βιβλία του νίκου μακρή

βιβλία του νίκου μακρή
The School of Athens-Raphael (Apostolic Palace, Vatican City)

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

ΛΕΥΚΕΣ ΨΥΧΕΣ ή Ο ΩΡΑΙΟΤΕΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ


e-book 
Το μυθιστόρημα θα κυκλοφορήσει προσεχώς σε έντυπη έκδοση
ΛΕΥΚΕΣ ΨΥΧΕΣ

Η

Ο ΩΡΑΙΟΤΕΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
                              

 

 

ΛΕΥΚΕΣ ΨΥΧΕΣ

 

Η

 

Ο ΩΡΑΙΟΤΕΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

                              

 

1

Κείνο το μεταμεσονύκτιο ήταν αρκετά γόνιμο για το Φαίδρο. Ήδη, οι πρώτες μακρινές αυγές του φωτός άρχισαν να προβάλλουν δειλά σιγανεμίζοντας τα αχνά αστέρια του ουρανού κι αφήνοντας έτσι τους μεγάλους σχηματισμούς να κρατύνουν το εφήμερο βασίλειό τους μέχρι τη ρόδινη αυγή. Η δροσιά της ταράτσας ήταν αισθητή, ο Φαίδρος είχε ήδη φορέσει το πουλόβερ του. Ωστόσο, παρά τη γονιμότητα των μεταμεσονύχτιων ωρών, παρά τη φαιδρότητα και τις ποιητικές αναλάμψεις των στιγμών, ο εικοσιπεντάχρονος νέος ήταν αρκετά προβληματισμένος, αν όχι μελαγχολικός.

Ανασηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα του, πλησίασε το εξωτερικό τοίχωμα της ταράτσας κι ακούμπησε αφηρημένα. Γύρισε για μια στιγμή στο τραπεζάκι, πήρε τα γυαλιά του, τα πέρασε γρήγορα και κατευθύνθηκε πάλι στο ίδιο μέρος απ’ το οποίο μπορούσε να αντικρίζει το κοιμισμένο προάστιο, αφού οι θόρυβοι είχαν κατασιγάσει, λες και ο έναστρος ουρανός ασκεί μαγνητική υποβολή.

Ολόξανθος, λεπτός και μάλλον ψηλός, σφραγιζόταν από μια ιδιότυπη μυστικοπάθεια, καθώς η γλυκύτητα του προσώπου του κατένευε συγκαταβατικά σε διαλόγους και σε συζητήσεις χωρίς όμως να προδίδει έναν εσώτατο κόσμο, κάποιους απροσδιόριστους ακόμη προβληματισμούς, ένα υπαινικτικό χαμόγελο που ανάδινε συχνά αδυναμία αλλά και ενδόμυχη αναμονή. Στο πρόσωπό του πρώτευε η ευγένεια θα ’λεγαν οι ψυχολόγοι,  γιατί, καθώς εκφραζόταν, σημαδευόταν αθέλητα από μια τραγική νότα μελαγχολίας. Κι όμως, αυτός ο μελαγχολικός νέος αγαπούσε με πάθος τη φύση, περπατούσε ακούραστα στις πλαγιές των βουνών και στους ερημικούς κάμπους, κολυμπούσε ώρες ολόκληρες και βυθιζόταν συχνά πυκνά στη μελέτη της φιλοσοφίας. Δε θα μπορούσε να πει κανένας πως δεν είχε φίλους και φίλες, πως δεν ήταν δηλαδή κοινωνικός. Κι όμως, κάτι σκίαζε τον ιδιότυπο κατά πολλούς  χαρακτήρα του. Είναι εξάλλου βέβαιο πως η ευφυία δεν ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του. “Είναι κυρίως οξύνους”, έλεγε στον πατέρα του ο καλός του δάσκαλος ο οποίος του είχε δώσει τα πρώτα και ανεξαγόραστα φώτα. Έκτοτε, απ’ τις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού σχολείου, όλα είχαν παιχθεί για το Φαίδρο. Θα σπούδαζε με μεγάλο πάθος φιλοσοφία και θα καθιστούσε τη φιλοσοφική μέριμνα  παντοτινό αγάπημα της ζωής του. Τα πράγματα κύλησαν όμορφα μέχρι και το Πανεπιστήμιο απ’ το οποίο απεφοίτησε χωρίς καμιά δυσκολία. Παράλληλα μάλιστα με τις σπουδές του είχε μάθει άριστα τα Γερμανικά, ενώ τα Αγγλικά του δεν ήταν ευκαταφρόνητα. Διάβαζε τη φιλοσοφία με πάθος, αλλά του άρεσε και η Λογοτεχνία, ενώ, όταν επιθυμούσε να ασκήσει την κρίση του, έλυνε προβλήματα Γεωμετρίας. Ήταν όμως πάντα μελαγχολικός, παρά την έμφυτη ευγένεια και το πηγαίο χαμόγελό του. Τι πνιγόταν ή κρυβόταν μέσα του, ποιο ακοινοποίητο μυστικό που τον πληροφορούσε πως η αληθινή όψη της ζωής δεν είναι η αισιοδοξία; Τον έπνιγε η πολιτεία, τον έπνιγε η Αθήνα, τον έπνιγαν και τα προάστια. Οι θόρυβοι, τα καυσαέρια, ο επαρχιωτισμός του Λεκανοπεδίου και η γενικότερη συμπεριφορά του Νεοέλληνα τον έκαναν να αισθάνεται ασφυξία, τον καταδίωκαν….Θα ’φευγε, μια άλλη πόλη θα βρισκόταν, καλύτερη απ’ αυτήν, του το ψιθύριζε ο ποιητής. Κι όμως, ο νέος, δεν έτρεφε αυταπάτες. “Δεν υπάρχουν ιδανικές πολιτείες, ούτε ιδανικοί άνθρωποι”, έλεγε και ξανάλεγε. “Κι όμως, θα φύγω!” έλεγε με πάθος. Άγνωστες χώρες δεν τον σαγήνευαν, γιατί το άγνωστο είναι συνήθως αντιστροφή του γνωστού, άλλο μαγεμένο βασίλειο της πλήξης, της έγχρονης πλήξης που καταδυναστεύει κι ας πιστεύεται πως ελευθερώνει με την επιφανειακή της δημιουργικότητα, όπως οι πολυποίκιλτες νότες και τα κατασαγηνεύοντα χρώματα των σπάταλων εκζητήσεων…

Κάθισε σταυροπόδι στον παχύ τοίχο της ταράτσας και αντίκρισε το κοιμισμένο Χαλάνδρι.

‘‘Η  πολιτεία κοιμάται  και μοιάζει παραδομένη στην ειρήνη’’, ξανάπε γνωρίζοντας όμως πως δεν έλεγε την αλήθεια.

Οι απόμακροι φωτισμοί των κεντρικών λεωφόρων απαμβλύνονταν σιγά σιγά, οι σκιερές γραμμές της Πεντέλης αλάφραιναν με πλαστική ελαστικότητα, τα πρώτα γαβγίσματα περιφερόμενων σκύλων μήνυαν πως η αυγή θα πρόβαλλε για να ξεμασκαρέψει τη  νυχτερινή ειρήνη.

Ο Φαίδρος κοίταξε τον ουρανό, χαιρέτησε τη Μεγάλη Άρκτο, στράφηκε στο ζωντανό Αυγερινό, παρατήρησε τα αναβοσβήνοντα φώτα –άγρυπνους πλοηγούς ενός αεροπλάνου που ταξίδευε για άλλες πολιτείες. Ένας μικροθόρυβος στην είσοδο της ταράτσας τον παραξένεψε. Πριν κατεβεί απ’ το μικρό του αναβατήριο διέκρινε μια σκιά την οποία δε χρειάστηκε καν να αναγνωρίσει.

-Φαίδρε, τρελέ ονειροπόλε, πάλι ξενύχτησες;

-Αννούλα μου, γιατί και συ δεν κοιμάσαι τέτοια ώρα;

-Ξέρεις πως είμαι δύσκολη στον ύπνο ξαδελφούλη μου…Αλλά καλύτερα, θα δροσιστώ και θα ακούσω τους αιώνιους διαλόγους σου με τα άστρα. Ίσως πιάσω κάποιο απ’ τα μυστικά της αστροσοφίας…

Νυχτερινή σκιά η Άννα, είχε περάσει τη ρόμπα της πάνω απ’ το νυχτικό της και απόθεσε τη φορητή πολυθρόνα της πλάι απ’ το τραπεζάκι, απέναντι ακριβώς απ’ την πολυθρόνα του Φαίδρου. Η Άννα, σαραντάρα και κόρη, διακρινόταν για τις βαθύτατες αποχρώσεις μυστηρίου που αναδύονταν ανεπιτήδευτα απ’ το παρθενικό της πρόσωπο. Δίδασκε Αγγλικά σε ένα φροντιστήριο χρόνια τώρα και πικραμένη απ’ τη ζωή μετά μια άτυχη μνηστεία στα πρώτα της νιάτα, έπαυσε να ενδιαφέρεται για το γάμο, καθώς ο μυστικιστικές της τάσεις την ωθούσαν όλο και περισσότερο στην ευσέβεια, χωρίς όμως να απαλείψουν την κοσμική της χάρη. Ήταν ένα εύοσμο λουλούδι που ανάδυε μύρο με τη σιγή του, ένα μύρο που αιώνιζε το μυστήριο της γυναίκας πέρα και έξω από κάθε συμβατικότητα. Διάβαζε αγγλική ποίηση και πεζογραφία, ταξίδευε κάπου κάπου στην Αγγλία, μα τον πιο πολύ καιρό τον περνούσε στο σπίτι. Με το Φαίδρο είχαν ιδιαίτερα καλές σχέσεις, συζητούσαν συχνά και παρά τη σχετική απόσταση ηλικίας, η εγγύτητά τους ήταν αναμφισβήτητη δημιουργώντας έτσι  μαγικές διαστάσεις στη σχέση τους. Η Άννα, πλάι στην ωριμότητά της, διατηρούσε κάποιους αειθαλείς θησαυρούς παιδικότητας που την κοσμούσαν με συγκινητική χάρη, κάτι ανέσπερο που δε σκουριάζει απ’ την παλαιότητα των ημερών. Ο Φαίδρος παράλληλα, διακοσμούταν με μια παιδική φρεσκάδα η οποία αποκάλυπτε παράδοξη ωριμότητα στιγματισμένη από υποβλητική απαισιοδοξία. Τα δύο ξαδέλφια ήταν απ’ τη φύση τους συγγενικές ψυχές.

Η Άννα κάθισε στην πολυθρόνα της σαν πούπουλο που το απόθεσαν αθόρυβα κάποιες φωτερές σκιές και βάλθηκε να ατενίζει τα’ αστέρια του ουρανού.

-Ο πατέρας, ο Θεός ας αναπαύει την ψυχή του, μου είχε μάθει πολλούς αστερισμούς.

-Φαντάζομαι τις όμορφες νυχτερινές σας συζητήσεις σ’ αυτήν εδώ την ταράστα…

-Είναι σαν να ήταν χθες…Μυστήριο μέγα, αφού πέρασαν τόσα χρόνια…

-Μα είναι ένα φυσικό μυστήριο θα ’λεγα, αφού οι όμορφες στιγμές της παιδικότητας προσφέρουν τις έσχατες αναλάμψεις της σοφίας και μάλιστα μακριά από κάθε εξιδανίκευση, στο βάθος που αποστίλβει με την παράδοξη επιφάνειά του.

-Φαίδρε μου, αυτά τα θέματα τα γνωρίζεις άριστα σε σχέση με μένα την απλή δασκάλα. Όμως, όταν προσπαθώ να συμβιβάσω αυτές τις δύο αλήθειες, το όμορφο παρελθόν της παιδικότητας, με τη δίνη του τραγικού μεσημεριού, με συνεπαίρνει ένα ρίγος κι αρχίζω τα κλάματα. Αυτό μου συμβαίνει συνήθως κατά τα δειλινά, όταν αντικρίζω τα μικρά που παίζουν ανέμελα στο απέναντι πάρκο. Μετά στιγμές συγκίνησης και κατάνυξης της παιδικότητας, μπαίνω στο δωμάτιό μου και παραδίνομαι στα δάκρυα του ημίφωτος. Έχει το σούρουπο το Γολγοθά του, ό,τι κι αν είπαν οι ρομαντικοί.

-Κατόπιν, προσεύχεσαι, επικαλείσαι το υπερπέραν…Σε ξέρω, σε ξέρω Αννούλα μου.

-Είμαι και ’γω μελαγχολική, δεν είσαι μόνο εσύ.

-Νομίζεις πως η μελαγχολία είναι αδυναμία;

-Όχι φυσικά.

-Κι όμως, όταν είναι παθολογική, προσημαίνει επικίνδυνες εξελίξεις.

-Βέβαια, μα στην περίπτωσή μας δεν υπάρχει τίποτε το παθολογικό.

-Αλίμονο, αν υπήρχε.

-Φαίδρε μου, νομίζω πως πρόκειται για μελαγχολία η οποία οφείλεται σε ευαισθησίες.

-Και πού να γνώριζες Αννούλα του χιονιά πως κάποιοι ψυχίατροι και ψυχοπαθολόγοι λένε πως και η μελαγχολία η οποία οφείλεται σε ευαισθησίες είναι παθολογικό φαινόμενο…

-Άφησέ τους να λένε ό,τι θέλουν, κι ας επικαλούνται την επιστημονική έρευνα.

Η Αννούλα σηκώθηκε λες και παλλόταν από ιδιότυπα αισθήματα έντασης. Το αεράκι κινούσε τα μαλλιά της, τα πρώτα ίχνη της ημέρας πρόδιδαν τις εκστατικές συσπάσεις του προσώπου της, η σκιά της άρχισε να φωτίζεται παράξενα.

-Ας λένε ό,τι θέλουν, επανέλαβε με πάθος, για να συνεχίσει: Υπάρχουν ακατάλυτες δυνάμεις τις οποίες καμιά ψυχανάλυση, καμιά ψυχοθεραπεία δεν πρόκειται να δαμάσει. Είναι η ίδια η φύση του ανθρώπου την οποία καμιά θεωρία δεν είναι σε θέση να βιάσει. Ποιος μπορεί να βεβαιώσει  στο όνομα της επιστήμης πως η αιδώς, η συστολή, η σεμνότητα, η ευαισθησία, η συγκίνηση και τόσες άλλες καταστάσεις είναι νοσηρά φαινόμενα; Τα μεγάλα νυστέρια πιστεύουν πως κατακρεουργούν τα άδηλα και τα κρύφια για να τα θεραπεύσουν. Κρίμα.

-Όταν ακούω παρόμοιες απόψεις, έχω την εντύπωση πως γίνεται προσπάθεια να μου αρπάξουν το είναι και εύχομαι το θάνατο, γιατί τον θεωρώ αμείλικτο φρουρό και φύλακά μου.

Η Αννούλα δε μπόρεσε να συνεχίσει. Βούρκωσε. Προχώρησε στην άκρη της βεράντας, έριξε ένα απλανές βλέμμα στην κοιμισμένη πολιτεία, κοίταξε τα άστρα κι αφήνοντας τα δάκρυά της να τρέχουν στις παρειές της, στράφηκε στο Φαίδρο χωρίς να πλησιάσει. Έμενε ακίνητη, ακριβώς απέναντί του, στηριγμένη στον παλιό και φιλόξενο τοίχο.

-Τι λες; τον ρώτησε με φωνή που πρόδινε έσχατη συγκίνηση.

Ο Φαίδρος άφησε την πολυθρόνα του και πλησίασε την Αννούλα. Ακούμπησε στον τοίχο περίσκεπτος και κάρφωσε το βλέμμα του στη σκιά του κοντινού πεύκου το οποίο αγκάλιαζε ένα μέρος του απέναντι τοίχου πλάι στον κήπου. Ένα σκιουράκι αναπήδησε κι άρχισε να προχωρεί ανέμελα. Τα δύο ξαδέλφια που ζούσαν την απίστευτη ένταση της συζήτησής τους, δεν παραξενεύθηκαν, παρά το σπάνιο θέαμα. Το σκιουράκι, κομψό και γρήγορο, γλίστρησε στην πολυθρόνα της Αννούλας, μα ανάλαφρη καθώς ήταν ανατράπηκε και το ζωάκι, τρομοκρατημένο, χάθηκε στην αγκαλιά του πεύκου.

Ησυχία. Ένα μακρινό μανσάρισμα χάθηκε, κάποιοι ήχοι αυτοκινήτων περνούσαν απαρατήρητοι. Τα δύο ξαδέλφια ζούσαν την απίστευτη για τον κοινό θνητό ένταση της ψυχής, της μακάριας και ταλανισμένης ταυτόχρονα ψυχής.

-Ό,τι και να πω, θα είναι φτωχό και μηδαμινό. Θα μπορούσα να επαναλάβω λέξη προς λέξη τα λόγια σου και χαίρομαι που σε τάραξα ειρηνικά, ειρηνικότατα.

-Ξέρεις πως η ταραχή τρέφει κατά βάθος την ψυχή, γιατί την κάνει να φεύγει απ’ τα εφήμερα και απ’ τα ταπεινά.. Την απογειώνει, γιατί την οδηγεί στη συγκίνηση. Δε μου μιλήσατε όμως για τα υπέροχα σχέδιά σας, για τα πρωτότυπα κατακτητικά σας σχέδια.

-Θα σου μιλήσω. Όλη τη νύχτα μ’ αυτά αναστρεφόμουν.

-Το βρίσκεις εύκολο;

-Εξαρτάται απ’ τον τρόπο αντιμετώπισης.

-Δε θυμίζει λίγο τα όμορφα παραμύθια της παιδικότητας;

-Και στα παραμύθια υπάρχει πνεύμα.

-Ας κατεβούμε στον κήπο, πρότεινε ο Φαίδρος.

Ατένισαν για λίγο το άρμα της Ηούς το οποίο άρχισε να πυρώνει μαγευτικά την Ανατολή, καταπίνοντας ειρηνικά τα αστέρια και τους αστερισμούς ως ακίνδυνη μάζα ηφαιστείου, ως αποφασισμένη εμπροσθοφυλακή του ερχόμενου φωτός που έτρεπε σε φυγή το αγκομαχητό της κουρασμένης πια νύχτας. Ξημέρωνε και η κοιμισμένη πολιτεία άρχισε να ξεμουδιάζει απ’ τη νυχτερινή της ανάπαυση. Το μαγιάτικο αεράκι μετέφερε μύρια μύρα που ’φταναν μέχρι τα βάθη της ψυχής ως μυστικός αρραβώνας της με την υποβλητική γοητεία του παντός, ως βαθιά υπόσχεση αθανασίας κα ενότητας, πέρα απ’ τα πρόσωπα.

Αυτές όμως τις στιγμές της ευφρόσυνης πληροφορίας οι ψυχές των δύο ανθρώπων που ’μοιαζαν  με σκιές της νύχτας, ένιωθαν τραυματισμένες. Βαθύτατη αίσθηση τραγικότητας ή ψυχική νόσος;

-Ας κατεβούμε, απάντησε η Αννούλα μετά παρατεταμένη σιωπή.

Έριξαν μια ματιά στον ορίζοντα, θώρησαν την απέραντη πολιτεία, τους κοντινούς κήπους με τα δένδρα, το αντικρινό βουνό και κατέβηκαν απ’ την ανεμόσκαλα.

Το σπίτι ανήκε στους γονείς του Φαίδρου και της Άννας, ήταν ιδιοκτησία τους στην οποία μετείχαν και δύο άλλα εξαδέλφια τους που ζούσαν μακριά. Αυτό το σπίτι το σχετικά μοναχικό, αφού περιβαλλόταν από μεγάλο κήπο, γνώρισε μέρες δόξας κατά τα χρόνια του μεσοπολέμου. Οι γονείς των παιδιών διέπρεψαν ως τροφοδότες σκαφών του Εμπορικού Ναυτικού, ως έξυπνοι επενδυτές με  τεράστια κέρδη. Ήδη, το εσωτερικό του σπιτιού διηγείται αμίλητα το κλέος των ημερών. Ο κήπος βρισκόταν σε καλή κατάσταση χάρη στη μητέρα του Φαίδρου κυρίως και καλούσε σε πανδαισία, καθώς οι μεγάλες τριανταφυλλιές, τα ολοπράσινα παρτέρια και τα πέντε πεύκα αντάμωναν στο βάθος με δέκα περίπου οπωροφόρα.

Ο Φαίδρος και η Αννούλα περπατούσαν πια στους ανέμελους διαδρόμους του μικρού τους παραδείσου.

-Πες μου λοιπόν το μυστικό σας, τα σχέδιά σας.

-Γιατί εξαιρείς τον εαυτό σου;

-Δεν είπατε πως η ομάδα θα αποτελείται από νέους;

-Όχι αποκλειστκά. Θα μετέχουν και νέοι, και λιγότερο νέοι και μεγάλοι.

-Καταρτίσατε σχέδιο δράσης;

-Μα Αννούλα, δεν πρόκειται να κατακτήσουμε τον κόσμο. Απλούστατα, θα δρασκελίσουμε τα δεσμά της πόλης και θα συναντηθούμε με τη φύση, με την άγρια και αρχέγονη ζωή του βουνού και της απόμερης ακτής. Εκεί θα μαθητεύσουμε για δεκαπέντε μέρες.

-Εγώ θα σας ακολουθήσω “εκ του μακρόθεν”. Εσείς, η μικρή σας ομάδα, θα έχετε μάτια φλογισμένα, ακούραστα πόδια και απέραντη ψυχική δύναμη. Εγώ και η Κατερίνα θα μείνουμε στην αγροικία, ανάμεσα στο ξέφωτο, στο δάσος και στην ακτή.

-Οφείλεις να καταλάβεις πως δεν πρόκειται ούτε για εκδρομή, ούτε για εξερεύνηση, ούτε για διακοπές.

-Μα ακριβώς αυτό θέλω να μου πεις. Διευκρίνισέ μου λοιπόν το σκοπό σου, είμαι βέβαιη πως δεν πρόκειται για κάτι επιπόλαιο. Και μόνη η παρουσία σου αποκλείει τις επιπολαιότητες.

-Ουσιαστικά πρόκειται για έξοδο, για έξοδο απ’ τη συμβατικότητα και τη φθορά της καθημερινής ζωής.

Η Αννούλα χαμογέλασε μελαγχολικά, σαν να πληροφορήθηκε ενδόμυχα κάτι το ουτοπικό στην όλη προσπάθεια. Ο Φαίδρος έπιασε το χαμόγελο της Αννούλας και αναστατώθηκε.

-Λες Αννούλα να είμαστε ονειροπόλοι και να μην ξέρουμε τι ζητάμε;        

-Αυτό είναι το αιώνιο ζητούμενο. Δεν αναφέρομαι στην έξοδο στην οποία και εγώ θα πάρω μέρος ως οπισθοφυλακή, αλλά στη γενικότερη ανθρώπινη προσπάθεια. Νομίζεις ότι είμαστε πολλοί όσοι γνωρίζουμε τι ζητάμε;

-Προσπαθούμε να το μαθαίνουμε σιγά σιγά.

-Ακριβώς.

-Τέτοιου είδους προσπάθεια θα είναι επομένως η έξοδός μας.

-Με όλα τα καρυκεύματα της φύσης. Πορείες, μπάνιο, συζητήσεις, κ.ο.κ.

-Φυσικά.

-Σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν προσχεδιάζουμε τίποτε. Όλα έρχονται μόνα τους και γι’ αυτό δε μπορώ να αναφέρω κάτι το συγκεκριμένο.

-Όποιος περιμένει τη δικαίωσή του εναποθέτοντας τις ελπίδες του στο μέλλον, είναι εκ των προτέρων χαμένος.

Ο Φαίδρος πλημμυρίστηκε από αγαλλίαση στο άκουσμα των σκέψεων της Αννούλας. Έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα σημείωμα και πριν το διαβάσει, είπε:

-Ο Βασίλης έγραψε τα εξής τις προάλλες, εκεί πάνω στην ταράτσα. Έγραψε βιαστικά σε μια κόλλα από άσπρο χαρτί την οποία προόριζα για τον εαυτό μου. Άκουσε λοιπόν.

            Ελπίζαμε πως θα ’βρουμε το φως

            στα έρημα δρομάκια του αγρού,

            πιστεύαμε πως θ’ ανατείλει η ζωή μας

            στην άγνωστη πηγή της εξοχής,

            νιώθαμε πως θα τελείωναν  οι πόνοι

            στο μέγα πάθος της αναμονής,

            εκεί που η ψυχή ανάρια και κεφάτη

            θ’ απόθετε το μέγα βάρος της ερειπωμένης της ειδής.             

                               *

            Μείναμε όμως τραγικοί και μόνοι…

-Ο δεκαεξάχρονος Βασίλης εκφράζεται ποιητικά…

-Πρόκειται για εξαίσιο νέο με κύρια χαρακτηριστικά τη σεμνότητα και την απλότητα.

-Τον γνώρισα στην ταράτσα και κατάλαβα. Πόσες ωραίες συμπτώσεις-εκπλήξεις μας επιφυλάσσει η ζωή! Θυμάμαι πώς σε παρακάλεσαν οι γονείς του να του κάνεις ιδιαίτερο στα Αρχαία και στην Έκθεση και πώς με το δεύτερο μάθημα τους είπες πως η αποστολή σου εκπληρώθηκε.

-Ναι, δε χρειαζόταν περισσότερο, γιατί η σκέψη του λειτουργεί ως ακατανίκητο ένστικτο, είναι τρομερό παιδί.

-Το βλέπω και διαπιστώνω πως σημαδεύετε τόσο σωστά. Ναι αυτή η έξοδος θα δώσει καρπούς.

Ο ήλιος αναδυόταν, το πρωινό ήταν ελκυστικό.

-Κοίταξε τη λάμψη των δροσοσταλίδων του κισσού, έκανε η Αννούλα θαυμαστικά.

