ταυτίζει, διενώνει και μάλιστα χωρίς μείξεις. Είναι οι βαθύτερες εμπειρίες
της διανθρώπινης δοκιμασίας που οδηγούν σε ό,τι ήδη αποκαλέσαμε ένσοφη θεώρηση
του ανθρωποκοσμικώς υπάρχειν.
Αψευδής
μαρτυρία αυτής της αλήθειας είναι τα λόγια εν είδει αποφθεγμάτων τα οποία
συναντάμε και στη λαϊκή εμπειρία και σε φιλοσοφικές αποφάνσεις. Δεν εννοούμε
μόνο τα αποφθέγματα των επτά σοφών της αρχαίας Ελλάδας, ούτε καταχωρήσεις σοφών
της ανατολικής σοφίας. Όλα αυτά θα ήταν αδύνατα χωρίς τη δημιουργική ‘’χοάνη’’
της καθημερινής εμπειρίας η οποία προσπαθεί να θραύει τη φαινομενικότητα της
καθημερινότητας για να προσφέρει νόημα που υπερβαίνει τοπικότητες και
ιδιαιτερότητες, κομίζοντας το πνεύμα της οικουμενικότητας, δεδομένου ότι
οικουμενικό δεν είναι ό,τι έχει σχέση με γεωγραφικούς προσδιορισμούς, αλλά ό,τι
έχει καθολικότητα νοήματος. Ένα είδος perennitas διενώνει το
ανθρώπινο και αυτό το διαπιστώνουμε αν ερευνήσουμε προσεκτικά το πνεύμα της
θρησκείας, της ποίησης, της λογοτεχνίας γενικότερα, της τέχνης και μάλιστα πέρα
από εδέσματα βραχύπνοης τέρψης και εξαιρώντας εκτροπές του θρησκευτικού,
καλλιτεχνικού κλπ. πνεύματος.
*
Υπάρχει
επομένως μία συνισταμένη με συνθέτουσες το πνεύμα του λαού και τη φιλοσοφική
δημιουργία, ένα ορμέμφυτος λόγος που δεν απαιτεί φιλοσοφική παιδεία και ένας
περιεσκεμμένος λόγος που έχει φιλοσοφική αφετηρία. Δύο συνθέτουσες που
μαρτυρούν τον ένσοφο λόγο ο οποίος διαυγάζει το ανθρώπινο πνεύμα φωτίζοντας την
ορθότητα του λόγου, αλλά και διαπιστώνοντας την τραγικότητα των παραλογισμών
του.
Κατά βάθος
τεκμαίρεται η ενότητα ήθους και διανοίας, μόνη ικανή να προσεγγίζει το
ανθρωπίνως υπάρχειν.
Είναι επιπλέον
φανερό πως κατά τις λεγόμενες ηλικίες, ήθη, έθιμα, παραδόσεις κλπ.
μεταβάλλονται άλλοτε σχετικά και άλλοτε ριζοσπαστικά. Κατά βάθος, όλες οι
μεταρρυθμίσεις ή και επαναστάσεις διατείνονται πως επαναφέρουν την κοινωνία
στον ορθό λόγο πως ανορθώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Θυμηθείτε τους
θριάμβους των επιστημονιστών με τις θεωρούμενες νέες ιδέες οι οποίες ήταν
αντιγραφή ή και αντιστροφή των παλαιών και κρίντε αν οι διαπιστώσεις των
λογίων-αποφθεγμάτων είναι ξεπερασμένες.
Προκύπτει πως
η λαϊκή σοφία αλλά και η ευρύτερη εμπειρία που καταγράφεται, δεν αναλώνεται,
δεν παλαιώνεται, αλλά παραμένει ακμαία και σύγχρονη στις όποιες προοπτικές της
ύπαρξης.
Οφείλουμε
επομένως να επισκοπήσουμε τη βαθύτητα των διαχρονικών διαπιστώσεων του
πνεύματος των λαών και να προχωρήσουμε στα φιλοσοφικά τους θεμέλια.
*
Αναστρεφόμενοι
με τις παροιμίες, με τα γνωμικά, με τα αποφθέγματα, με το πνεύμα τους,
δυσκολευόμαστε να τα διακρίνουμε ριζικά καθόσον ως δημιουργήματα εμπειριών
ζωής, διακοινωνούν. Οι παροιμίες λ.χ. που αναφέρονται πάντα σε μαθήματα ζωής
και ενέχουν στοιχεία ειρωνείας, καταδίκης, αλλά και παραινετικά, προσεγγίζουν
τα γνωμικά με, συχνά, παρόμοια λόγια. Διδάσκουν αντλώντας αποκλειστικά απ’ τα
μαθήματα της ζωής, από αρετές ή από πάθη και μάλιστα με τρόπο σύντομο, ως
σύντομα αποφθέγματα, οπότε ταυτίζονται με αυτά: Άλλος έχει τ' όνομα κι άλλος τη χάρη,.. Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια… Ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο
χαίρονται… Επίσης στον ύστερο ιουδαϊσμό, όπου είναι εύκολο να
διακρίνουμε την επίδραση της ελληνιστικής σκέψης χωρίς αυτό να αλλοιώνει του
πνεύμα της ιουδαϊκής σκέψης, στις Παροιμίες
λ.χ., η απόσταση αποφθεγμάτων απ’ τον παροιμιακό λόγο είναι δυσδιάκριτη: Αἱρετώτερον ὄνομα καλόν ἢ πλοῦτος πολύς ὑπέρ
δέ ἀργύριον καί χρυσίον χάρις ἀγαθή (Παροιμίαι, ΚΒ΄, 1). Επίσης: Ὃτι ἐν πυρί δοκιμάζεται χρυσός καί ἂνθρωποι
δεκτοί εν καμίνω ταπεινώσεως (Σοφία
Σειράχ, Β΄, 5)
Επεκτείνοντας τη θεώρησή μας,
διαπιστώνουμε την εγγύτητα των παροιμιών με τα γνωμικά και σε αυτό το σημείο
βεβαιωνόμαστε ως προς την εγγύτητα του πνεύματος του λαού με τα φιλοσοφικά
λόγια: Η άγνοια είναι η νύχτα του μυαλού,
αλλά μια νύχτα χωρίς φεγγάρι και αστέρια. (Κομφούκιος). Το να ξέρεις ότι δεν ξέρεις είναι το
καλύτερο. Το να υποκρίνεσαι ότι ξέρεις, ενώ δεν ξέρεις, είναι αρρώστια. (Λάο
Τσε). Το πλήθος των λογίων, των γνωμικών και των αποφθεγμάτων είναι απέραντο και
διαπιστώνουμε πως υπάρχει μία διαρκής μόχλευση η οποία αναπαράγει παλαιότατα
φθέγματα ή και τα συμπληρώνει υπό το φως νέων ιδεών ή και εμπειριών.
Συναντάμε μάλιστα και το
θυμόσοφο πνεύμα που δεν είναι απλή ευφράδεια ή ετοιμολογία, αλλά διείσδυση στις
υποσυνείδητες βλέψεις και προθέσεις και εκεί που φαινομενικά ‘’διαλάμπει’’ η
αρετή. Διακρίνουμε την διεισδυτικότητα που δεν είναι παρά ο πραγματικά ενάρετος
βίος που ξεσκεπάζει την υποκρινόμενη απάτη. Πρόκειται για ενδεικτική μαρτυρία. Ο Γύγης κατά
το γνωστό κείμενο (Πολιτεία, 359d-360d) ήταν βοσκός
στην υπηρεσία του άρχοντα της Λυδίας (δύναμιν
τῷ Γύγου τοῦ Λυδοῦ προγόνῳ γενέσθαι. εἶναι μὲν γὰρ αὐτὸν ποιμένα θητεύοντα παρὰ
τῷ τότε Λυδίας ἄρχοντι, ὄμβρου δὲ πολλοῦ γενοµένου καὶ σεισμοῦ ῥαγῆναί τι τῆς
γῆς καὶ γενέσθαι χάσμα κατὰ τὸν τόπον ᾗ ἔνεμεν) και καθώς έβοσκε το ποίμνιο
με το ξέσπασμα καταιγίδας και σεισμού, άνοιξε η γη σε ένα μέρος του λιβαδιού.
Ακολουθώντας τη ρωγμή ως υπόγειο
καταφύγιό του, είδε χάλκινο κοίλο ίππο με θυρίδες στον οποίο κειτόταν ένας νεκρός.
(…καὶ ἵππον χαλκοῦν, κοῖλον, θυρίδας
ἔχοντα, καθ’ ἃς ἐγκύψαντα ἰδεῖν ἐνόντα νεκρόν, ὡς φαίνεσθαι…) Ο έκπληκτος
βοσκός αφαίρεσε το δακτυλίδι του νεκρού και αργότερα, κατά τη σύνοδο του
ηγεμόνα, διαπίστωσε πως αν έστρεφε προς το σώμα του την πέτρα (σφενδόνην) του δαχτυλιδιού, γινόταν
άφαντος απ’ τους άλλους, άφαντος παρών… Διέγνωσε τη μαγική δύναμη του
δαχτυλιδιού και στην επόμενη σύνοδο στρέφοντας την πέτρα του δαχτυλιδιού προς
το σώμα του, άφαντος πια, βίασε τη βασίλισσα και σκότωσε το βασιλιά… ως άρχοντας
πια. Πέρα απ’ τα μαγικά και μυθικά στοιχεία, το συμπέρασμα είναι σαφές: Οὐδείς ἑκών καλός, ἀλλ’ ἀναγκαζόμενος,
ενώ για τον Σωκράτη ίσχυε το αντίθετο: Οὐδείς
ἑκών κακός.
Δεν είναι απαραίτητο να είναι
σύντομα και επιγραμματικά τα φθέγματα και οι αφηγήσεις με μαγικομυθική
προμετωπίδα. Τα συναντάμε και σε αναλύσεις τόσο άνετα, όσο και
επιγράμματα-αποφθέγματα όπως εκείνα του La Rochefoucauld.
Ο γνωστός συγγραφέας, ξεγυμνώνει με καταπλήσσουσα τόλμη και αποφασιστικότητα, την
υποκρισία της ψευδοηθικής ή της σοβαροφάνειας που κρύβουν απλά και καθαρά την
αγάπη του εαυτού, σε αντίθεση με την καθαρή αγάπη (amour pure) την οποία ύμνησε ένας Fénelon με τρόπο
απαράμιλλο. Ο μεγάλος σκιτσογράφος της ανθρώπινης συμπεριφοράς, οσοδήποτε
καταγγελτικός και διεισδυτικός, ερμηνεύει με τα αποφθέγματά του δεσπόζουσες
‘’αλήθειες’’ της ζωής μας: Ό,τι θεωρούμε
αρετές δεν είναι συνήθως παρά σύνολο διαφόρων πράξεων και συμφερόντων που η
τύχη ή οι δραστηριότητές μας τακτοποιούν·
δεν είναι πάντα φερέγγυα το ότι οι άνδρες είναι γενναίοι και οι γυναίκες
αγνές… Το πάθος κάνει συχνά τον πιο ικανό άνθρωπο τρελό και ικανούς τους πιο
ανόητους. (Réflexions Morales,
I, V.)
*
Οφείλουμε όμως να επανέλθουμε στα παραγγέλματα των Πυθαγορείων τα οποία
συμπυκνώνουν γνωμικά, παροιμίες και αποφθέγματα αποκρυσταλλώνοντας την ενότητα
ήθους και διάνοιας με τρόπο καθαρό, σαφή και επιγραμματικό: Ζυγόν μή ὑπερβαίνειν (μην είσαι πλεονέκτης), Μήδ’ ἐπί φοίνικος καθέζεσθαι
(μην τεμπελιάζεις), Μήδ’
ἀποδημοῦντα ἐπιστρέφεσθαι (Μην επιμένεις στη ζωή όταν πεθαίνεις), κ. α. Βέβαια, είναι κάπως δύσκολο να εισδύσουμε στο
πνεύμα των παραγγελμάτων των ορφικοπυθαγορείων χωρίς αναστροφή τόσο με τους
καθαρούς ορφικούς, όσο και με τους πυθαγορείους, η συνάντηση των οποίων
καταλάμπεται στο πλατωνικό έργο.
Διαφαίνεται όμως
για πρώτη ίσως φορά η εγγύτητα ανάμεσα στο πνεύμα του λαού και στη
δημιουργούμενη φιλοσοφική παράδοση χωρίς την οποία είναι αδιανόητη η πορεία της
φιλοσοφίας. Αναφέρουμε ενδεικτικά ένα απόσπασμα που αποδίδεται απ’ τους
δοξογράφους στον Πυθαγόρα για να καταφανεί η εγγύτητά του με τη μεταφυσική της
ελληνοευρωπαϊκής τουλάχιστον παράδοσης: Ἀθάνατον τ’ εἶναι τήν ψυχήν ἐπειδήπερ
καί τό ἀφ’ οὗ ἀπέσπασται ἀθάνατόν ἐστι.
Είμαστε ίσως σε θέση να προσεγγίσουμε όχι μόνο την
εγγύτητα, αλλά και το πνεύμα της διακοινωνίας το οποίο τείνει να συνδέει το
φυσικό με το υπερφυσικό και να εκτιμήσουμε την μετέπειτα πορεία της σκέψης.
*
Πριν προσεγγίσουμε την πλατωνική μυσταγωγική
αλληγορία η οποία διενώνει μυθικό και συμβολικό, οφείλουμε να υπομνήσουμε κάποια γνωμικά-αποφθέγματα για να
συνειδητοποιήσουμε όχι μόνο τη διάρκειά τους, αλλά και τον οικουμενικό τους
χαρακτήρα. Μια βιβλιοθήκη είναι ένα νοσοκομείο του πνεύματος (Αιγυπτιακό
γνωμικό), Για την αγάπη ενός
τριαντάφυλλου, ο κηπουρός είναι υπηρέτης χιλίων αγκαθιών (Τουρκικό γνωμικό),
Στο τέλμα του ψεύδους δεν κολυμπούν παρά
νεκρά ψάρια (Ρωσικό γνωμικό), Η γνώση
που δε συμπληρώνεται κάθε μέρα, ελαττώνεται καθημερινά (Κινέζικο γνωμικό,
Πρβλ. το έργο μας Ιστορία και Πολιτισμός,
Δρόμων, 2019, σελ.301)
Βέβαια, φιλοσοφημένα γνωμικά πλήθουν σε φιλοσοφικά
κείμενα, προδίδοντας την εγγύτητά τους με τα γνωστά σε όλους μας. Αρκούμαστε
στη ρήση του Αριστοτέλη ο οποίος χαρακτηρίζει τη φιλία ως μία ψυχή ἐν δυσί σώμασιν και διαπιστώνει πως ἐν πενίᾳ τε καί ταῖ λοιπαῖς δυστυχίαις μόνην οἴονται καταφυγήν εἶναι
τους φίλους…Καί τῶν φίλων μέν ὄντων οὐδέν δεῖ δικαιοσύνης (Ηθικά Νικομάχεια,1155a, b, 1166a).
Ας προσθέσουμε επίσης Πολέμιον ἀνθρώποις ἑαυτοῖς
(Ανάχαρσις), γνωμικό
που είναι και παράγγελμα το οποίο δρασκελίζει τα όρια μεταξύ γνωμικών και αποφθεγμάτων,
όπως και παροιμιών. Αυτό σημαίνει, και θα φανεί στη συνέχεια, πόσο κατά βάθος,
στο αναδυόμενο νόημα της αξιολόγησης, η λαϊκή σοφία δεν απέχει ουσιαστικά από
λόγια αποφθέγματα.
Ας σημειωθεί πως συχνά ρήσεις ή αποφθέγματα
ποιητών υιοθετούνται και από φιλοσόφους, όπως
ο στίχος του Θεόγνιδος: Ἐν δέ δικαιοσύνῃ συλλήβδην πᾶσ' ἀρετή ἐστιν» (Ἀριστ. Ἠθ.
Νικομ. 1129b 37).
Ας
σημειώσουμε επίσης, έστω και ενδεικτικά, πως τα φιλοσοφικά παραγγέλματα έχουν
την ίδια βαρύτητα με λαϊκές αποφάνσεις, παρά το ότι δεν επιβεβαιώνονται απ’ τις
εμπειρίες της ζωής. Ο Πλούταρχος λ.χ., ο ανοιχτά πλατωνικός και προάγγελος των
Νεοπλατωνικών, μας λέει
: Αἰρεῖσθαι δέ δεῖ τόν ἀρχόμενον πολιτείας ἡ
μή ἁπλῶς τόν
ἔνδοξον καί δυνατόν, ἀλλά καί τόν δι’ ἀρετῆς τοιοῦτον (Πολιτικά
Παραγγέλματα). Οπωσδήποτε υπάρχει συνάντηση του πνεύματος του λαού με
φιλοσοφικά παραγγέλματα.
*
Πριν κορυφώσουμε την αναζήτησή μας, ας κάνουμε
λόγο για τα αινίγματα, γνήσιες εκφράσεις του λαϊκού πνεύματος. Γνωρίζουμε πως
με τα αινίγματα προκαλείται η επινοητικότητα και με αυτήν οι δυνατότητες
κρίσεως συγκρίσεως, συνδυασμού των λόγων που είναι έννοιες προς απάντηση στο
γρίφο που δεν είναι γρίφος άλυτος, αλλά πραγματικός. ‘Όπως και στα γνωμικά,
παράλληλα στα αινίγματα υπεισέρχεται ένας νέος παράγοντας τον οποίο θα
αποκαλούσαμε μαθηματικά χωρίς αριθμούς, δεδομένου ότι απαιτεί επιστράτευση όλων
των διανοητικών καταλληλοτήτων προς απάντηση. Είναι όντως εκπληκτική η επινοητικότητα
των δημιουργών των αινιγμάτων, δημιουργών οι οποίοι αρύονται την πνοή τους τόσο
απ’ τα συμβαίνοντα στην καθημερινότητα, όσο και στην πνευματική ικανότητα
σύγκρισης, διάκρισης, μνήμης, φαντασίας και εύρεσης: Σαν βόδι μουγκρίζει, σαν φίδι σφυρίζει, σαν άλογο τρέχει, μα ποδάρια
δεν έχει (ο αέρας),
Την ημέρα
στολισμένο και τη νύχτα φορτωμένο (κρεβάτι), όλους ταΐζει και δεν τρώει (βελόνα), Μια βαρκούλα φορτωμένη, στη σπηλιά μπαίνει
και βγαίνει (κουτάλι), Μικρό, μικρό
μικρούτσικο, στο λόγγο πάει και σκούζει (όπλο), κ.α. Είναι αναμφίβολα τα
αινίγματα σημαντικότατες μαρτυρίες της λαϊκής σοφίας η οποία τρέφεται απ’ τις
εμπειρίες της καθημερινότητας ασκώντας και προκαλώντας με μαθηματική ευκρίνεια
χωρίς αριθμούς τις δυνατότητες του λογισμού, αφού προϋποθέτει, όπως ήδη
διαπιστώσαμε, προσοχή που επικαλείται όλες μας τις δυνατότητες σκέψης και
συναισθήματος και αυτό σημαίνει πως δεν αρκεί η επαγρύπνηση, αλλά και η
ετοιμότητα, φαντασία, η μνήμη, η κρίση, κ. ο. κ.