Ο πασσαλόφρακτος κήπος καλυπτόταν από κισσό και αγιόκλημα σχηματίζοντας έτσι αδιαπέραστο τείχος ομορφιάς και χάρης. Τα πρωινά οι δροσοσταλίδες πλούμιζαν τις χαριτωμένες αποχρώσεις και πρόσφεραν ιδιαίτερη χάρη στον κόσμο των λουλουδιών υπαινισσόμενες μια κάποια παρθενική ομορφιά που έχει αιώνια χάρη και νεότητα. Αρκετά σπουργίτια τρύπωναν στα φυλλώματα για να χαρούν τη δροσιά και την ησυχία, ψιθύριζαν ανέμελα τα μυστικά τους και κατευθύνονταν στα πεύκα για να αρχίζουν την πρωινή τους συναυλία.

-Οι δροσοσταλίδες των ανθέων με ακινητοποιούν, είπε η Αννούλα. Κάποτε νιώθω πως μοιάζουν τόσο με τα δάκρυά μου.

-Συμβαίνει ίσως γιατί προέρχονται απ’ την άβατη περιοχή της αγνότητας σαν πρόκληση στον κόσμο της φθοράς.

-Δε νομίζεις Φαίδρε μου πως οφείλουμε να παραδοθούμε στην ανάλαφρη αγκαλιά της πρωινής γιορτής;

-Κουράστηκες, το βλέπω καθαρά στα γερμένα σου μάτια

-Παράξενο. Συ είσαι φρέσκος και ζωντανός. Βλέπεις, η νεότητα…

΄Άφησαν τον κήπο, ανέβηκαν και πάλι στην ταράτσα να πάρουν τα ανάλαφρα πράγματά τους, τα απέθεσαν στη διπλανή σοφίτα και κατευθύνθηκαν στα δωμάτιά τους.

 

  2

 

Τρεις μέρες αργότερα ο Βασίλης πήγε στο χωριό να περάσει το σαββατοκύριακο και να κατοπτεύσει για μια ακόμη φορά το μέρος. Η έξοδός τους θα ήταν απλά και μόνο μια προσπάθεια αποσύνδεσης της μικρής παρέας απ΄τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Έτσι περιέγραφαν οι φίλοι την επιφάνεια, την εξωτερική δηλαδή όψη του μελλοντικού τους εγχειρήματος. Στο βάθος όμως κρυβόταν κάτι το οποίο ήταν ακόμη αδιευκρίνιστο, κάτι το οποίο όλοι τους υποψιάζονταν, κάτι στην υποψία του οποίου παρέλυαν οι σκέψεις τους, καθώς μια σκληρή ακίδα αβυσσαλέου άγχους τους μήνυε το γκρεμό του μηδενός. Αμέσως όμως συνέρχονταν μετά την αιφνίδια και κατακλυσμιαία πληροφορία, γιατί πίστευαν πως όφειλαν να φθάσουν στα απώτατα βάθη της ζωής.

Το ταξίδι του Βασίλη απ’ την πρωτεύουσα στην επαρχία, σε κάποια πολίχνη της δυτικής Στερεάς, διήρκεσε πέντε ώρες. Αυτές οι πέντε ώρες ήταν για το ζωντανό έφηβο ένα πραγματικό όνειρο ανοιξιάτικης μέρας με γνήσιες εμπειρίες που ξεπερνούν σε διαύγεια και τις πλέον αυταπόδεικτες αλήθειες. Άγονα και βραχώδη μέρη εναλλάσσονταν με γόνιμες και καταπράσινες περιοχές, αλλά παντού η αίσθηση της άνοιξης προκαλούσε. Γαλανός ουρανός, γαλάζια θάλασσα, λουλουδιασμένες πλαγιές, και λιβάδια, ήρεμα ποτάμια, χαριτωμένες ακτές.

Ο Βασίλης αντίκριζε τα τοπία που απλώνονταν δεξιά και αριστερά του, τα κατάπινε με τις αισθήσεις της ψυχής του και παραδινόταν στη ρέμβη. Κάθε τόσο έκλινε τα μάτια για να απολαύσει περισσότερο, για να ζήσει με κείνη την άδηλα αίσθηση που ζωοποιεί τα θαυμαστικότερα αισθήματα και συναισθήματα του ανθρώπου. Μύριες σκέψεις του αναπηδούσαν άτακτα, έτσι που ήταν αδύνατο να μπουν σε τάξη, κάτι το οποίο εξάλλου δεν επιθυμούσε. Ήταν κάποιες στιγμές αρκετά ανήσυχος, μα μέσα του κάποια άλλη ήρεμη δύναμη η οποία ήταν ακόμη αδιευκρίνιστη του ’δινε δύναμη και του υποσχόταν πολλά. Κάθε τόσο ο νους του πήγαινε στους τίτλους των εφημερίδων, στα σκάνδαλα, στην πολιτική, στο κοινωνικό ήθος της πατρίδας του, στη σωρεία των πιεστικών της προβλημάτων. Ήταν τότε βίαιος και ορμητικός, αντιδρούσε με πάθος καταγγέλλοντας το κατάντημα του τόπου με αφετηρία το πάθος για γνησιότητα που σφραγίζει όλη τη νεότητα…

‘‘Μην είσαι υπερβολικός!’’ τον επιτιμούσε ο πατέρας του. ‘‘Είσαι νέος, δεν έχεις πείρα, πάντα οι κοινωνίες βρίσκονται σε κρίση’’.

‘‘Πρέπει λοιπόν να μένουμε αδιάφοροι;’’

‘‘Όχι βέβαια…’’

‘‘Λοιπόν;’’

‘‘Λοιπόν, καιρός να μη μετατοπίζουμε τις αιτίες του κακού σε άλλους παρακάμπτοντας την προσωπική μας ενοχή’’.

‘‘Αυτό ακριβώς. Φταίμε όλοι, άρχοντες και αρχόμενοι, πλούσιοι και φτωχοί.’’

‘‘Ας είναι.’’

Οι συζητήσεις με τους γονείς του και με τους φίλους του ήταν συνεχείς. Περνούσαν απ’ την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα στην τέχνη, στο δίκαιο, στη φιλοσοφία, στην ομορφιά, στη ζωή. Κατόπιν ο Βασίλης ξαναδούλευε τα προβλήματα προσωπικά, αναμόχλευε την προβληματική, ξανάθετε ερωτήσεις, με τρόπο που η εφηβική του συνείδηση προσλάμβανε μια υπέρτερη μα αδιευκρίνιστη πληροφορία.

‘‘Θα προκύψει κάτι όμορφο, κάτι υπέροχο στο οποίο αξίζει να αφιερώσουμε τη ζωή μας, γιατί είναι η ζωή της ζωής μας…’’

Ο Φαίδρος όμως του είχε πει τις προάλλες πως τα πολυτιμότερα πράγματα της ζωής δεν προκύπτουν, γιατί αναβλύζουν αυθόρμητα απ’ το βαθύτερο είναι μας. Όταν μάλιστα ρώτησε πώς είναι δυνατό να συμβαίνει κάτι τέτοιο, η απάντηση ήρθε απ’ την Αννούλα:

‘‘Ό,τι αναβλύζει προϋπάρχει ως θησαυρός μέσα μας. Είμαστε οπλισμένοι με πολύτιμα δώρα τα οποία ας μη χάνουμε στην επαφή μας με την πεζή καθημερινότητα.’’

Ο Βασίλης ένιωθε πως ανακάλυπτε στα βάθη του βλέμματος της Αννούλας κάτι το οποίο ήταν βαθιά κρυμμένο μέσα του, κάτι για το οποίο θα έκανε το παν ώστε να αναλάμψει με το πραγματικό του φως, επισκοτίζοντας έτσι τις ψευδαισθήσεις της επιφανειακής του ματιάς. Θέριευε τότε μέσα του μια άγνωστη και απύθμενη δύναμη που ένωνε παράδοξα όλες τις άλλες του δυνάμεις. Ήταν τάχα επιπολαιότητα της ήβης και της πρωτινής νιότης ή κάτι το ουσιαστικότερο του οποίου θα όφειλε να είναι προσκυνητής; Παρόμοια ερωτήματα τον βασάνιζαν, αλλά ταυτόχρονα τον οδηγούσαν σε παρήγορες σκέψεις, καθώς διαπίστωνε πως αυτή η ανίκητη δύναμη εξαφάνιζε ουσιαστικά τα ψέματα της καθημερινότητας. Με περίσκεψη και αγώνα ο Βασίλης αντιμετώπιζε το εφηβικό άγχος, ευγενικό κατάλοιπο του παιδικού, ένα άγχος που μήνυε πολλά, που φώτιζε, όπως οι αστραπές την ανέφελη νυχτιά.

‘‘Η αισιοδοξία είναι πολυτέλεια’’, του ’λεγε η μητέρα του.

‘‘Οφείλουμε λοιπόν να είμαστε απαισιόδοξοι;’’

‘‘Όχι, ούτε αισιόδοξοι, ούτε απαισιόδοξοι. Οφείλουμε να είμαστε σώφρονες.’’

‘‘Νεροζούμια’’, ψιθύριζε διακριτικά.

Παρόμοιες σκέψεις και απόηχοι βιωμάτων φόρτιζαν τη συνείδηση του έφηβου καθώς το ταξίδι συνεχιζόταν, καθώς τα τοπία των βουνών και των κάμπων προσφέρονταν στιγμιαία απ’ την ταχύτητα του λεωφορείου για να εναλλάσσονται συνεχώς. Ο Βασίλης θα ’θελε να πηδήξει απ’ το λεωφορείο, να δρασκελίσει τα δεσμά της ανάγκης, να περιδιαβεί με πάθος τις ράχες, τα βουνά, τις λαγκαδιές και τις ακρογιαλιές. Θα ’στεκε τότε στο έσχατο ακροπελαγίσιο ακρωτήρι, μόνος μπροστά στα κύματα για να ρωτήσει τον αχανή ωκεανό, κατόπιν θα ανέβαινε στα ψηλότερο βουνό και μόνος θα στρεφόταν στον ουρανό για να του πει τα μυστικά του. Τότε όμως όλα χάνονταν, τίποτε δεν έμενε και βυθιζόταν στο μηδέν, στο μηδέν, στο τίποτε…Κι όμως, κείνη η μηδενική εμπειρία του ’δινε θάρρος γιατί εκεί βρισκόταν κάποιο μυστικό του οποίο αναζητούσε με τόσο πάθος στην ωκεάνια και ιλιγγιώδη “μορφή” του κόσμου. Τότε έγραφε κάποιους στίχους τους οποίους ονόμαζε γυμνάσματα, δοκιμασίες, μικρά μηδενικά.

Και κείνη τη στιγμή, καθώς το λεωφορείο βούιζε, ο Βασίλης κατάφερε να χαράξει στο τετράδιο γυμνασμάτων κάποιες ποιητικές σκέψεις-προπλάσματα. Όσο το λεωφορείο κυλούσε ομαλά, η πένα του έφηβου χαμογελούσε στο λευκό χαρτί, χαμογελούσε με μπλε χιούμορ πίσω απ’ τη σοβαροφάνεια των χαρακτήρων. Κατάφερε έτσι ο νέος να χαράξει κάποιους στίχους δοκιμασίας, η στιγμή ήταν γόνιμη, παρά τα ελαφρά τραντάγματα του οχήματος.

            Έφτασα ως τις εσχατιές της γης, στο θείο ακρωτήρι,

            διάβηκα ως τα πέρατα της στεριανής ακτής

            αντίκρισα το βάθος του τενάγους…

            Ανέβηκα τα πιο ψηλά βουνά, πέρα απ’ το Ζαρατούστρα.

            Σε κείνες τις στυφές ακρώρειες

            άδειασα της ψυχής μου τα κοράλλια,

            έμεινα μόνος και γυμνός χωρίς εγώ.

            Τότε το βλέμμα αναστέναξε βαθιά

            χαμένο απ’ το βάθος του ουρανού και των ωκεανών…

            η πρωτινή μου δύναμη συσπάστηκε και ράγισε μεμιάς.

            Ταλανισμένος μονομάχος χωρίς βαρύ οπλισμό,

            σκληρός πολεμιστής χωρίς περικνημίδα,

            ανηλεής ερωτητής της γης και τ’ ουρανού

            χάθηκα μες το πλέγμα των στοιχείων

            και κείνα μου αφήρεσαν ό,τι είχα πιο ακριβό.

            Έμεινα μόνος χωρίς λογισμό και νου

            χωρίς τη θεία παιδικότητα των αισθημάτων…

            Κι όμως εκεί ανακάλυψα το υπέρτατο,         εξαίφνης,

            το άβατο εγώ μου…

Έκλεισε το τετράδιο και το απόθεσε στο σάκο του, έστρεψε πάλι το βλέμμα του στα φευγαλέα τοπία. Ξαφνικά, στο αριστερό τζάμι, συνέλαβε αστραπιαία την αχνή μορφή του διπλανού ταξιδευτή. Παραξενεύτηκε και επιτίμησε τον εαυτό του για την αφηρημάδα του, μα πριν στραφεί να χαιρετήσει ο κύριος Μένιος τον χτύπησε στην πλάτη λέγοντάς του:

-Βασίλη, γεια σου, σε άφησα να ταξιδεύεις, δε θέλησα να σε αποσπάσω απ’ τις σκέψεις σου. Είσαι νέος, ταξιδεύεις διπλά, ταξιδεύεις αλλού και όταν ταξιδεύεις.

-Γεια σας κύριε Μένιο…Συγνώμη. Αυτό δε σημαίνει πως δε σας πρόσεξα.

-Απλά, δεν είχες την ευκαιρία να με προσέξεις παιδί μου.

-Νομίσατε πως είμαι απρόσεκτος…Έτσι δεν είναι;

-Όχι απρόσεκτος αλλά εσωστρεφής. Ξέρεις, η φύση μάς καλεί στην εσωστρέφεια και όχι στην εξωστρέφεια, όπως νομίζουν μερικοί.

-Ναι, αλλά θα όφειλα να προσέξω απ’ την αρχή του ταξιδιού με ποιον συνταξιδεύω.

-Δεν πειράζει.

-Κι όμως, πειράζει. Ειλικρινά σας ζητώ συγνώμη.

-Δεν ξεχνάς ποτέ σου τον Ζυγό, την όμορφη πατρίδα των γονιών σου.

-Μα είναι δυνατό;

-Αυτό βλέπω. Χαίρομαι ιδιαίτερα που ζεις την επαρχία, που παίρνεις μαθήματα κοντά της.

-Μα και σεις κύριε Μένιο θα μπορούσατε να ζείτε στην πρωτεύουσα ή τουλάχιστον σε μια μεγάλη πόλη. Δεν το κάνετε όμως.

-Δε θα υπερέβαλλα παιδί μου, αν έλεγα πως μετά τις δοκιμασίες της δύστυχης ζωής μου το μόνο που με παρηγορεί είναι η εγκατάστασή μου στο Ζυγό. Ναι, δεν υπερβάλλω, ευτυχώς ή δυστυχώς.

Εξηνταπεντάχρονος ο κύριος Μένιος, με κάτασπρα μαλλιά και ρυτιδωμένο πρόσωπο, είχε μια ιδιότυπη ιστορία. Νεανίας, είχε εμπλακεί στον εμφύλιο πόλεμο και αναγκάστηκε να καταφύγει στην ανατολική Ευρώπη. Έζησε στη Βουδαπέστη και στην Πράγα, σπούδασε μηχανικός και κοινωνιολόγος, εργάστηκε ως συντηρητής αρχαιοτήτων και απέκτησε σημαντικές γνώσεις της μεσαιωνικής γλυπτικής και αρχιτεκτονικής. Παντρεύτηκε μια Ουγγαρέζα η οποία πέθανε στον τοκετό της αφήνοντάς του μια κόρη, την Πόπη. Έκτοτε ο κύριος Μένιος βυθίστηκε στο πένθος το οποίο τον συντροφεύει πάντα ως μελαγχολία. Δε μιλούσε ποτέ για τη ζωή του στην Ευρώπη, ούτε για τη μακαρίτισσα την γυναίκα του και αυτό τον απομόνωνε απ’ τη μικρή μας κοινωνία η οποία όμως τον σεβόταν, παρά τα μίση και τα πάθη που άφησε πίσω του ο εμφύλιος. Μια κορνίζα της γυναίκας του σε κάποια γωνιά του σπιτιού του στο Ζυγό ήταν η μόνη μαρτυρία. Στο λευκό περιθώριο του κάτω μέρους της κορνίζας ο κύριος Μένιος είχε χαράξει με μελάνι τις λέξεις αιώνια αγαπημένη και είχε σύρει την υπογραφή του. Η Πόπη έμοιαζε της μητέρας της και ακολουθούσε τον πατέρα της πιστά. Όταν επέστρεψαν οριστικά, δεκαοκτάχρονη, έπιασε δουλειά σε μια τουριστική εταιρία εξαιτίας της γλωσσομάθειάς της και κατάφερνε να εργάζεται περιοδικά, ώστε να μοιράζει το χρόνο της ανάμεσα στην πρωτεύουσα και στον πατέρα της.

Ο κύριος Μένιος προσκόμισε κάποια χαρτιά απ’ το εξωτερικό και κατόρθωσε να πάρει πενιχρή σύνταξη. Πατέρας και κόρη βολεύονταν οικονομικά χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες, αν εξαιρέσει κανένας τα δύο πρώτα χρόνια της επιστροφής τους, όταν δηλαδή απαιτήθηκε να επισκευάσουν το μισοερειπωμένο πατρικό σπιτάκι το οποίο βρίσκεται στο μέσο ενός ιδιόκτητου ελαιώνα.

Οι συγγενείς του κύριου Μένιου ήταν ελάχιστοι. Δύο αδέλφια του πέθαναν  σχετικά νέα, τα ανίψια του ζούσαν στην Αθήνα, ενώ στην πολίχνη ζούσαν δυο τρία εξαδέλφια με τα οποία ο πρώην φυγάς και μετά παλινοστήσας διατηρούσε τυπικές σχέσεις. Η επιστροφή του στην πολίχνη δε δημιούργησε αντιδράσεις, γιατί  ο πρώην υπαρχηγός του γερο-Δήμου, τοπικού καπετάνιου, ήταν αγνός ιδεολόγος. Δεν είχε εμπλακεί σε προσωπικές αντιπάθειες και αντεκδικήσεις, δεν επιβουλεύτηκε, δεν κατεδίωξε μεμονωμένα άτομα.

-Είχα πιστέψει, εξομολογήθηκε στη θεία του Βασίλη, πως η κοινωνία μας μπορεί να αλλάξει, αν καταργήσουμε με τη βία κάθε μορφή και τύπο προσωπικής περιουσίας, αν φτάσουμε βίαια στο σοσιαλισμό. Πλάνη. Μόνο η μεταρρυθμιστική πολιτική των κοινοβουλευτικών συστημάτων  αποτελεί ιστορικό ρεαλισμό ή συμβιβασμό…

Απέφευγε να πολιτικολογεί και αγαπούσε να μιλάει για την ιστορία, για την τέχνη, για τα αριστουργήματα της γλυπτικής. Είχε ειδικά βιβλία στη βιβλιοθήκη του, γνώριζε τις αρχαιότητες της περιοχής και περίμενε συχνά την κόρη του να του φέρει ξένο τύπο και περιοδικά. Επιμελούταν τον ελαιώνα, σύχναζε κάπου κάπου στα καφενεία και συνήθιζε να χάνεται στην εξοχή.

Κείνη τη στιγμή η Πόπη απ’ το απέναντι κάθισμα έκανε αισθητή την παρουσία της.

-Βασίλη, γεια σου. Είσαι και συ σιωπηλός σαν τον πατέρα μου, αλλά δεν ξεχνάς τον Ζυγό.

Ο Βασίλης ανασηκώθηκε και άπλωσε το χέρι του.

-Δεν είναι τυχαίο…Συναντιόμαστε σιωπηλά, γιατί έχουμε να πούμε πολλά στο Ζυγό.

-Εγώ θα μείνω μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου, η δουλειά μου με εξάντλησε κυριολεκτικά, μα ήρθε η ώρα της ξεκούρασης. Εσύ Βασίλη;

-Αυτή αυτή φορά θα είναι σύντομος. Το καλοκαίρι όμως θα γίνουν…πολλά πράγματα.

Η νέα κοπέλα χαμογέλασε με μάτια που ’δειχναν κάποια έκπληξη. Γνώριζε πως ο Βασίλης δεν ήταν θορυβώδης χαρακτήρας. Γνώριζε επίσης πως αυτός ο έφηβος τον οποίο συμπαθούσε ιδιότυπα, αγαπούσε με τον τρόπο του την εξοχή και τις χάρες της. ‘‘Μήπως συμβαίνει κάτι;’’ αναλογίστηκε με αμηχανία το κορίτσι. ‘‘Αδύνατο’’, απάντησε μόνη της, αφού απαιτήθηκαν ώρες ταξιδιού μέχρι να αναγνωρισθούν στο ίδιο λεωφορείο. Ωστόσο, η ορφανή από μητέρα κοπέλα προσπάθησε να παγιδεύσει διακριτικά τον έφηβο.

-Δηλαδή, σαν τι παράξενα πράγματα θα δούμε;

Ο Βασίλης κατάλαβε και προσπάθησε να αποπαγιδεύσει διακριτικά κι αυτός την κόρη.

-Πόπη, θα είσαι στο Ζυγό και πιστεύω πως θα χαρείς μαζί μας. Τι άλλο να σου πω; Ξέρεις πως δεν αγαπώ τις πομπές, τις τελετές, τους θορύβους. Θα χαρείς μαζί μας.

-Θα είστε πολλοί; έκανε το κορίτσι με βλέμμα απορητικό.

-Εγώ θα μείνω δυο μήνες, όσο διαρκούν οι σχολικές μας διακοπές. Η παρέα όμως θα έλθει μετά τα μέσα Αυγούστου, για είκοσι μέρες. Ελπίζω πως θα βρούμε τους εαυτούς μας ή, τουλάχιστον, πως θα αρχίσουμε να βρίσκουμε τους εαυτούς μας.

-Μεγάλη κουβέντα, έκανε ο κύριος Μένιος. Τόσο μεγάλη, που με κάνει εμένα το γέρο, να φοβάμαι.

-Μπαμπά δε γέρασες, παρά τα για χρόνια τώρα άσπρα σου μαλλιά…

Ο κύριος Μένιος έστρεψε το γεμάτο στοργή βλέμμα του προς το αφοσιωμένο του κορίτσι. Δε μπόρεσε να συγκρατήσει τα δυο του δάκρυα και έσκυψε προφασιζόμενος πως διάβαζε την εφημερίδα του.

Ακολούθησε σιωπή, εύγλωττη σιωπή, αφού και οι τρεις τους βυθίστηκαν  στους κόσμους τους μετά τη μικρή συζήτηση με τις τόσες υποβολές. Ο Βασίλης ανακούμπησε στο κάθισμά του κλείνοντας τα μάτια του και περιμένοντας το τέλος του ταξιδιού. Επιθυμούσε να πετάξει, να βγει έξω, όπως εκείνα τα βιαστικά χελιδόνια  που εισβάλλουν απ’ το παράθυρο κάποιου ψηλοτάβανου δωματίου για να το εγκαταλείψουν ορμητικότερα. Επιθυμούσε την ελευθέρωση και ριγούσε, καθώς  στην κλειστή του συνείδηση φάνταζαν τα άσπρα μαλλιά του κυρίου Μένιου. ‘‘Θα φτάσω στο γήρας’’, έλεγε μέσα του, ‘‘χωρίς να τρελαθώ, χωρίς να επαναστατήσω, χωρίς να συντρίψω το καθημερινό προσωπείο;’’

Κι όμως, ξύπνησαν μέσα του κάποια λόγια της Πόπης, λόγια του περυσινού καλοκαιριού, εκεί στο λιοστάσι του κυρίου Μένιου κάποιο βράδυ.

‘‘Ο μπαμπάς ήταν και είναι επαναστάτης. Στην εφηβεία του και στην πρώτη νεότητά του έκανε την επανάσταση στο βουνό ως αντάρτης. Εκεί, στην καρδιά της επαναστατικής πνοής, επαναστάτησε ξανά αποφεύγοντας δολοφονίες ή φόνους αντιπάλων, συμβουλεύοντας και πείθοντας. Κατόπιν, στην Πράγα και στη Βουδαπέστη, ωρίμασαν οι συνθήκες της εσωτερικής επανάστασης, των διαδοχικών αναθεωρήσεων. Σπούδασε, διάβασε, εργάστηκε, αλλά ζούσε ως ξένος στις ξακουστές πρωτεύουσες με τη μεγάλη ιστορία την οποία το κομμουνιστικό καθεστώς ερμήνευε με τον τρόπο του. Επανάσταση είναι ο γάμος του, η πρόωρη και τραγική χηρεία του, η επιστροφή του, η μοναξιά του, οι ιδέες του και προπαντός η σοφία του’’.

‘‘Μα η επανάσταση καθαιρεί τις σοφίες’’, ψέλλισε ο Βασίλης χωρίς να πολυκαταλαβαίνει το νόημα των λεγομένων του.

‘‘Λάθος. Έτσι νομίζουν όσοι ταυτίζουν την επανάσταση με το ένστικτο και με το πάθος.’’

Σουρούπωνε για τα καλά καθώς, τότε, κείνο το σημαδιακό δειλινό, τα λόγια της Πόπης ηχούσαν αινιγματικά, καθώς η μορφή της θύμιζε κάποια απόμακρη μούσα. Τότε ο έφηβος διέπραξε κάποια απρέπεια καθώς πέταξε στην Πόπη τα ακόλουθα λόγια:

‘‘Μικρή, πάσχεις από τα σύμπλεγμα της Ηλέκτρας.  Μην εξιδανεκεύεις τόσο τον πραγματικά αξιόλογο πατέρα σου’’.

Η Πόπη είχε κεραυνοβοληθεί απ’ τα λόγια του εφήβου. Έμεινε ακίνητη για μια στιγμή, συστάλθηκε, έγινε όλη βλέμμα αίσθησης και ετοιμότητας, αιχμαλώτισε τον έφηβο για δυο τρία λεπτά. Κείνος τη θωρούσε βουβός και ακίνητος. Ένιωσε δέος και ντροπή, μα δε μπόρεσε να αποστρέψει το πρόσωπό του απ’ το ειρηνικό μα αποφασιστικό της βλέμμα Η κόρη όμως αιώνιζε κατά τον πατέρα της τη θηλυκή μεγαλοπρέπεια της μακαρίτισσας μάνας της και μετά μια στιγμή ηρεμίας είπε με ένα απέραντα στοργικό χαμόγελο στο νεανία:

‘‘Δεν επιτρέπεται να με φλερτάρεις έτσι… Η επιθετικότητα, η προσβλητική επιθετικότητα, δεν ανήκει στον πραγματικό άρρενα. Πρόσθεσες μικρέ μου στην παιδικότητά σου αρκετή δοκησισοφία για να εντυπωσιάσεις. Έτσι κάνουν ίσως οι νέοι της Αθήνας, μα βρισκόμαστε στο Ζυγό, στο σπιτάκι με το λιοστάσι και όχι σε καφετέρια του Χαλανδρίου’’.

Η κοπέλα γινόταν απέραντα σαγηνευτική κι άθελά της κείνο το σούρουπο, καθώς νουθετούσε το δεκαεξάχρονο Βασίλη, ένιωσε να αναδύεται μέσα της η ακατανίκητη θηλυκότητα που μυεί στο κάλλος. Χωρίς να το καταλάβει αισθάνθηκε τόσο κοντά στο μετανιωμένο παιδί, καθώς εκείνο την παρατηρούσε με αποδιασταλμένο βλέμμα. Του χάιδεψε τα μαλλιά, του μετάγγισε μια έλξη άλλου είδους και αποτραβήχτηκε παίρνοντας το μονοπάτι για το σπίτι.

Ο Βασίλης άρχισε να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση, μα ξάφνου γύρισε στο σπιτάκι. Μπήκε μέσα, την αντίκρισε στην κουζίνα και της είπε ευθύβολα:

‘‘Συγνώμη Πόπη…’’

‘‘Ειρήνη σε σένα’’.

Στη συνέχεια ο Βασίλης ανέβηκε στις απέναντι ράχες και αναλύθηκε σε λυγμούς καταλαβαίνοντας έτσι πόσο τα δάκρυα της μετάνοιας είναι λυτρωτικά. Στη συνέχεια σκαρφάλωσε σε μια πελώρια πέτρα κι άνοιξε τα αποκαθαρμένα του μάτια. Αντίκρισε από μακριά το λιοστάσι, τον κάμπο, το αντικρινό βουνό και δεξιά του τα φώτα και το σχήμα του Ζυγού που απλωνόταν ημικυκλικά στον όμορφο κόλπο. Στο βάθος η παραλία με τα καφενεία και τις ταβερνούλες ησύχαζε, καθώς δεχόταν την πνοή του μπάτη. Ρέμβασε αρκετά, παρηγορήθηκε απ’ τον έναστρο ουρανό, αναζωντάνεψαν μέσα του μύριες δυνάμεις παρηγοριάς και ελπίδας, αναστήθηκε. Επέστρεψε αργά στο σπίτι της θείας του και χωρίς πολλά λόγια κατακλήθηκε.

Ένα χρόνο σχεδόν μετά δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για αποκατάσταση των σχέσεών του με την Πόπη, αφού ξανασυναντήθηκαν αρκετές φορές και όλα έδειχναν πως η αλληλοεκτίμηση και η απλότητα είχαν κραταιωθεί.

Το ταξίδι έφθασε στο τέλος του. Πάντα, όταν το λεωφορείο πλησιάζει, ο ταξιδευτής νιώθει ιδιαίτερα άνετα. Χαίρεται τις δαντελωτές ακρογιαλιές, τα ερημικά ξερονήσια με το φιλόξενο κάλλος, τις άγριες βουνοκορφές που περιζώνουν το λιμάνι, την κατακάθαρη θάλασσα του Ιονίου, την απλωμένη ανάμεσα στην ακρογιαλιά, στους πρόποδες του βουνού και στο διπλανό κάμπο πολίχνη. Ο κόλπος, στην άκρη του οποίου βρίσκεται το λιμάνι του Ζυγού με το μεγάλο κυματοθραύστη και τον κάτασπρο και πανύψηλο φάρο, είναι τεράστιος και θωρακισμένος από τρία ξερονήσια στα οποία βόσκουν αγριογέλαδα, ειδικά μεταφερμένα για εκπάχυνση. Οι βράχοι των ακτών κατά μήκος του κόλπου θαμπώνουν τα μάτια απ’ την ασπράδα τους, ενώ συχνά πυκνά κολπίσκοι πιο ήρεμοι, αμμουδιές με χάρη προσφέρονται στη φιλοξενία των καλοκαιρινών παραθεριστών και κολυμβητών. Οι ανατολικές πλαγιές εκτείνονται σε απόσταση χιλιομέτρων και είναι κατάφυτες από πελώριες βελανιδιές, βάτους και σχινάρες. Ψάθινες κωνικές καλύβες εδώ και κει μηνύουν τα χειμαδιά των βλάχων που κατεβαίνουν απ’ τα βουνά της Ηπείρου για να ξεχειμωνιάσουν σε ανεκτό για τα κοπάδια τους κλίμα. Ο χώρος που περιβάλει το Ζυγό δεν είναι ιδιαίτερα όμορφος, αλλά ασκεί γοητεία σε όσους τον επισκέπτονται και ιδιαίτερα στους κατοίκους του, για να μην αναφέρουμε τους ετεροδημότες.

-Θα τα πούμε το βράδυ, έκανε ο κύριος Μένιος στο Βασίλη, καθώς κατέβαιναν απ’ το λεωφορείο.

-Οπωσδήποτε. Χαίρετε, είπε και ανασήκωσε το χέρι του.

 

                               3

 

Κείνο το μαγιάτικο βράδυ ο Φαίδρος ήταν κάπως ανήσυχος. Αναρωτιόταν σχετικά με το άμεσο μέλλον του, αφού ως νέος πτυχιούχος όφειλε ή να πάει στο στρατό ή να συνεχίσει τις σπουδές του στη Γερμανία. Επιθυμούσε να τελειώσει με το στρατό, να ζήσει τη στρατιωτική εμπειρία και κατόπιν να περάσει λίγα χρόνια στην Ευρώπη. Θα υπηρετούσε εξάλλου μόνο ένα χρόνο ως ορφανός-προστάτης.

Βγήκε στον κήπο να δει τις τριανταφυλλιές τις οποίες φρόντιζε ο ίδιος, μα κατάλαβε πως δεν είχε διάθεση. Κάτι αιωρούταν μέσα του αδιόρατα, κάτι το οποίο δεν ήταν σε θέση να προσδιορίζει.

‘‘Ας δούμε, ας δούμε’’, ψιθύρισε, καθώς όφειλε να βρίσκεται στην Αθήνα σε μια ώρα.

Έφυγε, μετά σύντομο διάλογο της μητέρας του η οποία δεν έπαυε να τον συμβουλεύει να προσέχει στο κέντρο εξαιτίας της γνωστής σε όλους αφηρημάρας του, όταν κυρίως βάδιζε πολυσύχναστους δρόμους.

Η βραδινή του συνάντηση ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Είχε καιρό να συναντηθεί με τον παλιό του δάσκαλο ο οποίος θα τον γνώριζε με ένα ιδιαίτερα αξιόλογο πρόσωπο, κατά τα λεγόμενά του στο τηλέφωνο. Ο Φαίδρος δεν αμφέβαλλε, γιατί διαπίστωνε πως πολλοί σημαντικοί άνθρωποι είναι άγνωστοι, άσημοι για τους πολλούς, ξεχασμένοι απ’ τους χυμώδεις κρουνούς της επικαιρότητας.

‘‘Είναι φυσικό’’, του είχε πει κάποτε η Αννούλα, χωρίς το παραμικρό ίχνος έκπληξης. ‘‘Όσοι επιζητούν το θόρυβο της αγοράς, συνέχισε, είναι κενοί άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν καμιά βεβαιότητα ως προς τις ικανότητές τους. Γι’ αυτό και σπεύδουν να τις διατυμπανίζουν’’.

‘‘Μα υπάρχουν και αξιόλογοι, μην αμφιβάλλεις’’.

‘‘Α, ναι…Πρόκειται για τους αξιόλογους θορυβοποιούς. Για μένα η ποιότητα, η πραγματική ποιότητα, αδιαφορεί, αρνείται το θόρυβο της αγοράς’’.

‘‘Ο απομονωτισμός είναι έκφραση εγωισμού’’.

‘‘Δεν κάνω λόγο για απομονωτισμό. Μιλάω για απουσία ναρκισσισμού, για σοβαρότητα, για υπεύθυνη δημιουργικότητα’’.

Ο Φαίδρος συμφώνησε. Φεύγοντας μάλιστα απ’ το σπίτι με αυτές τις σκέψεις, ένιωσε να εντείνεται η επιθυμία του να γνωρίσει το νέο φίλο, τον τόσο σημαντικό κατά το δάσκαλό του. Λίγο αργότερα βρισκόταν στο αστικό της γραμμής το οποίο κατέβαινε γρήγορα τη λεωφόρο, γι να φθάσει στο κέντρο σε σύντομο για την απόσταση διάστημα. Ο Φαίδρος κατέβηκε στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, όταν είδε πως είχε στη διάθεσή του είκοσι λεπτά. Θα περπατούσε να χαρεί κάποια παλιά αρχοντικά που διασώζονταν ακόμη στη λεωφόρο η οποία γίνεται μέρα με τη μέρα όλο και πιο αγνώριστη μετά την εισβολή του μπερόν αρμέ. Του άρεσε να περπατάει τις μεγάλες λεωφόρους για να χαίρεται τα νεοκλασικά κτίρια, για να συναντιέται με τις μαρτυρίες του παρελθόντος και με τους μυστικούς απόηχους εποχών οι οποίες είχαν αφήσει στη συνείδησή του κάποιες μυστικές συγκινήσεις. Εξάλλου, σκεπτόταν, τι είναι το παρόν χωρίς το παρελθόν; Τι είναι ο χρόνος χωρίς τη συνέχεια η οποία διενώνει και καταργεί ταυτόχρονα τις αποστάσεις που χωρίζουν ανθρώπους και πολιτισμούς; Πέρυσι, σε μια εκδρομή, χάρηκε ιδιαίτερα τη Βιέννη. Περπατούσε, παρατηρούσε, διάβαζε τα βράδια και συνέχιζε. Κείνοι οι ιδιότυποι περίπατοί του ήταν πραγματική μυσταγωγία, γιατί τα γερασμένα κτίρια του ψιθύριζαν μύρια μηνύματα  τέχνης, μυστικισμού, πολιτισμού και ομορφιάς. Συγκινήθηκε μάλιστα όταν έμαθε πως η Βιέννη ξανακτίστηκε μετά τον πόλεμο και πως προσέλαβε την προπολεμική της μορφή και αρχοντιά.

‘‘Θα αντέξει αυτός εδώ ο πολιτισμός;’’, αναρωτήθηκε, καθώς απέναντί του φάνταζε μια φωτεινή διαφήμιση με παχιά ηλεκτρονικά στοιχεία που θύμιζαν μεγαθήρια που φάνταζαν ως πρότυπο ακαλαισθησίας. Είναι κι αυτό, σκεπτόταν, ένα απ’ τα πεπρωμένα του ανθρώπου, αφού η ηλεκτρονική και  πληροφορική βρίσκονται στις προοπτικές της διανοητικής μας προσπάθειας και της παράλληλης μέριμνάς μας για αυτοσυντήρηση…Μόνο που η διανοητική προσπάθεια δεν οφείλει να καταργεί το βαθύτερο διανοείσθαι το οποίο δεν έχει σχέση με την πρακτική της τρέχουσας και ωφελιμιστικής ζωής.

Μ’ αυτές τις σκέψεις και με άλλες πολλές  έφτασε στον τόπο της συνάντησης. Ήταν μια ημιυπόγεια αλλά ευπρεπής ταβέρνα στην οδό Νικηταρά, ταβέρνα που φημιζόταν για το καλό κρασί και τον καλομαγειρεμένο βακαλάο.

‘‘Παράδοξο’’, ψιθύρισε, καθώς κατέβαινε τα σκαλιά, αφού ήταν βέβαιο πως ούτε αυτός ούτε ο δάσκαλός του είναι ταβερνόβιοι.

Η ταβέρνα ήταν ήσυχη. Δεξιά και αριστερά, στηριγμένα σε δυνατά σανιδώματα, έστεκαν πελώρια κρασοβάρελα με παραδοσιακούς κρουνούς και λεπτουργημένες σκηνές απ’ τη ζωή του μπεκρή. Στο βάθος, το μαγειρείο ανάδινε ελαφρές οσμές, ενώ η ευωδιά της ρετσίνας ήταν διάχυτη. Οι ψάθινες καρέκλες ολόγυρα στα άνετα τραπέζια πρόσθεταν μια νότα ρομαντισμού, ενώ το πλακόστρωτο πάτωμα πρόδινε πως η ταβέρνα υπήρξε κάβα παλιού αρχοντικού το οποίο διασωζόταν ακόμη ως γραφείο μεταφορικής εταιρίας.

Ο ταβερνιάρης, ένας παχουλός πενηντάρης με άσπρο πουκάμισο και ποδιά, επέβλεπε τις εργασίες τις κουζίνας, ενώ δίπλα, στο μικρό τραπεζάκι του ταμείου μια σαραντάρα, ωχρή και με παθητική ομορφιά γυναίκα, ήταν ήδη σκυμμένη στα χαρτιά της. Καθώς κάπνιζε συνεχώς, έδινε την εντύπωση κείνων των φθισικών γυναικών οι οποίες είναι παραδομένες στις καταχρήσεις και φθείρουν την υποβλητική τους θηλυκότητα στο Μολώχ κάποιων ανεξήγητων συνηθειών. Ωστόσο, το χαμόγελό της ήταν ειλικρινές και πρόσθετε στην παθητική της ομορφιά μια κάποια γοητευτική έλξη.

Ο Φαίδρος είχε συχνάσει καμιά δεκαριά φορές στην ταβέρνα και αυτό του δημιούργησε προηγούμενα εφήμερων μα εγκάρδιων γνωριμιών. Ο ταβερνιάρης και η γυναίκα του τον υποδέχτηκαν με χαμόγελα, καθώς ο δάσκαλος συζητούσε με έναν παράξενο τύπο ο οποίος όμως έδειχνε επιβλητικός.

-Γεια σου Φαίδρε, έκανε και ανασηκώθηκε.

Αντάλλαξαν τις πρώτες φιλοφρονήσεις και κάθισαν.

Ο κύριος Ιωάννου ήταν πράγματι επιβλητικός με άνετα κατσαρά μαλλιά τα οποία άρχισαν να γκριζάρουν. Το βλέμμα του, ήρεμα υποβλητικό, ψυχογραφούσε έντονα χωρίς να αιχμαλωτίζει, ενώ η ενδυμασία του παρέπεμπε σε κάτι το οποίο ήταν ανάμεσα στο εξεζητημένο και στο παλαιό. Ο Φαίδρος εντυπωσιάστηκε απ’ την αμεσότητα του κυρίου Ιωάννου και απ’ το ταυτόχρονα κομψό στυλ του.

-Ο κύριος Ιωάννου, ο αγαπητός μου Τάκης, Φαίδρε, ανήκει στις τελευταίες γνωριμίες μου. Δε θα υπερέβαλλα όμως, αν έλεγα πως επισκιάζει πολλές παλαιές. Είναι φοβερός άνθρωπος. Πάμπλουτος, χωρίς να δίνει καμιά σημασία στα χρήματα, κινείται μεταξύ Αυστραλίας και Ελλάδας ως έμπορας, ως εισαγωγέας ποτών και τροφίμων. Είναι κεφαλονίτης και αυτό λέει πάρα πολλά. Εκείνο όμως το οποίο ενθουσιάζει περισσότερο είναι οι πνευματικές του ανησυχίες και κατακτήσεις, θα ’λεγα. Γράφει εωσφορικά και αγγελικά ποιήματα, υμνεί τη λαγνεία της γνώσης και τον ασκητισμό της ταπείνωσης, λατρεύει τον Πλωτίνο και τον Ερμή τον Τρισμέγιστο, θέλγεται απ’ τον αποκρυφισμό, αλλά διψάει το φως της ελληνικής σκέψης των κλασικών χρόνων.

-Πολλά λες δάσκαλε, πάρα πολλά. Μην προκαταβάλλεις έναν νοήμονα άνθρωπο ο οποίος κινδυνεύει να απογοητευθεί όταν διαπιστώσει τις υπερβολές σου…

-Και ο Φαίδρος θα σε γνωρίσει και εγώ οφείλω να πω κάποια πράγματα…

-Αρκετά είπες, έκανε ο κύριος Ιωάννου σηκώνοντας το ποτήρι.

-Θαυμάσια, είπε ο Φαίδρος. Χαίρομαι τόσο…

-Φαίδρε μου, έκανε ο δάσκαλος, θεώρησα καθήκον μου να σε γνωρίσω με τον αγαπητό μου Τάκη. Τον γνώρισα περίπου τυχαία και δεν πέρασαν πολλοί μήνες από τότε που ο μεγάλος μου γιος δουλεύει στις επιχειρήσεις του.

-Θαυμάσια σύμπτωση.

-Αυτό λέω και εγώ. Ακόμη πιο θαυμάσια όμως η γνωριμία. Ξέρεις πόσες συγγενικές ψυχές χάνονται επειδή δεν υπάρχουν ή δε δημιουργούνται οι κατάλληλες ευκαιρίες;

Στο μεταξύ ο ταβερνιάρης σέρβιρε βακαλάο και σαλάτα και έφερε κι άλλο κρασί. Οι θαμώνες της ταβέρνας άρχισαν να πληθαίνουν, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν ακόμη ήσυχη ευνοώντας έτσι τη συζήτηση.

-Ξέρετε, το κρασί αποτελεί την αιώνια μου απόλαυση, είπε ο κύριος Ιωάννου καθώς γέμιζε τα ποτήρια. Φυσικά, δε μεθάω ποτέ. Κάποτε όμως, όταν η ευτυχής σύμπτωση το καλεί, φαιδρύνομαι, ενθουσιάζομαι και εμπνέομαι. Τότε αναφαίνεται ο πραγματικός μου εαυτός.

-Εστεφανωμένους ποιούσιν τον άπαντα χρόνον διάγειν μεθύοντας…Ούτοι εισίν κατά την εμήν δόξαν οι πεφιλοσοφηκότες ορθώς…λέει κάπου ο Πλάτων στο Συμπόσιο.

-Ακριβώς! Φυσικά, αν δεν υπάρχει η φιλόσοφος βακχεία και μανία, η μέθη του κρασιού είναι αξιοθρήνητη κατάντια.

-Κάτι λέει, κάτι λέει κι αυτή, αντέτεινε ο δάσκαλος. Θυμηθείτε τους Μοιραίους του Βάρναλη και σκεφθείτε πως πάνε πιο κάτω τα φαρμάκια της δύστυχης ζωής μας…Τίποτε δεν είναι τυχαίο, τίποτε φίλοι μου και δεν εννοώ την κραιπάλη, αλλά κείνο το απαλό μούδιασμα που σε κάνει να αναπολείς, όταν βρίσκετσαι στην αμηχανία και στον πόνο. Φαίδρε μου, θυμήσου την κατάστασή μου, θυμήσου πώς ήμουν πριν οκτώ χρόνια, όταν έχασα τη γυναίκα μου…

Ο δάσκαλος συγκινήθηκε και πήρε το ποτήρι. Ήπιε δυο καλές γουλιές και συνέχισε:

         -Η γυναίκα μου, η σύντροφός μου και το μυστήριο του θανάτου…Έμεινα μόνος, αφού τα παιδιά μου τακτοποιήθηκαν στο εξωτερικό και χωρίς το νανουριστό μούδιασμα του κρασιού δε θα αναζωντάνευε μέσα μου η μνήμη, η παρουσία, το φως της μακαρίτισσας…

-Ας είναι, είπε ο Φαίδρος αποφασιστικά. Δε γίνατε αλκοολικός και έτσι είστε και πιστός στη μνήμη της. Λίγο είναι;

-Εγώ δε συνέδεσα ποτέ το κρασί με δύστυχα γεγονότα της ζωής μου. Συχνά συνταξιδεύω με τη γυναίκα μου η οποία είναι αυστραλέζα. Τα παιδιά μου, τρία κορίτσια, σπουδάζουν σε αμερικανικό κολέγιο. Είχα όμως κάποιες εμπειρίες οι οποίες μου έδωσαν την πρώτη πτέρωση. Πριν είκοσι περίπου χρόνια, μη έχοντας τι να κάνω στη Σεβίλλη καθώς ήταν Κυριακή απόγευμα, παρακολούθησα μια ξακουστή ταυρομαχία. Ήμουν βλέπετε τότε αντιπρόσωπος και δεν είχα προσωπικές ευθύνες. Ο ταυρομάχος, ο Κάρλο, ήταν ξακουστός και την κρίσιμη ώρα, ενώ το πλήθος επευφημούσε και ο ήρωας ετοιμαζόταν για το τελειωτικό χτύπημα, ο πληγωμένος ταύρος σωριάστηκε τη στιγμή ακριβώς που προσπαθούσε να κατατεμαχίσει το κόκκινο πανί. Το ζώο έπεσε νεκρό, αλλά γέρνοντας, τραυμάτισε κατόπιν εορτής το θριαμβευτή ταυρομάχο. Το βάρος του ταύρου του ’σπασε τα πόδια και δε μπορείτε να φαντασθείτε τι ακολούθησε…

»…Τότε κατάλαβα ξαφνικά γιατί κάποιες ηρωικές τάχα πράξεις είναι κατά βάθος ενέργειες δειλής εκδίκησης. Λάτρευα τις ταυρομαχίες, μα από τότε πείστηκα πως υποκρύβουν βάρβαρη δειλία. Όμως γεννήθηκε μέσα μου ένας άλλος κόσμος κι αμέσως την άλλη μέρα αγόρασα δυο δίσκους τους οποίους ακούω κάθε τόσο. Είναι η Κάρμεν του Ζωρζ Μπιζέ και ο Θάνατος της Ιζόλδης του Ρίτσαρντ Βάγκνερ. Η Κάρμεν πάει πολύ πιο πέρα απ’ τις ταυρομαχίες, είναι αιώνιο μουσικό σεργιάνι  που φωτίζει τις σχέσεις της χθόνιας με την ουράνια μουσική, ενώ ο Θάνατος της Ιζόλδης διαπερνάει και τον έρωτα και το θάνατο. Έκτοτε μυήθηκα στη μουσική, στην ποίηση, στην παιδεία γενικότερα, παρόλο που αδυνατώ να προσδιορίσω το είναι της ζωής, παρά το ότι ζω έντονα πολλές μορφές της…

Τα λόγια του κυρίου Ιωάννου διακόπηκαν απαλά απ’ τον ήχο της κιθάρας που άρχιζε με το άνοιγμα της απέναντι παρέας στον κόσμο των μουσών. Τρία γεροντοπαλίκαρα, τακτικοί θαμώνες και ασκημένοι στις μουσικές νότες, ξανοίγονταν σε μουσικούς κόσμους κατά τις έντεκα, σχεδόν κάθε βράδυ. Ο Γρηγόρης, νεώτερος και ζωηρότερος, άρχιζε κάθε άσμα και παρότρυνε τους θαμώνες να μετέχουν, ενώ ο Θανάσης συνόδευε με το ακίνητο και παθητικό του βλέμμα. Οι πρώτες νότες ήταν γλυκές και δειλές, έπεφταν στη νυχτερινή ατμόσφαιρα σαν αδιόρατες νύμφες που αγκάλιαζαν τρυφερά, νότες τις οποίες ενωτίζονταν με κρυφή νοσταλγία όλοι οι θαμώνες.

-Προχωρήστε παιδιά.…

-Δεχόμαστε τις παραγγελίες της παρέας των διανοουμένων, απάντησε ο κυρ-Γιάννης. Περιμένουμε τις προτιμήσεις σας…

-Εμείς ακούμε, σας χαιρόμαστε και θα συνοδεύσουμε την κατάλληλη στιγμή, έκανε μειλίχια ο δάσκαλος.

Συχνά πυκνά κατά τα διαλείμματα της μουσικής πανδαισίας οι τρεις φίλοι διηγούνταν με αφέλεια και με καμάρι ταυτόχρονα τις περιστάσεις του βίου τους, τον πόνο των αδελφάδων τους που ’μειναν ανύπανδρες, τις συνθήκες της ζωής τους και πολλές άλλες λεπτομέρειες που ήταν πια πασίγνωστες.

Κάποια στιγμή σιωπής ο δάσκαλος απευθύνθηκε  στο Γρηγόρη και τον παρακάλεσε να τους πει τι σημαίνει εξ αϋπνίας θάνατος. Ο Γρηγόρης, με το γνωστό του ύφος, διηγήθηκε για άλλη μια φορά την ιστορία.

-…Άσκησα πολλά επαγγέλματα: Μικροπωλητής, βοηθός σερβιτόρου, βοηθός ανθοπώλη, τραγουδιστής, κ.ο.κ. Πριν μερικά χρόνια, ένας πλούσιος γέρος με παρακάλεσε να μένω κοντά του και να αγρυπνώ τις νύχτες, καθώς εκείνος κοιμόταν…

-Μα γιατί;

-Έπασχε εκ φοβίας ο άνθρωπος, απάντησε ο Γρηγόρης με τη γνωστή του ετοιμότητα. Ακούστε όμως, υπάρχει και συνέχεια. Πήγα λοιπόν κοντά του, εγκαταστάθηκα στο πλούσιο σπίτι του, αλλά αμέσως δημιουργήθηκε ένα πρόβλημα. Έπρεπε να ξενυχτάω όρθιος ή καθισμένος σε μια πολυθρόνα. Την πρώτη νύχτα άντεξα, αλλά την επόμενη μέρα δε μπόρεσα να κλείσω μάτι. Τη δεύτερη νύχτα τα πράγματα χειροτέρεψαν και κόντεψα να πεθάνω.

-Τι φύλαγες Γρηγόρη; Υπήρχαν ληστές; Αχ άοπλε φρουρέ, ιδιότυπε θαλαμοφύλακα…

-Παρακαλώ, παρακαλώ,…οπλοφορούσα και σας λέω πως γνωρίζω καλά τη σκανδάλη απ’ τον καιρό της στρατιωτικής μου θητείας.