Ας
θυμίσουμε επιπλέον το αίνιγμα της Σφίγγας το οποίο έλυσε ο Οιδίπους με τις
τραγικές συνέπειες, αλλά και με τους πολλούς συμβολισμούς του που σφράγισαν όχι
μόνο τη γνωστή τραγωδία του Σοφοκλή, αλλά που φώτισαν τόσες και τόσες
ερμηνευτικές θεωρήσεις ενός μύθου ο οποίος εκφράστηκε με καταπλήσσοντα λιτό και
αποφθεγματικό τρόπο και ας αναλογισθούμε πόσο μυθολογικές παραδόσεις με τέρατα
προσλαμβάνονται συμβολικά απ’ το πνεύμα του λαού τροφοδοτώντας ταυτόχρονα με
ιδέες τη λογοτεχνία και το στοχασμό.
*
Εκτός απ’ τα αινίγματα, τα ανέκδοτα τα οποία πλήθουν και κινούνται μεταξύ ειρωνείας, χιούμορ,
χαρακτηρισμών, αποτίμησης ικανοτήτων ή και αποτυχιών, σχολιασμών της πολιτικής,
κοινωνικής, διαπροσωπικής αναστροφής, ακόμη και σεξιστικών θεωρήσεων,
κυκλοφορούν ευρέως και προδίδουν την ετοιμότητα πνεύματος που δεν έχει πάντα
θετικό περιεχόμενο ή και βλέψεις. Είναι όμως μαρτυρία που συνεχώς ανανεώνεται,
μαρτυρία που πιστοποιεί με τον τρόπο της τη δημιουργική φορά των ανώνυμων
δημιουργών των ανεκδότων.
*
Οφείλουμε όμως να εμβαθύνουμε στην οριακή, ακραία
θα λέγαμε, συνάντηση του μυθικού-συμβολικού και αλληγορικού πνεύματος με τις
φιλοσοφικές του επεκτάσεις και σε αυτό το σημείο της προσπάθειάς μας
στρεφόμαστε σε αμετάθετες μαρτυρίες της πλατωνικής δημιουργίας. Επιλέξαμε ως
καταλληλότερες τις πλατωνικές αφηγήσεις, το μύθο του Γύγη και τους λόγους της
Διοτίμας του πλατωνικού Συμποσίου.
Βέβαια, και στον Φαίδρο, και σε άλλα
κείμενα του πλατωνικού έργου συναντάμε αναφορές σχετικές με μύθους οι οποίοι
δεν είναι δημιουργήματα του φιλοσόφου, αλλά σπαράγματα (στα Ορφικά συναντάμε την αποκαλυπτική φράση Ὡς διά τῶν σπαραγμῶν οἱ μῦθοι δηλοῦσι),
θεωρήσεις προερχόμενες από εμπειρίες, από δοξασίες, από δεισιδαιμονίες κλπ.,
που όμως το μύθημα και ο αποσυμβολισμός διαρρηγνύουν το συμβολικό γράμμα και
οδηγούν σε αναμφισβήτητες αλήθειες.
Εκτός απ’ τα επιμέρους συμπεράσματα
αυτής της μυθικής με ίχνη μαγείας αφήγησης, η προβληματική η οποία αναδύεται θα
αποτελεί αιώνιο ζητούμενο όχι μόνο της φιλοσοφικής μέριμνας, αλλά και των λαών,
θα μας θυμίζει τον Θρασύμαχο οποίος
πρέσβευε τό τοῦ κρείττονος συμφέρον και
τον σωκρατικό αντίλογο που καταγράφεται σε λαϊκές αφηγήσεις και παραδόσεις για
να αθανατισθεί με το πλατωνικό έργο και να αποτελεί παντοτινό ζητούμενο.
Δεν ενδείκνυται στα πλαίσια αυτής της μελέτης
περαιτέρω αναφορά στον πλούτο των μυθικών αφηγήσεων όπως αθανατίστηκαν απ’ τον
Πλάτωνα, καθόσον, το μύθημα και ο αποσυμβολισμός τους άγουν σε κορυφαίες
αναζητήσεις. Αρκούμαστε στην αλληγορία
του σπηλαίου (Πολιτεία, 517a-521b) όπου οι δεσμώτες ἐν καταγείῳ οἰκήσει, δεμένοι, δε βλέπουν στον τοίχο του σπηλαίου
παρά σκιές αντικειμένων που βρίσκονται πίσω τους και ανακλώνται αμυδρά. Δεν
είναι μόνοι,αλλά όλοι μας που θεωρούμε αληθές ό,τι οι αισθήσεις μας μάς λένε,
αγνοώντας έτσι την αληθή φύση των πραγμάτων και των εαυτών μας… (Ὁμοίους ἡμῖν, ἦν δ᾽ ἐγώ· τοὺς γὰρ τοιούτους πρῶτον μὲν ἑαυτῶν τε
καὶ ἀλλήλων οἴει ἄν
τι ἑωρακέναι ἄλλο πλὴν τὰς σκιὰς τὰς ὑπὸ τοῦ πυρὸς εἰς τὸ καταντικρὺ αὐτῶν τοῦ
σπηλαίου προσπιπτούσας;) Σπήλαιο
επομένως, σπήλαιο δουλείας, είναι ο επιφανειακός βίος που βυθίζει στο σκότος
της άγνοιας, παρά τις επιφανειακές του λάμψεις.
Ας
επισκοπήσουμε τάχιστα και τον πλατωνικό Σωκράτη, ‘’μαθητή’’ της Μαντινικής
Διοτίμας, κόρης λαϊκών παραδόσεων και
όμως δασκάλας του και μυσταγωγού στον πλατωνικό έρωτα, όπου απ’ τη μυθική αφετηρία της λαϊκής ψυχής,
φθάνουμε σε αμίμητες περιοχές ακαταμάχητης φιλοσοφικής γνωσιοθεωρίας: ἔστιν γὰρ δὴ τῶν καλλίστων ἡ σοφία, Ἔρως δ᾽ ἐστὶν ἔρως περὶ
τὸ καλόν, ὥστε ἀναγκαῖον Ἔρωτα φιλόσοφον εἶναι, φιλόσοφον δὲ ὄντα μεταξὺ εἶναι
σοφοῦ καὶ ἀμαθοῦς. αἰτία δὲ αὐτῷ καὶ τούτων ἡ γένεσις· πατρὸς μὲν γὰρ σοφοῦ
ἐστι καὶ εὐπόρου, μητρὸς δὲ οὐ σοφῆς καὶ ἀπόρου. (Συμπόσιον, 204b). Δεν απαιτούνται
σχόλια για να διαπιστωθεί
πόσο οι λαϊκοί μύθοι και παραδόσεις
κυοφορούνται και αθανατίζονται
φιλοσοφικά με τρόπο που μας οδηγούν στο περίφημο …ἀλλὰ θεᾶσθαι μόνον καὶ συνεῖναι. (211 d) Ήδη, η μυθική αφήγηση καθίσταται
διαλεκτική που οδηγεί στην καρδιά του
οντικού.
*
Η σύντομη
αναστροφή με σπαράγματα της λαϊκής σοφίας που αποκαλύπτει το πνεύμα των
λαών και που διενώνει πολιτισμούς, έθνη,
φυλές και μάλιστα διηνεκώς, μας προσεγγίζει στο πνεύμα της φιλοσοφίας, πέρα από
κοινότυπες και ανακριβείς θεωρήσεις κατά τις οποίες η φιλοσοφία ανέτειλε καθώς
υπερβάθηκε ο μύθος και άρχισε να μεσουρανεί ό λόγος.
Γνωρίζουμε
εξάλλου πως στο βάθος της μυθολογίας και πέρα από δεισιδαιμονίες υποκρύβεται το
μυθικό πνεύμα, η εκμύθευση, το μύθημα και πως με το μυθικό πνεύμα συναντάμε την
αλληγορία και κυρίως τη συμβολική, επεκτείνοντας έτσι την προσοχή μας στο είναι
της γλώσσας. Αυτό μάλιστα μας οδηγεί σε γόνιμους και πολύτιμους προβληματισμούς
σχετικούς με το είναι της αίσθησης, της αντίληψης, της μνήμης, της φαντασίας,
του χρόνου, του συνυπάρχειν, με όλους τους φιλοσοφικούς μαιάνδρους που
πλέκονται και συνεχίζουν την προβληματική τους.
*
Αν
παρακολουθούσαμε και συμβουλευόμασταν ό,τι μας προσφέρεται απ’ τις εμπειρίες
των λαών, θα λέγαμε πως μας πληροφορούν άμεσα ή έμμεσα ως προς το ουσιώδες το
οποίο συνίσταται στο νόημα της παρουσίας των ανθρώπων στον έγχρονο βίο. Υπάρχει
όντως μία λευκή προκείμενη που οδηγεί τους ανθρώπους στη συνύπαρξη, στη γλώσσα,
στη διασυνεννόηση και στη δημιουργία θεωρήσεων που υπερβαίνουν τις προοπτικές
του καθημερινού βίου ή τις αυθαίρετες καταγραφές επιμέρους καταστάσεων οι
οποίες παρέρχονται στο διάβα του βίου και των εκάστοτε συγκυριών;
Σημαντικός ο
προβληματισμός, αλλά προσκρούει σε κάτι το οποίο δεν παρέρχεται, σε κάτι
εξαιτίας του οποίου ό,τι εξετάσαμε μέχρι αυτή τη σελίδα διαρκεί και διαφυλάσσει εγκυρότητα. Ήδη, μας
προκαλεί και, καθώς προσεγγίζει μεγάλες θέσεις της ηθικής φιλοσοφίας,
υπαινίσσεται βαθύτερους προβληματισμούς οι οποίοι οδηγούν στα κράσπεδα της
φιλοσοφικής προβληματικής.
Πώς, αλήθεια,
θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε τις μυθικές διηγήσεις-παραμύθια, τα γνωμικά κ. ο.
κ. χωρίς να τρεφόμαστε απ’ την ίδια μας τη φύση στο βαθύτερο είναι της,
αγνοώντας ή και αδιαφορώντας απέναντι στις απερίτμητες προκλήσεις αυτών των
δημιουργιών;
Είναι βέβαιο
πως η εμπειρία της ζωής είναι μέγας διδάσκαλος και πως μας καλεί και μας
ανακαλεί στη θεώρηση της έγχρονης φύσης μας και της δημιουργίας της.
Ιδού: Ό,τι
παράγεται έγχρονα και αγγέλλεται με τις ηθικοδιανοητικές μας καταλληλότητες
αναδύει ένα νόημα του οποίο δεν εγγράφεται πάντα ρητά, αλλά υποκρούεται και εδώ
η φιλοσοφική θεώρηση είναι αποκαλυπτική.
*
Τι είμαι ως
‘’παρατηρητής’’, ως αποφαινόμενος, ως θαυμάζων, ως κρίνων; Δεν είμαι
παρατηρητής, αλλά μέτοχος των συμβαινόντων και του πνεύματος το οποίο
προσπαθούν να ορθώσουν. Το πνεύμα όμως των συμβαινόντων των οποίων είμαι
μέτοχος και τιμητής δε βρίσκεται απλά στην αλληγορική και στη συμβολική τους
διέκφραση η οποία προϋποθέτει, το είδαμε, πνευματικές καταλληλότητες. Οι
τελευταίες (φαντασία, αίσθηση κλπ.) συνεπεξεργάζονται παραστατικά τα
συμβαίνοντα, αλλά οφείλει να υπάρχει κάτι που είναι η μήτρα τους, κάτι που τα
υπερβαίνει αλλά και που τα συνέχει.
Βέβαια,
υπάρχει η δυσκολία κατά την οποία ό,τι εκφραστό είναι και συμβολικό και
σχετικό, δεδομένης της αέναης αλλαγής των πραγμάτων, παρά το ότι η έγκυρη γνώση
εκφράζεται με τις αναλλοίωτες μαθηματικές οντότητες, αλλά και πάλι δεν υπάρχει
απόλυτη αντιστοιχία ανάμεσα στο μαθηματικά εκφρασμένο και στο ίδιο το
μαθηματικά συμβολιζόμενο.
Πριν
προχωρήσουμε, ας πούμε πως με την αποσυμβολοποίηση απ’ την οποία αναδύεται ο
κόσμος της σιωπής, οφείλουμε να συνεχίσουμε λαμβάνοντας υπόψη μας ό,τι
ονομάσαμε πνεύμα του λαού με τις περιγραφείσες διαθλάσεις του.
Επισκεπτόμενοι
αυτές τις διεκφράσεις, όλες διάσπαρτες και
συγκλίνουσες σε όλους τους λαούς και χωρίς εξιδανικεύσεις, διαπιστώνουμε
ένα κοινό αισθητήριο, όπως θα μας δίδασκε ο Αριστοτέλης. Βέβαια, ούτε
υποτάσσονται, ούτε εξαρτώνται οι φιλοσοφικές δημιουργίες απ’ τις δημιουργίες
του πνεύματος των λαών, αλλά υπάρχει αμοιβαίος φωτισμός.
Είναι σαφές
πως με τη φιλοσοφική δημιουργία παράγεται και αναπαράγεται μία μαιανδρική ορολογία
και παιδεία, με συνέπεια τις τάσεις, τις σχολές, τα ρεύματα που δεν οδηγούν σε
αμετάκλητες αλήθειες, που δεν οδηγούν σε εύδιο λιμένα σοφίας.
Επιπλέον, το
ερώτημα συνίσταται στο αν θα υπήρχε φιλοσοφική δημιουργία χωρίς το πνεύμα του
λαού και τις ενοράσεις του, αλλά αυτό δημιουργεί έναν βαθύτερο προβληματισμό. Ποια
η αιτία δημιουργίας όλων των μυθικοσυμβολικών μορφών έκφρασης που ωριμάζοντας
δείχνουν τη φιλοσοφημένη θεώρηση της ζωής;
Επανερχόμενοι
στα δύο ερωτήματα, διαπιστώνουμε πως αναζητάμε μια προδεδομένη απάντηση που δεν
οδηγεί σε ακτές εφησυχασμού, αλλά που ανοίγει δημιουργικούς ορίζοντες.
Το ανθρωπίνως
υπάρχειν δεν νοείται παρά ως ανθρωποκοσμικώς συνυπάρχειν και αυτό δημιουργεί
νέους ορίζοντες αναθέας, ανάβλεψης του πρωτινού νοητού φωτός, πέρα από
νοησιαρχίες, φωτός που μας κάνει κοινωνούς του συμβαίνοντος και όχι απλούς
παρατηρητές που παραστατικοποιούν ειδωλικά το ίδιο τους το οντικώς υπάρχειν.
*
Ας γίνουμε
όμως πιο συγκεκριμένοι για να προσεγγίσουμε τη μύχια πηγή ως προσεγγίζουσα το
οντικώς υπάρχειν μας με τα αποστάγματα σοφίας που δεν προσαποκτώνται αλλά που
συνειδητοποιούνται. Πρώτες και αφελείς ταυτόχρονα συνειδητοποιήσεις είναι οι
οικουμενικές-μυθικές αφηγήσεις που φωτίζουν το χάος της ύπαρξης: Κατανοούμε
σιγά σιγά πως δεν υπάρχει χάος, αλλά απόλυτο θεμέλιο που κτίζει κάθε σχετικό. Κανένα πράγμα δε γεννιέται στο χρόνο, αλλά
σε κάθε πράγμα ο χρόνος γεννιέται εκ
νέου και άμεσα απ’ την αιωνιότητα (Schelling,
Les âges
du monde, Ousia, 1988, σελ. 142). Υπάρχει μία συνεχόμενη γένεσις εις οὐσίαν (Πλάτων), μία αιώνια, άχρονη κατ’
ουσίαν, επίψαυση μύχιων πληροφοριών που πλάθουν τη διανθρώπινη κοινωνία, μία
ενδογενής πληρωματικότητα που μάχεται με την πλήξη της ειδωλοποιημένης
χρονικότητας, κάτι το οποίο, οσοδήποτε άρρητο, επιφαίνεται όχι μόνο με φιλοσοφικές
συλλήψεις ή θεωρήσεις, αλλά και χωρίς κανενός είδους φιλοσοφική παιδεία στον
κόσμο της λαϊκής σοφίας.
Ενώ ομολογούμε
πως η φιλοσοφία δεν είναι ποτέ σοφία, στην πραγματικότητα παράγει τη σοφία της
φιλοσοφίας κατά το ότι οδηγεί στη συνειδητοποίηση των οριζόντων του
ανθρωποκοσμικώς υπάρχειν. Στην περίπτωση των δημιουργημάτων του πνεύματος του
λαού, κάνουμε άνετα λόγο για λαϊκή σοφία.
Υπάρχουν όντως
χειροπιαστές μαρτυρίες που μπορούν να μας πείθουν ως προς τη εγκυρότητα ή την
αλήθεια της λαϊκής σοφίας;
*
Επισκεπτόμενοι
παροιμίες, αποφθέγματα, αλληγορίες, αινίγματα κλπ., έτσι όπως αναδύονται απ’
τις εμπειρίες της καθημερινότητας, διαισθανόμαστε ή και βεβαιωνόμαστε πως αυτές
οι καταγραφές αποκαλύπτουν το ψεύδος της επιφάνειας και πως αποτελούν εισβολές
στο νόημα του συμβαίνοντος, και όταν ακόμη περιγράφουν πάθη ή και πλάνες,
αδυναμίες κλπ., και όταν ψυχογραφούν ανθρώπινους χαρακτήρες ή διαπιστώνουν
ενίοτε με κυνισμό, υποκριτικές και ψευδείς συμπεριφορές.
Πιστοποιούν
κάτι το οποίο, πέρα απ’ την οικουμενικότητά του, υπερβαίνει τον κόσμο του
φαίνεσθαι και δρα ως ενορατική κοινωνία με το πνεύμα του συμβαίνοντος με τα
τόσα και τόσα πάθη και αδυναμίες. Αυτή η κατάσταση είναι σύμφυτη με τις μύχιες
απαιτήσεις της διανθρώπινης συνείδησης,
αναδύει φρόνηση που γίνεται ή οφείλει να γίνεται σωφροσύνη ως μαρτυρία-παρουσία
του ανθρώπου, αποκαλύπτει, θα λέγαμε, έναν έμφυτο ηθικό νόμο, όχι γενικόλογα
και αξιωματικά, όπως εκείνος του Kant με τη γνωστή κατηγορική προσταγή, αλλά συγκεκριμένα,
κάτι που προσφέρει πληρωματικότητα. Είναι ο άληστος χρόνος που φωτίζει τη
χρονικότητα.
Αν υπάρχουν
στην ιστορία της φιλοσοφίας αντιτιθέμενες θεωρήσεις ως προς το είναι της γνώσης
και του ήθους, τα ψήγματα της λαϊκής σοφίας, προδίδουν κατάδυση στο ‘’ένδον’’
του υπάρχειν και καταθέτουν επιγραμματικά ή αλληγορικά τη μαρτυρία τους. Μάταιον λόγον καί ψευδῆ μακράν μου ποίησον,
πλοῦτον καί πενίαν μή μοι δῶς, σύνταξόν δέ μοι τα δέοντα καί τά αὐτάρκη (Παροιμίαι, ΚΔ΄, Λ, 8). Βλέπουμε απ΄ το απόσπασμα και από πολλά άλλα, πώς το
αλληγορικό ή και συμβολικό μετουσιώνονται σε συγκεκριμένο το οποίο δεν είναι
πια μυθικό, αλλά αληθές ενάντια στις σχετικότητες της καθημερινής ζωής. Είναι,
όπως θα δούμε και στη συνέχεια, συγκεκριμένο και έχει ταυτόχρονα οικουμενικό
ταυτόχρονα.
*
Πολλά, αμέτρητα, χωρία συναντώμενα σε πολλές εκφράσεις της
λαϊκής σοφίας πληροφορούν ευθύβολα και μαρτυρούν πως βαθιά εταζόμενη η
ανθρωποκοσμική πραγματικότητα προσφέρει νόημα το οποίο διεμβολίζει κάθε
επιφανειακό.
Το σημαντικό επομένως βρίσκεται στο κατά πόσο η λαϊκή σοφία
οδηγείται στη φιλοσοφία. Ας προσεγγίσουμε ορισμένα πεδία στα οποία η σοφία
προσφέρεται στη φιλόσοφο μέριμνα και τα περαιτέρω βήματα της τελευταίας.
Ναι μεν στη
λαϊκή σοφία υπάρχει η βεβαιότητα του υπάρχειν στον κόσμο, αλλά με την ανατολή
του φιλοσοφικού λόγου, η διαπορία, το χάρμα, ο θαυμασμός γονιμοποιούνται και
προσφέρουν στη μυθική αφήγηση, αλλά και στην αλληγορική έκφραση άλλη πνοή.
Συνειδητοποιείται
βαθύτερα το υπάρχειν στον κόσμο και ταυτόχρονα στο λογισμό περιδινείται ο λόγος,
η σχέση αίσθησης και νόησης με κέντρο βάρους τη σωματικότητα και κατ’ επέκταση
τον αισθητό κόσμο. Απ’ τους προσωκρατικούς μέχρι τους νεορεαλιστές, τους
αναλυτικούς, τους υπαρξιακούς, τους φαινομενολόγους, τους πραγματιστές, τους
νεοθετικιστές κ. ο. κ., τα βασικά ερωτήματα που δημιουργούν φωτοβόλες
διαθλάσεις, αλλά και σοφιστείες, περιστρέφονται περί λίγες έννοιες ή και
συμβαίνοντα, όπως αίσθηση, αντίληψη, αισθητός κόσμος, είναι, νοείν,
αυναισθάνεσθαι, χώρος, χρόνος, φαντασία…
Η φιλοσοφική
πολυφωνία βέβαια δε λύνει τα ερωτήματα, αλλά ευρύνει τους ορίζοντες
εμπλουτίζοντας το συνειδησιακό σύμπαν και βοηθώντας μας στην όλο και
βελτιούμενη συνειδητοποίηση η οποία είναι ο ακρογωνιαίος λίθος στον οποίο
προσκρούουν άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά οι φιλοσοφικές αναζητήσεις.
*
Η φιλόσοφος μέριμνα
όμως παραμένει και θα παραμένει, σε πείσμα όλων όσοι διακηρύττουν επιπόλαια το
τέλος της φιλοσοφίας και την ‘’απορρόφησή’’ της τόσο απ’ την επιστήμη, όσο και
απ’ τις τεχνολογικές εφαρμογές που δείχνουν ολοταχώς την τεχνητή νοημοσύνη η
οποία εξάλλου θα ήταν αδιανόητη χωρίς τις επιστημονικές θεωρήσεις και εφαρμογές
που εκκολάπτουν επί αιώνες και άοκνα εργαστήρια τόσων και τόσων ερευνητών της
χημείας, της νευρολογίας, της βιοχημείας, της τεχνικής υπό την πανεπιστασία των
μαθηματικών που ορίζουν ‘’άϋλα’’ τις φανερώσεις και τα ιδιώματα του αισθητού
κόσμου για να οδηγούνται κατά βάθος στο
ίδιο το είναι της ένσαρκης υπάρχουσας παρουσίας μας και της σχέσης της με τον
αισθητό κόσμο. Να γιατί η φιλόσοφος μέριμνα είναι αειθαλής.
Συνειδητοποιούμαστε
όμως με τις απέραντες και θαυμαστές γνώσεις οι οποίες αναδύονται και οι οποίες
δεν υπάρχουν χωρίς το αναζητούν υποκείμενο;
*
Για να
συνεχίσουμε κατά το δυνατό καρποφόρα, ας τονίσουμε πως ο άνθρωπος των
παροιμιών, των αποφθεγμάτων κλπ., φθάνει στο σημείο να αναλογίζεται ως προς το
ίδιο του το είναι το οποίο πια δεν στρέφεται στα θαυμάσια του ανθρωποκοσμικού
συμβαίνοντος, αλλά κυρίως στο είναι του υπάρχειν του.
Βέβαια, αυτή η
στροφή είναι πανάρχαια και συναντάται σε όλες τις ηλικίες του ανθρωπίνως
υπάρχειν. Αναλογιζόμαστε όμως ως προς το αν η φιλόσοφος μέριμνα προσφέρει κάτι
νέο και σημαντικό πέρα απ’ τις μυθικές αφηγήσεις κλπ. Αν υπάρχει ενότητα του
ανθρωπίνως υπάρχειν χωρίς ‘’ρήγματα’’ ασυνέχειας, δεν πρόκειται περί χάσματος,
επειδή στις ίδιες τις νομιζόμενες ασυνέχειες διοράται μία μυστική συνέχεια η
οποία πλάθει το δεσμό μεταξύ σοφίας και φιλοσοφίας.
*
Ήδη,
οι Ανατολικοί μας λένε πως ό,τι θεωρείται γνώσιμο είναι αναληθές, καθόσον, ως
καθρέπτης του μεταβαλλόμενου αισθητού παύει να ισχύει και γι’ αυτό δεν είναι παρά είδωλο του
συμβαίνοντος το οποίο δεν έχει πραγματική οντική ύπαρξη. Το βαθύτερο εγώ, το μη
εγώ, είναι η αλήθεια. Γ’ αυτό, αυτός ο
διαλογισμός, ελεύθερος από πλάνη, είναι μη διαλογισμός (Στο έργο μας Η καταγωγή
των θρησκειών, Ι, Πολιτικά Θέματα/Ίρις, 1993, σελ. 519, όπως και στο θιβετιανό ταντρισμό, Ι, 517). Εξίσου
σαφής είναι και η βουδιστική άποψη, όπως καταγράφεται στο έργο του Môhan Wijayaranta Sermons du Bouddha: Έχοντας
ως στήριγμα την άγνοια παράγονται οι διανοητικές μας συνθέσεις απ’ τις οποίες
δημιουργείται η συνείδηση απ’ την οποία στη συνέχεια δημιουργούνται τα
διασκεπτικά και φυσικά φαινόμενα (Seuil/sagesses, 2006, σελ. 118).
Κι όμως, διακηρύσσεται με σαφήνεια κάτι το
οποίο συναντάμε παντού, αν η ματιά μας είναι εταστική: Η φύση σου και η παρθενικότητά σου, είναι άφθαρτες (Le Mahābārata, Η Καταγωγή, I,
274,275). Ήδη, αναδύεται ο λόγος της σιωπής αλλά και ο λόγος ο οποίος
αντιτάσσει τη ζωοποιό του μαρτυρία σε κάθε σχετικισμό.
Η
δυτική φιλοσοφία, αν εξαιρέσει κανένας τους σκεπτικούς (παιδαγωγούς κατά βάση
του λόγου), μηνύει το αντίθετο, αλλά δυσκολεύεται ως προς το αν η γνώση
εμφωλεύει στα γιγνωσκόμενα ή στο γιγνώσκοντα άνθρωπο, στο ανθρώπινο πνεύμα
ειδικά. Εκείθεν οι τριγμοί, οι διαφοροποιήσεις, οι αντιθέσεις, οι σχολές. Για
τον ευαίσθητο Schopenhauer λ.χ. η συνειδητοποίηση του
συμβαίνοντος είναι αρνητική: Η ζωή κάθε
ατόμου, ιδωμένη ως σύνολο και στη γενικότητά της… είναι πραγματικά μια τραγωδία
(The World as Will and Representation, Dover Publications,
1859, σελ. 322), παρόλο που στην επιφάνειά της μοιάζει κωμική, συμπληρώνει ο
φιλόσοφος.
Συνειδητοποίηση:
Τι συνειδητοποιούμε, αν όλα φθίνουν και παρέρχονται και μαζί με αυτό η
έγκοσμη-έγχρονη ύπαρξή μας;
Προς τι,
επομένως, οι διαπιστώσεις των αποφθεγμάτων, των λογίων, των παραβολών κ. ο. κ.,
αν αυτά είναι έστω και σοφές διαπιστώσεις των στιγμών, διαπιστώσεις οι οποίες
κληροδοτούνται ή και αναδιδάσκονται απ’
τις παλινωδίες ενός παρέλκοντος βίου και κάποιων ‘’φωτογράφων’’ του;
Οδηγούμαστε
στον εξής προβληματισμό: Οι αξιωματικές καταγραφές φιλοσόφων, προσεγγίζουν,
μείγνυνται με λόγια αποφθέγματα, και κατά πόσο μπορούμε να τα διακρίνουμε από
καταχωρήσεις, αξιώματα θα λέγαμε των Descartes (cogito ergo
sum), του Berkeley (esse is
percipi); Εμμένουμε ωστόσο σε κάτι πασιφανές.
Δεν υπάρχει ούτε ταύτιση της λαϊκής σοφίας με τη φιλοσοφία, ούτε αντίθεση, αλλά
δημιουργική συμπληρωματικότητα.
Οι αξιωματικές
κρίσεις των φιλοσόφων, οι κρίσεις δηλαδή που είναι ακρογωνιαίοι λίθου των
θεωρήσεών τους δεν είναι βέβαια ούτε παροιμίες, ούτε αινίγματα, ούτε γνωμικά,
λόγια, αλλά κύριες αφετηρίες οι οποίες όμως είναι συχνά αμφισβητήσιμες ή
επιδεκτικές βελτιώσεων, δεν έχουν οικουμενικότητα, παρόλο που ανοίγουν
ορίζοντες και απαιτούν φιλοσοφική παιδεία η οποία βεβαίως προσφέρει αφετηρίες
συνειδητοποίησης, κάτι που τα γνωμικά προσφέρουν με πλήρη διαφάνεια.
*
Το ερώτημα
παραμένει και γίνεται μάλιστα οξύτερο: Τι μπορούμε να λέμε για τη
συνειδητοποίηση, όταν στον κόσμο της πλέκονται και συμπλέκονται παραστάσεις και
φαινόμενα του φθίνοντος βίου;
Αν
απεμπλεκόμαστε από αυτά τα οποία προσλαμβάνονται μέσω της μνήμης, της αίσθησης,
της αντίληψης, της φαντασίας κλπ., τι απομένει;
Δε θα ήταν
μάλιστα δυνατό, διατείνεται ο αντίλογος, να υπάρχουν ό,τι ονομάζουμε πνευματικές
λειτουργίες χωρίς τα αισθητά με τα οποία κοινωνούμε για να δημιουργούμε έννοιες
με βάση τη μεταβολή, τις ομοιότητες, τις ανομοιότητες, τις συμμετρίες, κλπ.,
κατά τρόπο που ό,τι ‘’εισέρχεται’’ εκ των έξω κατατίθεται στην tabula rasa
με την ψευδαίσθηση την υποκειμενικού χαρακτήρα δημιουργούμενη γνώση.
Συνειδητοποιώ,
τέλος, τι;, αφού η αέναη αλλαγή διαφοροποιεί συνεχώς τα πράγματα;
Αυτή η ερώτηση
που ήταν εφαλτήριο πολλών σχετικιστικών ή και εμπειριστικών θεωρήσεων
παιδαγωγεί μεν αλλά υποπίπτει στον πειρασμό του πρωθύστερου, καθόσον τα
ερωτήματα τίθενται όχι απ’ τα μεταβαλλόμενα μεγέθη του αισθητού, αλλά απ’ την
απορούσα και πειραζόμενη συνείδηση.
Τίθεται
επομένως η εξής αντερώτηση: Ποιος αναρρωτιέται ως προς το συνειδητοποιούμενο
εγώ, τα αισθητά πράγματα που
μεταβάλλονται αενάως, εκτός απ’ το υποκείμενο; Έτσι, το δόγμα κατά το οποίο το
υποκείμενο είναι παθητικός αποδέκτης του συμβαίνοντος ταυτίζεται ή υποτάσσεται
στο συμβαίνον και παύει επομένως να αυτοσυνειδητοποιείται καθιστάμενο έρμαιο
της λεγόμενης φυσικής ακολουθίας.
*
Βαθύτερη όμως
επισκόπηση ανακαταλαμβάνει το εγώ και το ‘’μετατάσσει’’ απ’ την απροσωπία του
συμβαίνοντος, υπό οποιαδήποτε μορφή, στην ίδια του τη φύση η οποία δεν
ταυτίζεται με τα συμβαίνοντα, επειδή, αν ταυτιζόταν, δε θα είχαμε κανενός
είδους γνώση. Πρωταρχική επομένως αλήθεια δεν είναι η επικυριαρχία του αισθητού
συμβαίνοντος, αλλά το είναι της γνώσης που δίνει πνοή και ‘’πρόσωπο’’ στον
αισθητό κόσμο.
Η
συνειδητοποίηση επομένως δεν έχει ως
αφετηρία την αισθητή πραγματικότητα, αλλά το διαπορούν υποκείμενο που προσφέρει
νόημα στον αισθητό κόσμο, καθώς συνειδητοποιεί την ύπαρξή του ως γνώση.
Ποιος είμαι
επομένως εγώ που γνωρίζω αισθητές ποιότητες και ποσότητες; Η σκέψη μας επομένως
αναστρέφεται με την αίσθηση, με την αντίληψη, με τη μνήμη, με τη φαντασία, με
το λογίζεσθαι. Δεν πολυδιασπάται σε διαφορετικά πεδία, αλλά εντείνοντας την
προσοχή της, διαπιστώνει το συνέχεσθαί τους. Αν αναφερόμασταν σε γνωστούς όρους
όπως θεία μανία (Πλάτων), θεωρία (Αριστοτέλης), ενόραση (Bergson),
προθετικότητα (Husserl), percipi (Berkeley),
διανοητική ενόραση (Schelling), natura naturans (Spinoza),
αλογικό (E.
von Hartmann),
κ.α., θα κατανοούσαμε καλύτερα το ουσιαστικό στάδιο της συνειδητοποιούμενης
φύσης μας, ό,τι δηλαδή αποκαλύπτεται αφεαυτού.
Αναρωτιόμαστε
όλο και πιο επίμονα ποιο είναι το νόημα που αναδύεται απ’ την όλο και
προοδεύουσα συνειδητοποιημένη πνευματική μας ζωή στην άμεση και αδιαμεσολάβητη
σχέση της με τον κόσμο. Αν η αμεσότητά μας ως εννοιακή αρχή, ως αρχή δηλαδή
κάθε γνώσης που οδηγεί στη
συνειδητοποίηση, δεν είναι καμία απ’ τις πνευματικές της λειτουργίες ή
όλες μαζί, τα γιγνωσκόμενα αισθητά, μόνο με την οντική φύση του εγχρόνως
υπάρχειν μας θα νοηματοδοτούνταν.
Υπάρχει
δυνατότητα συνειδητοποίησης του είναι μας το οποίο γνωρίζει, αισθάνεται,
αντιλαμβάνεται, λογίζεται, συλλογίζεται; Εδώ αναφύεται ό,τι ονομάζουμε μυστική
διόραση η οποία προσπερνάει τις επιμέρους διαφοροποιήσεις φθάνοντας στο
‘’άκρο’’, στο διαλογιζόμενο και συναισθανόμενο ταυτόχρονα υποκείμενο και η οποία δεν έχει περιεχόμενο, έτσι
τουλάχιστον φαίνεται με την πρώτη ματιά.
Πρόκειται για ηρωική αναμέτρηση που προσπαθεί να ιχνεύσει το είναι του υπάρχειν
μας χωρίς να επιστρέφει σε παραστάσεις, σε γνώσεις, σε εμπειρίες. Πρόκειται,
επιπλέον, για μία κατάσταση η οποία, υποτίθεται, αγνοεί όχι το χρόνο, αλλά τη
ροή του, τη χρονικότητα δηλαδή, και η οποία επιστρέφοντας στο ‘’κενό’’ εγώ, ζει
και εξακολουθεί να ζει τη χρονικότητά
της, τις αλλαγές και τα συμβαίνοντα δηλαδή.
Μήπως επομένως
αυτή η έξοδος δεν είναι παρά ψευδαίσθηση ή και φαντασίωση του λόγου (η φαντασία
δεν φαντασιώνεται) που ‘’τρέφει’’ την ανύπαρκτη πραγματικότητα και μάλιστα σε
πείσμα του συμβαίνοντος στο οποίο μετέχουμε ως ένσαρκα-έγχρονα όντα; Αυτοί οι
προβληματισμοί είναι όντως θεμιτοί και μας θυμίζουν κάτι στο οποίο επιμείναμε
και σε άλλες ευκαιρίες: Δεν υπάρχει οποιασδήποτε μορφής γνώση χωρίς το αισθητό
συμβαίνον.
Για να υπάρχει
όμως πραγματική γνώση και όχι ουρανοβασίες, προϋποτίθεται το
ανθρωπίνως-εγκόσμως-εγχρόνως υπάρχειν, και εδώ οι προβληματισμοί οξύνονται: Πού
οφείλεται η συνειδητοποίηση του συμβαίνοντος, στο ίδιο το συμβαίνον ή στον
συνειδητοποιούντα άνθρωπο;
Επιστρέφουμε
επομένως για μια ακόμη φορά στο γιγνώσκον υποκείμενο το οποίο όμως δεν
εξαντλείται με τη φορά της γνώσης-γνώσεων, δεδομένου ότι κάθε γνώση, και η
επιστημονική, είναι σχετική και εκφράζεται πάντα συμβολικά, μη εξαιρουμένων και
των συναισθημάτων μας, όπως και της ανθρωποκοσμικής αρχής του
υπάρχειν-συν-υπάρχειν.
Γόρδιος δεσμός
ή όντως οριακοί υπαινιγμοί;
*
Αναδρομή,
σύντομη αναδρομή στο πνεύμα της μυθολογίας ίσως βοηθήσει. Ο τιτάνας Κρόνος, γιος του Ουρανού και της
Γαίας, σκοτώνει τον πατέρα του και παίρνει την εξουσία, αλλά φοβούμενος μην
πάθει το ίδιο, σκοτώνει τα παιδιά του. Η σύζυγός του όμως Ρέα, έκρυψε το
τελευταίο παιδί, τον Δία ο οποίος έπραξε ό,τι και ο πατέρας του… Ήδη, η
συμβολική θεώρηση κατά την οποία ο Κρόνος τρώει τα παιδιά του, κάνει τον Κρόνο
πατέρα της χρονικότητας στον κόσμο της οποίας συμβαίνουν όλα τα παράλογα, όπως
φόνοι, ψεύδη κ. ο. κ., και περίοδοι νομιζόμενης ευδαιμονίας που αντιστρέφονται
υπό άκρως ανάλογες καταστάσεις.