-Μη διακόπτετε παρακαλώ, έκανε με σοβαροφάνεια ο παχουλός ταβερνιάρης, καθώς μετέφερε στην παρέα των τραγουδιστών μεζέ και κρασί, μετά σχετικό νεύμα του κυρίου Ιωάννου.

Ο Γρηγόρης ανασήκωσε το ποτήρι στην υγεία της παρέας και συνέχισε:

-Λοιπόν φίλοι μου, την τρίτη βραδιά λίγο έλειψε να υποστώ τον εξ’ αϋπνίας θάνατον.

-Δηλαδή;

-Τι δηλαδή; Λιποθύμησα, έπεσα χάμω και ο γέρο φοβιτσάρης που με αντίκρισε σ’ αυτήν την κατάσταση νόμισε πως  χτυπήθηκα απ’ τον επίδοξο ληστή και πετάχτηκε να πηδήξει απ’ το παράθυρο…

Ο Γρηγόρης διηγούταν παραστατικά και διασκέδαζε όλους τους θαμώνες. Γέλια ηχούσαν δεξιά και αριστερά, η κιθάρα θα ξανάρχιζε, αλλά ο δάσκαλος πρόβαλε τη γνωστή, έστω και παραλλαγμένη ένστασή του.

-Υπάρχουν κενά, πολλά κενά…Είχες όλη τη μέρα στη διάθεσή σου για ύπνο…

-Ναι δάσκαλέ μου, αλλά είχα και υποχρεώσεις…Υποχρεώσεις, τι να γίνει; Αγαπάω τα αλογάκια, έστω κι αν είμαι φτωχός και ταλαίπωρος.

-Ποια αλογάκια; έκανε ο κύριος Ιωάννου

-Τα αλογάκια του ιπποδρόμου, κείνα τα λαχταριστά και φτερωτά όντα. Δε μπορείτε να φαντασθείτε τη μαγεία της κούρσας και δε μπορώ να σας την εξηγήσω με κανένα τρόπο. Καλύτερα όμως να μη συχνάζετε σε τέτοιους τρόπους, είναι για μας τους απόκληρους που χαιρόμαστε ό,τι οι άλλοι αποκαλούν πάθος, καταστροφική μανία και δε συμμαζεύεται. Είναι για τους μοιραίους, για τους κατάδικους, για τους έντιμους τυχοδιώκτες. Δε μπορούσα λοιπόν να μην πηγαίνω στον ιππόδρομο και γι’ αυτό λίγο έλειψε να υποστώ τον εξ΄ αϋπνίας θάνατον..

Αμέσως μετά, για να ξεχάσει τις ταλαιπωρίες της ζωής του ο Γρηγόρης, ένευσε στους δύο φίλους του κι άρχισαν τα παλιά περιπαθητικά τους τραγούδια, απ’ την Παλόμα μέχρι την Τσιγγάνα, απ’ τα τραγούδια του κρασιού, μέχρι τα ρομαντικά της παλιάς Αθήνας. Σε άλλες αγορεύσεις ο Γρηγόρης μιλούσε για τη θητεία του σε κρυφές χαρτοπαιχτικές λέσχες, για τις νυχτερινές του περιπέτειες στην Ασφάλεια, όταν η υπηρεσία Δίωξης έκανε εφόδους, για τα ηθελημένα ξενύχτια του τα οποία φυσικά δεν του προκαλούσαν τον εξ’ αϋπνίας θάνατον, όπως έλεγε στερεότυπα.

-Υπέροχος τύπος, έκανε ο κύριος Ιωάννου εντυπωσιασμένος. Ξέρει να διηγείται, γνωρίζει καλά την πιάτσα, έζησε τη χαμοζωή σαν άρχοντας του εαυτού του, με τον τρόπο του. Άλλες συνθήκες ζωής ίσως τον έκαναν διαφορετικό.

-Όταν έρχεται στην ταβέρνα, είναι άφραγκος. Και είναι άφραγκος σχεδόν κάθε μέρα. Μια μικρή σύνταξη την οποία κατάφερε να πάρει τη θυσιάζει στα αλογάκια. Αν τύχει και κερδίσει, βάζει το παλιό του κοστούμι, στολίζεται με ένα παλιό φουλάρι της προπολεμικής εποχής, αγοράζει τσιγάρα πολυτελείας, συνήθως rothmans, πίνει το ουίσκι του στου Λώρα στην πλατεία Μαβίλη ή τον καπουτσίνο του στου Ζόναρς. Στον ιππόδρομο συχνάζει ανελλιπώς και πάντα καταφέρνει να συμπληρώσει κάποια δελτία.

-Πώς τα καταφέρνει ρε Γρηγόρη; τον ρωτάνε.

-Μη ρωτάτε, μη ρωτάτε…Ο χαρτοπαίχτης, ο παίχτης βρίσκει πάντα τα λίγα που χρειάζεται, απαντάει αινιγματικά.

-Πληρώνει το φαγητό του στην ταβέρνα; ρώτησε ο κύριος Ιωάννου.

-Δεν παραγγέλλει κανένας τους, αφού οι θαμώνες τους χορταίνουν πλουσιοπάροχα. Αλλά και ο ταβερνιάρης είναι πονόψυχος. Τρέφει κάθε μέρα, δεκαπέντε περίπου ταλαίπωρους και άφραγκους.

-Πόσα συγκινητικά πράγματα μας επιφυλάσσει η ζωή…

-Η ζωή Φαίδρε μου είναι δοτήρας όλων των αξιών.

-Και των συγκινήσεων, πρόσθεσε ο δάσκαλος.

-Και των τραγωδιών, επανέλαβε ο κύριος Ιωάννου.

Σταμάτησαν για λίγο να απολαύσουν έναν παλιό ρομαντικό σκοπό όπως έβγαινε απ’ τους ήχους της κιθάρας και απ’ τις δοκιμασμένες φωνές των αοιδών. Οι τρεις γηραιοί τραγουδιστές εκτελούσαν παραδομένοι στην έμπνευση των μουσών, ενώ αρκετοί θαμώνες συνόδευαν και πρόσθεταν στη διάχυτη μουσικότητα ήχους που απαιτούν πολλές φωνές και μουσικό πάθος. ‘‘Ω μουσική, σκεπτόταν ο Φαίδρος, ω θεϊκή μουσική που εξαϋλώνεις αισθήματα και συναισθήματα στο βωμό του απείρου το οποίο μας κάνεις να ανακαλύπτουμε στα τρίσβαθα του είναι μας! Ω συμπαντική αρμονία που φωτίζεις αίσθηση και νόηση υπό την αρμονία ήχων οι οποίοι συστέλλουν και διαστέλλουν τα έγκατα της ανθρώπινης εμπνοής ανά τους αιώνες! Ω θείο βέλος που διασχίζεις τον ωκεανό της εγκοσμιότητας για να εκβράζεις με τη γλυκύτερη βιαιότητα στις άυλες ακτές του ελέους!’’

-Ο κύριος Ιωάννου θα βρίσκεται τον Σεπτέμβριο στο Νησί, έκανε ο δάσκαλος. Θα έχει στη διάθεσή του ένα μεγάλο κότερο και θα ήταν ευχής έργο να βρεθείτε μαζί για λίγο σε κείνες τις  μαγικές ακτές με την ασυνήθιστα άγρια ομορφιά. Κάτι μου ’λεγες για το Ζυγό, για κάποιο σχέδιο, για κάτι εντελώς ιδιότυπο.

-Χαίρομαι, διέκοψε ο κύριος Ιωάννου. Ο Ζυγός δεν απέχει πολύ απ’ το Νησί. Θα βρίσκομαι με την οικογένειά μου στην ανατολική ακτή, με έδρα την Αγία Ευφημία και έτσι εύκολα θα περάσουμε το κανάλι και θα βρεθούμε στο Ζυγό. Το κότερο είναι αρκετά άνετο: μπορούμε να φιλοξενήσουμε αρκετούς και μάλιστα χωρίς καμιά δυσκολία. Θα είμαστε στη διάθεσή σας και θα μας δοθεί η ευκαιρία να αναστραφούμε με αξιόλογους Έλληνες. Ας μην πω πόσο σε αξιολογώ Φαίδρε και εκφράζω την ευγνωμοσύνη μου στο δάσκαλό σου για τη γνωριμία.

-Ο δάσκαλός μου είναι σοφός.

Ο δάσκαλος ήταν πραγματικός δάσκαλος και ένιωθε δυο φορές δικαιωμένος όταν συναντούσε ταλαντούχους μαθητές του. Αισθανόταν πως συνετέλεσε στην πρόοδό τους με το να τους υπαινίσσεται την ομορφιά της ζωής και της πραγματικής παιδείας.

Η ώρα περνούσε πότε νοσταλγικά και συγκινητικά με τα τραγούδια της παρέας και πότε έντονα με τη συζήτηση των τριών φίλων.

-Έξοδος λοιπόν απ’ την πόλη, έξοδος απ’ την Αθήνα που γίνεται όλο και πιο πνιγηρή, αν εξαιρέσει κανένας μικρογειτονιές που διασώζουν ακόμη κάποια ομορφιά;

-Πρόκειται για ένα άνοιγμα που θα πραγματοποιηθεί από μια ομάδα προβληματισμένων και κάπως απαισιόδοξων ανθρώπων.

-Ταυτότητες παρακαλώ! έκανε ο κύριος Ιωάννου

-Μήπως γνωριζόμαστε καλά καλά όλοι μας; Θα σας αναφέρω όσους γνωρίζω. Η εξαδέλφη μου Αννούλα και η φίλη της Κατερίνα την οποία δε γνώρισα ακόμη, θα μείνουν σε μια αγροικία έξω απ’ το Ζυγό. Ακολουθεί η Αγλαϊα, συμφοιτήτριά μου που περνάει τις διακοπές της στο Μικρονήσι, ο Βασίλης, ένας δεκαεπτάχρονος νεανίας στο σπίτι της θείας του οποίου θα φιλοξενηθώ, η Πόπη, μια χαριτωμένη κοπέλα και ίσως δυο τρεις άλλοι.

Ο κύριος Ιωάννου δοκίμασε μικρή ταραχή στο άκουσμα των ονομάτων. Σίγουρα κάποιο του τραυμάτισε τον ψυχικό κόσμο και αυτό δεν ήταν δυνατό να αποκρυβεί. Ήδη ο Φαίδρος παρατήρησε το ωχρό πια πρόσωπο του δυνατού επιχειρηματία, μα προσποιήθηκε τον αδιάφορο.

Ο δάσκαλος, καθώς χασμουριόταν απ’ το νυσταγμό που τον επισκεπτόταν κατά μικρά κύματα, δεν κατάλαβε τίποτε.

-Ωραία η παρέας σας και εύχομαι να συναντηθούμε κάπου στο Ζυγό. Θα είμαι στη διάθεσή σας, αν φυσικά δεν αλλάξουν αιφνίδια τα σχέδιά μου απ’ τη ροή των επαγγελματικών μου υποχρεώσεων…

-Ευχόμαστε να βρεθούμε.

Η ώρα περνούσε, οι τρεις γνωστοί και φίλοι πια σηκώθηκαν. Ο κύριος Ιωάννου οδήγησε το Φαίδρο με το βαρύ του αυτοκίνητο στο σπίτι του και κατόπιν χάθηκε στα σκοτεινή πια λεωφόρο με το δάσκαλο. Καθώς κατευθύνονταν προς το Χαλαργό όπου έμενε ο φίλος του, ο κύριος Ιωάννου σταμάτησε στην άκρη μιας ήρεμης και έρημης κείνη τη στιγμή πλατείας. Έσβησε τη μηχανή, ακούμπησε το χέρι του στο βολάν και στράφηκε στο φίλο του. Ήταν ανήσυχος και τραγικά συγκινημένος, αυτό φαινόταν πριν ακόμη πάρει το λόγο, γιατί ούτε η νύχτα δεν είναι σε θέση να αποκρύψει τα δράματα των ψυχών. Ο ίσκιος του φάνταζε τραγικός.

-Δάσκαλέ μου ποιο είναι το επώνυμο του Φαίδρου;

-Φαίδρος Γαλάτης απάντησε ο αγαθός άνθρωπος αναμένοντας με ένταση τη συνέχεια. Τρόμαξε όμως καθώς τα νυσταγμένα του μάτια έπεσαν στην τραγική όψη του κυρίου Ιωάννου, αφού η ανταύγεια απ’ τα μακρινά φώτα επέτρεπε στην όραση να μισοδιακρίνει μορφές.

-Τι σου συμβαίνει Τάκη μου; τον ρώτησε με φωνή που ’δειχνε πως αφυπνίστηκε, πως ο ύπνος απομακρύνθηκε πάραυτα απ’ τα νυσταγμένα του μάτια.

Ο κύριος Ιωάννου πήρε βαθιά αναπνοή, στέναξε κι ακινητοποιήθηκε για λίγο λες και προσπαθούσε να απομακρύνει από μέσα του το άγχος του αναστεναγμού που δεν έλεγε να τον αφήσει. Είναι γνωστό πως το υπαρξιακό άλγος αποτελεί τη δυναμικότερη αίσθηση η οποία όχι μόνο παραλύει, αλλά ακυρώνει κάθε νομιζόμενη δύναμη της συνείδησης. Σ’ αυτήν την κατάσταση βρισκόταν κείνη τη νυχτιά ο δυνατός μας φίλος, σ’ αυτήν την μακάρια ίσως κατάσταση η οποία συχνά αναγεννάει μέσα απ’ το ανείπωτο καμίνι της πολλές συνειδήσεις.

-Ας βγούμε για λίγο, πνίγομαι μες το αυτοκίνητο, ας βγούμε…

Βγήκαν και διέσχισαν για λίγο τα παρτέρια της έρημης πλατείας. Το μαγιάτικο αεράκι φυσούσε ανάλαφρα μεταφέροντας οσμές και μύρα, μα η ψυχή του κυρίου Ιωάννου αισθανόταν πως ριχνόταν όλο και πιο απόμακρα, στα σκοτεινά τενάγη ο κόσμος των οποίων δεν περιγράφεται εύκολα απ’ τους απλούς θεωρούς. Ποιος μύστης θα μπορούσε να τα αποκαλύψει; Οι δυο τρεις σφαιρικοί γλόμποι που ήταν στημένοι στις γωνιές της πλατείας έστελναν αμυδρό φως το οποίο με τους νυχτερινούς υπαινιγμούς του αυλάκωνε σκοτεινά την τραγικότητα…Τα βήματά τους, αδέσποτε και αναιμικά, πρόδιναν τον τάραχο των ψυχών τους.

Βέβαια ο δάσκαλος ήταν ταραγμένος, αλλά δε γνώριζε ακόμη την αιτία. Βλέποντας όμως τον κύριο Ιωάννου, αυτό το δαιμόνιο πνεύμα, σ’ αυτήν την κατάσταση, δε ήξερε τι να υποθέσει…Η φαντασία του έτρεχε βιαστικά στις πιο απίθανες υποθέσεις, όπως φονικά, κλοπές, ληστείες, απάτες. Ο καλός δάσκαλος αγνοούσε το παρελθόν του κυρίου Ιωάννου και το μόνο που γνώριζε ήταν η φήμη για τον πλούτο του και την πληθωρική του προσωπικότητα.

Κάθισαν αμήχανοι σε ένα παγκάκι μετά πεντάλεπτη περιπλάνηση.

-Τι σου συμβαίνει Τάκη; Τι πρόκειται να συμβεί; Κάποιο δράμα; Μην αργείς, μίλησέ μου σε παρακαλώ, μην το κρατάς μέσα σου, πέστο στο φίλο σου, μην αργείς…

-Αχ…θα στο πω, γιατί αλλιώς θα σκάσω, θα αφανισθώ. Ίσως με βοηθήσεις.

-Αμφιβάλλεις; Μα αμφιβάλλεις Τάκη μου;

-Λοιπόν, λοιπόν, ξέρεις, έχω χάσει τον ειρμό των σκέψεών μου. Αδυνατώ να εκφρασθώ, η σκέψη μου δεν κατοικεί μέσα μου, την έχουν αντικαταστήσει βρυκόλακες, οι Βρυκόλακες του ΄Ιψεν…

-Ησύχασε, θα επανέλθει, έπαθες κάποιο κλονισμό, το βλέπω. Σε καταλαβαίνω, γιατί βρισκόμουν σε χειρότερη κατάσταση όταν έχασα τη γυναίκα μου.

-Υπάρχουν πράγματα τα οποία είναι τραγικότερα και απ’ το θάνατο, γιατί σε αρπάζουν και σε διαμελίζουν ανελέητα, γιατί σου σκυλεύουν τις δυνάμεις και σε κάνουν να νιώθεις ράκος…Σε εμπαίζουν και σε ταπεινώνουν με ακατάπαυστη κυνικότητα, σου κατατρώγουν ό,τι νόμιζες πως στέκεται όρθιο μέσα σου, σε ακυρώνουν και σε πείθουν πως ο Άδης κατοικεί στη γη…

-Υπερβάλλεις Τάκη ίσως εξαιτίας κάποιων πρώτων συγκινήσεων. Μα πες μου…

-Μακάρι να υπερέβαλλα.

-Ο Τάκης, ο αναβάτης στους ουρανούς του στοχασμού, ο ατίθασος, ο τολμηρός, ο ταυρομάχος της ζωής, θα συνέλθει, είμαι βέβαιος.

-Πριν είκοσι χρόνια ηρέμησα, ξέχασα, έφυγα, ταξίδευσα, διάβασα, δημιούργησα. Όμως, το σημερινό σοκ γιγάντωσε τις κοιμισμένες και θαμμένες στο υποσυνείδητο αλγηδόνες.

-Ποιος φταίει επιτέλους, εγώ ή ο Φαίδρος; Εγκλημάτησα μήπως που σου γνώρισα τον αμίμητο μαθητή μου;

-Ούτε εσύ, ούτε  ο Φαίδρος.

-Τότε φταίει κάποιος συγγενής…

-Εγώ φταίω! έκανε ο κύριος Ιωάννου και πετάχτηκε όρθιος. Δε φταις εσύ που με γνώρισες με έναν τετραπέρατο άνθρωπο, όχι.

Σκυμμένος στο παγκάκι και με ανασηκωμένο το κεφάλι ο δάσκαλος παρακολουθούσε με απόλυτη αμηχανία.

-Ναι, πέρασαν είκοσι χρόνια…Η Αννούλα ήταν εικοσάχρονη και εγώ είχα περάσει τα τριάντα. Ποια κόρη και ποια μούσα θα μπορούσε να περιγράψει τον κόσμο της; Ήταν η μεγάλη, η ανεπανάληπτη κόρη, η παρουσία, η απόλυτη θηλυκή φύση, η μαγεία της δημιουργίας. Την αγάπησα όσο δε μπορείς να φαντασθείς, θα ’κανα ο,τιδήποτε μου ζητούσε. Ναι, δεν υπερβάλλω. Μα τι λέω; Και τώρα ακόμη, και τώρα. Να την! έκανε έκθαμβος ο κύριος Ιωάννου.

Πανικόβλητος ο δάσκαλος ανασηκώθηκε και άρχισε να ψάχνει στο βάθος.

-Να την μπροστά μου! επανέλαβε ο κύριος Ιωάννου.

Ο δάσκαλος πέταξε τα γυαλιά του για να μπορεί να διακρίνει καλύτερα. Μη διακρίνοντας όμως τίποτε στο οδυνηρό ημίφως, είπε εξαντλημένος:

-Θα είναι όραμα Τάκη μου, οπτασία της συγκίνησης, ψευδαίσθηση…Ησύχασε σε παρακαλώ.

Ο κύριος Ιωάννου όμως είχε τόση ένταση που δεν πρόσεξε τη νυχτερινή αυταπάτη του δασκάλου.

-Αννούλα, φώναξε με πνιγμένη φωνή, σε παρακαλώ, μη με ταλαιπωρείς, …Έλα κοντά μου, έλα…

Ενεός ο δάσκαλος, έστησε αυτί μήπως ακούσει την απάντηση της απούσας κόρης, μα μάταιος κόπος. Φοβισμένος, πλησίασε τον κύριο Ιωάννου και πιάνοντάς τον αγκαζέ, τον εκλιπαρούσε:

-Ησύχασε Τάκη μου, ησύχασε, θα περάσει η μπόρα, θα περάσει. Να τι κάνει το κρασί…

-Ξέχασε το κρασί κι άκου τη φωνή της Αννούλας, άκου λοιπόν!

-Μα απουσιάζει Τάκη μου, απουσιάζει.

-Ναι, αλλά δεν είναι δυνατό γιατί βρίσκεται στην καρδιά μου στην παλλόμενη και σπαραγμένη μου καρδιά…

Αμέσως μετά ο κύριος Ιωάννου άρχισε να διηγείται με δαιμόνια ποιητικό τρόπο:

-Ήμουν ανίκανος να καταλάβω τον κόσμο της Αννούλας, παρόλη την αγνότητα των αισθημάτων μου απέναντί της. Βέβαια, δεν ήμουν αγνός, αγαπούσα τις γυναίκες, μα αυτή η κόρη μου αποκάλυψε το άλλο κάλλος και μάλιστα χωρίς να τη φιλήσω. Πώς περπατούσε, πώς γελούσε, πώς ντυνόταν, πως αναπαυόταν, πώς μελετούσε! Συχώρα με δάσκαλε που δε μπορώ να εκφραστώ, που είμαι ανίκανος να σου διηγηθώ την αλήθεια…

»…Τελικά μπήκα στο περιβάλλον της, με πρόσεξε, αλλά δε με αγάπησε όπως εγώ. Της μιλούσα για πολύ ωραία πράγματα και κείνη χαμογελούσε με ένα χαμόγελο που κατάπινε τα λόγια μου, που τα αφάνιζε σα σκουριασμένα και παραπεταμένα ροκανίδια. Δεν ήταν περιφρονητικό τα χαμόγελό της, η Αννούλα δεν περιφρονεί κανέναν, μα εγώ ένιωθα εκμηδενισμένος, κι όσο προσπαθούσα να τη σαγηνεύσω, τόσο αποτύχαινα. Δεν ήταν, φαίνεται, για μένα κι αυτό με συντρίβει. Η μνηστεία μας ήταν εφήμερη, ο κύκλος της κορικής τάξης που βρίσκεται και πάνω απ’ τους αγγέλους, φτάνει στο άπειρο, η μορφή της είναι για πάντα άσπιλη. Εγώ όμως ήθελα να τη σπιλώσω ως άρρην, επιθυμούσα τη γυναικεία φύση της κόρης, το χθόνιο στοιχείο της…Πώς όμως αυτό το στοιχείο θα μπορούσε να συνυπάρξει με το αγγελικό; Γλίστρησε σα φωτεινή σκιά, χάθηκε, την έχασα, αλλά να την, έρχεται χωρίς τις ρυτίδες των χρόνων, χωρίς το βρώμικο αφρό των ψεύτικων ημερών και της αυταπάτης του χθόνιου έρωτα…

Ο δάσκαλος δε γνώριζε αν ζούσε σε ονειρική κατάσταση ή αν είχε δρασκελίσει το κατώφλι της συμβατικότητας μες την ταπεινή του ζωή. Έσφιξε τις γροθιές του και τέντωσε τις βλεφαρίδες του για να βεβαιωθεί πως δεν ονειρεύεται και, ταυτόχρονα, έριξε μια γρήγορη ματιά στο αντικρινό χέρσο χωράφι. “Ονειρεύομαι και δεν ονειρεύομαι” ψιθύρισε με αμηχανία.

Ένα νυσταγμένο σκυλί άρχισε να γαβγίζει βραχνά, ενώ κάποιες πιο απόμακρες γάτες νιαούριζαν επιθετικά. Ακολούθησε δαιμονιώδης συμπλοκή και μετά σιγή. Κάποιες πυγολαμπίδες αρμένιζαν στα βατόμουρα του χωραφιού εγείροντας παραμυθένιες αναμνήσεις και νοσταλγικούς ορμίσκους στις δοκιμασμένες συνειδήσεις, μα χάθηκαν γρήγορα στο βάθος των φυλλωμάτων. Τα ερημικά φώτα έστελναν το ωχρό τους φως και η ποιητική της νύχτας γρηγορούσε…Οι δυο φίλοι όμως έμεναν ασυγκίνητοι, οι κόσμοι τους βρίσκονταν πέρα και απ’ τις μαγευτικότερες  υποβολές του αισθητού κόσμου.

-Ίσως, συνέχισε λιγότερο ταραγμένος ο κύριος Ιωάννου, ίσως έκανε καλά που χάθηκε. Οι επιθυμίες μου κατασίγασαν σιγά σιγά, ο πληγωμένος μου εγωισμός άρχισε να αναλαμβάνει τις ψευτοδυνάμεις του, μα στο υπόστρωμα της ψυχής μου παρέμενε κάτι το οποίο παρακεντήθηκε τούτη τη νύχτα. Ξέρεις δάσκαλε τι σκέπτομαι; Μάλλον έκανε σωστά η Αννούλα γιατί νιώθω πως  εγώ, ο αρκετά ηδονικός, θα πάθαινα αδράνεια, πως δε θα μπορούσα να έχω μαζί της συζυγική κοινωνία. Αυτοί οι ένσαρκοι άγγελοι γεννιούνται για να φωτίζουν τον κόσμο και για να αινίσσονται κρυπτικά τους κρύφιους δρόμους της ζωής.

Ο δάσκαλος συνήλθε εντελώς. Κατάλαβε πια τι συνέβαινε και βεβαιώθηκε πως δεν ονειρευόταν.

-Τάκη μου είσαι τυχερός. Ο Δάντης δεν είδε τη Βεατρίκη, παρά από μακριά. Έκτοτε κείνο το μακάριο κορίτσι των δεκατεσσάρων χρόνων χάθηκε, περιτυλίχτηκε απ’ τη σιωπή, αφομοιώθηκε απ’ την πραγματικότητα του κόσμου μας, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, έζησε όπως όλες οι γυναίκες της εποχής της. Ο μεγάλος όμως ποιητής πλαστούργησε από κείνη την όμορφη δεκατετράχρονη το αιώνιο θηλυκό το οποίο τον οδήγησε στον Παράδεισο. Στο πέμπτο άσμα του Παραδείσου η Βεατρίκη λέει στον ποιητή:

            Αν σε θαμπώσω στου έρωτα το φέγγος,

            Με λάμψη που περνάει το φως του κόσμου

            Νικώντας τις δυνάμεις των ματιών σου,

            Να μη σου κακοφαίνεται: είν’ η αιτία

            Το τέλειο μάτι, καθαρά που βλέπει,

            Και τρέχει στο καλό να το φωτίσει

»…Πανώριοι στίχοι Τάκη μου. Σκέψου την ομορφιά του ιταλικού πρωτότυπου.

-Ο ποιητής Γιωργής Κότσιρας, αλλά και άλλοι μεταφραστές έκαναν πολύ καλή δουλειά. Ωστόσο, είναι ωραίο ποιητής να μεταφράζει ποιητή.

Ο κύριος Ιωάννου ηρέμησε.

-Ξέρεις, απ’ τη στιγμή που αντίκρισα το Φαίδρο διαισθάνθηκα πως αυτός ο νέος κουβαλάει κάποιο μυστικό.

-Μη συζητάς, είναι χαρισματικός. Την Αννούλα δεν τη γνωρίζω, μα μετά τις σκέψεις σου μπορώ να πω πως τη γνώρισα πριν γεννηθώ…Ας μη σου ανάβω όπως φωτιές.

Ο κύριος Ιωάννου χαμογέλασε συγκρατημένα.

-Δοκιμάστηκες δάσκαλε και συ. Πίστεψες για λίγο στο παραλήρημά μου. Συγνώμη.

-Βρέθηκα εκτός τόπου και χρόνου Τάκη μου, αφού κάτι παρόμοιο δε μου έχει συμβεί ποτέ.

-Αυτές οι εμπειρίες δυναμιτίζουν ειρηνικά τα μεγάλα ψέματα της ζωής.

Ο δάσκαλος άρχισε να χασμουριέται και πάλι.

-Καιρός για ύπνο.

Η Μαρσεντές του κυρίου Ιωάννου χάθηκε στο βάθος της λεωφόρου.

 

                               4

 

Οι καλοκαιρινοί μήνες ήταν αρκετά ζεστοί. Τον Ιούλιο η παρέα θα χανόταν για λίγο για να ξανασυναντηθεί στις αρχές Σεπτεμβρίου στο Ζυγό, στον τόπο της εξόρμησης. Η Αννούλα συνήθιζε να μένει όλο το καλοκαίρι στο σπίτι της και μόνο σπάνια απουσίαζε για λίγο στην Αγγλία για καθαρά επαγγελματικούς λόγους. Έτσι, αυτό το καλοκαίρι θα ’μενε στο Χαλάνδρι  με τη θεία Γεωργία, τη μητέρα του Φαίδρου. Ο Φαίδρος θα περνούσε είκοσι μέρες του Ιουλίου σε μια γερμανική πανεπιστημιούπολη, η Αγλαΐα θα ’φευγε, ενώ η Κατερίνα θα δίδασκε τον Ιούλιο και τον Αύγουστο σε ένα φροντιστήριο φιλολογικά μαθήματα. Για το Βασίλη δε γίνεται λόγος, αφού περνούσε πάντα όλες τις διακοπές του στο Ζυγό.

Την επόμενη της κρασοκατάνυξης στην ταβέρνα ο Φαίδρος ήταν αρκετά σκεπτικός “Κάτι κρύβει μέσα του ο κύριος Ιωάννου, αυτός ο πράγματι τρομερός άνθρωπος”, σκεπτόταν. Όλο το πρωινό ήταν αρκετά μουδιασμένος και έκανε επίμονες προσπάθειες να τηλεφωνήσει στο δάσκαλό του για επιπλέον νέα. Μάταια όμως, αφού η τηλεφωνική γραμμή είχε βλάβη. Κάτι είπε στη μητέρα του, αλλά ανέβαλε τη συζήτηση για το απόγευμα. Ο απογευματινός καφές είχε γίνει έθιμο και τον έπιναν στο δεξί μπαλκόνι του σπιτιού για να βλέπουν τον κήπο και να απολαμβάνουν το απέναντι πάρκο με τις παιδικές φωνές.

-Τι συνέβη χθες; Άργησες αρκετά, θα είχατε φιλοσοφική συζήτηση.

-Αρκετά παράξενα και παράδοξα πράγματα.

-Ποιος είναι ο υποβλητικός κύριος;

-Πρέπει να τον γνωρίζεις μητέρα, υποθέτω πως δεν κάνω λάθος.

-Όνομα πες μου, όνομα γιε μου. Θα λυθεί το μυστήριο.

Παρόλο που ο Φαίδρος γνώριζε καλά τη μητέρα του και την εξαδέλφη του, δίσταζε κάπως να προχωρήσει περισσότερο, να πει τι υποψιαζόταν. Ωστόσο, αποφάσισε να αποκαλύψει το όνομα.

-Λέγεται Τάκης Ιωάννου. Υποψιάζομαι πως υπήρξε ο εφήμερος μνηστήρας της Αννούλας.

Η μητέρα γέλασε με έκπληξη.

-Μη μου λες! Πώς συνέβη αυτό; Το γεγονός καθεαυτό είναι αρκετά παράξενο, αλλά ως σύμπτωση μόνο. Ως προς την Αννούλα, θα διασκεδάσει αρκετά. Μήπως νομίζεις πως αγάπησε ποτέ της τον ικέτη του κάλλους της και εφήμερο μνηστήρα ο οποίος δεν της απέσπασε ούτε καν ασπασμό; Κάνεις λάθος, μεγάλος λάθος. Νόμιζα πως γνώριζες καλά την Αννούλα. Όχι και έτσι Φαίδρε μου…

-Μην ξεχνάς μητέρα πως ήμουν νήπιο και πως τυχαία άκουσα κάποτε κάποια λόγια.

-Μα η Αννούλα είναι και ακριβή σου φίλη. Φώναξέ την για να σου λύσει κάθε απορία.

-Έτσι απότομα;      

-Τι σημαίνει απότομα; Τι σημαίνει έτσι; Για την Αννούλα ο κύριος Ιωάννου είναι απόμακρο παρελθόν  χωρίς καμιά λάμψη, χωρίς πικρία ή ό,τι άλλο θα μπορούσες να φαντασθείς. Κατάλαβες;

-Ωραία, πείθομαι.

Ο Φαίδρος ανέβηκε στης Αννούλας η οποία όμως περίμενε την Κατερίνα.

-Πότε θα ’ρθει;

-Σε λίγο.

-Έχουμε αρκετό χρόνο στη διάθεσή μας. Συμβαίνει κάτι παράξενο.

-Δεν είπαμε πως δεν υπάρχουν παράξενα για μας;

-Έχεις δίκιο.

Η μητέρα του Φαίδρου όμως είχε ήδη ψήσει καφέ για την Αννούλα.

-Θεία μου, είπε καθώς έφθασε νωρίτερα, σε ποια παράξενα πράγματα πίστεψε ο Φαίδρος;

-Θα ακούσεις.

Χωρίς εισαγωγές και με απέραντη απλότητα η θεία είπε:

-Χθες τη νύχτα ο Φαίδρος είχε φιλοσοφική κρασοκατάνυξη με το δάσκαλο και με τον Τάκη Ιωάννου.

-Μπα! έκανε η Αννούλα με ένα χαμόγελο που πρόδιδε έκπληξη, αλλά όχι ανησυχία ή προβληματισμό. Μα μου είχε παραγγείλει πως θα ’φευγε τραυματισμένος για την Αυστραλία. Του είχα μάλιστα ευχηθεί καλή προκοπή και…αποκατάσταση. Από τότε τον ξέχασα εντελώς και να που υπάρχουν ελαφρά παράξενα πράγματα, σπάνιες συμπτώσεις.

Ο Φαίδρος τους διηγήθηκε τα χθεσινά, εξέφρασε το θαυμασμό του στην προσωπικότητα του κυρίου Ιωάννου, μα ομολόγησε πως δεν έκανε για την Αννούλα.

-Δεν παραξενεύομαι που ασχολείται με την ποίηση και τη φιλοσοφία, παρόλο που σπούδασε οικονομικά. Το ότι διέπρεψε στο εμπόριο, είναι φυσικό, γιατί ήταν αδίστακτος εξαιτίας του φιλοπλουτισμού του ο οποίος όμως δεν οφειλόταν σε φιλοχρηματία, αλλά σε κάποια τυχοδιωκτικά του στοιχεία. Περίμενε πολλά απ’ τη ζωή, και να που απέκτησε χρήματα. Για μένα αυτό δεν είναι ουσιαστική επιτυχία.

-Κι όμως, έχει κάποια χαρακτηριστικά διανοούμενου.

-Αμφιβάλλω αν θα βρεις κάτι βιώσιμο, αν τα ξύσεις αρκετά. Προσωπικά δε θα με πείραζε να τον συναντήσω, αν βέβαια δεν είναι ακόμη πληγωμένος.

-Αμφιβάλλω. Πάντως, προς το τέλος της χθεσινής μας συνάντησης ήταν αρκετά μουδιασμένος. Ενώ στην αρχή έθεσε το κότερό του στη διάθεσή μας, κατόπιν είπε πως θα μας συναντούσε τον Σεπτέμβριο, αν δεν επερχόταν αλλαγή στο πρόγραμμά του εξαιτίας επαγγελματικών του υποχρεώσεων.

-Ας είναι καλά και κυρίως ας νιώθει καλά.

-Τι θα γίνει με την Κατερίνα σου; Κινδυνεύει να γίνει γυναίκα φάντασμα, αφού καιρό την ακούω αλλά ποτέ δεν την είδα.

-Έλα αργότερα να τη γνωρίσεις. Με τη θεία έχουμε συναντηθεί πολλές φορές. Μην αργήσεις όμως, γιατί κατά τις εννιά θα βγούμε. Θα ’ρθει με το αυτοκινητάκι της, ένα μικρό Σιτροέν και αργότερα θα πάμε στο Βεάκειο να δούμε τον Αγαμέμνονα. Ο υπεύθυνος των εκδηλώσεων, ένα Πειραιώτης λογοτέχνης, της έδωσε προσκλήσεις για όλες τις παραστάσεις και τις συναυλίες.

-Καλή σας διασκέδαση.

-Αν έχεις χρόνο, ανέβα. Προσφέρω τσάι με κέικ.

-Ίσως.

Λίγο αργότερα, το μικρό Σιτροέν της Κατερίνας στάθμευε κοντά στο σπίτι. Η Κατερίνα γνώριζε πολύ καλά την περιοχή, έκανε συχνές επισκέψεις στη φίλη της και έβγαιναν κάπου κάπου και μόνο από κακή σύμπτωση δεν έτυχε να συναντήσει το Φαίδρο. Στο σαλόνι οι δύο φίλες συζητούσαν πάντα άνετα, καθώς η παλαιά μα ανεπιτήδευτη διακόσμηση προσφερόταν. Δεν είναι λίγες οι φορές που ματαίωσαν κάποια προγραμματισμένη έξοδό τους, εξαιτίας της υποβλητικής χάρης του όλου διάκοσμου. Ιδιαίτερη αίσθηση έκανε το παλιό ρολόι-έπιπλο που ήταν κρεμασμένα απέναντι απ’ τον καναπέ τον οποίο είχε καταλάβει η Κατερίνα. Οι λατινικοί χαρακτήρες του φάνταζαν ως φύλακες του χρόνου, το εκκρεμές του ηχούσε τις ώρες αφήνοντας τους μεταλλικούς του ήχους να πλανώνται στο σαλόνι και να χάνονται στον κήπο και στο δρόμο με τις πικροδάφνες. Η Αννούλα φρόντιζε ιδιαίτερα αυτό το ρολόι το οποίο της θύμιζε τον μακαρίτη πατέρα της. Ανεβασμένη στην τρίποδη σκάλα, το λουστράριζε προσεκτικά, ώστε να μην αλλοιωθούν οι λεπτές αποχρώσεις του, το κούρδιζε, το παρατηρούσε λες και διάβαζε στην κίνηση του εκκρεμούς και στις αιχμηρές άκρες των δειχτών του τα μυστικά του χρόνου…Ο χρόνος όμως ήταν μέσα της και το αγαπημένο της ρολόι δεν ήταν παρά σκιώδες  και εξωτερικό του σύμβολο.

-Το αγαπημένο μου ρολόι, έλεγε στο Φαίδρο, με παραπέμπει στα κρύφια του ημερολογίου της ψυχής μου, σε ό,τι δε συλλαμβάνεται, αλλά συμβολίζεται.

Άλλες φορές η Αννούλα περιποιούταν τον καναπέ και τις πολυθρόνες με τις απέριττες και λεπτουργημένες γραμμές, κόμβους, σχέδια και διαθλάσεις που θυμίζουν μάστορες του παλιού καιρού.. Καθώς περιποιούταν τα έπιπλά της, σιγοτραγουδούσε παλιούς σκοπούς, αναστρεφόταν με τις μνήμες των γονιών της, φωτογραφίες των οποίων φάνταζαν ειρηνικά στο βαθύ σύνθετο, κάτω ακριβώς απ’ το ρολόι. Πιο πέρα, το τζάκι με το πλούσιο παραγώνι στεκόταν περήφανο, σιγανέβαινε καθώς αποκυρτωνόταν  με ανάλαφρες γραμμές, για να σμίξει με τους ψηλούς τοίχους. Τα υπόλοιπα έπιπλα, ζωντανά απομεινάρια των χρόνων της ακμής, διηγούνταν σιωπηλά με τις ακίνητες μα αειθαλείς μορφές τους ενιαυτούς του παρελθόντος, εξαπέστελλαν στο παρόν, στη ίδια τη ζωή της μοναχικής οικοδέσποινας. Το ραδιόφωνο, πραγματικό έπιπλο, δούλευε με ηλεκτρικό ρεύμα, τα μεγάλα ασημικά με τα θυσανωτά σχήματα, οι ελαιογραφίες της οροφής, αναγεννησιακής νοοτροπίας και παγανιστικής έμπνευσης, πολιορκούσαν και ελευθέρωναν το ήμαρ, το νόστιμον ήμαρ της αιώνιας ψυχής…

Ωστόσο, το γραφείο και το υπνοδωμάτιο της Αννούλας ήταν και είναι η ίδια της η ζωή. Κρύβουν τις ωραιότερες στιγμές της και δεν περιγράφονται με οσοδήποτε ποιητικά λόγια.

Η Κατερίνα έμοιαζε πολύ με την Αννούλα, παρόλο που η ξανθή της κόμη ερχόταν σε βέβαιη αντίθεση με τις καστανές αποχρώσεις της φίλης της. Λεπτές, ψηλές, μελαγχολικά γλυκές, έδιναν την εντύπωση δοκιμασμένων συνειδήσεων τις οποίες η άξενη κοινωνία θα άφηνε μόνες, χωρίς εραστή, χωρίς σύζυγο, χωρίς οικογένεια, χωρίς παιδιά, χωρίς τις μικροχαρές και τις μεγαλοχαρές των αστών και των προλεταρίων.

Τις ξέχασε η ζωή ή οι ίδιες την ξέχασαν, την αρνήθηκαν στο μέγα τους πάθος να αρπάξουν μακάρια τα μυστικά μιας άλλης ζήσης η οποία τρέφει παράδοξα την ωμή επιφάνεια και την οποία κάποιες ψυχές στις στιγμές των μύχιων συγκινήσεών τους θα αναγνώριζαν ως αληθινή όψη του Νοήματος;

Ό,τι και αν συμβαίνει, οι δύο γυναίκες πρόσφεραν μια άλλη πληροφορία του ζην. Το μελαγχολικό τους βλέμμα εξέπεμπε κείνη τη στοργή προς τη ζωή την οποία οι φιλόσοφοι αποκαλούν οντολογική τρυφερότητα και παρθενική αργύπνια, το λεπτό τους σώμα το οποίο αποποιούταν τις τέρψεις των λικέρ, των ποτών και των εύγευστων τροφών, αγκάλιαζε τη φυσική ομορφιά και διατροφή, προσπερνούσε τα ωραία του πολιτισμού χωρίς να εναντιώνεται. Αυτές οι αρνήσεις όμως ήταν  έμφυτα δεμένες με κάποιες μυστικότερες ενορμήσεις τις οποίες οι δύο γυναίκες φύλασσαν για τους εαυτούς τους, αφού γνώριζαν πως θα ήταν ματαιοπονία κάθε αναστροφή με τους κοσμικούς τους φίλους.

Η Κατερίνα θα συμπλήρωνε σε λίγους μήνες τα τριάντα της, εργαζόταν ως φιλόλογος και είχε κάπως μυηθεί στη φιλοσοφία από προσωπικές αναγνώσεις και όχι απ’ τους καθηγητές της. Αποσπασμένη για λίγο στη Γαλλία, ανανέωσε τη σπουδή κάποιων θέσεων του Μπερξόν σχετικών με την ενόραση, αλλά μόνο η μελέτη των μυστικών και των ποιητών την ικάνωσε να εισδύει στο πνεύμα του όρου. Ωστόσο, δε μελετούσε με ιδιαίτερο πάθος ούτε τη φιλοσοφία, ούτε τη λογοτεχνία, δεν απολυτοποιούσε το διάβασμα, κάποιες άλλες αναμονές ακτινοβολούσαν απ’ το πρόσωπό της. Ποιες; Κανένας δε θα μπορούσε να τις προσδιορίσει, γιατί η πηγή τους είναι πραγματικά άρρητη, ανέκφραστη, ανεκδιήγητη…

-Φιλόξενο το σπιτάκι σου Αννούλα, σε εκφράζει. Όταν μπαίνω, νιώθω πως δρασκελίζω κάτι το οποίο με απομακρύνει απ’ τη συμβατικότητα και την ηθελημένη αδυναμία της καθημερινότητας.

-Είναι ένα δώρο Κατερίνα, δώρο και δε γνωρίζω πού αλλού θα μπορούσα να ζήσω.

-Αυτό αναλογιζόμουν και εγώ. Κι όμως, αναγκάζεται κανένας να ακολουθεί τη ζωή, κι αν ακόμη διαφωνεί. Εγώ περιπλανιέμαι. Σπούδασα στη Θεσσαλονίκη, διορίστηκα στην επαρχία, μετακινήθηκα σε τρία χωριά, κατόπιν πήγα στη Γαλλία, μετά με απέσπασαν στο Υπουργείο και να ’με τώρα σε ένα Λύκειο του Παλαιού Φαλήρου.

-Έχεις κουραστεί, το βλέπω.

-Η κούραση είναι το ότι ζει κανένας όπως δε θα ’θελε.

-Θα μπορούσε όμως να ζει όπως θέλει.

-Αυτό σκεπτόμουν. Θα δεις την αγροικία έξω απ’ το Ζυγό και θα με συμβουλεύσεις. Σκέπτομαι να φύγω, να φύγω, να φύγω απ’ την πολιτεία

Ακούστηκαν βήματα στο χωλ.

-Έλα Φαίδρε, έκανε η Αννούλα.

Ο Φαίδρος πρόβαλε και κατευθύνθηκε προς τη Κατερίνα.

-Επιτέλους σας γνωρίζω και από κοντά!

-Μοιάζετε πολύ με την Αννούλα, παρόλο που είστε ξανθός. πόσο χαίρομαι που σας βλέπω!

-Δε θα διακόψω τη συζήτησή σας. Ίσως σας κάνω συντροφιά μια άλλη φορά.

-Μα τι λέτε; Είναι δυνατό;

-Θα πιεις μαζί μας τσάι. Κάθισε, σερβίρω.

Ο Φαίδρος κάθισε στο διπλανό καναπέ. Στο μεταξύ η Αννούλα έφερε το τσάι με το κέικ, το απόθεσε στο κινητό τραπεζάκι και άρχισε να σερβίρει

-Αννούλα, λίγη κανέλα σε παρακαλώ…

-Ναι Φαίδρε, συγνώμη.

-Βάζετε κανέλα στο τσάι;

-Μου αρέσει. Ξέρετε, σπάνια πίνω τσάι. Όταν όμως το πίνω, το θέλω χωρίς ζάχαρη και με κανέλα.

-Θα δοκιμάσω και εγώ, έκανε η Κατερίνα.

Η Αννούλα γέλασε.

-Το τσάι πίνεται με λεμόνι, με λίγο λεμόνι και με δυο τρεις σταγόνες κονιάκ το χειμώνα.

-Ας είναι, θα καινοτομήσουμε.

-Σας διέκοψα όμως. Μπορείτε να συνεχίσετε.

-Η Κατερίνα μου ’λεγε για το Ζυγό, για μια αγροικία στην οποία πρόκειται να εγκατασταθεί μόνιμα.

-Δε θα πάτε το Σεπτέμβριο; έκανε ο Φαίδρος παραξενεμένος.

-Βεβαίως και θα πάμε. Όμως, εγώ και η Κατερίνα θα απέχουμε διακριτικά, θα μετέχουμε εκ του μακρόθεν.

-Η εξόρμησή σας θα είναι εντυπωσιακή, παρατήρησε η Κατερίνα προσδοκώντας περισσότερα.

-Ουσιαστικά, δεν πρόκειται για εξόρμηση. Θα είναι μια έξοδος σε ένα ήσυχο μέρος και μάλιστα μετά την αποχώρηση των παραθεριστών.

-Οπωσδήποτε δε θα είναι ένα ονειροπόλο άλμα, είπε μισομαντεύοντας τις προθέσεις του Φαίδρου.

-Ακριβώς, αποκρίθηκε η Αννούλα.

-Ο Φαίδρος είναι νέος, ορμητικότερος από μας.

-Ο Βασίλης είναι ο εμπνευστής. Εγώ μετέχω γιατί θέλω να γνωρίσω εκείνα τα μέρη, γιατί θέλω να αποκολληθώ απ’ την πόλη.

-Απ’ την τερατούπολη θέλετε να πείτε.

-Ακριβώς.

-Για να τολμήσει κανένας αποφασιστικά, απαιτείται θάρρος. Δεν εννοώ μια εκδρομή, αλλά αλλαγή ζωής, είπε η ΄Αννα με περίσκεψη.

-Κατερίνα, περίγραψέ μας για λίγο την αγροικία...

Η Κατερίνα λάτρευε κείνη τη γωνιά.

-Ας μη σας προκαταλάβω. Πρόκειται για μια μικρή σχετικά αγροικία. Παλιά, πολύ παλιά, ο προπάππος μου χρησιμοποιούσε το ισόγειο σα χάνι και έτσι, την όλη ιστορία φωτίζουν θρύλοι και διηγήσεις. Απέναντι απ’ το χάνι μάλιστα υπάρχουν και τα ερείπια του στάβλου.  Η περιοχή ήταν κόμβος στον οποίο διασταυρώνονταν οι συνήθεις ταξιδιώτες με τους εμπόρους, με τους μεταγωγείς, με τους βοσκούς, με τους λίγους αντιπροσώπους εταιριών, με τους κυνηγούς. Πίσω απ’ το χάνι, στο βουνό, ήταν αγκιστρωμένα καμιά εικοσαριά χωριά, αρκετά απ’ τα οποία έχουν πια ερημώσει. Ωστόσο, το χάνι έπαυσε να λειτουργεί απ’ τα χρόνια το πάππου μου και ο πατέρας μου έκανε ό,τι μπορούσε για να συντηρήσει το κτίσμα. Είναι ακόμη άνετο, ερημικό, και καθώς βρίσκεται στο σημείο σύμφυσης τριών φαραγγιών, διατηρεί αρκετή δροσιά και τους καλοκαιρινούς μήνες. Οι ψηλοί λόφοι και τα βουναλάκια που περιβάλλουν την περιοχή σκιάζονται από βελανιδιές, ενώ πιο κάτω τα νερά ενός ποταμού κοσμούν το τοπίο με λεύκες και με καλαμιές. Οι πέρδικες και τα κοτσύφια αφθονούν, μα οι λαγοί φθίνουν εξαιτίας της απληστίας των κυνηγών. Όλα είναι ήσυχα, καθώς η δημοσιά βρίσκεται αρκετά μακριά. Οι βελανιδότοποι είναι αναλλοίωτοι, η γύρω περιοχή δεν καλλιεργείται, όλα δίνουν την εντύπωση παρμενίδειας ακινησίας…Είπα όμως πολλά και περιμένω να δείτε περισσότερα.

-Ας είναι. Νομίζω όμως πως οφείλετε να φύγετε για να μη χάσετε την παράσταση.

-Ελάτε και σεις μαζί μας, είπε η Κατερίνα με άπλετη ειλικρίνεια και με παρακλητικό σχεδόν βλέμμα.

Η Αννούλα συγκατάνευσε.

-Και η μητέρα σας, αν θέλει. Άνετα θα αγοράσουμε δύο εισιτήρια.

Κατέβηκαν να προσκαλέσουν και τη μητέρα του Φαίδρου η οποία τους ευχαρίστησε ευγενικά. Είχε προγραμματίσει επίσκεψη σε μια φίλη της η οποία ζούσε τον επίλογο της ζωής της σε ένα κοντινό γηροκομείο.

-Μια άλλη φορά, είπε ευχαριστημένη η ηλικιωμένη κυρία.

Τους καλοκαιρινούς μήνες οι λεωφόροι δεν παρουσιάζουν την εξουθενωτική κίνηση του χειμώνα. Το μικρό Σιτροέν της Κατερίνας κυλούσε άνετα, μα αγκομάχησε αρκετά μέχρι να ανεβεί το λόφο του προφήτη Ηλία. Έφτασαν έγκαιρα και περιηγήθηκαν άνετα το ωραίο αμφιθέατρο. Μπροστά τους απλωνόταν ο Πειραιάς, το Μικρολίμανο, ο Σαρωνικός, ενώ αριστερά τους εκτείνονταν τα παραθαλάσσια προάστια. Ανάπνευσαν την άλμη, χάρηκαν τον ουρανό, αφέθηκαν στη φωτοχυσία της βραδιάς μέχρι που άρχισε η τραγωδία. Γνώριζαν και οι τρεις τους το μύθο και παρακολούθησαν με άνεση προσέχοντας κάποιες πτυχές τις οποίες δεν είχαν εντοπίσει, προβληματίστηκαν και αυτό φάνηκε κατά τη συζήτηση την οποία είχαν μετά, σε ένα παραλιακό καφενείο όπου πήραν τα αναψυκτικά τους.