Έτσι,, ο
Ουρανός και η Γη τίκτουν τον Κρόνο στον κόσμο του οποίου τελείται ό,τι
ονομάζουμε ανθρωποκοσμικό, πέρα απ’ τα λεγόμενα του μύθου…
*
Τι απομένει
στο γιγνώσκον υποκείμενο, αν το απαλλάξουμε απ’ τις γνώσεις του και απ’ τα
συναισθήματά του, αναστέλλοντας τις πνευματικές του καταλληλότητες;
Υπάρχει, ας
πούμε, ένα εγώ-μη-εγώ ως αειγενής μήτρα και ποιος λοιπόν ο ρόλος της φαντασίας
κλπ.; Σε αυτό το σημείο αναρρωτιόμαστε ως προς τη ύπαρξη του λεγόμενου
εξωτερικού κόσμου, ή, γενικότερα, της έγκοσμης πραγματικότητας η οποία είναι
αδιανόητη χωρίς το σκεπτόμενο και διαλογιζόμενο εγώ. Βαθύτερα ακόμη, και
προσεγγίζουμε τους διαλογισμούς μας, αγγίζουμε το πρόβλημα του χρόνου, της
χρονικότητας κυριολεκτικότερα, της χρονικότητας που ταυτίζεται με τις αλλαγές,
απέραντες κατά το πλήθος, που ενιαιοποιούνται μόνο απ’ το εγώ το οποίο
συνειδητοποιείται έτσι, σε αντίθεση με το αισθητό το οποίο είναι απρόσωπο, πέρα
απ’ τις κυκλικές και ασύνειδες ενστικτώδεις κινήσεις.
Έχουν πει,
κυρίως οι Ανατολικοί (το έχουμε αναπτύξει εκτενώς σε άλλες ευκαιρίες), πως η
μόνη αλήθεια η οποία δε γνωρίζει ούτε αλλαγή, ούτε φθορά, ούτε μεταβολή, είναι
το μη εγώ και πως σκοπός της ζωής είναι η εξαφάνιση του εγώ το οποίο τρέφεται
και εκτρέπεται με χθόνια υλικά, με συνέπεια τις τραγωδίες (κυρίως Tantra). Μη
συγχέεις το πνεύμα μέσω του ό,τι είναι εντός του και κεκρυμμένο… Διακηρύττουμε
πως η Θεότητα δεν είναι ούτε νοητή, ούτε αυτονοούμενη και πως είναι εξοχότερη
από κάθε Λόγο και Έννοια (The Chaldean Oracles, Heptangle books, σελ. 88). Είναι
επίσης γνωστές οι περί σκότους αγνωσίας θέσεις ευρωπαίων μυστικών, αλλά γνόφοι
δεν είναι παρά καταστάσεις που υποβάλλονται από φυσικά φαινόμενα, σε αντίθεση
με το φως που είναι και αυτό φυσικό φαινόμενο.
Τι απομένει
επιτέλους απ’ το καθαρό εγώ, απ’ το μη-εγώ (και ο Fichte
έκανε
λόγο για το μη-εγώ, αλλά υπό άλλα προδεδομένα), αν απογυμνωθεί απ’ τις
κυριότητές του οι οποίες όμως είναι ανύπαρκτες ή εντελώς ανενεργείς, χωρίς το
κοσμικό συμβαίνον με το οποίο επιφαίνονται;
Δεν υπάρχει
μη-εγώ, αλλά κάτι σημαντικότερο: Υπάρχει το οντικό εγώ, το άχρονο εγώ το οποίο
ταυτίζεται με την ουσία του χρόνου, με την άχρονη αφετηρία που δεν ορίζεται,
που δε σχετικοποιείται, αλλά που αποτελεί τη συνέχουσα αρχή κάθε σχετικού,
μεταβαλλόμενου, αισθητού.
Συνήθως
παρασυρόμαστε από ακροβασίες που ειδωλοποιούν το πνεύμα του συμβαίνοντος και
που οδηγούν σε πλαστές ιδεοποιήσεις οι οποίες παραποιούν το πνεύμα της
φιλοσοφίας.
Βέβαια, δεν
υπάρχει φιλοσοφική σκέψη χωρίς διαφοροποιήσεις ή και σοβαρές διαφωνίες, εξάλλου
η φιλοσοφία δεν είναι σοφία που θέτει τελεία και παύλα στη διανθρώπινη
αναζήτηση του αληθεύοντος.
*
Για να
ανα-γνωρίσουμε το μεγάλο πρόβλημα ως προς το είναι του χρόνου, επιστρέφουμε στο
καθαρό εγώ το οποίο δεν είναι δυνατό να συλληφθεί ως υπάρχον. Περικυκλωμένοι ή
και μέτοχοι στον κόσμο των αλλαγών στις
οποίες όλοι μετέχουμε, μπορούμε να δούμε με κάθε καθαρότητα κάτι αποκαλυπτικό:
Χρόνος, αλλαγή, φθορά, μεταβολή, είναι αδιανόητες καταστάσεις χωρίς την
προκαταρκτική-οντική αλήθεια η οποία καθιστά δυνατές τις μεταβολές. Έτσι, το
μη-εγώ δεν είναι κάποια ουσία ή κατάσταση, αλλά η πληρώνουσα αρχή που φωτίζει
κάθε σχετικό. Το πρόβλημα επομένως το σχετικό με το αν υπάρχει καθαρό εγώ και
αισθητός κόσμος είναι ψευδοπρόβλημα το οποίο, αναβαπτιζόμενο, ανατίθεται: Στο
είναι της γνώσης, στο βάθος του φαινομένου, πέρα απ’ τις και ακριβέστερες ακόμη
συμβολικές περιγραφές, υποκρύπτεται φανερούμενο το οντικό είναι των πραγμάτων που
αποκαλύπτει κρυπτικά την άρρητη μαρτυρία κατά την οποία το εγώ, επιφανειακά
θεωρούμενο, είναι άθυρμα μεταβαλλόμενων πραγμάτων που όμως δε νοηματοδοτούνται
παρά απ’ την οντική φύση που δεν είναι παρά το μη-εγώ-πληρωματικότητα. Φύσις κρίπτεσθαι φιλεῖ (Ηράκλειτος) κατά
τρόπο που τα φαινόμενα αποκαλύπτουν τον κάλλιστον
κόσμον.
Αν επομένως το
μη-εγώ δεν είναι παρά το άρρητο-απόλυτο που νοηματοδοτεί το σχετικό, αν δηλαδή
‘’κείται’’ πέρα απ’ τη σχετικότητα, το κρυπτόμενο που νοηματοδοτεί κάθε
σχετικό, οφείλουμε να ερευνήσουμε το ίδιο το είναι της χρονικότητας και το
βάθος το οποίο υπομηνύει.
Υπάρχει
χρονικότητα;
Το ερώτημα
προϋποθέτει οπωσδήποτε τόσο το αισθητό, όσο και τις πνευματικές μας
καταλληλότητες. Σε ό,τι μπορούμε να αισθανόμαστε, να λογιζόμαστε, να κρίνουμε,
προϋποτίθεται μία αμετάθετη αρχή χωρίς την οποία τίποτε δεν είναι διανοητό.
Εννοούμε το συνυπάρχειν ανθρώπου και κόσμου μακριά από αναγωγές, άμεσα,
απόλυτα, αλλά το πρόβλημα ανακύπτει:
Είναι οι σκέψεις μας, τα συναισθήματά μας, οι βλέψεις μας διανοητά χωρίς
την παναλήθεια η οποία ‘’χωρεί’’ ό,τι μεταβάλλεται, φθίνει, παρέρχεται; Είναι
δυνατό μέτρο και κριτήριο οποιασδήποτε έγκυρης απόφανσης να είναι ό,τι φθίνει
και μεταβάλλεται και, επιπλέον, είναι δυνατό τα φθίνοντα και μεταβαλλόμενα να
συνιστούν κριτήριο του αληθεύοντος, όταν μάλιστα δεν αποφαίνονται, αλλά
αποφαινόμενος είναι ο ανθρώπινος λογισμός;
Ο πειρασμός
της αυτοερμηνείας ελλοχεύει πάντα, αλλά στην περίπτωσή μας δεν πρόκειται για
αυτοερμηνεία αλλά για ετεροερμηνεία, αφού τα αισθητά και γενικότερα ο αισθητός
κόσμος επιβάλλουν στο υποκείμενο μία ερμηνεία ή εξήγηση του συμβαίνοντος την
οποία ο λογισμός παραλαμβάνει ως
παθητικός ερμηνέας του συμβαίνοντος.
Δημιουργείται
έτσι πλέγμα προβληματικών αποφάνσεων που επιτείνονται απ’ τη βεβαιότητα των
θετικιστών κατά την οποία η ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου δεν αποδεικνύεται. Πώς
επομένως μπορούμε να αποφαινόμαστε ως προς την βεβαιότητα ύπαρξης των ποικίλων
ερεθισμάτων;
Ας πούμε σε
αυτό το σημείο κάτι καθοριστικό για τη συνέχιση των σκέψεών μας. Ό,τι
ονομάζουμε απόδειξη δεν ισχύει (ας θυμηθούμε τον Ευκλείδη: Ὃπερ ἔδει δεῖξαι.) : Ό,τι λέμε απόδειξη δεν είναι παρά δείξη που
προκύπτει απ’ την ορθή χρήση των αξιωμάτων τα οποία είναι αναπόδεικτα,
αναπόδεικτα επειδή δεν υπάρχει τρόπος βεβαίωσής τους παρά μόνο ένας και μόνο
ένας: Η ταυτότητα των πάντων που διαθλάται ως απέραντων μορφών ετερότητα που
καθιστά δυνατή τη σύγκριση, τη διάκριση, τη διαφορά, τη συμμετρία κ. ο. κ.
*
Ήδη,
επιστρέφουμε: Ό,τι μας κάνει να αισθανόμαστε, να εκφραζόμαστε λογικά, δεν είναι
η απρόσωπη ροή του έγχρονου το οποίο μεταβάλλεται, φθείρεται, αλλά ό,τι συνέχει, ό,τι καθιστά δυνατή την
εννόησή του. Η χρονικότητα των πάντων που οδηγεί στο θάνατο θέτει αμετάκλητα
και επίμονα το ερώτημα: Είναι η χρονικότητα καθοριστικός παράγοντας γνώσης ή
απλά υπαρξιακή καταγραφή των συμβαινόντων; Είναι η γνώση προϊόν της τυφλής
φυσικής διαδικασίας όπου το απρόσωπο-αυτόματο ένστικτο ‘’άγει’’ στο λογισμό ο
οποίος δεν είναι παρά νεκρό αντίγραφο του συμβαίνοντος;
Εδώ νομίζουμε
πως οφείλουμε να διασυσχετίσουμε τη χρονικότητα με τη γνώση και να διαγνώσουμε
και τη φύση του χρόνου. Ο χρόνος ‘’ρευστοποιείται’’ ως χρονικότητα, ως επίλαμψη
του συμβαίνοντος που πάντα κατατίθεται ως γνώση, ως συναίσθημα, ως θραύση της
απροσωπίας. Κατά τον Montaigne, πολλές
καταγραφές του οποίου παραπέμπουν σε γνωμικά αλλά και παροιμιακές καταγραφές, αν τα πρόσωπά μας δεν ήταν παρόμοια, δε θα
μπορούσαμε να διακρίνουμε τον άνθρωπο απ’ το ζώο· αν δεν ήταν ανόμοια, δε θα
μπορούσαμε να διακρίνουμε τον άνθρωπο απ’ τον άνθρωπο (Oeuvres Complètes, L’Intégrale/Seuil, 1967, σελ.
430).
Ήδη, ό,τι
συμβαίνει καταγράφεται συμβολικά και διαπιστώνουμε πως η γνώση
συγκεκριμενοποιείται πάντα συμβολικά υπό το πλέγμα της χρονικότητας
Οδηγούμαστε σε
όρια: Είναι η χρονικότητα εικόνα του γιγνωσκομένου ή του συναισθανόμενου με
καρπούς τις τόσες και τόσες γλώσσες σε όλους τους τομείς των δραστηριοτήτων
μας; Θα λέγαμε με την πρώτη ματιά πως αν αυτό σημαίνει θα μεταβαλλόμασταν σε
παθητικούς δέκτες του συμβαίνοντος.
Υπάρχει ωστόσο
δημιουργικός αντίλογος κατά τον οποίο το γιγνώσκον και συναισθανόμενο
υποκείμενο ίσταται αρραγές απέναντι στις απρόσωπες μεταβολές τις οποίες και
ορίζει. Τι είναι το ορίζον, έστω και περιοριστικά, δεδομένου πως κάθε ορισμός
είναι περιορισμός; Σοφοί Ανατολικοί επικαλούνται το μη-εγώ υποκρούοντας
ταυτόχρονα πως υπάρχει ένα άρρητο θεμέλιο, ανεξερεύνητο, ως μόνη αλήθεια, ως
σπονδυλική, ως μόνη αλήθεια, ενάντια στις γνώσεις οι οποίες δεν είναι αληθείς.
Υπ’ αυτές τις
προϋποθέσεις, η χρονικότητα η οποία δεν αφεταιρίζεται απ’ την έγκοσμη εμπειρία
δεν είναι παρά η σκιά του χρόνου ο οποίος όμως είναι αδιανόητος χωρίς τη
χρονικότητα την οποία και ορίζει και αυτό φωτίζει και τις σχέσεις μεταξύ γνώσης
και αισθητού. Ήδη, η αίσθηση έχει νοητή φορά και υποκρούει τη φύση του
αισθητού, αφού χωρίς το αισθητό δεν υπάρχει αίσθηση. Ήδη, αναγνωρίζουμε την
πνευματική φύση του κόσμου μας ο οποίος δεν είναι υλικός και το γνωρίζουμε, και
όταν ακόμη κάνουμε λόγο για υλικά πράγματα, εννοώντας έστω και ασύνειδα
αισθητές ποιότητες.
*
Θα μπορούσαμε
επομένως να ισχυριζόμαστε πως χρόνος δεν είναι παρά η εννόηση του
συμβαίνοντος-συμβαινόντων, η φαινομενικότητα σε όλο της το εύρος, ό,τι μας
καθιστά ικανούς να συνδυάζουμε ασυνέχειες και να δημιουργούμε το συνεχή και
συνεκτικό λόγο.
Υπάρχει όμως
χρονικότητα χωρίς το χρόνο και πώς προσεγγίζεται ο τελευταίος; Μόνο προσφυγή
στη συνέχουσα αρχή, ορατή μορφή της οποίας είναι το συνυπάρχειν, μας οδηγεί στο
εξής: Ο χρόνος δε συλλαμβάνεται, δε νοείται δηλαδή παρά απολύτως ως αρχή που
συνέχει κάθε αλλαγή, μεταβολή, συναίσθημα, λόγο.
Τεκμήρια αυτής
της αλήθειας υποκρούονται και αποκαλύπτονται ταυτόχρονα στην ίδια τη δομή του
λογισμού. Κάθε λογική πρόταση, καταχώρηση, περιγραφή, στερεώνεται λογικά
δίνοντας ένα νόημα, έστω και μη αληθές, παρά το ότι προκύπτει απ’ τον κόσμο των
μεταβαλλόμενων πραγμάτων και καταστάσεων, μας οδηγεί σε ένα παράδοξο:
Μήπως χρονικότητα η οποία προδίδει το
χρόνο δεν είναι διανοητή χωρίς την εννόηση του αισθητού συμβαίνοντος και των
ακολούθων του κατηγοριών, τουτέστι χωρίς την κάθε μορφής γνώση;
Ίσως
αναρωτιόμαστε αν γνώση και χρονικότητα είναι τόσο αλληλένδετα που αδυνατούμε να
τα διακρίνουμε. Όταν προσπαθούμε να νοήσουμε το είναι της χρονικότητας,
καταφεύγουμε σε γνώσεις και σε συναισθήματα, στη φαινόμενη επιφάνεια του ίδιου
μας του εαυτού, σε ό,τι δηλαδή είναι διανοητό, σε ό,τι είμαστε ικανοί να
φανταζόμαστε, και, να η αποκάλυψη του συνέχοντος τις γνώσεις, τις παραστάσεις,
τα βιώματα. Εμβαθύνοντας μάλιστα, ‘’πιέζοντας’’ δηλαδή το λογισμό και το
συναίσθημά μας, αναζητάμε το είναι της χρονικότητας που δεν είναι παρά το είναι
της γνώσης και του συναισθήματος.
Ήδη, ο χρόνος
υποκρύπτεται και φανερώνεται ως οντική φύση της χρονικότητας, ως απόλυτη συνέχεια
η οποία συνέχει οτιδήποτε το ασυνεχές, έτσι που καθίσταται νοητό και εννοητό
κάθε μεταβαλλόμενο, φθειρόμενο, παρερχόμενο.
Δεν είναι όμως
μόνο αυτό η ατρεμής πραγματικότητα που μας συνέχει. Υπάρχει κάτι βαθύτερο το
οποίο ανακινεί πανάρχαιες αλλά και σύγχρονες αναζητήσεις και προβληματισμούς.
Τι συνέχει το υπάρχειν μας στον κόσμο του οποίου τελούνται τα εν χρόνω
τελούμενα, η χρονικότητα δηλαδή; Το εγώ που είναι αδιανόητο χωρίς την
έγχρονη-έγκοσμη εμπειρία και γνώση ή η αρχή, η οντική αρχή που καθιστά δυνατό
το αισθάνεσθαι-ατιλαμβάνεσθαι; Πού
τελούνται όλα αυτά τα συνεπόμενα: Στο χωροχρόνο που αποκαλούμε χρονικότητα ή
στο συνειδός που είναι με τη σειρά του αδιανόητο χωρίς τα δεδομένα της
χωροχρονικότητας;
Ίσως αναδύεται
κάτι που μοιάζει με παράλογο (το παράδοξο είναι κατεξοχήν φιλοσοφικό). Εννοούμε
την υπερβατικότητα όχι ως υπέρβαση της εγκοσμιότητας όπως τη θεώρησε η
οντοθεολογία της δυτικής σκέψης, αλλά την ίδια την υπερβατικότητα του έγκοσμου,
ένα είδος αποκάλυψης που αναδύεται ως μήτρα κάθε δημιουργικότητας και βιώματος.
*
Φθάνουμε στα
‘’όρια’’ του υπάρχειν, αφού υπάρχοντας και μόνο υπάρχοντας διανοούμαστε,
αισθανόμαστε, συναισθανόμαστε, ζούμε.
Ανόρια όρια θα
λέγαμε, καταστάσεις που δεν έχουν όρια, όπως και ο κόσμος μας, αφού σε κάθε
ύπαρξη οποιουδήποτε αισθητού στιγματίζεται η οικουμενική συμπαντική πνοή, το
ανόριο δηλαδή του κόσμου μας που είναι και δικό μας, αφού ό,τι λέμε για το
κοσμικό συμβαίνον είναι γνώση, οσοδήποτε σχετική, συνειδητοποιημένη διαπίστωση
έξω απ’ τα δεσμά του υποκειμενικού και του αντικειμενικού.
Για να
προχωρήσουμε, ας τονίσουμε κάτι το αποκαλυπτικό: Γνωρίζουμε τα αισθητά και μαζί
τους χαρακτήρες τους, το τμητό, την κίνηση, φθορά, μεταβολή κλπ., κατά τρόπο
που οι κοινοί χαρακτήρες καθιστούν δυνατές τις αλλεπάλληλες διαφορές,
εναντιότητες, κ. ο. κ. Τα όμοια, τα ανόμοια, τα γρήγορα, τα αργά, τα σκληρά, τα
μαλακά ως έτερα μεταξύ τους νοούνται και εννοούνται, γνωρίζονται δηλαδή επειδή
το είναι τους είναι κοινό, ταυτό, που ως υπάρχειν εκφράζεται διαφορετικά.
Η χρονικότητα
των πραγμάτων που είναι συνειδητή απ’ το πνεύμα μας, το υπάρχειν τους δηλαδή με
όλους τους χαρακτήρες του ανακλάται και στην έγχρονη ύπαρξή μας, και αυτό μας
υπαινίσσεται τη σχέση χρονικότητας και γνώσης.
Τι συμβαίνει
επομένως; Είμαστε σε θέση να συγκρίνουμε τη φύση των πραγμάτων με τη φύση της
χρονικότητας; Είναι οπωσδήποτε σαφές πως η χρονικότητα ως γενική έννοια
συμπίπτει με τη φαινομενικότητα ως άλλη έκφρασή της. Ήδη κατανοούμε πως αν το
είναι της φαινομενικότητας είναι η οντική φύση των αισθητών, το αιώνιο είναι
τους δηλαδή που είναι η ταυτότητα των ποικίλων, το αυτό συμβαίνει και με την
χρονικότητα χωρίς την οποία δεν είναι εκφραστή καμία γνώση.
Τι είναι
επομένως η χρονικότητα; Είναι ό,τι αποκαλούμε χρόνο, απόλυτη συμπάγεια και
ταυτότητα των ασυνεχών χρονικοτήτων στη συνέχουσα αρχή τους που είναι ό,τι
ονομάζουμε χρόνο, χρόνο χωρίς χρονικότητες, αλλά αειγενή αρχή τους μακριά από
κάθε εκτατότητα ή και παραστατική προσπάθεια, αφού, το έχουμε τονίσει
επανειλημμένα σε άλλες μας προσπάθειες, ό,τι αποκαλούμε χώρο δεν είναι παρά η
φαντασία, ενώ ό,τι αποκαλούμε εκτατά πράγματα δεν είναι παρά εσαεί
μεταβαλλόμενες συνθέσεις πνευματικής φύσης.
Όπως οι
γνώσεις μας καταξιώνονται παρά τη σχετικότητά τους, κατά παρόμοιο τρόπο οι
χρονικότητες των χρονιζόμενων πραγμάτων, οσοδήποτε μεταβαλλόμενες κατά τις
περιστάσεις, είναι αδιανόητες χωρίς τον απόλυτο χρόνο, χωρίς την αρχή που τις
νοηματοδοτεί. Έτσι μπορούμε να λέμε πως χρόνος δεν υπάρχει στον έγχρονο βίο
παρά ως φαινόμενο. Η αρχή του είναι απόλυτος δοτήρας κάθε χρονικότητας.
Υπάρχει εδώ
κάτι ‘’προκλητικό’’: Όπως δεν είναι διανοητή η Γνώση ως αρχή των γνώσεων χωρίς
τις τελευταίες που είναι έγχρονες απομιμήσεις της, κατά παρόμοιο τρόπο δεν
είναι διανοητός ο χρόνος χωρίς τις χρονικότητες.
Με απλά λόγια,
ισχύει ό,τι προσπαθήσαμε να δείξουμε σε άλλες προσπάθειες: Το απόλυτο δεν είναι
μόνο αρχή συνέχουσα το σχετικό, αλλά και αιχμάλωτό του, καθόσον μόνο εν σχετικώ
αποκαλύπτεται. Ήδη, η γνώση αιχμαλωτίζει ως σχετική έκφρασή της την ταυτότητα, το απόλυτο, το πλατωνικό αγαθό
το οποίο, όπως παρατηρεί ο Αθηναίος, υπέρκειται ως ἀνυπόθετον και της γνώσης και της αλήθειας.
*
Ό,τι επομένως
έγκοσμο, έγχρονο, σχετικό, ό,τι δηλαδή εμπίπτει στις γνωστικές μας
καταλληλότητες, είναι στην ουσία του άρρητο, απόλυτα δηλαδή νοητό, και γι’ αυτό
μη παραστατό, μη συμβολικά εκφραζόμενο. Το αυτό συμβαίνει και με το είναι της
χρονικότητας.
Θα βοηθηθούμε,
αν κάνουμε μια ριζική ‘’επιστροφή’’ στο ίδιο μας το είναι, αν δηλαδή
αναρωτηθούμε ως προς την ίδια μας την οντική φύση ως υπάρχοντες.
Μπορούμε να
αποκολληθούμε απ’ την ένσαρκη κατάστασή μας, απ’ τις γνώσεις μας, απ’ τα
συναισθήματά μας, απ’ τις παραστάσεις μας, για να συναντήσουμε κάτι ριζικότερο,
αν υπάρχει;
Αποκόλληση απ’
το συνυπάρχειν δε φαίνεται να είναι πραγματοποιήσιμη, άλλως θα ταξιδεύαμε σε ειδωλικούς
τόπους και γι’ αυτό ο μόνος, ο μοναδικός δυνατός τρόπος είναι η προσωπική εμβίωση του συμβαίνοντος με
την πρωτοπληροφορία του υπάρχειν και κοινωνείν με την έγκοσμη πραγματικότητα.
Φθάνουμε στο είναι της φαινομενικότητας, της χρονικότητας, του υπάρχειν-συνυπάρχειν
και συναντάμε ό,τι είχαμε αποκαλέσει αρχιακές
έννοιες (προθετικότητα, ενόραση, ανάβλεψη, θεωρία, εκστατική πνοή κ. ο. κ.) που κατά βάθος
θεωρούμενες δεν μηνύουν παρά τη μία και ταυτή ως συνέχουσα αρχή με την οποία
κοινωνούμε και η οποία νοηματοδοτεί κάθε μορφή ύπαρξης, και, επομένως, το
προσωπικό μας υπάρχειν, την οντική φύση του υπάρχοντος ως πληρωματικότητα.
Πρόκειται για πρωτοπληροφορία που αίρει το πέπλο της συμβολικής έκφρασης και
που οδηγεί σε ό,τι ονομάσαμε αποσυμβολισμό, σε ένα είδος μυστικής (όχι
μυστικιστικής) μείξης με το απόλυτο το οποίο είναι πια μέρος μας και του οποίου
είμαστε ‘’μέρη’’ ως αδιαίρετα, ως άχρονα κοινωνούσες οντικές φύσεις. Αυτή η
διαπίστωση δε μπορεί να γίνεται αντικείμενο παραστατικής περιγραφής επειδή είναι
άμεση πρφωτοπληροφορία η οποία, χορηγός νοήματος, ορθώνει λογικά κάθε θετική
πληροφορία.
Ας προσθέσουμε
πως κάθε θετική περιγραφή υπό οποιαδήποτε μορφή (επιστημονική, συναισθηματική,
καλλιτεχνική, λογοτεχνική κλπ.) δεν είναι κάτι αυτόνομο, αλλά, εμβαθυνόμενη,
άγει σε ό,τι την καταξιώνει, στην αποσυμβολοποίηση που είναι και το λέγειν της
σιωπής.
Οδηγούμαστε
έτσι σε ουσιαστική θεώρηση της γνώσης και του συναισθήματος, στο μύχιο δεσμό
τους που προδίδει την οντική μαρτυρία που καθιστά το συνυπάρχειν συνείναι, για να θυμηθούμε το πνεύμα των
λόγων της Διοτίμας όπως μας παρουσιάζονται στο Συμπόσιον.
Ο ορθός λόγος
επομένως δεν είναι όπως τον θεώρησε ο Διαφωτισμός και οι περίφημοι ορθολογιστές
που παραπέμπουν στον Descartes διαστρέφοντάς
τον, αλλά, για να μιλήσουμε πλατωνικά, η ὀρθή
δόξα μετ’ ἐπιστήμης. Είναι όντως ο λόγος ορατή μαρτυρία της γνώσης η οποία
κατατίθεται συμβολικά, αλλά κατά βάθος θεωρούμενος, είναι μαρτυρία του
αληθεύοντος νοήματος το οποίο δεν εγκλείεται σε κανένα σχήμα ή σχολή που
διακηρύττει την αποκλειστικότητα των δοξασιών της. Ο ορθός λόγος, βαθιά
θεωρούμενος, αποσυντίθεται, κάτι που σημαίνει πως αν δεν αποκαλύπτει το κρυπτόν του, παραμένει ή, μάλλον,
ειδωλοποιείται απ’ τον εκφράζοντά τον και αποπροσανατολίζει. Καθίσταται έτσι
πλανερή μάσκα με συνέπεια μακάβρια φώτα που επισκοτίζουν και απομακρύνουν απ’
τη θεωρία και κοινωνία με το αληθεύον νόημα.
*
Η εσφαλμένη
θεώρηση της χρονικότητας εξορίζει την πηγή της, το χρόνο, και εγκαθίσταται στο
βασίλειο του φθαρτού, αποσείοντας ή νομίζοντας πως αποσείει κάθε αρχή και
νόημα. Αυτό σημαίνει πως απολυτοποιεί το σχετικό, με συνέπειες που καθιστούν το
λέγειν παραλογίζεσθαι και το ήθος κακοήθεια με αγνόηση της αρχής του
συνυπάρχειν.
Είναι,
νομίζουμε, κατανοητό πως η γνώση είναι
αδιανόητη χωρίς τη χρονικότητα και πως όσο αγνοούμε την αρχή της
χρονικότητας, αγνοούμε και την πηγή της
γνώσης, φθάνοντας στην ψευδή γνώση που μπορεί τυπικά να είναι έγκυρη, αλλά
οντικά εσφαλμένη. Σε αυτό οφείλονται οι διαφωνίες όχι μόνο φιλοσόφων, αλλά και
επιστημολόγων οι σχετικές με το είναι της γνώσης πέρα απ’ τη συμβολική της
γραφή που γίνεται πια παράσταση φαντάζουσα ως λεία (ο Heidegger
διεκήρυττε πως η γνώση είναι ληστεία) του πονηρευόμενου λόγου ο οποίος και
καθίσταται στη συνέχεια δούλος όχι μόνο της γνώσης, αλλά και των φαινομένων,
της αναγκαιότητας και της ειδωλοποιημένης χρονικότητας. Σε αυτό μάλιστα
οφείλεται και η απόφανση πολλών διανοητών και επιστημόνων κατά την οποία ο
χρόνος, η φαινομενικότητα, δεν υπάρχει και εδώ ο Παρμενίδης αποδεικνύεται
σύγχρονος για πάντα.
Προχωρώντας
και εκτιμώντας αυτές οι παραστατικοποιήσεις της χρονικότητας που ταυτίζεται με τη γνώση δεν υποπίπτουμε
απλά στην αναγκαιότητα υποσταθμίζοντας ταυτόχρονα και την ηθική και την
αισθητική, αλλά γινόμαστε και δούλοι της φαινομενικότητας, του φθαρτού, του
τμητού, του μεταβαλλόμενου χαρακτήρα της, με συνέπεια τη συνειδητή ή ασύνειδη
άρνηση της ελευθερίας, παρά της επιπόλαιες κραυγές της πλήθουσας αγοράς που
ηχούν (ενίοτε και υποκριτικά) ως κύμβαλα αλαλάζοντα.
Ωστόσο, και
εδώ αναδύεται εκ νέου το πνεύμα του λαού στις εκδιπλώσεις με τις οποίες
αναστραφήκαμε, άλλοτε καταγγελτικά, άλλοτε με ενθυμία ή και υποβλητικότητα, αγγέλλοντας
αλήθειες τις οποίες η επιφάνεια του βίου και η παραδομένη στις πλάνες
καθημερινότητα αποκρύβει.
Πρόκειται για
τη μύχια συνάντηση του πνεύματος του λαού με τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς,
για συνάντηση η οποία συναντάται σε όλες τις εποχές και σε όλους τους λαούς και
μάλιστα χωρίς φιλοσοφικές περιπλανήσεις. Πρόκειται για μάθημα ζωής το οποίο δεν
είναι επινόηση ούτε σειρά τεχνασμάτων, αλλά ένσοφη μαρτυρία η οποία αναδύεται
απ’ τη διαπίστωση του ψεύδους και της ματαιότητας.
*
Θα
αναρωτιόμασταν έτσι αν μπορεί να υπάρξει ιστορία χωρίς το πνεύμα του λαού,
χωρίς τη συνειδητοποίηση της ατρεμούς αλήθειας του συνυπάρχειν, καθόσον χωρίς
τη συνύπαρξη τίποτε δεν είναι διανοητό. Βέβαια, ο αντίλογος καραδοκεί και
φθάνει στο σημείο, με ριζική φυσιοκρατική αφετηρία, να αποδίδει τα πάντα στην
τυφλή τυχαιότητα-αναγκαιότητα, με συνέπεια την άρνηση της ελευθερίας, της
υπευθυνότητας και της λεγόμενης συμβατικής ηθικής, με ακραία, επίσης, συνέπεια
τη διάλυση του ανθρώπου η οποία μάλιστα είναι και προκατασκευασμένο
‘’συμπέρασμα’’ των επιστημών του ανθρώπου, όπως διαπίστωσαν ομόφωνα οι Claude Levi-Strauss και Michel Foucault.
Πρόκειται για παραλογισμό τον οποίο διαψεύδει και το έργο του πνεύματος των
λαών.
Το ερώτημα
όμως επιμένει: Θα ήταν δυνατή η ανάπτυξη πολιτισμικών αξιών και μάλιστα
οικουμενική, αφού τη συναντάμε σε όλους τους λαούς;
Αν εμβαθύναμε
στο πνεύμα των αποφθεγμάτων κλπ., θα συναντούσαμε το νεώτερο αφήγημα, το
διήγημα, την ποίηση, το μυθιστόρημα, τις εικαστικές τέχνες και όλα με τις
ποικίλες τροπές τους. Όλες αυτές οι δημιουργίες με τις διαθλάσεις τους και τους
ιριδισμούς δεν είναι διανοητές χωρίς τις προϋπάρξασες μορφές των απλών
δημιουργιών του λαϊκού πνεύματος.
Δεν
εξαπλουστεύουμε, δε διατεινόμαστε πως είναι τυφλές απομιμήσεις ή και
επεκτάσεις, αλλά επισημαίνουμε κάτι απλό και αυταπόδεικτο. Υπάρχει λαϊκή σοφία
(ένσοφος λόγος θα λέγαμε για να είμαστε ακριβέστεροι) η οποία φανερώνεται με
αυτές τις δημιουργίες, σοφία η οποία δεν προαπαιτεί θεωρητικές γνώσεις, αλλά
εμβαθύνσεις στο πνεύμα του συμβαίνοντος χωρίς ηθικισμούς και διδακτισμούς, αλλά
απλά, ανεπιτήδευτα, καθαρά.
Ήδη, η
αισθητική σε όλες της τις εκφάνσεις επεκτείνει δημιουργικά ό,τι ενοικεί στην ‘’ένδον’’ συνείδηση του λαϊκού πνεύματος
και αυτό καθίσταται όλο και πιο φανερό. Απ’ τις μυθολογίες παράγεται το μυθικό
πνεύμα και εκείθεν το αφήγημα, το διήγημα, το μυθιστόρημα, παλαιότερο και
μοντέρνο. Απ’ τα δημοτικά άσματα που αναδύονται απ’ τις πολυποίκιλτες εμπειρίες
της κοινότητας των ανθρώπων κατά τις τελετές, τους γάμους, τους θανάτους, τις
προσευχές, τους ξενιτεμούς, τη δουλεία και τους ηρωισμούς, δημιουργείται η
ποιητική αρμονία και μορφή με τα τόσα γνωστά είδη.
Η ποίηση
προσλαμβάνει έτσι ευρύτερο χαρακτήρα που παραπέμπει στη μουσική και γίνεται πια
αρμονικός συγκερασμός στον οποίο μορφή και περιεχόμενο συναυλίζονται αρμονικά,
διαπλώνοντας κατά βάθος τις μεταφυσικές απαρχές του προσώπου.
Βέβαια, καμία
καλλιτεχνική δημιουργία δεν είναι διανοητή χωρίς το πολιτισμικό πλαίσιο το
οποίο, φανερά ή υπόδηλα, την γαλουχεί και την εμπνέει. Πρόκειται για τη μυστική
αφετηρία η οποία την πυροδοτεί δημιουργικά και αυτό δεν το διακρίνουμε μόνο
στην κλασική μουσική, αλλά και στις μουσικές συνθέσεις των ανατολικών λαών και
των σύγχρονων ιθαγενών.
Αν
προχωρούσαμε περισσότερο, θα λέγαμε πως τα μουσικά όργανα, απ’ τα πρωτόγονα
μέχρι τα σύγχρονα ηλεκτρονικά, πιστοποιούν κάτι σημαντικό, εξίσου σημαντικό: Τη
συνεπικουρία της επινοητικότητας η οποία γίνεται τέχνη, τεχνική, επιστήμη,
τεχνοεπιστήμη, επιτεύξεις οι οποίες θα ήταν αδύνατες χωρίς το συνυπάρχειν,
χωρίς την ανθρωποκοσμική αλήθεια της οποίας πυρήνας είναι το πνεύμα του λαού.
Ό,τι και αν λέγεται σχετικά με το μέλλον του ανθρώπου κι τις τελευταίες
επιτεύξεις τη τεχνοεπιστήμης, όπως λ.χ. η τεχνητή νοημοσύνη, ό,τι και αν διετείνεται
η νεοσοφιστική σχετικά με το θάνατο του ανθρώπου, ένα είναι βέβαιο: Ναι, πολλά
έργα του ανθρωπίνου πνεύματος οδηγούν σε αρνητικούς διαλογισμούς, σε
καταστροφές, στην απανθρωπία, όλα συνέπειες τις υποταγής στις ειδωλικές
θεωρήσεις οι οποίες απεργάζονται την εγωπαθή δουλεία και τις συνέπειές της, αλλά
ό,τι και αν υποψιαζόμαστε, είναι αδύνατο να προσκλίνουμε σε αντιανθρώπινα
συμπεράσματα και μάλιστα επινοημένα από ανθρώπους.
Βεβαιωνόμαστε
πως ο περίφημος μεταάνθρωπος ο οποίος θα σκέπτεται, θα ενεργεί, θα αισθάνεται,
θα δημιουργεί με δυνατότητες και επιτεύγματα τα οποία υπερβαίνουν τον άνθρωπο,
δεν είναι παρά πλάσμα ονειρευόμενης φαντασίας, καθόσον, ό,τι επιτεύχθηκε
διαπολιτισμικά επιτεύχθηκε απ’ τις ανθρωποκοσμικές δυνατότητες, πυρήνας των
οποίων είναι το συνανθρωπίνως συνυπάρχειν. Αυτό συνιστά βεβαιότητα, ακλινή
βεβαιότητα και γι’ αυτό είναι αντιφατικό να διανοούμαστε μετανθρωπίνως ως
άνθρωποι, καθόσον είναι, παράλληλα και προκαταρκτικά, αδιανόητο να θεωρούμε
φανταστικά μία μελλοντική, ας πούμε, κατάσταση απ’ την οποία θα απουσιάζουμε,
μία κατάσταση δηλαδή η οποία δε θα είναι ανθρώπινη.
Ό,τι επομένως
και αν συμβεί, θα τελείται υπό τις διασκεπτικές καταλληλότητες του
κοσμανθρώπου.
*
΄Ηδη,
επιστρέφοντας στο πνεύμα του λαού και μάλιστα υπό οικουμενική θεώρηση,
διαπιστώνουμε πως εκφράζει τη μήτρα της δημιουργίας, τον προθάλαμο, τον ακμαίο
προθάλαμο κάθε περαιτέρω δημιουργίας και, κατά το πνεύμα της παρούσας σπουδής,
της φιλοσοφικής. Ετάζοντας τα πρώτα μηνύματα του φιλοσοφικού λόγου, όπως λ.χ.
στον ελληνοευρωπαϊκό χώρο, οφείλουμε να διαπιστώνουμε το υποπόδιό τους που
είναι η γλώσσα, η μυθολογία, το μυθικό πνεύμα, οι παραδόσεις, τα ήθη και έθιμα.