-Ο Αγαμέμνων, η Κλυταιμνήστρα, ο Αίγισθος, ο Ορέστης, ο Πυλάδης, η Ηλέκτρα και τόσα άλλα πρόσωπα, δε συναντήθηκαν με κάποια τραγικά γεγονότα. Έφεραν μέσα τους την τραγικότητα, παρατήρησε η Αννούλα.

-Συζητήσιμο, αντέτεινε ο Φαίδρος. Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο ο άνθρωπος είναι δεσμώτης του πεπρωμένου. Προηγείται ο μύθος ως ιδέα που κατάγεται απ’ την ιερή τάξη και ακολουθεί η ανθρώπινη δράση της οποίας οι δυνατότητες είναι περιορισμένες. Αυτή είναι η γνώμη μου. Κατά βάθος το τραγικό αίσθημα της ζωής λίγη σχέση έχει με τις τραγωδίες, όσο κι αν οι τελευταίες είναι αναμφισβήτητα έργα τέχνης.

-Θα ’λεγα, πρόσθεσε η Κατερίνα, πως κατά τους Έλληνες ο άνθρωπος φέρει μέσα του στοιχεία τραγικότητας τα οποία όμως αιχμαλωτίζονται απ’ την Ανάγκη, απ’ τη βασίλισσα των θεών.

-Ίσως συμβαίνουν και τα δύο.

-Δεν είναι όμως τυχαίο το ότι οι μεγάλες τραγωδίες αναφέρονται σε μεγάλες, μυθικές ή θρυλικές προσωπικότητες. Η Αννούλα πρόσθεσε: Εξαντλούν το τραγικό του ανθρώπου οι στερεότυπες τραγωδίες; Εισβάλλουν στην τραγικότητα κάθε ψυχής;

-Ποια τραγικότητα καλή μου φίλη; διέκοψε η Κατερίνα με ανήσυχα μελαγχολικό βλέμμα. Βλέπεις τραγικότητα στο σύγχρονο άνθρωπο; Το άγχος δεν έχει καμιά σχέση με την τραγικότητα, οι ερημουπόλεις του αιώνα μας, οι ερημουπόλεις της μοναξιάς, πνίγονται απ’ τους θορύβους, μας εκφυλίζουν.

-Unreal city…Ιερουσαλήμ, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, Βιέννη, Λονδίνο, ψεύτικες πόλεις, μη πραγματικές, που κουβαλούν το φορτίο μεγάλων πολιτισμών ως περίσσεια υπαρξιακής πλήξης των αιώνων…Πόση αλήθεια μουσικότητα και βάθος υπάρχει στην  Έρημη Χώρα του Eliot

-Αννούλα με την αγγλομάθειά σου, είμαστε όντως ανίδεοι και χορτάτοι, καθώς πεινάσαμε στης γης τα πλάτη, όπως παρατήρησε ο ποιητής. Όλοι οι αιώνες αντιμετώπισαν το ίδιο πρόβλημα, όλες οι μεγαλουπόλεις των πολιτισμών, όλοι οι ηθικολόγοι και οι αναμορφωτές τα ίδια διακήρυτταν και διακηρύττουν.

-Ναι Φαίδρε, υπό την προϋπόθεση πως υπάρχει κάποιο άλλο κέντρο το οποίο περιφρουρεί τις γνήσιες συνειδήσεις.

Η Κατερίνα όμως σηκώθηκε και παρακάλεσε να περπατήσουν για λίγο, να αναπνεύσουν τη θαλάσσια άλμη, να ακούσουν τη συμφωνία του φλοίσβου και της ακτής, το νυχτερινό έρωτα των στοιχείων, το μόνο πραγματικό έρωτα..

Περπάτησαν αμίλητοι, οι κοπέλες τυλίχτηκαν ελαφρά με τις άσπρες σάρπες τους, ο Φαίδρος κοντοστάθηκε για να χαρεί αυτές τις ανάερες σιλουέτες μες τη νυχτιάτικη αύρα που κόμιζαν ανεξαγόραστους θησαυρούς ως απερίτμητες παρουσίες αρμονισμένες με τη χάρη του ημισκότεινου τοπίου. Είναι αλήθεια πως σαγηνεύτηκε απ’ τις λυγερές παρουσίες που κινούνταν τόσο ανεπιτήδευτα, καθώς κείνες κοντοστάθηκαν περιμένοντάς τον. Κείνη τη στιγμή ένιωσε πως κάποια άυλη λάμψη που ’μοιαζε με αδιόρατη αστραπή άπλετης ευφροσύνης φώτισε όλο του τον κόσμο. Μπόρεσε μόνο να πει:

-Προχωρείτε, ακολουθώ.

Έγειρε σε έναν ηλεκτρικό στύλο με αμυδρό φως, καθώς οι σκιές των δύο κοριτσιών απομακρύνοντας αργά αργά, σιγοπερπατώντας. Ο Φαίδρος αγωνίστηκε να συγκρατηθεί όρθιος, επιστράτευσε όλες τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις, και εκεί, στο όριο της λιποθυμίας και εγρήγορσης, ένιωσε πως ένιωθε με μια άλλη αίσθηση τη ζωή, νόμισε πως υπνοβατούσε ιερά. Τότε θυμήθηκε κάποιον παλιό ξεχασμένο στίχο: Μακριά, πολύ μακριά, όλο και πιο μακριά, στην άπειρη αγκάλη…

Άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε τις δύο φωτερές σκιές να σιγοπεριμένουν στο βάθος. Ευτυχώς, διαπίστωσε πως μπορούσε να περπατήσει άνετα, μα τι ήταν αυτό, αυτή η νυχτερινή παραλυσία; Όντως οι δυνάμεις του επανήλθαν και μια απέραντη ευδιότητα τον πλημμύρισε. Αν την επόμενη συμβουλευόταν γιατρό, σίγουρα θα τον έστελνε για γενικές εξετάσεις…

-Θα θέλατε ίσως να μείνετε μόνος Φαίδρε, είπε η Κατερίνα με ελαφρά ερευνητικό βλέμμα.

-Κάθε άλλο!

-Το τραγικό στην καρδιά της ομορφιάς, αυτό ήταν, νομίζω, το θέμα μας παρατήρησε η Αννούλα.

-Μιας ομορφιάς που φθίνει στα δεσμά του χρόνου.

Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχει. Ό,τι φθίνει παραπέμπει στο πρότερον κάλλος, παρατήρησε η Κατερίνα με περίσκεψη. Μήπως και εμείς που φθίνουμε με το χρόνο παραπέμπουμε πουθενά; Παραπέμπουμε ή αποπεμπόμαστε απ’ τη χαμοζωή που κάνουμε; Ο τραγικός ήρωας οδηγούταν απ’ τη μοίρα χωρίς να το αντιλαμβάνεται, αλλά ήταν και δυναμικός, αφού επιστράτευε τη δύναμή του και τα πάθη του για να ακροβολίζεται στις εσχατιές της ζωής.

-Στις εσχατιές της ζωής, επανέλαβε ο Φαίδρος. Ωραία φράση, γεμάτη δύναμη και μεγαλείο, αν μάλιστα τις αφαιρέσουμε τις γεωγραφικές ή συμπαντικές συντεταγμένες…Υπαινίσσεται το ιλιγγιώδες συμβαίνον και ήδη να μια ιδέα για την έξοδό μας στις αρχές Σεπτεμβρίου.

-Δεν υπάρχει έξοδος, συμπέρανε η Αννούλα. Υπάρχουν μόνο διαδοχικές προσπάθειες οι οποίες μας καταξιώνουν, αφού ο πειρασμός της αυτάρκειας είναι συνεχής. Ας προσέξουμε όμως: Το ψέμα και η συμβατικότητα δε βρίσκονται έξω μας, αλλά μέσα μας. Συχνά οι άνθρωποι νομίζουν πως γκρεμίζουν τις απάτες και τις αδικίες που έχουν οικοδομηθεί γύρω τους για να κτίσουν στη συνέχεια νέους τάχα κόσμους με τα φθαρμένα υλικά των δικών τους αδυναμιών. Έχουν μάλιστα την αφέλεια να νομίζουν πως ευεργετούν τους συνανθρώπους τους, την ανθρωπότητα. Αυταπάτες, οδυνηρές αυταπάτες του ανθρώπου, αυτού του γηραιού πανούργου και θύματος της πανουργίας του ταυτόχρονα.

-Ω, η αυταπάτη του ανθρώπου…το μέγα μάθημα της ιστορίας, κάτι το βαθύτατα τραγικό, το χαίνον βάραθρο που μοιάζει με υψηλή και πατημένη από κατακτητές κορυφή…Τα ενδύματά μας είναι ενδύματα των αυταπατών, των φιλαρεσκειών μας, κατέληξε η Κατερίνα σκεπτική.

-Ας μη μαστιγώνουμε ανελέητα τη φύση μας, κατέληξε ο Φαίδρος. Υπάρχουν στοιχεία ομορφιάς στην ανθρώπινη φύση, στοιχεία που δεν αιχμαλωτίζουν, αλλά που μαρμαίρουν. Δε νομίζω να τα αγνοείτε, γιατί τα βλέπω να διαθλώνται στα πρόσωπά σας…

Είχαν φτάσει στην άκρη της παραλίας, ατένιζαν πια την ανατέλλουσα σελήνη. Τα πρόσωπα των γυναικών φωτίζονταν ιδιότυπα, είχαν μια μοναδικά λάμψη και γαλήνη, μια ιλαρότητα που ’διωχνε εκείνη τουλάχιστον τη στιγμή τη γλυκιά τους μελαγχολία. Ο Φαίδρος αιφνιδιάστηκε και πάλι, αφού πληροφορούταν πως ένας ωκεανός ζωής αναδυόταν απ’ τις δύο υπάρξεις που τον περιέβαλλαν. Αυτό το αδιόρατο ρεύμα χαρμονής εισέβαλε με αστραπιαία ταχύτητα μέσα του, τον αιχμαλώτισε και τον έκανε κοινωνό μιας ανέκφραστης πραγματικότητας. Φυγάδευε τις αμφιβολίες του, ειρήνευε τα σωθικά του, ευγένιζε τις αισθήσεις του, γονιμοποιούσε  θετικά τις ενορμήσεις του.

-Ω, υπάρχουν τέτοια στοιχεία, υπάρχουν! Τα εκφράζετε και οι δυο σας, τα προσφέρετε ανεπιτήδευτα και πιστέψτε με, είμαι ένας ταπεινός αποδέκτης τους

Άπλωσε με συγκίνηση τα χέρια του στους ώμους τους καθώς εκείνες τον αντίκριζαν με το γαλήνιο βλέμμα της ειρήνης και της ωριμότητα, αμίλητες, γιατί δεν ήταν σε θέση να πουν κάτι, γιατί μιλούσαν με την παρουσία τους, με κείνο το παρθενικό φως που περιλούζει υπάρξεις του αιώνα μας, με τη λευκή τους ζωή.

Κείνη τη νύχτα, παρόλο που οι τρεις ψυχές δεν συνέπιπταν απόλυτα, πώς θα ήταν εξάλλου δυνατό;, αυλίζονταν και συναυλίζονταν στους ίδιους τόπους τους οποίους κανένας απ’ τους ποιητές ούτε ύμνησε ποτέ, ούτε θα υμνήσει κατ’ αξίαν, όπως διεπίστωσε ήδη ο θείος Πλάτων.

-Μέγας αυλισμός! αναφώνησε ο Φαίδρος. Σκεφθείτε τι θα συνέβαινε στον κόσμο, αν οι άπειρες μικροπαρέες των βροτών μιλούσαν για την ομορφιά, για τον έρωτα, για το τραγικό, για την ανθρώπινη φύση. Το φαντάζεσθε; Μπορείτε να υποθέσετε πού θα ήταν ο κόσμος μας;

Κείνη τη στιγμή η Κατερίνα κατάλαβε πόσο νέος ήταν ο Φαίδρος, παρά το φιλοσοφικό του σφρίγος, τη σοβαρότητά του, τις αναλάμψεις του, την ευρυμάθειά του. Διαισθάνθηκε πως αυτός ο νέος που ’φερε το όνομα ενός μαθητή του μεγάλου Πλάτωνα θήτευε παράδοξα στις παρυφές της Σοφίας και πως θα γινόταν αξιόλογος φιλόσοφος. Ούτε εκείνη ούτε η Άννα είχαν αξιόλογες φιλοσοφικές γνώσεις, γιατί δεν τους είχε δοθεί το κατάλληλο έναυσμα…Κι όμως ήταν μαθήτριες, χωρίς να το εννοούν της αιώνιας φιλοσοφίας, της φιλόσοφης θέας η οποία καταυγάζει μυστικά όλους ανεξαίρετα τους ανθρώπους, η οποία στέφει τις χαρισματικές συνειδήσεις οι οποίες εκφράζουν τους θησαυρούς της χωρίς καν να το υποψιάζονται.

Η Κατερίνα εντυπωσιάστηκε, γιατί ο Φαίδρος της θύμιζε στοιχεία του είναι της, γιατί της φώτιζε πλευρές και διαστάσεις της ψυχής της τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος καθρεπτιζόταν και λουζόταν στις διαθλάσεις τους. Θυμήθηκε τότε κάποια λόγια της Αννούλας τα οποία επιβεβαιώνονταν απόλυτα.

-Ο Φαίδρος με κάνει να βλέπω κάποιους ανυποψίαστους κόσμους οι οποίοι βρίσκονται μέσα μου, καθώς ο ίδιος θέλει να φωτίζεται απ’ αυτούς. Μυείται απ’ τον κόσμο μου, αλλά, παράλληλα, μυεί εμένα, την τόσο φτωχή. Έτσι άρχισα να διαβάζω τους πλατωνικούς διαλόγους και κάποια άλλα φιλοσοφικά κείμενα.

Η Αννούλα είχε δίκιο, αναλογιζόταν η Κατερίνα. Είχε δίκιο, κι όταν της έλεγε πως οι μεγάλες αλήθειες δεν προκύπτουν ως συνέπειες λογικών συσχετισμών, αλλά αναβλύζουν αιφνίδια, εξαίφνης. Τούτη η νυχτερινή συζήτηση στην ακρογιαλιά, σκεπτόταν πάντα η Αννούλα, δεν είναι παρά αποκάλυψη όμορφων αληθειών τις οποίες προσπαθούμε να ζήσουμε. Καθένας μας βλέπει πολύτιμα θραύσματα του εαυτού του στο είναι του άλλου.

Μετά παρατεταμένη σιωπή η Αννούλα προσπάθησε να σχολιάσει κάποιες σκέψεις του Φαίδρου.

-Έχω διαπιστώσει μια πολύ μεγάλη αλήθεια. Εξάλλου, συζητάμε μες τη νυχτιά και σχολιάζουμε αυτήν την αλήθεια χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Η πραγματική ζωή είναι εξόριστη απ’ τον κόσμο μας. Ο κόσμος μας ζει ένα διαρκές όνειρο και γι’ αυτό ακριβώς είναι υπνωτισμένος, ναρκωμένος. Όσοι αγραυλούν, αγρικούν, ζουν στους αγρούς, μακριά απ’ τον κοιμισμένο κόσμο, γιατί εκεί είναι ριζωμένη η πραγματική ζωή. Εξάλλου, αν μπορώ να κρίνω, γιατί είμαι φτωχή και δεν έχω τις κατάλληλες γνώσεις, τα ωραιότερα κείμενα παραπέμπουν στη σιωπή, είναι διαδοχικές κραυγές σιγής.

-Η γνώμη σου είναι υπέροχη, την έχουν υποστηρίξει και πολλοί θεοσόφοι, καβαλιστές και κυρίως μυστικοί, για να μην αναφέρω τους ποιητές και αρκετούς φιλοσόφους. Ναι, η αυθεντική ζωή είναι έξοδος, είπε με πάθος ο Φαίδρος.

-Λάθρα βιώσας, ψέλλισε η Κατερίνα.

Λίγο αργότερα το αυτοκινητάκι της Κατερίνας τους μετέφερε στα σπίτια τους.

 

                               5

 

Κατακαλόκαιρο. Στο Ζυγό, η ζωή το καλοκαίρι έχει πολλές όψεις, όψεις τις οποίες δε βλέπουμε στη μεγάλη πόλη, όψεις οι οποίες ανακλώνται στις γειτονιές της πολίχνης. Ένα μεγάλο μέρος είναι αστικό και επίπεδο. Εκεί βρίσκονται τα σπίτια των αστών, παλιά τα περισσότερα, με στοιχειώδεις ανέσεις και άμεση πρόσβαση στο λιμάνι. Η ρυμοτομία του κεντρικού μέρους είναι άνετη, οι πλατιοί δρόμοι τέμνονται κάθετα και αρκετοί οδηγούν κατευθείαν στην παραλία. Στους δύο κεντρικότερους βρίσκονται τα μαγαζιά, τα περισσότερα μαγαζιά της πολίχνης τα οποία αναπνέουν κάπως άνετα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Περιβολάρηδες κουβαλούν κάθε πρωί με τα γαϊδουράκια τους φρούτα και λαχανικά, φορτηγά αυτοκίνητα ξεφορτώνουν εμπορεύματα που προορίζονται για τα εμπορικά, οι φορτοεκφορτωτές ακολουθούν πανέτοιμοι, ανταλλάσσοντας αστεία και πειράγματα που δίνουν ανάσα ζωής και χιούμορ στο περιβάλλον.

Παλιά, το σωματείο τους γνώρισε μέρες δόξας, μα πρόσφατα, με την παρακμή του λιμανιού και τη διάνοιξη αρτηριών που ενώνουν με την ενδοχώρα και την πρωτεύουσα,  μόλις που βιοπορίζονται και μάλιστα αρκετά δύσκολα. Στην αγορά όμως, ο ντόρος, τα αστεία, η κίνηση και οι κραυγές των γνωστών τύπων αναδύουν γραφικότητα, πλεγμένη με χιούμορ και φαντασία. Πιο πάνω, η μεγάλη πλατεία με τους ευκαλύπτους και τα πεύκα οδηγεί στην εκκλησία με το επιβλητικό καμπαναριό και το αγήραστο ρολόι που χτυπάει ανελλιπώς τις ώρες, τα ημίωρα και τα τέταρτα.

Κατόπιν αρχίζει η ημιαστική περιοχή, καθώς μικρολοφίσκοι και μικροϋψώματα ανηφορίζουν αμφιθεατρικά και οδηγούν στους πρόποδες του βουνού το οποίο καταλήγει καμπυλωτά στο Ιόνιο, προστατεύοντας την πολίχνη απ’ το Βοριά και σχηματίζοντας στις ακραίες εσχατιές της πανέμορφες ακρογιαλιές, άσπρους γιαλούς με χρυσή άμμο και κατακάθαρα νερά που σου ’ρχεται να τα καταπιείς.

Η αγροτική περιοχή εκτείνεται και προς το βορειοανατολικό μέρος της πολίχνης για να καταλήγει στα κατάφυτα περιβόλια και στον όμορφο κάμπο με τις ποικίλες καλλιέργειες και τα χαρωπά χρώματα. Τα σπίτια είναι πέτρινα, στολίζονται με κήπους, αλλά συχνά οι αυτοσχέδιες μάντρες, οι ξερολιθιές και τα πρόχειρα κοτέτσια θυμίζουν χωριό. Υπάρχουν όμως κάποιοι κρυμμένοι απ’ τη βλάστηση κήποι οι οποίοι αρδεύονται από ρυάκια πλημμυρισμένα από βρύα και γεμάτα παραμυθένια χάρη. Εκεί πλέκονταν και πλέκονται πολλά ειδύλλια, εκεί λαγοί και φιδάκια ξεδιψούν και τρέφουν τη φαντασία μικρών και μεγάλων, εκεί κρύβονται πολλά μυστικά πλεγμένα με νεράιδες, με μάγισσες και φαντάσματα…

Οι καπνοπαραγωγοί οι οποίοι μένουν σ’ αυτήν την εκτεταμένη περιοχή κουράζονται ιδιαίτερα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Σηκώνονται στις τρεις το πρωί, πηγαίνουν στο χωράφι με τα ζώα ή με τα αγροτικά τους (όσοι έχουν), μαζεύουν τον καπνό και επιστρέφουν κατά τις επτά για να ριχτούν στο βελόνιασμα.

Αρμαθιάζουν τον καπνό μέχρι το απόγευμα και απλώνουν τις καταπράσινες αρμάθες στις λιάστρες των κήπων τους. Παραταγμένες οι φρέσκες αρμάθες, αρχίζουν σιγά σιγά να κιτρινίζουν απ’ τις φλόγες των καλοκαιρινών ηλιαχτίδων. Αφού ξεραθούν μετά καιρό, αρχίζει η κοπιαστική διαδικασία που οδηγεί στα συμπιεσμένα δέματα τα οποία περιμένουν τους εμπόρους καπνού που επισκέπτονται όλα τα καπνοχώρια της περιοχής κάθε χρόνο.

Οι περισσότεροι αγρότες όμως καλλιεργούν καλαμπόκι, βαμβάκι, τριφύλλι, πεπόνια, καρπούζια, τομάτες και άλλα αγροτικά προϊόντα. Ο κάμπος, όσο ζεστός κι αν είναι, υποφέρεται πια χάρη στα αρδευτικά έργα που χαρίζουν στις καλλιέργειες τη δροσιά της τεχνητής βροχής η οποία, χάρη στους σωλήνες και στα μπεκ, ρέει και στα πιο απόμακρα μέρη. Βέβαια, το πότισμα είναι κοπιώδης διαδικασία, αλλά δωρίζει  στον κάμπο διαρκή πρασινάδα και αναζωογονεί οικονομικά τους καλλιεργητές. Οι αλωνιστικές περιοχές με τον αυτόματο οπλισμό περιφέρονται υπερήφανα σε πεδινούς και ημιορεινούς αγρούς σκορπώντας κείνον το θόρυβο που αγγέλλει την καρποφορία και την αμοιβή των κόπων των κουρασμένων αγροτών.

Το καλοκαίρι είναι περίοδος εντατικής; δουλειάς για τους αγρότες του Ζυγού. Άντρες και γυναίκες, νέοι και ηλικιωμένοι, δίνουν στον κάμπο και στις συνοικίες την πνοή τους που δίνει ζωή στα σπίτια και στα υπόστεγα των αυλών. Τα τραγούδια των γυναικών οι οποίες σκαλίζουν τις φυτείες πλέκονται με τις φωνές των ανδρών που μοχθούν κατά τη μετακίνηση των σωλήνων για το πότισμα των φυτειών. Από μακριά το θέαμα είναι γραφικό κυρίως για τους αμύητους στις αγροτικές εργασίες. Ιδωμένο όμως και δοκιμασμένο από κοντά, απαιτεί μπράτσα, αντοχή, κόπο και αποφασιστική εμμονή.

Η βορειοδυτική πλευρά της πολίχνης είναι σκαρφαλωμένη στο κατερχόμενο βουνό για να σμίγει πιο πέρα με τη θάλασσα και να σχηματίζει τη γραφικότερη ίσως συνοικία που είναι λουσμένη στις αμυγδαλιές και στις ελιές. Τα σπίτια, οι ασβεστωμένες μάντρες και πεζούλια, οι όμορφοι φράχτες και οι κατανθείς αυλές, θυμίζουν νησί του Ιονίου με μαγικά μύρα του γιασεμιού που καβαλάει τα πορτόνια και απευθύνεται αμίλητο και χαμογελαστό στους περαστικούς. Στη βόρεια λουρίδα της συνοικίας κατοικούν αγρότες και κτηνοτρόφοι, ενώ τη θαλάσσια πλευρά έχουν καταλάβει οι ψαράδες και οι ναυτικοί. Εκατό και πλέον οικογένειες ζουν απ’ τη θάλασσα χωρίς να υπολογιστούν οι καπετάνιοι, οι ναυτικοί, οι λοστρόμοι και οι ναύτες που εργάζονται στα πλοία του εμπορικού ναυτικού. Δεν υπολογίζονται επίσης ούτε οι παλιοί καραβοκύρηδες, όσοι δηλαδή είχαν δικά τους καραβόσκαρα, τσερνίκια, γολέτες που μετέφεραν εμπορεύματα απ’ τον Πειραιά και την Πάτρα προπολεμικά κυρίως, γιατί τελευταία τους έφαγε όλους η ρόδα, όπως συνήθιζαν να λένε. Επιπλέον, το μεγάλο πλοία της γραμμής που εισβάλλει υπερήφανο στο λιμάνι του Ζυγού αχρήστευσε και τα τελευταία σκάφη.

Οι ψαράδες όμως ζουν απ’ το ψάρεμα και βελτιώνουν όλο και περισσότερο την τεχνική τους υποδομή. Κάποια είδη ψαρέματος όμως δεν επιδέχονται εξέλιξη, παραμένουν πρωτόγονα και αποτελεσματικά ταυτόχρονα Τα γραφικά παραγάδια λόγου χάρη δεν αλλάζουν και απασχολούν πολλούς ψαράδες, τους παραγαδάδες. Κάθε μεσημέρι, στον ίσκιο του σπιτιού τους, ή κάτω από ένα παραλιακό δένδρο, ξεμπερδεύουν τα παραγάδια τους, τα νετάρουν όπως λένε, αποθέτοντας τα αγκίστρια στις κυκλικές λουρίδες του φελλού που περιβάλλουν το στόμιο του καλαθένιου δοχείου στο οποίο τοποθετούνται οι σπάγκοι και οι πετονιές. Αργότερα δολώνουν τα αγκίστρια και κατά τις τέσσερις το πρωί αναχωρούν για τους ψαρότοπους, αρκετά έξω απ’ το λιμάνι, με τις μπενζίνες τους. Εκεί, στο βάθος, κοντά σε κάποιο ξερονήσι, όρμο ή κάβο ρίχνουν τα παραγάδια τους και περιμένουν δυο τρεις ώρες μέχρι να τα μαζέψουν. Δεν περιμένουν, για να κυριολεκτούμε. Πολλοί πλησιάζουν τις κάτασπρες ακτές και ψαρεύουν για κανένα χταπόδι ή κάνουν χρήση των “πυρομαχικών” τους, με κάθε δυνατή προφύλαξη, αφού συχνά η καταδίωξη του λιμενικού καραδοκεί. Γυμνασμένοι οι μπουρλοτιέρηδες, πηδούν συχνά στους άγριους μα κάτασπρους απ’ το κύμα βράχους της ακτής και κινούνται ως ταχυδακτυλουργοί, εκεί που ένα συνηθισμένο πόδι θα έτρεμε να πατήσει. Ρίχνουν στη θάλασσα άσπρες πέτρες ή κομματιασμένη αθερίνα, σκύβουν κατόπιν και κοιτάζουν με τον τενεκέ με το γυάλινο πάτο, μέχρι που να δουν τα μεγάλα ψάρια να πλησιάζουν ασπρογυαλίζοντας. Αν η σύναξη των ανυποψίαστων ψαριών είναι ικανοποιητική, οι άγρυπνοι μπουρλοτιέρηδες πυροδοτούν το δυναμίτη και τον ρίχνουν με απίστευτη ταχύτητα. Αμέσως ο βοηθός που βρίσκεται σε ετοιμότητα πλησιάζει με γρήγορη κωπηλασία και ο πυρπολητής πηδάει στη βάρκα. Στο μεταξύ η έκρηξη προκαλεί ταραχή των υδάτων , όγκοι νερού σηκώνονται, αφροί περιπλέκονται με στροβίλους και νεκρά ή τραυματισμένα ψάρια αναφαίνονται στον αφρό ή λίγο πιο κάτω. Ο μπουρλοτιέρης όμως ψαράς επισκοπεί απ’ την πλώρη και με το καμάκι και τη μπόχα αποτελειώνει το έργο του. Ωραίος ο αγρός του θερισμού…Το ψάρεμα με δυναμίτη απαγορεύεται αυστηρά, γιατί, εκτός των άλλων, καταστρέφει και το θαλάσσιο γόνο. Έχουν μάλιστα συμβεί και θανατηφόρα δυστυχήματα, καθώς κάποιοι αφηρημένοι δεν ένιωσαν την πυροδότηση και ο δυναμίτης έσκασε στα χέρια τους. Με την έκρηξη, έπεσαν νεκροί στη θάλασσα…’Έχουν εξάλλου κατασχεθεί και βάρκες απ’ την υπηρεσία καταδίωξης με τη διαδικασία του αυτόφωρου, αλλά η κακή συνήθεια συνεχίζεται. Πρόβλημα παραμένει πώς το εμπόριο εκρηκτικών υλών είναι άρτια οργανωμένο, αφού και στον τελευταίο παραθαλάσσιο οικισμό βρίσκονται κρυμμένοι δυναμίτες.

Το μάζεμα του παραγαδιού είναι απολαυστικό, καθώς τα αγκιστρωμένα ψάρια ασπρίζουν, ανεμίζουν άτακτα στα σπλάχνα της θάλασσας από μακριά και αντιστέκονται στη δύναμη της περονιάς. Ικετεύουν σπαράζοντας τη μητέρα τους να τα σώσει…Τσιπούρες, σταυρίδια, μπαρμπούνια, κολεοί και άλλα ακόμη αφρόψαρα ή ψάρια του βυθού παραδίνονται στο δέλεαρ της έτοιμης λείας. Βέβαια, για τα μεγάλα ψάρια του βυθού υπάρχει και άλλος τρόπος, οι σκληρές πετονιές με το δυνατό αγκίστρι που σύρουν μεγάλους ροφούς, συναγρίδες, φαγκριά και άλλα μεγάλα ψάρια.

Οι λιγοστοί χταποδάδες είναι ίσως οι γραφικότεροι παραδοσιακοί ψαράδες. Αρμενίζουν σε ειδικές ακρογιαλιές στημένοι στην πλώρη της βάρκας τους, ανάεροι, αγέρωχοι και συγκεντρωμένοι ταυτόχρονα, επισκοπώντας τους πετρώδεις και διαφανείς βυθούς, έτοιμοι να καρφώσουν τα κινούμενα στις πέτρες χταπόδια. Όταν το πρώτο πρωινό αεράκι σαλεύει ήρεμα την παγάδα και προσβάλλει την απόλυτη πρωινή διαφάνεια των νερών, οι έμπειροι χταποδάδες έχουν τη δυνατότητα να επαναφέρουν την απόλυτη διαύγεια και ορατότητα. Σκύβουν, παίρνουν στα χέρια τους το τσίγκινο κυκλικό δοχείο με την άμμο την οποία έχουν διαποτίσει με άφθονεςε σταγόνες λαδιού, πιάνουν με τη χούφτα τους, με το κουτάλι ή με ένα θραυσμένο καλάμι λίγη λαδωμένη άμμο και τη σκορπούν με δύναμη μπροστά τους. Η διαφάνεια αποκαθίσταται και η βαρκούλα συνεχίζει το αργό της αρμένισμα. Όταν οι χταποδάδες δε συναντούν χταπόδια, γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν. Πλησιάζουν τις χταποδοφωλιές τις οποίες εντοπίζουν άνετα απ’ τα υπολείμματα των τροφών των χταποδιών, βυθίζουν ένα άσπρο πανί και να σου το μαλάκιο μπροστά τους. Σε λίγο σφαδάζει στην κουμπαστή. Οι σμέρνες που καιροφυλακτούν σε κάποιο βράχο, έχουν τη ίδια τύχη. Τα καλοκαιρινά πρωινά  κόσμος του βυθού είναι γοητευτικός.

Τα δίχτυα προσφέρουν άλλες απολαύσεις. Οι καλοκαιριάτικες καλάδες που καταλήγουν σε αμμώδεις κυρίως ακτές, μοιάζουν με θαλάσσιες εκστρατείες οι οποίες ξεκινούν απ’ τα βάθη για να φθάσουν στο γυαλό. Αν ο καπετάνιος καταφέρει να αιχμαλωτίσει κάποιο κοπάδι από παλαμίδες, κολεούς ή μαρίδες, η αγορά γεμίζει, το εμπόρευμα μετακινείται και προς άλλες πόλεις. Τα γρι-γρι επίσης δημιουργούν φαντασμαγορία και μας υποβάλλουν στο νυχτερινό μυστήριο της θάλασσας, μα στις κουρασμένες συνειδήσεις των ψαράδων ο ρομαντισμός δε λέει σχεδόν τίποτε. Το πυροφάνι επίσης των ασέληνων καλοκαιριάτικων νυχτών έχει ακόμη κάποιους εραστές.

Τους καλοκαιριάτικους μήνες η δραστηριότητα των ψαράδων γνωρίζει κάποια ύφεση. Με τον Οκτώβριο όμως που προβάλλουν οι ανεμότρατες και ελευθερώνονται οι τράτες, το λιμάνι μαρτυρεί πως ο τόπος είναι σημαντικός ψαρότοπος υψηλής ποιότητας, αφού τα νερά είναι κατακάθαρα και η θάλασσα απαλλαγμένη από απόβλητα. Τα φθινοπωρινά δειλινά ο βαρύς οπλισμός των ψαροκάικων, οι σιλουέτες των ανεμοτρατών, τα απλωμένα δίχτυα και οι αραγμένες ψαρόβαρκες δίνουν στο λιμάνι μια μαγική, μυστικοπαθή και μυστήρια όψη που υπαινίσσεται τη μαγεία και τους κινδύνους της θάλασσας, του καημούς και τους πόθους των ψαράδων, τα άπειρα τοπία περιπλάνησης υπό όλους τους καιρούς, τα δράματα και τις χαρές των ναυτικών άλλά και των κατοίκων. Πρόκειται για ένα συναίσθημα μαγείας που διενώνει τα στοιχεία της θάλασσας και της στεριάς, του υγρού αέρα και του αστρικού κόσμου με τους υπαινιγμούς του, για να τα προσφέρει στη συνείδηση η οποία τα γεύεται μέχρι τα βάθη της παρέα με μυθικά και μυθολογικά τέρατα, θεούς, θεότητες, νύμφες και Νηρηίδες των θαλασσών. Εκείθεν η μυστικοπάθεια της τόλμης, η γοητεία της περιπέτειας, η αναμέτρηση με το άγνωστο των ωκεανών και των μυστικών τους. Η ιστορία του ανθρώπου αποκρυπτογραφείται συμβολικά και παραπέμπει στην μέριμνα όλων των αιώνων…

Οι κτηνοτρόφοι του Ζυγού δεν είναι σκηνίτες. Διανυκτερεύουν συνήθως στα σπίτια τους και βόσκουν τα ζώα τους στους απέραντους βοσκότοπους, απ’ το πλαϊνό βουνό μέχρι τις αρκετά απόμακρες σειρές λοφίσκων και τα χειμαδιά. Υπάρχει μια όμορφη ποιμενική παράδοση την οποία έπλασαν παραδοσιακές οικογένειες κτηνοτρόφων που εμμένουν με πάθος στα πατριαρχικά τους ήθη. Παλιότερα ο κύριος όγκος της κτηνοτροφίας είχε περιέλθει σε δυο τρεις οικογένειες γαιοκτημόνων και ζωεμπόρων με μυθικές στιγμές και φεουδαλική δομή, ίχνη της οποίας είναι ακόμη ορατά. Τραγικές πτωχεύσεις έσπασαν τη μακρόχρονη παράδοση, αλλά οι παλαιοί δεσμοί παραμένουν  ως μυστηριώδης συνέχεια των άγραφων νόμων. Οι επίγονοι το γνωρίζουν και διατηρούν άριστες σχέσεις με τους αυτονομημένους πια κτηνοτρόφους. Είναι τόσο όμορφη αυτή η εμπειρία, παρά τις τραγωδίες τις οποίες επέφεραν οι εκρηκτικές πτωχεύσεις των παλαιών αρχόντων, είναι μαγική θα λέγαμε, γιατί πληροφορεί με τι σιγή της πια πόσο το πάθος απόκτησης είναι συχνά δεμένο με τη γη και τους θησαυρούς της και όχι με το χρήμα των νεόπλουτων.

Ο αστικός πληθυσμός του Ζυγού είναι ίσως ο πιο ζωντανός εξαιτίας της παρουσίας του στην καθημερινή ζωή, στο κέντρο της πολίχνης. Τα σχολεία, οι τράπεζες, οι εφορίες, οι οργανισμοί καπνού και δασικής επιστασίας, τι τοπικό κέντρο υγείας και άλλες υπηρεσίες, όπως το τελωνείο και ο σταθμός χωροφυλακής, διατηρούν ένα σταθερό αριθμό δημοσίων υπαλλήλων, πολλοί απ’ τους οποίους είναι ντόπιοι. Επίσης, οι καταστηματάρχες, οι έμποροι, οι αυτοκινητιστές, οι αντιπρόσωποι και οι εισοδηματίες είναι αναπόσπαστο μέρος της αστικής τάξης, παρόλο που τα παλιά στεγανά έχουν καταπέσει και η κοινωνική συνοχή διευρύνεται όλο και πιο αποτελεσματικά.

Στο κέντρο, τα παλαιά αρχοντικά διατηρούν την αίγλη του παρελθόντος και δε συγκρίνονται με τις σύγχρονες κατοικίες κάποιων γειτονιών, παρά την πρακτική άνεση των τελευταίων. Καθώς το λιμάνι κοιμάται εμπορικά σε σύγκριση με το παρελθόν, η χερσαία κίνηση είναι ισχυρή και επιτρέπει στους παραλιακούς χώρους να διατηρούν τη ρομαντική τους διάσταση. Πλατιά και μεγάλη η παραλία χαρίζει δροσιά και απόλαυση τα καλοκαιρινά βραδινά, η διέλευση των τροχοφόρων απαγορεύεται, ο παιδόκοσμος διασκεδάζει με την αμέριμνη ζωτικότητά του, ενώ οι μεγάλοι απολαμβάνουν τη δροσιά του καφενείου και τις γεύσεις των εστιατορίων.

Αυτός είναι ο κόσμος του Ζυγού στον οποίο διασταυρώνεται συνεχώς το παρελθόν με το παρόν περίσκεπτα και ανέμελα ταυτόχρονα. Βέβαια, οι παλαιότεροι διαμαρτύρονται για τη φθίνουσα πορεία του πληθυσμού που είναι όμως αρκετά αργή σε σύγκριση με άλλα μέρη, όσο και για τη βαθμιαία εξαφάνιση παλιών εθίμων και παραδόσεων. Υπάρχει παράλληλα μια διάχυτη δυσπιστία προς τους χωρικούς, προς τις οικογένειες εκείνες οι οποίες προέρχονται από κοντινά χωριά και εγκαθίστανται στις παρυφές του Ζυγού, μα αυτό είναι αναπόφευκτο και συνέβαινε πάντα. Έτσι πλάθονται και αναπλάθονται οι πληθυσμοί. Η αφομοίωση είναι γρήγορη, παρά κάποιες διαχωριστικές γραμμές που φαίνονται κυρίως στην προφορά και στη συμπεριφορά.

Η ζωή είναι ειρηνική, η παλιά εγκληματικότητα που οφειλόταν σε εγκλήματα τιμής και σε ζωοκλοπές, ενδημικό φαινόμενο του παρελθόντος, δεν προσέβαλε ιδιαίτερο το Ζυγό. Τα νέα ζευγάρια υποδέχονται με χαρά τα τέκνα τους, οι βαπτίσεις σκορπούν τη χαρά, οι γάμοι διαλαλιούνται με γλέντια και θορύβους, οι έρωτες εγείρουν ψιθύρους στις γειτονιές, οι θάνατοι δημιουργούν κλίμα συμπάθειας και αλληλεγγύης…Κάποτε, τραγικά ατυχήματα συγκλονίζουν αστούς και χωρικούς, επισείουν τα φάσμα της τραγικότητας σε όλους τους κατοίκους, ενώ οι θρησκευτικές και εθνικές γιορτές διατηρούν την παραδοσιακή τους λαμπρότητα θυμίζοντας κάποιες ζωτικές αξίες, παρά τις αποκρουστικές παρεμβάσεις των ψευτοπαραγόντων που επιζητούν την πρωτοκαθεδρία.

Η ζωή κυλάει…η ζωή των ανθρώπων με τις πίκρες και τις μικροχαρές γνωστών και άγνωστων κατοίκων της παραλιακής πολίχνης. Οι άνθρωποι χαίρονται και λυπούνται, ειρηνεύουν και διαπληκτίζονται, πολιτικολογούν πολύφωνα, διαφωνούν και συνασπίζονται, αποδείχνουν με τα πάθη τους και με τις αρετές τους την αναγκαιότητα της κοινωνικής συμβίωσης. Σ’ αυτόν τον τόπο η παρέα μας θα ζήσει είκοσι μέρες, όχι για να καινοτομήσει, αλλά για να βρει κάτι το όμορφο το οποίο κάποιοι κάτοικοι του Ζυγού υποψιάζονται και ζουν. Τι σημασία έχει αν οι ανυποψίαστοι είναι πολλοί; Μήπως το ίδιο δε συμβαίνει και στις μεγάλες πόλεις;

Να γιατί ο Βασίλης περνούσε τις διακοπές του με ιδιαίτερο πάθος σ’ αυτό το μέρος. Έμενε, όπως πάντα, στο σπίτι του θείου του. Η θεία του Βασιλική τον αγαπούσε ιδιαίτερα και τον περίμενε με μεγάλη χαρά. Το σπίτι είναι απ’ τα καλύτερα του Ζυγού. Άσπρο, βαρύ και με κόκκινα κεραμίδια, φαντάζει ιδιαίτερα, αφού βρίσκεται στα όρια της αστικής περιοχής, στην επίπεδη κορυφή ενός κατάφυτου υψώματος. Η κεντρική είσοδος πνίγεται απ’ τον κισσό, γύρω απ’ το σπίτι όλες οι ποικιλίες των λουλουδιών διατηρούν αμείωτη φρεσκάδα, αφού η θεία του περιποιείται με πάθος τα άνθη. Ο χώρος έχει μια υποβλητική ιδιοτυπία. Περιβάλλεται από ψηλό και παχύ μαντρότοιχο που θυμίζει μεσαιωνικό φέουδο καθώς οι μεγάλες σιδερένιες και με περίτεχνα σχέδια αυλόπορτες εισάγουν στο μεγάλο κήπο ο οποίος φιλοξενεί, εκτός από άνθη, ροδιές, βερικοκιές και αχλαδιές.

Το βορειοδυτικό μέρος του ελαφρά ανωφερικού κήπου στολίζουν δεκαπέντε περίπου ελιές μα παχύ ίσκιο και επιβλητικούς κορμούς. Πέντε στρέμματα όμορφα φροντισμένα αποτελούν αγρόκτημα, υπερβαίνουν τα όρια του κήπου. Ακίνητο, ριζωμένο στο παρελθόν της οικογένειας αλλά και στραμμένο στο μέλλον, το σπίτι θυμίζει τον ακατάλυτο δεσμό του ανθρώπου με τη γη και τα μυστικά της. Απ’ το μεγάλο ανατολικό μπαλκόνι απολαμβάνει κανένας την πολίχνη, το λιμάνι, το πέλαγος και τον κάμπο, αν στρέψει το βλέμμα του αριστερά.

Ο Βασίλης απολάμβανε κάποια μυστικά τα οποία δεν είχε ακόμη συνειδηποποιήσει ούτε γνώριζε πόσο θα σφράγιζαν τη γεύση ζωής η οποία ήταν τόσο έντονη μέσα του. Κάποιος αόρατος μαγνήτης τον προσείλκυε, κάποια μυστική γεύση πληρότητας τον καταπλημμύριζε όταν βρισκόταν με τους θείους του σ’ αυτό το χώρο.

-Βασιλάκη, έλα να πιούμε καφέ, του ’λεγε η θεία του τα απογεύματα.

Ο Βασίλης αποκρινόταν καταφατικά και συναντούσε τη θεία του στο μεγάλο μπαλκόνι. Ρέμβαζαν ατενίζοντας την πολίχνη, τη θάλασσα, τον κάμπο και το μέρος του κήπου που βρισκόταν μπροστά τους. Η θεία Βασιλική ήταν στοργική, ευγενική, φιλόξενη και ακούραστη. Οι δύο κόρες της εργάζονταν στην Αθήνα και έρχονταν συχνά, αλλά δεν έμεναν για πολύ.

-Θεία, ο κήπος, το κτήμα, είναι τόσο όμορφα. Πώς τα καταφέρνετε;

Η θεία γέλασε χωρίς έκπληξη.

-Οι νοικοκυρές που δεν εργάζονται έχουν δυνατότητες. Ανήκω στην παλαιά τάξη, τη συντηρητική.

-Κι όμως, είστε μόνο σαρανταεπτά ετών…

-Δεν έχει σημασία η ηλικία Βασιλάκη. Και ο κύριος Μένιος ο οποίος είναι μεγαλύτερος και κοσμογυρισμένος αγαπάει αυτόν τον τρόπο ζωής. Ας πούμε πως στην περίπτωσή του παίζει ρόλο η χηρεία του και η ηλικία του. Η Πόπη όμως που μόλις είναι εικοσάχρονη; Εσύ; Υπάρχει κάτι άλλο που κάνει τους ανθρώπους να βρίσκουν ωραία στοιχεία στη παλαιά τάξη χωρίς να περιφρονούν το παρόν και το μέλλον.

Ο Βασίλης συμφωνούσε, αλλά προσπαθούσε να είναι ολιγόλογος. Μαθήτευε στον κόσμο της θείας του, παρόλο που η τελευταία δεν είχε ειδικές γνώσεις.

-Αργότερα, είπε η θεία, θα πεταχτώ στου κυρίου Μένιου. Η Πόπη θα μου δείξει αυστριακή παραδοσιακά κεντήματα. Τι λες; Θα με συνοδεύσεις;

-Λένε πως τα τυρολέζικα είναι τα καλύτερα, επινόησε ο Βασίλης για να αποφύγει την απάντηση.

-Θα τα δούμε όλα, είναι αρκετά.

-Θα σας συνοδεύσω μέχρι το λιοστάσι και από κει θα πάω στου Τάσου που με περιμένει με άλλους φίλους.

Ο Βασίλης δε μπόρεσε να αποκρύψει την αμηχανία του και μη έχοντας τη δύναμη να συγκρατηθεί, κιτρίνισε ελαφρά.

-Τι σου συμβαίνει; ρώτησε η θεία με αινιγματικό χαμόγελο. Η Πόπη είναι σεμνή και προσεκτική. Νομίζω πως το ίδιο ισχύει και για σένα.

-Εξαρτάται θεία…

Η θεία τον ξανακοίταξε με ειλικρίνεια και γνώριζε πως ο Βασίλης την αγαπούσε και τη σεβόταν απεριόριστα. Κατόπιν, προλαβαίνοντας τις σκέψεις και τις διαθέσεις του, είπε:

-Αναπόσπαστο στοιχείο της εφηβείας είναι τα χρώματα της ομορφιάς και του έρωτα. Είναι κάτι που επισκέπτεται την εφηβική συνείδηση αιφνίδια, με ιριδισμούς εξιδανικευμένης θεώρησης. Είναι πλατωνικό, θείο. Και γι’ αυτό απαιτείται σωφροσύνη, προσοχή, αυτοσυγκράτηση. Η εφηβική συνείδηση οφείλει να παραμένει αγνή για κάποια χρόνια, γιατί η πρωτινή αγνότητα είναι ο θησαυρός της ψυχής. Ο γρήγορος έρωτας παρακμάζει γρήγορα, ξεπέφτει σε σαρκολατρία και σκοτώνει την ομορφιά. Μοιάζει με τις λιχουδιές τις οποίες ο λιχούδης κυνηγάει με πάθος, με επαναλαμβανόμενο πάθος για να βαρυστομαχιάζει και να υποφέρει. Μπορείς να το διαπιστώσεις θωρώντας τους νέους οι οποίοι παραδίνονται στις ηδονές…Είμαι βέβαιη πως με την Πόπη θα εξακολουθήσεις να είσαι φίλος. Ένα τόσο σημαντικό κορίτσι θα πληγωνόταν αν καταλάβαινε πως ένας οικογενειακά γνώριμος έφηβος την υποβλέπει σαρκικά. Αν σου συμβαίνει κάτι, σίγουρα πρόκειται για εντύπωση κάποιας στιγμής, αλλά αυτό είναι δυνατό να συμβεί σε όλους.

Ο Βασίλης ησύχασε και δέχτηκε την ψυχανάλυση της θείας του.

-Οι κεραίες σας είναι αλάνθαστες. Αυτή η κοπέλα με ελκύει σαν μαγνήτης. Δεν εννοώ την ομορφιά της και τη μαγική παρουσία της η οποία θα έχει τρελάνει πολλούς σαρκολάτρες και δεν ονειρεύτηκα ποτέ σεξουαλική κοινωνία μ’ αυτή την ερωτικά απρόσιτη κοπέλα. Όμως, όταν μιλάει, όταν εκφράζεται, όταν χαμογελάει, κινείται, ζει και δεν ξέρω τι άλλο, μου ανοίγει διάπλατα τις πόρτες της χωρίς να το καταλαβαίνει. Μου ήρθε λοιπόν δυο τρεις φορές η σκέψη πως θα μπορούσα να διαβώ, αλλά τότε ακριβώς μπερδεύτηκα και είπα ανάρμοστα πράγματα. Κείνη όμως αποκατέστησε την τάξη με πριγκιπική θα ’λεγα μεγαλοπρέπεια. Νιώθω πως η Πόπη προσφέρει τον εαυτό της απλά σε όλους, πως έχει χάρη και κάτι που δεν κατασκευάζεται με επιτηδεύσεις. Χωρίς όμως να το καταλαβαίνει οι αποδέκτες των προσφορών της νομίζουν πως κρύβει κάτι…Επιθυμούν να το πάρουν, να το γευτούν.

-Μην ξεχνάς πως δε γνώρισε μητέρα και γι’ αυτό φέρει μέσα της αυτό το οποίο ο θείος σου αποκάλεσε παρθενική μητρότητα..

-Ο όρος είναι αποκάλυψη! Ευχαριστώ θεία…

Ο Βασίλης συνόδευσε τη θεία του μέχρι το σπιτάκι του κυρίου Μένιου, μπήκε μαζί της, χαιρέτησε την πρόσχαρη Πόπη κι έσπευσε να καλησπερίσει τον κύριο Μένιο ο οποίος πότιζε κάποιες βραγιές στην άκρη του λιοστασιού. Ο δοκιμασμένος κύριος σταμάτησε για λίγο, καλωσόρισε τον έφηβο και  του ’γνεψε να περιμένει.

-Θα περάσω μια άλλη μέρα, είπε ο Βασίλης. Πάω στου Τάσου, τους το υποσχέθηκα.

-Όπως έχεις προγραμματίσει αγόρι μου.

Ξαναπέρασε απ’ το σπιτάκι, χαιρέτησε τις δύο γυναίκες και δρασκέλισε βιαστικά την αυλόπορτα. Πήρε το χωματόδρομο οποίος οδηγούσε στο αγρόκτημα του Τάσου, σε αντίθετη απ’ την παραλία κατεύθυνση. Ήταν αρκετά ήσυχος, παρόλο που τον διακατείχε μια άλλη συγκίνηση, αρκετά άσχετη με την εφηβική ταραχή. Ήταν ένα είδος βαθύτατης απολαυστικής συγκίνησης, πληρωματικής, που είχε προς το παρόν κατασιγάσει κάθε επιθυμία.