Το αυτό συμβαίνει και στους ανατολικούς πολιτισμούς και παντού όπου υπάρχει
συνύπαρξη φρατριών, φυλών κλπ.
Κι όμως, οι
θρησκευτικές, οι μυθολογικές, οι πολιτικές κ. ο. κ. δοξασίες επωάζουν κάτι το
οποίο τις υπερβαίνει αναδημιουργικά, παρά το αδιαφανές ίζημα το οποίο επιμένει.
Όταν στρέφουμε την προσοχή μας στα αποφθέγματα, στις παροιμίες, στα αινίγματα
κλπ., διαπιστώνουμε αυτό το οποίο θα αποκαλούσαμε λαϊκή σοφία η οποία, έστω και
εν αγνοία της, ανατρέπει την καθημερινότητα-φαινομενικότητα και το οποίο δεν
υπερβαίνεται από οποιαδήποτε επιστημονική πρόοδο, από οποιαδήποτε φιλοσοφική
θεωρία. Έχει οικουμενικότητα, καθόσον αναδύεται σε κάθε κοινωνική ομάδα. Γι’
αυτό ακριβώς κάνουμε λόγο για το πνεύμα του λαού, για τη σοφία την οποία
αποκαλύπτει και μάλιστα εν αγνοία της φιλοσοφίας, επειδή δηλαδή είναι
αποκαλυπτικό και τόσο περισσότερο, όσο στη σπουδή και ανάπτυξη της φιλοσοφίας
αναδύονται ποικίλα ρεύματα, συχνά αντιτιθέμενα χωρίς να φθάνουν στη σοφία, παρά
τις αυταπάτες πολλών φιλοσόφων.
Υπάρχει
βέβαια, κατοπτεύεται με προσεκτική ματιά, μια κάποια σοφία στο πλαίσιο της
φιλοσοφίας, σοφία η οποία απεργάζεται και αναπτύσσει πεδία της ανθρώπινης
παρουσίας και προσπάθειας. Θα λέγαμε πως πρόκειται για το ένσοφο πνεύμα της
φιλοσοφικής έρευνας, για το ένσοφο πνεύμα όμως το οποίο φέρνει στο φως
αδιαμόρφωτες πτυχές της σκέψης, χωρίς όμως η προσπάθεια, οσοδήποτε δημιουργική,
να γίνεται οικουμενικά αποδεκτή.
Δεν
επιχειρείται στο παρόν πόνημα καμία σύγκριση του πνεύματος του λαού με τη φιλοσοφική
δημιουργία. Επιχειρείται κάτι αποκαλυπτικότερο, καθόσον οι συγκρίσεις μπορεί να
είναι υποκειμενικές και να έχουν αμφίβολες αφετηρίες.
Αναδύεται κατά
το δυνατό κάτι το οποίο μαρτυρείται ανεπιτήδευτα και χωρίς απαιτήσεις ειδικών γνώσεων,
μορφώσεως κλπ. Έχουμε όντως θησαυρούς που φωτίζονται με τις συμβολικές
δυνατότητες του εκφράζεσθαι, θησαυρούς οι οποίοι μηνύουν κάτι παράμονο που
αναφέρεται στην πανανθρωπινη εμπειρία-μαρτυρία, όπως θα δούμε στις επόμενες
σελίδες.
ΙΙΙ
Αιωνίζεσθαι
(Συνειδητοποίηση,
Συνέχειν, Μετέχειν, Μαρτυρία-Παρουσία, Αιωνίζεσθαι, Επιλογικό.)
Το ερώτημα ως
αφύπνιση απ’ το λήθαργο της καθημερινότητας ζωογονεί δημιουργικά και παίρνει
σάρκα και οστά καθώς η συνείδηση στρέφεται στα βάθη της και επαναλαμβάνει όλο
και πιο συνειδητά το μεγάλο ερώτημα ο απόηχος του οποίου είναι εκκωφαντικός:
Όχι πια τι είμαι, αλλά ποιος είμαι.
Ήδη, αίσθηση,
αντίληψη, μνήμη, φαντασία, λογισμός, συναίσθημα αποδιαστέλλονται προδίδοντας,
τουλάχιστον με την πρώτη ματιά, μια μυστική συν-έχεια που ενώνει παράδοξα όλες
τις πνευματικές καταλληλότητες σε συναρμονία με το κοσμικό συμβαίνον το οποίο
πια αποκαλύπτεται ως πνευματικής φύσης, αφού η γνώση δεν είναι παρά νόημα το οποίο εκλύεται και το
οποίο οδηγεί στη συνειδητοποίηση.
Συνειδητοποιώ
όμως τι; Ίσως με την πρώτη ματιά συνειδητοποιώ το φθαρτό, τε μεταβλητό, το
ποιόν, το ποσόν των πραγμάτων, τις ταχύτητες, τα σθένη και τόσα άλλα
κατηγορήματα. Αυτή η αλήθεια όμως με επιστρέφει στο συνειδητό μου εγώ όπου
αίσθηση, αντίληψη κ. ο. κ. που φαίνονταν να αποδιαστέλλονται ως άχρονη ενότητα
επανέρχονται και αναπροσλαμβάνουν το δικό τους ρόλο ως έγχρονοι κινητήρες του
συνειδότος. Ήδη όμως το εγώ που αναρωτιέται ως προς το είναι του ‘’διαλύεται’’
όπως ένα μηχάνημα που αποσυντίθεται, ή όπως οποιοδήποτε σύνολο σύνθετων
μηχανημάτων.
Προσεκτικότερη
θεώρηση που απαιτεί ουσιαστική εμβάθυνση οδηγεί σε γονιμότερες θεωρήσεις, πέρα
δηλαδή απ’ την εμπειριστική ‘’ερμηνεία’’ που είναι και πρωθύστερη.
*
Η μαρτυρία των
πραγμάτων συμπεριλαμβανομένου και του σώματός μας είναι θνήσκουσα εν ζωή και
αυτό συνιστά τη βασική προϋπόθεση εκτίμησης του ίδιου μας του είναι.
Ιδού:
Συνειδητοποιούμε πως και εμείς ανήκουμε στο κοσμικό συμβαίνον ως μέτοχοι κι όχι
ως απλοί παρατηρητές. Μετέχουμε στην κίνηση, στη φθορά, στις μεταβολές ως θνήσκουσες
μαρτυρίες, αλλά η συνειδητοποίηση αυτής της μαρτυρίας δεν είναι θνήσκουσα.
Δεν πρόκειται
για εικασία, αλλά για βεβαιότητα, καθόσον, συνειδητοποιώντας το ευμετάβολο, το
φθαρτό του ανθρωποκοσμικού συμβαίνοντος, οδηγούμαι σε ‘’κάτι’’ το οποίο το υπερβαίνει.
Αυτό σημαίνει υπέρβαση, θαυμάσια υπερβατικότητα του ανθρωποκοσμικού στην καρδιά
της χρονιζόμενης ύπαρξης που τέμνει τη χρονικότητα ως διάθλαση του άχρονου, που
εισάγει στο αιώνιο παρόν, στο μυστικό γλυκασμό του ελέους χωρίς αναμονές, ως
αιώνιο τώρα που είναι και αεί.
*
Πρόκειται για
ειρηνική εισβολή στο είναι της γνώσης, για αιώνια παροικία που δεν κατοικεί
κάπου με βεβαιότητα, αλλά που αναδίνει φως, το φως της επίγνωσης της
επιφανειακής και μάταιης γνώσης που υποτονθορύζει χωρίς να γνωρίζει ουσιαστικά.
Είναι η γνώση που καθιστά δυνατό κάθε είδος γιγνώσκειν, που προσφέρει την
πληρωματικότητα, το νοητό φως το οποίο δεν έχει ούτε συγκεκριμένη ηλικία, ούτε
έγχρονη καταγωγή, αλλά που συνέχει και καθιστά δυνατή κάθε χρονικότητα
δωρίζοντας έτσι την ελευθερία.
Δε θα ήμασταν
σε θέση να αναγνωρίζουμε σε κάθε γνωριζόμενο-χρονιζόμενο το μήνυμα και το νόημα
που αναδύεται. Μένοντας στην επιφάνεια του συμβαίνοντος εμπλεκόμαστε στη λήθη
του αληθούς και περιδινούμαστε στον κόσμο των παθών, αφού αλλοτριώνουμε το ίδιο
το εγώ το οποίο, αδέσποτο και άπληστο, αντιστρέφει την άχρονη απαρχή του. Έτσι
μόνο είμαστε σε θέση να θεωρούμε τις τραγωδίες που καταστρέφουν την ωραιότητα.
Ο ευγενισμός
όμως του υπάρχειν ως έγχρονης θητείας δεν είναι στατικός, δε βρίσκεται σε κανένα
κατοικητήριο υποσχόμενος ευτυχία, ικανοποιήσεις, σχέδια κατίσχυσης φιλοδοξιών. Κάθε στιγμή,
αναιρώντας τη φαινόμενη υποβολή ενός γραμμικού χρόνου, είναι πληρωματική και
τρέπει σε φυγή το έγχρονο άγχος, την πλήξη που άγει αναγκαστικά στην πονηρία.
Υπ’ αυτό το
πνεύμα μπορούμε να εκτιμήσουμε αυτήν την κατάσταση προσφεύγοντας στην
παρουσία-μαρτυρία όπου γνώση και
συναίσθημα αποκαλύπτουν την αρραγή τους ενότητα για να οδηγούνται όχι σε
ωραιολογίες και πλανερές εξάρσεις, αλλά στη νηφάλια θέα, όπου στο βάθος του
συμβαίνοντος αποκαλύπτεται το ένδον κάλλος όχι ως τοπική κατηγορία (ένδον, έξω), όχι ως ανασκευή της πλαστής
θεώρησης της εξωτερικότητας και της εσωτερικότητας, τέτοιοι προσδιορισμοί
οδηγούν σε ειδωλοποιήσεις ή σε ψευδείς παραστατικοποιήσεις. Οδηγεί σε ό,τι ναι
μεν δεν προσδιορίζεται ούτε με τη στατικότητα της συμβολικής έκφρασης, ούτε με
αλογικούς παλμούς που παραποιούν τη γνώση. Αγγέλλεται ως εισβολή στο πνεύμα του
συμβαίνοντος.
Έτσι, η
παρουσία είναι μαρτυρία που αινίσσεται εκφραστά και κατά το δυνατό το απόλυτο,
το άπειρο στον κόσμο της σχετικότητας τον οποίο και νοηματοδοτεί. Χωρίς αυτόν
το δεσμό δεν είμαστε σε θέση να αναγνωρίζουμε το πνεύμα του όντως συμβαίνοντος,
το δεσμό, την ενότητα του οντικού, του υπαρξιακού, του όντως ωραίου το οποίο
μεγαλύνεται ως κάλλος, ως ἂφθιτον κάλλος
κατά την πλατωνική φράση.
*
Τι είναι; Δεν
αναζητείται ως ‘’τι’’, καθόσον το τι αναφέρεται σε συγκριμένες καταστάσεις οι
οποίες έρχονται και παρέρχονται. Αναφέρεται ως συνέχον, και ό,τι συνέχει δεν
είναι παρά πρωταρχική κατηγορία αλήθειας χωρίς την οποία δεν έχει νόημα η σκέψη, ο μύχιος λογισμός. Μπορούμε να λέμε
πως το μήνυμα της παρουσίας-μαρτυρίας δεν καλλύνει μόνο το λόγο και το
συναίσθημα, πως δεν ενιαιοποιεί απλά το
νόημα του συμβαίνοντος προσδίδοντάς του νόημα, αλλά πως καθιστά στο μέτρο του
δυνατού ισχυρή τη διανθρώπινη μαρτυρία πέρα απ’ τις υποκειμενιστικές θεωρήσεις.
Είναι
σαφές πως δεν διακηρύττουμε την
προτεραιότητα του διανοητικού απέναντι στο ηθικό, ούτε την πρωτοκαθεδρία του
αισθητού που συχνά οδηγεί σε ειδωλοποιήσεις του ωραίου, σε παρερχόμενες δηλαδή
καταστάσεις ψυχής που φεύγουν. Προσεκτική ματιά στα έργα της τέχνης και μάλιστα
σε όλες τις πολύμορφες εκφράσεις τους μας μηνύει πως η εναγώνια αναζήτηση
αινίσσεται και υπαινίσσεται κάτι που υπερβαίνει τα λεγόμενα, τα υμνούμενα, τις
ποικίλες καταστάσεις που μόνο μία όντως ρηξικέλευθη εισβολή
αποσυμβολοποιεί ως σιγηλή μαρτυρία του
απόλυτου στο σχετικό.
Εμβαθύνοντας
όμως κατά το δυνατό στο πνεύμα της παρουσίας-μαρτυρίας εισερχόμαστε στο πνεύμα
του ανθρωποκοσμικού συμβαίνοντος, στο πνεύμα της χρονικότητας στην οποία
εποχείται κάθε μορφής γνώση, και προσεγγίζουμε την ίδια μας τη φύση ως
αδιάψευστη μαρτυρία που προσφέρει ταυτόχρονα συνεπή λογισμό, αγνισμένο
συναίσθημα και αναθέαση του αισθητικού ως υπαινιγμού του κάλλους.
Η
μαρτυρία-παρουσία επομένως είναι φιλοσοφικός-μεταφυσικός δείκτης, αυθεντικός θα
λέγαμε, επειδή εκλύει τη ζωτικότητα και το σθένος των ανθρωποκοσμικών μας
δυνατοτήτων, και, όσο εμβαθύνουμε στο άδηλο και ανεπιτήδευτο των παρθενικών
απαρχών της ίδιας μας της φύσης, τόσο προσεγγίζουμε το αληθεύον, την ατρεμή
πνοή του. Είναι αλήθεια η οποία δεν προκύπτει ως προϊόν συλλογισμών και
επιχειρημάτων, όπως σε σχολές ηθικισμού ή σε σχέδια αποβλέποντα γενικά και
αόριστα σε ιδεολογικές επισημάνσεις, δεν έχει καμιά σχέση με την κανονιστική
ηθική κάθε αξιοκρατικής ή και μεταηθικής προσέγγισης, που όχι μόνο δεν πείθουν,
αλλά βεβαιώνουν τις έωλες αφετηρίες τους.
Είναι η
ανάδυση του θαυμασμού, του υπάρχειν, του χάρματος, της έκπληξης, του πνεύματος
της παιδικότητας, της όλο και ωριμάζουσας έγχρονης συνείδησης, είναι η
καταξίωση του συνυπάρχειν, το νοητό φως του λόγου, αγεωγράφητο και άχρονο, η
φθορά του έγχρονου, του απογυμνωμένου απ’ την αρχή του που παράγει κάθε
παραλογισμό τον οποίο κάποιοι ονόμασαν ορθολογισμό.
Σε αυτό το
σημείο οφείλουμε να υπομνήσουμε τις υπέροχες θεωρήσεις των Rousseau, Dostojevky και Bernanos στο έργο των
οποίων η μεταφυσική του πνεύματος της παιδικότητας αγκαλιάζει ύψιστες ενοράσεις
μεταφυσικών και μυστικών όλων των παραδόσεων. Εκεί αναδύεται όχι μόνο η
παγκόσμια αναμονή δικαίωσης του ανθρωπίνου, αλλά και των μεγάλων εμπνοών της
διανθρώπινης νοσταλγίας. (Πρλβ. Δύο
παλαιότερες εργασίες μας Μεταφυσική του Πνεύματος της Παιδικότητας
(με αφετηρία κείμενα των Ρουσώ και Μπερνανός, Δωδώνη, 1983 –εξαντλημένο-,
και Νtοστογιέφσκυ,
Μπερνανός και Φόστερ,
2η έκδοση, Δρόμων, 2024).
Μπορεί το
προσωπείο του κόσμου μας, η μάσκα του αληθούς, για να αναφέρω θέση του Vauvenargues, με τα φανταχτερά ‘’δώρα’’ της
ευημερίας και των ανέσεων που εν αγνοία τους προαγγέλλουν κρίσεις και καταστροφές, αλλά δεν είναι σε
θέση να κλονίσει το ατρεμές θεμέλιο του αληθεύοντος που τίκτει την αγάπη, την
αλληλεγγύη, την ταπεινότητα, την ευγένεια, ό,τι ονομάζουμε αρετές τις οποίες ως
κοινό αισθητήριο συναντάμε σε όλες τις μεγάλες στιγμές των λαών, ανεξαρτήτως
πολιτισμικού επιπέδου. Γι’ αυτό ακριβώς ό,τι φαντάζει ουτοπικό είναι το αληθές
και ό,τι ονομάζουμε πραγματικό από πραγματιστές (ο James
λ.χ.
διεπίστωσε πως κάποιες αρχές είναι εγγεγραμμένες στις αντιλήψεις και μακρινών
ακόμη προγόνων μας) ή και εργαλειοκράτες (ακραία εκδοχή του πραγματισμού κατά
την οποία ο άνθρωπος είναι εργαλείο της φύσης που κατασκευάζει με τη σειρά του
εργαλεία) είναι το ‘’πραγματικό’’, το ‘’ρεαλιστικό’’ που απεργάζεται και
πιστοποιεί την ανθρώπινη δουλεία.
Γι’ αυτό η
ελπίδα αλλά και η θυσία δεν είναι απόδραση απ’ το συμβαίνον, αλλά κραταίωση του
νοήματός του, αλήθεια που ζωοποιεί το όντως συμβαίνον που είναι ουσιαστικά το
συνέχον, η συνέχουσα αρχή, η οντική πηγή της χρονικότητας, άρα και του
αναδυόμενου νοήματος ως ‘’χρονογράφησης’’ του απολύτου στο σχετικό.
*
Έχουμε πλέον
τη δυνατότητα να αναπροσεγγίσουμε το πνεύμα του λαού, των λαών δηλαδή, με
φιλοσοφικούς προβληματισμούς, όπως οι τελευταίοι καταγράφηκαν από κρατίστους
μεταφυσικούς όλων σχεδόν των σχολών.
Όντως, η
φιλοσοφική αναζήτηση αναμοχλεύει προσδοκίες, βιώματα, μυθικές αφηγήσεις,
εκφράζει συχνά αξιώματα, κρίσεις, συλλογισμούς ώστε να αποφεύγει τις
αντιφάσεις, θητεύει κάποτε θετικά και κάποτε αρνητικά σε απόηχους θρησκευτικής
μυστικής, γοητεύεται ή απορρίπτει, προβάλλει άλλα πρότυπα και δεν παύει να
αναζητεί, παρά το ότι κάποιοι αδόκιμοι εκφραστές της κηρύττουν το τέλος της ή
προσορμίζονται σε παροδικές επιστημολογικές ανακρούσεις χωρίς να καταλαβαίνουν
τη φορά του καθαρού επιστημονικού πνεύματος, φορά η οποία είναι αναστρέψιμη και
περιγραφική, αλλά ποτέ εξηγητική.
Υπάρχει όμως
κάτι που υφέρπει και που καταγράφεται στους ηθικούς προβληματισμούς της
φιλοσοφικής μέριμνας. Δεν αναφερόμαστε στον Kant
ο οποίος στις τελευταίες σελίδες της Κριτικής
του Καθαρού Λόγου, έργο που λατρεύτηκε σχεδόν απ’ τους καντιανούς, όπου ο
φιλόσοφος διεκήρυξε την μεγαλύτερη σπουδαιότητα της ηθικής ενάντια στη γνώση,
ούτε στην Ηθική του Schopenhauer, ούτε σε άλλους φιλοσόφους, αλλά
μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως μία φιλοσοφική αναζήτηση, για να είναι άξια
λόγου, οφείλει να ενέχει ηθική και λογική.
Ταυτίζεται
όμως η ηθική με τη λογική, όπως ισχυριζόταν ο Wittgenstein,
ταυτίζεται η όποια γνώση, η αλήθεια, η ηθική, η οντολογία, με το αγαθό, όπως
διακηρύττει ο Πλάτων;
Πολλαπλά τα
ερωτήματα, οι αντιρρήσεις, όχι μόνο των σοφιστών, παλαιών και νέων, αλλά το
ερώτημα παραμένει.
*
Ας δούμε κάτι.
Το λέγειν ως αληθής λόγος συμβολικά εκφραζόμενος τείνει πάντα να εκφράζει την
αλήθεια, έστω και τραυματισμένη απ’ τα δεσμά της χρονικότητας, τείνει να
δείχνει κάτι το οποίο τον υπερβαίνει. Υπάρχει άραγε λόγος οποιασδήποτε
υπηκοότητας, λογοκρατικής, επιστημολογικής, αισθητικής, που μπορεί να
χαρακτηρισθεί συνεπής χωρίς το ηθικό υπόβαθρο που υποκρούεται απ’ το
συνυπάρχειν;
Ήδη, είμαστε
σε θέση να ‘’εντοπίσουμε’’, να δείξουμε
δηλαδή κάτι που δε χωρείται, που δεν περιέχεται σε οποιαδήποτε κλειστή ή
ανοιχτή πρόταση, καθόσον κάθε πρόταση, κάθε δηλαδή συνεπής πρόταση, βασίζεται
σε πρωτογενείς ορισμούς οι οποίοι όμως είναι περιοριστικοί, πεπερασμένης δηλαδή
φύσης που μπορεί να μεταβάλλεται κατά την πορεία της διανθρώπινης
αναζήτησης. Αν παραδινόμασταν στην αέναη
αναζήτηση, δε θα οδηγούμασταν στην αρχή, στο αιωνίως συμβαίνον που καθιστά
δυνατή κάθε σχετική, έγχρονη, ένσαρκη έκφραση.
Υπάρχει, άρχει
θα λέγαμε, μία αλήθεια η οποία καθιστά δυνατή και έγκυρη κάθε σχετικότητα, μία
αρχή η οποία, ενώ δεν είναι δυνατό να καθίσταται εκφραστή, καθιστά δυνατό και
ισχύον κάθε εκφραστό, κάθε σχετικό. Δεν πρόκειται βέβαια για το θρυλούμενο
σύνολο των συνόλων το οποίο περιέπλεξε μέχρι αμηχανίας προσπάθειες πολλών και
αξιόλογων λογικομαθηματικών οι οποίοι ανήγαγαν τα πάντα στη δυνατότητα
ολοκλήρωσης των λογικών προσπαθειών, αλλά για κάτι κεκρυμμένο που είναι η πηγή
κάθε φαινομένου-εκφραστού.
Είναι η
μαρτυρία της παρουσίας που αποτελεί
αμετάθετη αλήθεια, αν αναζητάμε όντως το αληθεύον νόημα το οποίο δεν προκύπτει
από έννοιες, από ακολουθούσες κρίσεις, για να οδηγεί σε συλλογισμούς και συμπεράσματα. Είναι ό,τι αναδύεται ως
παρουσία-μαρτυρία απαλλαγμένη από ειδωλικές αναγωγές, είναι το σθένος της
άμεσης διόρασης στον κόσμο της οποίας δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ λογικού και
ηθικού, αλλά ταυτότητα-κοινωνία. Δεν απαιτείται προσφυγή σε σημαντικότατες
μαρτυρίες της μεταφυσικής αλλά και στις ελλάμψεις της θρησκειοφιλοσοφικής
εμπνοής μεγάλων εκφραστών του διαθρησκευτικού πνεύματος, πέρα από δογματισμούς για
να καταφανεί η αλήθεια η οποία δίδει φως στο υπαρξιακό ως οντική εμπνοή.
*
Πρόκειται
όντως για το νόημα της παρουσίας-μαρτυρίας, για την αναδυόμενη αλήθεια η οποία
φωτίζει αλλά και αδελφώνει το πνεύμα του λαού με τη φιλοσοφική αναζήτηση.
Εγκύπτοντας σε πάντα σύγχρονες μαρτυρίες, σύγχρονες κατά το πνεύμα του κλασικού
τους χαρακτήρα, είτε πρόκειται για παροιμίες, για αποφθέγματα, για αλληγορίες,
κ. ο. κ., διάσπαρτες στη συνείδηση όλων των λαών, διαπιστώνουμε πως πέρα απ’ το
φαινόμενο σκότος της ιστορικής επιφάνειας, υπάρχουν ζωτικές αναλάμψεις οι
οποίες εισβάλλουν στο νόημα του συμβαίνοντος, αναλάμψεις οι οποίες προσεγγίζουν
φθέγματα φιλοσόφων με τρόπο απλό και προσιτό.
Μπορούμε εδώ
να διαπιστώσουμε κάτι το οποίο δεν προσέχουμε στο βαθμό που επιβάλλεται. Ένα
απόφθεγμα, μία μυθική αφήγηση αλληγορικού-συμβολικού χαρακτήρα κλπ., αναδύονται
χωρίς να προηγούνται συλλογιστικές κρίσεις, διατυπώνονται ως υπομνήσεις ή και
ως παραγγέλματα χωρίς προαπαιτούμενη φιλοσοφική παιδεία και γίνονται αποδεκτά
από ‘’μυστικούς’’ δέκτες της πανανθρώπινης πνοής.
Πώς συμβαίνει
αυτό; Απλά, η ταυτότητα, η ετερότητα, η αναλογία, τα σχήματα λόγου που είναι
έμφυτα κατανοητά, λειτουργούν αυθόρμητα, προδίδουν έμφυτες ικανότητες του
πνεύματος και, το κυριότερο, εισδύουν στο είναι της χρονικότητας, ζωγραφίζοντας
το συμβαίνον με εντυπωσιακή και βατή σε όλους εκφραστικότητα. Δεν καταγγέλλουν,
δε σατιρίζουν απλά τη ματαιοδοξία, τον εγωισμό και άλλα πάθη, δε διδάσκουν την
αρετή ηθικολογικά, αλλά διαμηνύουν την ταπεινότητα, την αυτάρκεια ενάντια στο
ακόρεστο των παθών, την εργατικότητα, τη σύνεση και τη συγκεκριμένη της έκφραση
ως σωφροσύνη. Διεκφράζουν ηθικά παραγγέλματα χωρίς διδακτισμό, παραγγέλματα τα
οποία ο φιλοσοφικός μόχθος διαπιστώνει και αναπτύσσει.
Αυτό σημαίνει,
και είναι πασιφανές στα έργα του πνεύματος του λαού, πως στην έγχρονη βιωτή μας
ανακαλύπτονται αλήθειες οι οποίες έχουν έμφυτη ‘’ύλη’’ και δεν αποτελούν
κατασκευάσματα τρεχουσών καταστάσεων που φυλλοροούν. Έχουν κατά μεγάλο μέρος
οικουμενικότητα και γι’ αυτό απαντώνται σε όλους τους πολιτισμούς.
*
Δεν
εξιδανικεύουμε αυτήν τη ζωντανή πραγματικότητα, όπως αυτό συμβαίνει σε ομάδες
λαϊκιστών. Ούτε προσχωρούμε στο πραγματιστικό σχήμα κατά το οποίο ό,τι έχει τις
ρίζες του στην αρχέγονη λαϊκή ψυχή είναι αλάνθαστο και ακαταμάχητο.
Επιμένουμε σε
κάτι βασικό χωρίς να διακηρύττουμε το αλάθητο των λαϊκών δημιουργιών. Ο
άνθρωπος που αυτοσυνειδητοποιείται μόνο υπό το πνεύμα του συνυπάρχειν είναι σε
θέση να διαγιγνώσκει αλήθειες με ατρεμή ισχύ και να διαπιστώνει καθαρά τις
αυταπάτες του.
Διαμηνύει έτσι
καθαρά την ενότητα λόγου και καρδιάς, γνώσης και συναισθήματος με καθαρό και
προσβατό λόγο.
Διαπιστώνουμε,
τέλος, ότι ενώ κάνουμε λόγο για λαϊκή σοφία, στον κόσμο της φιλοσοφίας
βρισκόμαστε πάντα προ των πυλών της σοφίας, χωρίς να δρασκελίζουμε. Υποδηλώνεται
έτσι μία συμπληρωματικότητα η οποία θα αιωνίζεται και θα εμψυχώνει ενάντια στις
τραγωδίες τις οποίες η διιστορική μας παραφροσύνη απεργάζεται.
2025
Επίμετρο
Ένσοφη
θητεία στη δοκιμασία
Υπάρχει μηδέν
χωρίς το όλο; Για τους μαθηματικούς το μηδέν είναι αξιωματικά αριθμός. Για τους
μυστικούς, το μηδέν ταυτίζεται με το θείο, για άλλους με το κενό.
Κι όμως,
επισκοπώντας τον όρο στο καθαρό του νόημα (μηδέ εν), υπο-θέτουμε το εν για να
λέμε μηδέ εν. Το ένα όμως είναι αδιανόητο χωρίς το 2, το 3, χωρίς δηλαδή τον
απέραντο χορό των αριθμών. Είναι απλό: Το ένα διαιρούμενο, προϋποθέτει το δύο,
κ. ο. κ. Όπως φαίνεται, ο όρος περιλαμβάνει, έστω και ερήμην μας, ό,τι δε
μπορούμε να προσδιορίσουμε ακριβώς, ενώ το εν δε νοείται, ούτε εννοείται χωρίς
τους αριθμούς οποιαδήποτε τάξης. Με το ένα ξεδιπλώνεται ο μαγικός κόσμος των
αριθμών που ίστανται ως εσαεί και αμετάβλητες οντότητες, συνεχόμενες και με θαυμαστή
αλληλοδιείσδυση, κατά τρόπο που διέχονται στην παράλληλη διαφορετικότητά τους.
Αυτή η θαυμαστή
ποικιλία στην ενότητα μας οδηγεί σε μεταφυσική θεώρηση. Το μηδέν (μηδέ εν)
παραπέμπει όχι στα πάντα που είναι απεριόριστα, αλλά στο οντικό τους νόημα που
είναι όχι άθροιση, αδύνατη εξάλλου, αλλά στο περιλαμβάνον όλο-απόλυτο το οποίο
όμως δε συνάγεται, δεν προκύπτει, αλλά είναι άχρονη αρχή που προσδιορίζει το
κοινό είναι και των αριθμών και των πραγμάτων, κάτι που κατοπτρίζει και το
ανθρωποκοσμικό είναι.
Ας δούμε όμως
κάτι για να συνεχίσουμε. Όταν λέμε μηδέν ‘’αρνούμαστε’’ κάτι σχετικό σε
οποιαδήποτε βαθμίδα της πνευματικής ή και της καθημερινής μας δραστηριότητας.
Μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε αυτήν την αλήθεια, όταν γύρω μας, μπροστά μας,
στο νομιζόμενο παρελθόν ή σε μελλοντικά σχέδια απλώνονται και διαπλώνονται
κινήσεις, πράξεις, μεταβολές κλπ., ό,τι δηλαδή τελείται ως χρονικότητα η οποία
είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με όλες τις μορφές αισθητής ύπαρξης; Δεν είναι δυνατό,
και αυτό μας οδηγεί σε άλλη θεώρηση του μηδενός, καθόσον το σχετικά οριζόμενο
ως μηδέν παρακάμπτει άλλα υπάρχοντα αισθητά. Η σχετικότητα όμως του όρου μηδέν
ανοίγει το δρόμο προς ουσιαστική και όχι σχετική θεώρηση του όρου.
Οδηγούμαστε
στο εξής: Όντως, πριν ορίσουμε κάτι σχετικό, νοούμε απολύτως την ολότητα του
κοσμικού συμβαίνοντος, ό,τι δηλαδή καθιστά δυνατή την εννόηση-αντίληψη κάθε
συγκεκριμένου, ανεξαρτήτως μεγέθους, ταχύτητας, ιδιότητας, σθένους κλπ. Υπ’
αυτήν την αλήθεια το μηδέν είναι αδιανόητο, καθώς αδυνατούμε να ορίσουμε την
αισθητή φύση χωρίς να έχουμε νοήσει (τη νοούμε εσαεί, έξω από κάθε χρονικότητα)
την απόλυτη φύση η οποία εικονίζεται σε κάθε σχετικό.
Μπορούμε
επομένως να ισχυριζόμαστε πως το μηδέν δε δηλώνει παρά το απόλυτο είναι, το
οντικό που εκφράζεται συμβολικά σε κάθε αισθητό-σχετικό. Το σχετικό, κάθε
σχετικό που συνθέτει τη χρονικότητα είναι αδιανόητο χωρίς την αρχή του, χωρίς
το απόλυτο-μηδέν που διαδηλώνει το άπαν, το άτμητο, το άχρονο, το αγαθό, πέρα
από κάθε σχετικότητα.
*
Με βάση τις
προηγούμενες σκέψεις, είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε καταστάσεις που
μακαρίζουν, που αιωνίζουν, αλλά και που
δοκιμάζουν ευαίσθητες συνειδήσεις οι οποίες προσπαθούν να θεωρήσουν ουσιαστικά
το νόημα του εγκόσμως υπάρχειν.
Εννοούμε όχι
το μηδέν των μυστικών, καθόσον χωρίς το υπαρξιακό μηδέν δεν υπάρχει πληρότητα
του οντικού, αλλά τις καταστάσεις πλήξης, άγχους, αγωνίας, ‘’μηδενιστικής’’
προσέγγισης του υπάρχειν.
Τις
αναγνωρίζουμε αυτές τις καταστάσεις στο έργο πολλών ευαίσθητων στοχαστών,
ποιητών, αλλά και απλών ανθρώπων, συν-ανθρώπων. Προσεκτικότερα μάλιστα τις
αναγνωρίζουμε και στο ίδιο μας το υπάρχειν και αυτό θα καταφανεί σε επόμενες
σελίδες. Άγχος, άρνηση, αμφιβολίες, δράματα δεν είναι απλές σελίδες ή και
βιώματα κάποιων ευαίσθητων, αλλά καταστάσεις που ελλοχεύουν στις εμβιώσεις μας
γενικότερα, πέρα απ’ τα χαμόγελα της επιφάνειας. Είναι ο πειρασμός της χρονικότητάς
μας που υποπίπτει στη λήθη της αρχέγονης αμεσότητάς της, που συναντάει έτσι ένα
‘’κενό’’, την πλήξη και το άγχος, που συνήθως, καταπολεμείται με τη
‘’διασκέδαση’’, στο πασκαλικό νόημα του όρου.
Ως υπάρχοντες
είμαστε βυθισμένοι στη χρονικότητα, πράγμα που σημαίνει πως είμαστε
στρατευμένοι στο βασίλειο της αλλαγής, της φθοράς, του μαρασμού, της θνήσκουσας
δηλαδή ύπαρξής μας και γι’ αυτό το συναίσθημα και ο λογισμός μας μάς ωθούν στη
δράση, στο βασίλειο των ετεροτήτων, των ασυνεχειών, των αντιφάσεων. Αποτέλεσμα
αυτής της έγχρονης βιωτής είναι η τάση προς δημιουργία, προς οικοδόμηση ενός
νοήματος, αρχής γενομένης απ’ τη γλώσσα, απ’ το συνυπάρχειν, απ’ την κοινωνική
συγκρότηση, απ’ τη γενικότερη πνευματική δημιουργία. Όλα αυτά τα επιτεύγματα
που αποτελούν προσπάθειες άρσης της πλήττουσας, της αγχόμενης, της αγωνιούσας
ύπαρξής μας, μαρτυρούν οπωσδήποτε την υπέρβαση της φυσικής και απρόσωπης
λειτουργίας του αισθητού κόσμου στον οποίο, ας μην ξεχνάμε, ανήκουμε ως
ένσαρκες υπάρξεις.
Αυτή η
πολυποίκιλτη δράση με τις πολυεπίπεδες επιτεύξεις και στην τέχνη και στην
επιστήμη και στο στοχασμό και στην υπέρβαση της μυθολογίας με το μύθημα, με τη
συμβολική έκφραση του μυθικοθρησκευτικού πνεύματος, υποκρύβει αλλά και
αποκαλύπτει ταυτόχρονα πως η διανθρώπινη δημιουργία οφείλεται στο πρωτογενές
άγχος, στην πλήξη, στο κενό που δεν είναι πια ένα φυσικό συμβαίνον, αλλά ψυχική
κατάσταση, συνειδησιακό έρεβος εξαιτίας της ειδωλοποίησης του κόσμου, αλλά και
του υποκειμένου, με συνέπεια τον υποκειμενισμό, την αποκόλληση απ’ το
συνυπάρχειν…
Εξετάζοντας
όμως κατά βάθος τη διαπολιτισμική δημιουργία, δε διαπιστώνουμε πως αυτή
αποτελεί ορμέμφυτη αντιμετώπιση του κενού, αλλά κάτι πολύ σημαντικότερο. Δε
δείχνει απλά ότι ο άνθρωπος υπερβαίνει την απρόσωπη αισθητή πραγματικότητα,
αλλά, κατά βάθος, πιστοποιεί την αδήριτη οντική της δυναμική. Φωτίζει και
προσωποποιεί τον αισθητό κόσμο κάνοντάς τον αναπόφευκτα κοινωνό, ‘’δοχείο’’ της
πνευματικής φοράς, με τρόπο που το φυσικό συμβαίνον να μη θεωρείται ως κάτι
αλλότριο προς την ανθρώπινη φύση, αλλά η ζώσα, η ορατή, η κινούμενη,
μεταβαλλόμενη ορατή σφραγίδα του ανθρωποκοσμικώς υπάρχειν.
*
Είμαστε ίσως
σε θέση να κατανοήσουμε πως η πλήξη, το άγχος, η απειλή του ‘’μηδενός’’, δεν
είναι παρά η εντρεχής δοκιμασία του πνεύματος το οποίο στο ανθρώπινο πεπρωμένο
πιστοποιεί πως το μηδέν δεν είναι παρά κλήση προς κοινωνία. Πώς μπορεί κανένας να
πλήττει και να άγχεται παρά όταν αγνοεί τη συνύπαρξη η οποία του προσφέρει δυνατότητες
δράσης και πληρωματικότητας;
Τα ‘’παίγνια’’
κάθε μορφής δεν είναι παρά πάροδα παυσίπονα που επαναλαμβάνονται με την προβολή
της μνήμης στις έγχρονες προοπτικές μας. Προδίδουν όμως κάτι βαθύτερο που τα
υπερβαίνει. Αναστέλλοντάς τα ο λογισμός μας επιστρέφει στο καθαρό εγώ του, αλλά
αυτό το νομιζόμενο καθαρό εγώ δεν είναι παρά οντική κοινωνία με το απόλυτο,
είναι το είναι της χρονικότητας και όλων της των παραγώγων, που χάνονται, που
παύουν να υπάρχουν και που κυκλοφορούν ως ρυπαρά φαντάσματα.
Είναι σαφές,
για να προχωρήσουμε, πως με τη μνήμη πυροδοτείται η επανάληψη βιωμένων
καταστάσεων που παρασύρουν στην έγκοσμη ειδωλοποίηση, με συνέπεια τη διαστροφή
του λόγου και των συναισθημάτων που καθιστούν το εγώ υποτελές τους. Έκτοτε, η
φαντασία η οποία φιλοξενεί τη μνήμη και το λογίζεσθαι οδηγεί το όλο υποκείμενο
στην ακόρεστη επιθυμία πλήρωσης ψευδαισθήσεων με μακάβριες συνέπειες.
Αυτή η
διαδικασία η οποία είναι κοινή στην ανθρώπινη φύση που πλέκεται στα πλοκάμια
της συνήθειας αιχμαλωτίζει τη συνειδησιακή φορά που πληρώνει τάχα το νομιζόμενο
κενό, την κενότητα των Ανατολικών, το θείο μηδέν των δυτικών μυστικών, αλλά
κατά βάθος θεωρούμενη, έχει οικουμενική φορά και μας διαπερνά σχεδόν όλους.
Ήδη όμως
έρχεται στη σκέψη μας το αιώνιο παρόν
ως κάθετη τομή στους πειρασμούς της χρονικότητας και όλων των διεκφράσεών
της στον έγχρονο βίο μας. Το αιώνιο
παρόν, επισκοπούμενο κατά βάθος, μας επιστρέφει στον ίδιο μας τον εαυτό, στο
ίδιο μας το είναι που συνιστά το είναι του υπάρχειν μας. Είναι όμως του
υπάρχειν μας είναι το είναι της χρονικότητας, ό,τι την πληρώνει πέρα απ’ τις
τρέχουσες συνήθειες, ό,τι της δίνει νόημα.
Αυτή η
επιστροφή στον εαυτό, η ενδοσκόπηση, η κατάνυξη, δεν είναι απομόνωση, αλλά
βαθιά οικουμενική κοινωνία με το είναι του κοσμανθρώπου. Πώς όμως είμαστε σε
θέση να εκτιμήσουμε την υποταγή μας στις έγχρονες συνήθειες, όταν το βάθος τους
που είναι επιστροφή στο έγχρονο εγώ μας με τις τόσες και τόσες συνήθειες μας
καθηλώνει στο καθεστώς της εξάρτησης, της υποταγής στην αναγκαιότητα των παθών
με τα γνωστά αποτελέσματα;
Επανέρχεται
ένα αιώνιο ερώτημα: Υπάρχει έκτυπο χωρίς το αρχέτυπο; Υπάρχει χρονικότητα χωρίς
το χρόνο ως συμβολική και υποβόσκουσα αρχή του;
*
Δεν
ισχυριζόμαστε πως όλες μας οι ενέργειες είναι πτωτικές και ειδωλικές, επειδή,
ως φέροντες τα τραύματα της χρονικότητας-συνήθειας, φθάνουμε στο σημείο να
αναθάλλουν μαρμαρυγές της αρχέγονης αρχής μας που διαζωγραφίζονται όχι μόνο
στις αθάνατες ελλάμψεις της επιστήμης, της λογοτεχνίας, των κοινωνικών ιδεών,
της λαϊκής σοφίας, αλλά και σε άδηλες και αφανείς μαρτυρίες που σαρκώνουν την
αγάπη, την αλληλεγγύη, την ταπείνωση, την ανιδιοτελή προσφορά, τη γνήσια
ανθρωπιά χωρίς τις βακτηρίες ψευδοανθρωπισμών και φρούδων αναμονών.
Είναι
μαρτυρίες άρση της συνήθειας-αναγκαιότητας και προσπάθειες εσαεί ελευθέρωσης
απ’ τα δεσμά της maya, της Ατρόπου.
Είναι όμως
δυνατή η αποκόλληση απ’ τα δεσμά της
χρονικότητας-ιστορικότητας-δουλείας-ειμαρμένης, με τη συνειδητή και ελεύθερη
διάθεση και απόφαση της έγχρονης φύσης μας; Η προμετωπίδα της ιστορίας όλων των
εποχών και πολιτισμών μας απαντάει διπολικά: Ναι μεν υπάρχουν πόλεμοι, σφαγές,
εκμετάλλευση, ό,τι αντιανθρώπινο, αλλά είναι αυτό η ατρεμής αλήθεια η οποία
συνέχει το ανθρώπινο; Γνωρίζουμε πως βασιλείες, δυναστείες, δικτάτορες,
ηγεμόνες δεν υπήρξαν ποτέ η σταθερά του πνεύματος, αλλά παροδικές και οδυνηρές
νεφώσεις ως αυταπάτες το πάντα προσωρινά ‘’θριαμβεύοντος’’ ιστορικού συρμού.
Υπάρχει όμως
και μία άλλη κρύφια παράμετρος η οποία θάλλει και αναθάλλει, έστω και αν δεν
την υποψιαζόμαστε. Μας διδάσκει με τη σοφία της πως το παροδικό, οσοδήποτε
εξουσιαστικό και ανθρωποκτόνο, δεν είναι παράμονο, όσο και αν ξετυλίγεται υπό
διάφορα προσωπεία. Επισυμβαίνει μάλιστα και μία τραγική ειρωνεία: Οι εκάστοτε
θριαμβευτές θεωρούν αιώνιο το θρίαμβό τους, οι δυνάστες αιώνια τη δυναστεία
τους, αλλά η ιστορία αποφασίζει διαφορετικά…
Το βλέπουμε,
το διαπιστώνουμε με σύντομη ματιά στην ιστορία των λαών. Δε βλέπουμε όμως
καθαρά, δεν υποψιαζόμαστε ίσως κάτι που είναι αληθέστερο απ’ την επιφάνεια του
συμβαίνοντος, το βάθος και την οντική φύση του Αιώνα, το αληθεύον το οποίο
υπαινίσσεται και μαρτυρεί το νόημα του συμβαίνοντος, παρά το ότι είμαστε
ουσιαστικοί συντελεστές του.
Είναι ακριβώς
η επιστροφή στο μύχιο είναι μας, στην αιωνιότητά του, σε μια κατάσταση ειρήνης
και καθαρότητας, όπου νους και καρδιά αδελφώνονται ‘’έξω’’ απ’ τη χρονικότητα
και τις μύριες επιπλοκές της οι οποίες δεν είναι παρά δουλεία και παράδοση στην
αναγκαιότητα της συνήθειας, του πάθους, του εγωισμού, ατομικού και συλλογικού.
Πρόκειται για
προσπάθεια ελευθέρωσης η οποία κοινωνεί με την
περισυλλογή, με την αιωνιότητα του εγώ χωρίς την οποία είναι αδιανόητο
το συ, το εμείς, η οικουμενικότητα του κοσμανθρώπου.
Πρόκειται,
επίσης, για την θραύση των ειδώλων με πρώτο το εγωιστικό, για κατάσταση
κοινωνίας η οποία υπερβαίνει εκπλήξεις, για ειρήνη η οποία υπερβαίνει πάντα νουν, ως υπέρβαση και κατανόηση της τραγικότητας, αιώνιας κόρης της
χρονικότητας. Υπάρχει μάλιστα και το εξής παράδοξο: Η αποσπασματική
χρονικότητα, ως ανθρωποκοσμικό έγχρονό μας, δεν είναι διανοητή χωρίς την
αρχέγονη πρωτοπληροφορία η οποία δε μηνύει την καρτεσιανή νόηση της ιδέας του
απείρου, αλλά καλύτερα, την πλατωνική θεώρηση κατά την οποία υπέρκειται της
επιστήμης και της αλήθειας, το ἀνυπόθετον,
το αγαθό ως αιώνια μήτρα.
*
Αγγίζουμε πια
το πνεύμα των προβληματισμών μας, δεδομένου ότι (το) αγαθό δε μπορεί να είναι
αντικείμενο σκέψης, δεν είναι παραστατό, παρά μόνο ως ειδωλοποιημένο, όπως
συμβαίνει δυστυχώς. Γνωρίζουμε πολλές προσπάθειες που χρησιμοποιούν τους όρους
απερίληπτο, απερινόητο, άρρητο, υπεραισθητό κ. ο. κ. Σε αυτές όμως τις
προσπάθειες υποκρύπτεται ερήμην μας μία αναγωγή, αφού το υπεραισθητό
προϋποθέτει το αισθητό και αυτό οδηγεί σε υπεραισθητό αρχέτυπο που εδράζεται
στην αισθητή φύση των πραγμάτων κατά την οποία η απόλυτη ετερότητα βασίζεται
στην ομοιότητα, στη μεταβολή, στην κίνηση των αισθητών πραγμάτων. Αυτό ενέχει
ενδογενείς αντιφάσεις. Υπάρχει όμως και η πανθεϊζουσα ή και καθαρά πανθεϊστική
θεώρηση κατά την οποία όλα τα έγχρονα-αισθητά δεν είναι παρά παραλλαγές και
πεπερασμένες υποτυπώσεις της ταυτότητας, της Φύσης-Θεού. Αυτή η θεώρηση
υποκρούεται ή υποβόσκει και σε πολλές ιδεαλιστικές και μεταφυσικές θεωρήσεις και είναι αξιοπρόσεκτη. Είναι όμως αρκετή;
*
Θα προτιμούσαμε
κάτι το οποίο, χωρίς να διατείνεται πως είναι η τελική λέξη-θεώρηση, προσπαθεί
να πληρώνει τις προηγηθείσες θεωρήσεις.
Όταν κάνουμε
λόγο για άρρητο, απόλυτο, άχρονο, άτμητο, το κάνουμε ως ρητοί, ως σχετικοί, ως
έγχρονοι και μάλιστα με τη βοήθεια του γλωσσικά εκφράζεσθαι, συμβολικά δηλαδή.
Δεν αρκεί
επομένως να λέμε πως το απόλυτο σκιαγραφείται στο σχετικό, πως το αιχμαλωτίζει
και πως αιχμαλωτίζεται απ’ αυτό. Οφείλουμε να συνειδητοποιούμε κάτι
σημαντικότερο: Το απόλυτο υποκείμενο είναι οντικά και απόλυτο αντικείμενο και γι’ αυτό συνιστά τροφή του υπαρξιακού.
Τι σημαίνει
όμως αυτό κατά βάθος; Απόλυτο υποκείμενο είναι και το ίδιο μας το είναι, η ίδια
του η οντική φύση που κατατίθεται υπαρξιακά-έγχρονα. Πρόκειται για κοινό
θησαυρό όλων των υπαρχόντων, για την ατρεμή αλήθεια του συνυπάρχειν, αμετάθετη,
χωρίς την οποία νεκρώνεται λογισμός, συναίσθημα και κάθε μορφή δημιουργίας.
Αναδύονται
έτσι αλήθειες της μίας μόνης αλήθειας, αλήθειες οι οποίες είναι οικουμενικές ως
θραύσματα του αληθεύοντος. Πρόκειται ουσιαστικά για την πληρωματικότητα.
Ήδη, για να
προχωρήσουμε, βλέπουμε πως αναπροβάλλουν καταστάσεις οι οποίες αναφωτίζουν με τη
θεώρηση του πνεύματος της πλήξης, του άγχους, της αγωνίας που προσπαθούν να
απαλλαγούν με την προσφυγή στις παρερχόμενες ενασχολήσεις με τις γνωστές
συνέπειες. Ίσως η ιστορία είναι αυτό το τραγικό θέατρο του παραλόγου που οδηγεί
σε τραγικές καταστάσεις. Διαπιστώνουμε πως λάβαρα σωτηρίας του ανθρώπου, λάβαρα
που διαφημίζουν ιδεολογίες, μετανεωτερικότητες, το θάνατο του ανθρώπου και της
γραφής η οποία μεταβάλλεται σε παίγνιο που αιχμαλωτίζει την ανθρώπινη φύση κλπ.,
δεν είναι παρά μυθομανίες του παρελθόντος υπό σύγχρονα ενδύματα.
*
Τι θα μπορούσε
να αντιλεχθεί μετά την αναστροφή με το πνεύμα της λαϊκής σοφίας και τις
φιλοσοφικές του διεκφράσεις; Μία και μόνη απάντηση άρχει η οποία αναδύεται
μυστικά, αν θεωρήσουμε προσεκτικά τις ριζικές αφετηρίες της διανθρώπινης
δημιουργίας, αν, το κυριότερο, αναστραφούμε με το μύχιο εαυτό μας, με τον εαυτό
που προσπερνάει πολιτισμικά επίπεδα, μόρφωση, συνήθειες.
Το ‘’τι
είμαι;’’ είναι παραπλανητικό επειδή με εξομοιώνει με κάθε ‘’τι’’, με κάθε
αισθητό δηλαδή που μεταβάλλεται, που φθείρεται, που φεύγει.
Βέβαια, ως
ένσαρκοι σχετιζόμαστε με τα αισθητά οποιασδήποτε αναφοράς, αλλά μας διαφεύγει
κάτι σημαντικό: Άλλο πράγμα κάθε αισθητό, όπως το σώμα μας και άλλη αλήθεια η
ατρεμής βεβαιότητα της συνειδητοποίησης του συμβαίνοντος που δεν είναι προτεραιότητα
του αισθητού στη συνειδησιακή βεβαιότητα η οποία και το ορίζει.
Ορίζοντας, δεν
υποτάσσομαι, δεν ορίζομαι απ’ το οριζόμενο και αυτό προσφέρει τη δυνατότητα στο
πνεύμα μας να αυτοεπισκοπείται χωρίς να μεταβάλλεται σε παθητικό καθρέπτη ή
υποκείμενο εξαρτώμενο από ό,τι ορίζει.
Το ‘’τι
είμαι;’’ επομένως δε μετατίθεται απλά στο ‘’ποιος είμαι;’’, αλλά μας οδηγεί
στην αρχέγονη και διαρκή αφετηρία του τελουμένου, του εσαεί ανθρωποκοσμικού
τελουμένου και μας υπαινίσσεται την εν ετερότητι (σε σχέση με το αισθητό)
ταυτότητά μας, κάτι που ούτε δείχνεται, ούτε συνάγεται, αλλά που τελείται ως
φως του απόλυτου στο σχετικό.
Διαπιστώνουμε
έτσι την πληρότητα του μηδενός που αφομοιώνει τα πολυποίκιλτα έτερα στην
κοινωνία με το κοσμανθρώπινο υπάρχειν που καταγράφεται πια ως οικουμενικό.
Πρόκειται για
κοινωνία και όχι για επικοινωνία, για ταυτότητα που διαχέεται στην ετερότητα,
για πλήρωμα ζωής και όχι για πλήξη, για άγχος, για αγωνία. Αυτές οι καταστάσεις
είναι πτωτικές, όσο και αν συγκλονίζουν ευαίσθητες συνειδήσεις, όσο και αν μας
πολιορκούν που υποπίπτουμε στη λήθη της οντικής μας φύσης.
Κοινωνώντας με
την οντική μας φύση (ας τονίσουμε πως ό,τι χαρακτηρίστηκε ως υπερούσιο, ως
ακατάληπτο, ως άρρητο κλπ., δεν είναι παρά το εγγύτατο είναι μας στο οποίο
μετέχουμε αχρόνως για να εννοούμε κάθε έγχρονο), φωτίζουμε το πνεύμα της
χρονικότητάς μας.
Δεν
απαιτούνται αποδείξεις, καθόσον το αυταπόδεικτο καθιστά κάθε λεγόμενη απόδειξη
αντιφατική. Είναι αυτονόητο και δείχνεται συμβολικά σε κάθε έκφραση και εδώ
πλήρωμα του άρχους και της ένδειας γενικότερα είναι κάθε μορφής πνευματική
μαρτυρία.
Λέγεται
εξάλλου πως κάθε επίτευξη της διανθρώπινης δημιουργίας είναι αντίδοτο στην
πρωτογενή πλήξη η οποία με τη σειρά της γίνεται διαρκές εφαλτήριο. Όσο όμως
συνειδητοποιείται η οντική μας φύση, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται ο μύχιος
χαρακτήρας της πνευματικής δημιουργίας που υπερβαίνει τους έγχρονους
στεναγμούς.
Είναι, απλά
και καθαρά ελευθέρωση και εδώ είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε το πνεύμα της
ελευθερίας, πέρα από θεωρητικά επιχειρήματα.
Κι όμως, πάλι
προβάλλει το ερώτημα: Γνώση ή φυσική απλά ανάγνωση και υποταγή; Είναι η γνώση
και κάθε μορφή δημιουργίας έξοδος απ’ την πλήξη; Αν δίναμε καταφατική απάντηση,
θα εξαλειφόταν κάθε στερητική του υπάρχειν μας κατάσταση με συνέπεια την
παράδοση στα φαντάσματα των θεαμάτων, των διασκεδάσεων κ. ο. κ. Έχουμε εξάλλου
επιμείνει επ’ αυτού σε προηγηθείσες προσπάθειές μας, αλλά το επαναλαμβάνουμε
επιγραμματικά: Οι μεγάλες επιτεύξεις στο χώρο της πνευματικής προσπάθειας
αντλούν απ’ την έγχρονη-αισθητή μας φύση, αλλά το πνεύμα τους, το μύθημά τους,
η αποδιαστολή του συμβολικού, παραπέμπει στο ‘’έσω’’ φως, στην ανάβλεψη.
Μήπως,
επιμένουμε, κάθε μορφή γνώσης είναι απότοκο της πλήξης η οποία δεν είναι παρά
μάσκα της αρχέγονης φύσης μας, αλλά κάτι που παράγεται έγχρονα ως χρονικότητα,
αγνοώντας το βάθος της που είναι ἐπέκεινα
οὐσίας τε καί νοήσεως, μάσκα η οποία ενοικεί και παροικεί, αγνοώντας τη
συνήθεια και τα έγχρονα παίγνια ως ζωγραφία που δεν αγγίζει το έγχρονο είναι
μας;
*
Υπάρχει κάτι
πέρα απ’ τη γνώση και απ’ τις θαυμαστές της επιτεύξεις, κάτι που υπερβαίνει και
τα θαυμασιώτερα έργα του πνεύματος, έργα που παραπέμπουν στο θάμβος και στην
έκπληξη μεθ’ ἡδονῆς, ό,τι εξακοντίζει στην οντική ανυπαρξία της
πλήξης και που φωτίζει ό,τι δεν είναι δυνατό να εκφράζεται και με τις
γονιμότερες μαρτυρίες της συμβολικής; Είμαστε σε θέση να αποσυμβολίζουμε τη φύση μας ώστε να
εκτοξεύεται σε ό,τι υπερβαίνει όλες τις έγκοσμες δοκιμασίες μας που φαντάζουν
ως θρίαμβοι για να γίνονται στέγες προσωρινής στέγασης που μας καταβυθίζει στην
αναγκαιότητα της συνήθειας;
Ισχυρά
ερωτήματα, οριακές οι δοκιμασίες που δεν αφορούν μόνο διαπρέποντες σε κάθε
μορφή δημιουργίας, αλλά κάθε άνθρωπο. Είναι ο Κρόνος, η έγχρονη θητεία μας, η
χρονικότητα, αλλά αποκαλύπτει ερήμην της πως οι δεσμώτες του πλατωνικού
σπηλαίου, οσοδήποτε βυθισμένοι στις ειδωλικές τους θεωρήσεις, προσβλέπουν στην
ανάβλεψη.
Έτσι, η πλήξη,
με τέκνο της την κάθε είδους διασκέδαση, προσανατολίζει μυστικά στην αλήθεια
της Ζωής και εδώ είμαστε σε θέση να ετάσουμε το πνεύμα της ελευθερίας που ζωοποιεί ό,τι ωραίο που αναζητεί το
κάλλος.