Πλαγιοδρόμησε και μπήκε από ένα απόμερο ξέφωτο. Κάθισε σταυροπόδι στην ξηραμένη χλόη και θυμήθηκε τις δύο τρομερές σκηνές με την Πόπη. Η πρώτη του συνέβη πέρυσι στο λιοστάσι, ήταν κάπως απόμακρη, παρόλο που φάνταζε ηχηρά. Μα η χθεσινή; Η πεζότητα της χρονικότητας διαλυόταν μέσα του, ένιωθε κάτι υπέρτερο που αποδεσμεύει απ’ την αιχμαλωσία του χρόνου, που εξακοντίζει…

Περιφερόταν  στην παραλία με τον  Γιαβέτα και καθώς συζητούσαν για το σημερινό τους ψάρεμα με το παραγάδι, συνάντησαν τυχαία στην άκρη του φάρου, στην κορυφή του κυματοθραύστη τη θεία του με την Πόπη. Περπάτησαν αρκετά, χωρίς να μιλούν. Κατόπιν κάθισαν σε ένα ακρινό παραλιακό καφενείο για να πάρουν αναψυκτικό το τους. Ο Γιαβέτας, επαγγελματίας ψαράς, αποσύρθηκε νωρίς.

-Εμείς οι ψαράδες, είπε καληνυχτίζοντας, ξαπλώνουμε νωρίς και ξυπνάμε νωρίς. Βασίλη, στις πέντε θα βρίσκεσαι στη βάρκα.

-Μην ανησυχείς, η θεία μου με ξυπνάει οποιαδήποτε ώρα της πω.

Αργότερα έφυγε και η θεία αναζητώντας το θείο  ο οποίος βρισκόταν κάπου κοντά με άλλη παρέα.

-Τι κάνουν οι Αθηναίοι φίλοι  σου Βασίλη; Δε θα σε επισκεφθούν; ρώτησε η Πόπη καθώς πλησίασε.

-Οπωσδήποτε, στις δέκα πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου. Εύχομαι να τους γνωρίσεις.

-Αξίζει ο κόπος.

-Συ όμως ζεις με αυτάρκεια στο σπιτάκι με το λιοστάσι.

-Το θυμάσαι, αλλά δε φάνηκες και ο μπαμπάς σε αναζήτησε.

-Θα σας επισκεφθώ, αν με θέλεις. Η παρέα του κυρίου Μένιου μου λείπει.

Η καπέλα χαμογέλασε αινιγματικά. Τα μάτια της, τα αμυγδαλένια της μάτια, στρογγύλεψαν και αρμόστηκαν συμμετρικά με το στρογγυλό της πρόσωπο και τα κατάμαυρα μαλλιά της που κατέληγαν σε ανέμελες αφέλειες. Ανακάθισε στην πολυθρόνα και τότε ο Βασίλης πρόσεξε το αρμονικό της σώμα που καλυπτόταν από ένα αδιαφανές αλλά κομψό φόρεμα. “Τι ιδιότυπη ομορφιά” σκέφτηκε, αλλά προδόθηκε απ’ το βλέμμα του.

-Ναι, έκανε αμήχανα, θα ’ρθω, αν πεις εσύ το ναι.

-Δεν καταλαβαίνω τις επιφυλάξεις σου, γιατί γνωρίζεις πως στο σπίτι μας μπαίνουν όλοι οι άδολοι άνθρωποι, όπως άδολος είναι και ο οικοδεσπότης. Βέβαια, οι άδολοι είναι λίγοι και εύχομαι να ανήκεις σ’ αυτόν το μικρό αριθμό. νομίζω όμως νεανία μου πως είσαι ζωηρός και ονειροπόλος…Με λίγη προσοχή θα γίνεις και έξοχος.

-Αναγνωρίζω τις σπάνιες ικανότητές σου Πόπη…

-Ποιες ικανότητες διακρίνεις σε μια ιδιωτική υπάλληλο;

-Όχι, ήθελα να πω έμφυτα χαρίσματα που είναι πολυτιμότερα και απ’ τις σπανιότερες ικανότητες.

Η Πόπη γέλασε μελαγχολικά.

-Και πάλι υπερβάλλεις. Δεν υπάρχουν ιδανικά θηλυκά, ούτε και στα ιπποτικά μυθιστορήματα, ούτε ιδανικοί ιππότες. Διάβασες τον Δον Κιχώτη;

-Θα τον διαβάσω.

-Να περνάς απ’ το σπίτι όποτε θέλεις, ο μπαμπάς σε αγαπάει.

-Και εγώ σας αγαπάω.

-Ξερίζωσε όμως ο,τιδήποτε το επιθυμητικό απέναντί μου, είναι τόσο νωρίς για σένα. Όμως, μπορούμε να συζητήσουμε ό,τι θέλεις σαν καλοί, γιατί όχι;, αιώνιοι φίλοι.

Σηκώθηκε.

-Να σε συνοδεύσω;

-Όχι, ευχαριστώ. Μου αρέσει να περπατάω μόνη. Εξάλλου, θα πάρει χρόνο και οφείλεις να σηκωθείς πρωί. Ο Γιαβέτας θα σε περιμένει στις πέντε και ήδη είναι δώδεκα και…

-Ωραία.

Καληνυχτίστηκαν. Ο Βασίλης ήταν αρκετά ταραγμένος και την επόμενη μέρα, σε σημείο που μετείχε μηχανικά στο ψάρεμα.

-Μου φαίνεται πως σκέφτεσαι κείνο το μελαχρινό μελανούρι του Μένιου, έκανε ο Γκαβέτας, καθώς ο Βασίλης έχασε απ’ τα χέρια του μια τσιπούρα του κιλού.

-Πώς σου ήρθε τέτοια σκέψη; Είναι δυνατό;

-Αστειεύομαι Βασιλάκη, έκανε ο παλαίμαχος παραγαδάς και μπουρλοτιέρης.

Ο Βασίλης, για να αλλάξει τη συζήτηση, απήγγειλε τους γνωστούς σε όλη την παραλία στίχους:

            Στεράδια και λαβράκια

            εμπάτε στο χορό,

            για ο Γιαβέτας φεύγει

            και πάει στο Ναυτικό.

-Έτσι έλεγαν, είπε χαμογελώντας ο Γιαβέτας, όταν θα ’φευγα για να υπηρετήσω τη θητεία μου στο Ναυτικό.

-Έριχνες δηλαδή δυναμίτες από γεννησιμιού σου;

-Από δεκαπεντάχρονος.

 

Μ’ αυτές τις σκέψεις ο Βασίλης παραδόθηκε στον εαυτό του. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται σε ποιον εαυτό παραδόθηκε ο ανήσυχος και ευαίσθητος έφηβος. Γι’ αυτό ακριβώς σταμάτησε κείνο το δείλι στο ξέφωτο μόνος του. Ήταν βέβαιος πως τον πλημμύριζε  βαθιά ικανοποίηση, πληρωματική ικανοποίηση η οποία κορύφωνε τις αναζητήσεις του και ακύρωνε κάθε προσωπική του βλέψη. Όλες οι παραστάσεις, οι αναμνήσεις και οι επιθυμίες συναντιόνταν και συνηχούσαν με νέα και μοναδική φωνή. Απ’ αυτή τη μυστική συγχορδία το εγώ του καταπλημμυριζόταν και ένα κύμα μακαριότητας, έκστασης, τον καταβύθιζε σε μια αρχέγονη ομορφιά της οποίας το είναι αγνοούσε. “Πρόκειται για τον υπερουράνιο τόπο για τον οποίο μου μίλησε ο Φαίδρος στην ταράτσα”, αναλογίστηκε. “Αφού λοιπόν δεν τον ύμνησε, ούτε θα τον υμνήσει κανένας ποιητής, πώς μου είναι δυνατό να τον εκφράσω; Μου είναι αρκετό που υπάρχει και με καταποντίζει νηφάλια.” Ηρέμησε χωρίς να καταλαβαίνει.

            Απύθμενη ουσία της ζωής,

            ουσία, παρουσία, απουσία,

            ωκεανέ χαρίτων και ανάχαρσης

            σπρώξε στην άβυσσό σου την ψυχή μου

            και δως της την ουσία του πληρώματος,

            το αντίλυτρο της μοναξιάς και του αγώνα.

            Σου δέομαι να με σπαράζεις κάθε μέρα,

            κάθε λεπτό, κάθε στιγμή, για πάντα…

            Όταν περάσουν πια τα χρόνια της ζωής

            σύρε με βίαια μαζί σου

            για να ’μαι νέος κι άχρονος

            χωρίς ρωγμές ρυτιδωμένης χρονικότητας,

          άστρο λαμπρό στης κοσμικής νυχτιάς το  ακρογιάλι,

            αστερισμός κάποιας αυγής μ’ ανέσπερους ορίζοντες…

Έμεινε ακίνητος για αρκετά ώρα. Κατόπιν ανασηκώθηκε και αναρωτήθηκε αν θα ’πρεπε να πάει στου Τάσου ή να γυρίσει στο σπίτι, μα ήταν τόσο ήσυχος που αποφάσισε να τηρήσει το λόγο του.

 

                               6

 

Η αγροικία του Τάσου έμοιαζε με υποστατικό. Δύο ψηλοί φοίνικες φρουρούσαν με αιώνια αταραξία την επιβλητική αυλόπορτα και ένα μονοπάτι τραβούσε σε βάθος. Τίποτε δε φαινόταν εκτός απ’ τις πικροδάφνες που ακολουθούσαν το διάδρομο. Μετά αρκετά βήματα και μια μικρή ημικυκλική στροφή διέκρινε κανένας το όμορφο σπίτι με τον παραμυθένιο περίγυρο που αιχμαλώτιζε με μια νότα ευγενικής και ερημικής μελαγχολίας. Το πέτρινο διώροφο οικοδόμημα δε δημιουργούσε αίσθηση μπροστά στον πυργίσκο ο οποίος εκτεινόταν στην αριστερή του πλευρά. Σε όλη την περιοχή σπάνια θα μπορούσε κανένας να διακρίνει ένα τόσο κομψό οικοδόμημα άρτια αρμοσμένο με το υπόλοιπο κτίσμα και με το περιβάλλον. Ο Βασίλης πλησίασε, μα δεν άκουσε ούτε το σκυλί, ούτε κανέναν θόρυβο που μήνυε παρουσία ανθρώπου. “Απουσιάζουν” είπε, καθώς απ’ τη δεξιά πλευρά άκουσε μια φωνή.

-Βασίλη, είμαστε στη φάρμα. Έλα.

Πλησίασε τη φάρμα με τις δέκα μεγάλες γαλακτερές αγελάδες κι αμέσως η φωνή της Γεωργίας ακούστηκε.

-Χάθηκες. Ο Άγγελος που σε περίμενε, απογοητεύτηκε και βγήκε.

Ο Τάσος όμως, ο σύζυγός της πρόβαλε απ’ το στάβλο χαρούμενος.

-Τούτο το καλοκαίρι σε γοητεύει η παραλία. Ξέχασες την άλλη όψη της φύσης.

-Κάθε άλλο! Απλά, άργησα να σας επισκεφθώ.

-Ας είναι. Τελειώνουμε δε λίγα λεπτά, μπορείς να ανεβείς, το σπίτι είναι ανοιχτό.

-Δεν υπάρχει πρόβλημα, περιμένω.

Ωστόσο, η Γεωργία ήταν έτοιμη και κάλεσε το Βασίλη. Η γυναίκα προχώρησε να πλυθεί και ο Βασίλης σιγοπερπατούσε περιμένοντας τον Τάσο. Λίγο αργότερα βρίσκονταν στη βεράντα του πυργίσκου. Αυτή η όμορφη προσθήκη την οποία επινόησε η Γεωργία πρόσθετε κάτι το ανέκφραστο  στο αγρόκτημα. Κυκλικός ο πυργίσκος, ανέβαινε απ’ τη δεξιά πλευρά του κτίσματος, υπερυψωνόταν και κατέληγε σε κωνική στέγη η οποία αγκάλιαζε την άνω κυκλική επιφάνεια για να προεκτείνεται επίπεδα και να δημιουργεί υπόστεγο  το οποίο προστάτευε την κυκλική βεράντα του άνω ορόφου. Κάθισαν εκεί και  ο Βασίλης έριξε μια ματιά στο αγρόκτημα. Η φάρμα βρισκόταν στην άκρη και μόλις που διακρινόταν με τα κάτασπρα κτίσματα της. Η δεξιά πλευρά του αγροκτήματος ήταν πάντα καταπράσινη απ’ το τριφύλλι το οποίο καλλιεργούταν με ιδιαίτερη φροντίδα. Είκοσι στρέμματα σπαρμένο τριφύλλι χάριζαν παντοτινή πρασινάδα και δροσιά, αφού το καλοκαίρι η τεχνητή βροχή δημιουργούσε ρεύματα σε όλο το κτήμα. Η αριστερά πλευρά ήταν διαφορετική εξαιτίας των εναλλασσόμενων καλλιεργειών, αφού και το σιτάρι και το κριθάρι και ο αραβόσιτος ήταν χρήσιμα. Όταν το κομμάτι κατά τη διάρκεια των μεσοκαλλιεργειών έμενε χέρσο, ντυνόταν τη λουλουδένια του στολή που καταμάγευε.

Συνολικά το κτήμα ήταν μεγάλο και καταλάμβανε έκταση εκατό στρεμμάτων. Στα βάθος του φάνταζε το περιβόλι με τις πορτοκαλιές και τις λεμονιές, ενώ μπροστά στο σπίτι απλωνόταν ο ανθόκηπος με την ασυνήθιστη ποικιλία του. Πίσω ακριβώς υπήρχε το μικρό λιοστάσι με τις εξήντα ελιές και μετά συναντούσε κανένας το μαντρότοιχο που προστάτευε επιβλητικά ανθρώπους, ζώα και δένδρα. Τα σκυλιά, μεγάλα και καλοθρεμμένα ήταν συνήθως άγρυπνα. Λεύκες στις άκρες του μαντρότοιχου, λικνιστές, ήρεμες ή και ανεμοδαρμένες κατά τους καιρούς, πρόσθεταν πράσινο και τέρψη στους οφθαλμούς. Φιλόξενες, δέχονταν στους κλάδους τους τα στρουθία της εσπέρας που καταμάγευαν με την αμέριμνη συναυλία τους  και πρόδιναν ταυτόχρονα τη γονιμότητα και το άφθονο νερό της περιοχής.

Η ιστορία της φάρμας είναι παράξενη. Το σπίτι κτίστηκε από προγόνους του Τάσου στα τέλη του περασμένου αιώνα και τελευταίος εκμεταλλευτής και ιδιοκτήτης του υποστατικού ήταν η γιαγιά του η Αγγελική, μια μόνη γυναίκα και με αδιευκρίνιστο περίπου παρελθόν. Ο γιος της, ο πατέρας του Τάσου, σκοτώθηκε  νέος κατά τον εμφύλιο πόλεμο, καθώς υπηρετούσε ως ανθυπολοχαγός. Η γυναίκα του πήρε το μικρό και έφυγε για την Αθήνα, μα δεν άντεξε και πέθανε λίγο αργότερα από μαρασμό. Πεντάρφανος σε ηλικία τριών ετών ο Τάσος βρέθηκε σε ίδρυμα, μα η πονεμένη του γιαγιά δραστηριοποιήθηκε, πήγε στην Αθήνα και πήρε μαζί της το μικρό. Μια ζωή μαυροφορεμένη η δύστυχη, έζησε στα στερνά της χρόνια τη χαρά που της πρόσφερε το χαριτωμένο ορφανό. Ωστόσο, το υποστατικό απαιτούσε προσωπική εργασία κι αυτό ήταν πια αδύνατο. Η γιαγιά προσέλαβε σέμπρους, αλλά η σοδειά δεν ήταν πάντα ικανοποιητική. Κατόπιν νοίκιασε το ισόγειο του σπιτιού ως αποθήκη σε εμπόρους βελανιδιού, αλλά και πάλι τα έσοδα ήταν πενιχρά. Η ακατάβλητη και βασανισμένη γυναίκα ησύχασε κάπως όταν της ανακοινώθηκε πως το κράτος πρόσφερε στο ορφανό σύνταξη μέχρι την ενηλικίωσή του.

Χάρηκε και έκλαψε στο άκουσμα της ευχάριστης είδησης. Θα μπορούσε τουλάχιστον να αναθρέψει το μικρό το οποίο στο πρόσωπό της γνώριζε τη μητέρα, τον πατέρα, τα αδέλφια και τη γιαγιά. Στο μεταξύ ο Τάσος μεγάλωνε και υποσχόταν πολλά. Μελαγχολούσε βέβαια συχνά καθώς αντίκριζε στους δρόμους συμμαθητές του με τους γονείς τους, μα η γιαγιά τον καθησύχαζε με τον τρόπο της.

-Ο μπαμπάς έδωσε τη ζωή του για την πατρίδα, είναι ήρωας. Γιατί χρυσό μου στενοχωριέσαι;

-Μα χάθηκε και η μαμά…

-Η μαμά δε θέλησε να αφήσει μόνο του τον μπαμπά. Εσύ έμεινες με μένα και η μαμά πήγε στον μπαμπά…

Κάρφωνε τα αγνά παιδικά του μάτια στο πρόσωπο της γιαγιάς θέλοντας να της πει πως θα μπορούσαν να ζουν οι γονείς του, πως θα μπορούσε να είναι λιγότερο δυστυχισμένο παιδί, πως τα πράγματα θα ήταν δυνατό να είναι διαφορετικά…

Κείνη τον έπαιρνε στην αγκαλιά της και ξεσπούσε μαζί του σε λυγμούς, ώσπου ησύχαζαν, ώσπου η αόρατη επίσκεψη της παρηγορίας μαλάκωνε τη δοκιμασμένη τους ψυχή. Κείνα όμως τα μυστικά έχουν μείνει στο ιερότερο μέρος της συνείδησης του Τάσου και δεν κοινοποιούνται ούτε θετικά ούτε αρνητικά.

Παιδί και έφηβος ο Τάσος ήταν νευρικός και επιθετικός, ιδίως κατά τον πετροπόλεμο και τα άλλα παιδικά παιγνίδια. Η γιαγιά δικαιολογούσε τον εγγονό και τα ’βαζε με την άδικη κοινωνία η οποία περιφρονεί τα ορφανά και τα απροστάτευτα. Για κάμποσα χρόνια μάλιστα δεν πατούσε στην εκκλησία, ούτε σταυροκοπιόταν ώσπου μια άγια γυναίκα του Ζυγού –πέθανε νέα από καρκίνο αφήνοντας και αυτή τρία ορφανά- την έπεισε. Έκτοτε η γιαγιά επανασυνδέθηκε κάπως με την εκκλησία και μάθαινε τον Τάσο πολλές πρωινές και εωθινές προσευχές, προσευχές τις οποίες  ο εγγονός επαναλαμβάνει ακόμη. Έκτισε μάλιστα και ένα μικρό παρεκκλήσι στο κέντρο του κτήματος “εις μνήμην των τέκνων της Αγγέλου και Βερονίκης”, παρεκκλήσι το οποίο ακόμη ο Τάσος λειτουργεί όταν η Εκκλησία γιορτάζει τη μνήμη της γιαγιάς και των γονιών του.

Όμως, τα βάσανα και οι δοκιμασίες του Τάσου κορυφώθηκαν όταν η ζωή άρχισε να του χαμογελάει. Σαν τελείωσε το Γυμνάσιο, πέρασε στη Γεωπονική Σχολή με όνειρο να αναστήσει το μισοερειπωμένο αγρόκτημα ως επιστήμονας και ειδικός. Κάθε φθινόπωρο που αναχωρούσε για τη συνέχιση των σπουδών του εκλιπαρούσε τη γιαγιά να τον ακολουθήσει και να ζήσει μαζί του προσωρινά στο μικρό δωμάτιο το οποίο είχε ενοικιάσει κοντά στη Σχολή, στον Κεραμικό.

-Δε μ’ αγαπάς γιαγιά, κατέληγε δακρυσμένος. Δε με λυπάσαι μόνο μου;

-Επειδή χρυσό μου σε αγαπώ, κάνω την τελευταία θυσία της ζωής μου, τη θυσία του πρόσκαιρου αποχωρισμού. Αν έλθω μαζί σου αγγελούδι μου, δε θα αφήσουν τίποτε οι χωρικοί και οι κτηνοτρόφοι της περιοχής. Ξέρεις πως μας θεωρούν αδύναμους και απροστάτευτους…Αντέχω την απουσία σου μέχρι να τελειώσεις θησαυρέ της ζωής μου…

Έκλαιγαν και πάλι με την ελπίδα πως τα δάκρυα θα ’διναν πλούσιους καρπούς. Ανήσυχος ο Τάσος πηγαινοερχόταν συχνά κατά τα Σαββατοκύριακα και τις σχόλες, μα τα χειμωνιάτικα βραδινά που ήταν μακριά ο νους του ήταν στη γιαγιά. Όταν βρισκόταν κοντά της, της έκοβε ξύλα για το τζάκι, τα μετάφερε στην αυλή και τα τακτοποιούσε ώστε η γιαγιά να μη μοχθεί, να μην κρυώνει, να μην ταλαιπωρείται. Η πρώτη χρονιά της απουσίας του πέρασε χωρίς καν να καταλάβουν, παρά τη δοκιμασία της φυγής. Η δεύτερη χρονιά υπήρξε ευτυχέστερη. Ο Τάσος γνώρισε στην πανεπιστημιακή λέσχη τη Γεωργία κι αμέσως άστραψε μέσα του το φως της. “Αυτή η κοπέλα θα γίνει γυναίκα μου”, είπε μέσα του και το πίστεψε. Δεν πλανιόταν, γιατί η ενδυμασία της, η συμπεριφορά της, οι τρόποι της γενικότερα ανταποκρίνονταν στις βαθύτερες βλέψεις και επιθυμίες του. Λένε πως τα ορφανά τα οποία στερούνται πάρα πολλά κατά την παιδικότητα και την εφηβεία τους σπεύδουν να παντρευτούν για να βρουν στοργή και αγάπη κοντά στην αγαπημένη τους. Αντίθετα, αγόρια και κορίτσια που απολαμβάνουν τη γονική μέριμνα αργούν…Ό,τι και να συμβαίνει, ο Τάσος έφερε σχεδόν αμέσως μετά τη γνωριμία τους τη Γεωργία στη γιαγιά η οποία την υποδέχτηκε συγκινητικά.

‘‘Να παντρευτείτε γρήγορα, να κάνετε παιδιά, πολλά παιδιά!’’

‘‘Θα ζήσουμε μαζί σ’ αυτόν το μικρό παράδεισο’’, είπε η Γεωργία συγκινημένη. ‘‘Οι γονείς μου, συνέχισε, είναι σύμφωνοι, παρόλο που δεν τους πέφτει ο πρώτος λόγος’’.

Έφυγαν γεμάτοι χαρά και συγκίνηση, μα η μοίρα θέλησε να μην ξαναδούν ζωντανή τη γιαγιά. Ένα δράμα εκτυλίχτηκε τρεις μήνες αργότερα, όταν το οπλισμένο χέρι του ληστή δολοφόνου θα την άφηνε νεκρή. Τι ακριβώς συνέβη; Γιατί μια επιπλέον τραγωδία για το ορφανό;

Διαδιδόταν από καιρό σε καιρό η εντελώς αβασάνιστη φήμη πως η γιαγιά είχε κρυμμένες λίρες τις οποίες της άφησαν κάποιοι κατατρεγμένοι Εβραίοι φίλοι της. Οι Εβραίοι υπήρξαν θύματα του Ολοκαυτώματος και οι λίρες παρέμειναν, πάντα κατά τους συκοφάντες. Αυτό το απόλυτο ψέμα έτρεφε τη φαντασία κάποιων εγκληματικών στοιχείων της περιοχής τα οποία και έσπευσαν κάποια νύχτα. Εισέβαλαν στο σπίτι, σκότωσαν τη γιαγιά και άρχισαν το ψάξιμο. Ανάσκαψαν τα πάντα και, φυσικά, δε βρήκαν τίποτε. Δυο μέρες αργότερα ο περιφερόμενος γαλατάς διαπίστωσε πως η πόρτα της γιαγιάς ήταν ανοιχτή και το μαντρόσκυλο σκοτωμένο. Πληροφορήθηκε ενστικτωδώς τη φρίκη και κατάφυγε αμέσως στην Αστυνομία. Η πικρή διαπίστωση δε βράδυνε.

Την επόμενη ο Τάσος κατέφθασε και όσοι τον είδαν θα θυμούνται για πάντα την όντως απερίγραπτη κατάστασή του. Όρμησε στο φέρετρο της γιαγιάς του και απαιτήθηκε η δύναμη τριών γεροδεμένων ανδρών για να τον ανασηκώσουν. Τον παρέδωσαν λιπόθυμο στο γιατρό ο οποίος ήταν εκεί, ο οποίος τον συνέφερε… Καθώς μάλιστα τα τηλέφωνα δεν ήταν εύκολα στην Αθήνα κατά τα χρόνια των σπουδών του, δε μπόρεσε να μιλήσει με τη Γεωργία και μες την ταραχή του κατέφθασε μόνος, πεντάρφανος, πονεμένος και απελπισμένος. Απαιτήθηκαν μήνες για να συνέλθει, να μπορέσει να περπατήσει, να ανοίξει βιβλίο, να πάρει μέρος σε εξετάσεις. Ίσως οι συνέπειες να ήταν τραγικότερες, αν δεν υπήρχε η Γεωργία του…

Οι διωκτικές αρχές έκαναν τα πάντα χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Φήμες πλανιόνταν για ορισμένα άτομα, μα δεν υπήρχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Κάποιοι μάλιστα προσπάθησαν να ενοχοποιήσουν ένα ζητιάνο ο οποίος πάνω στο μεθύσι του ξεστόμισε κατάρες για τη γριά και υπονόησε πως αυτός τη σκότωσε. Βέβαιος ο Τάσος πως ο ταλαίπωρος μέθυσος δεν είχε καμιά σχέση με το έγκλημα, αγωνίστηκε για την αποκατάστασή του. Το ορφανό δε μιλούσε. Πενθούσε, υπέφερε, πονούσε πάντα αμίλητο. Διαισθανόταν την κτηνωδία ορισμένων συνειδήσεων, αλλά γνώριζε ταυτόχρονα πως η ενοχοποίηση  οποιουδήποτε χωρίς σοβαρές ενδείξεις αποτελεί έγκλημα. Παντρεύτηκε δύο χρόνια αργότερα και ήταν ήδη πατέρας όταν πήρε το πτυχίο του. Η Γεωργία η οποία σπούδαζε γαλλική φιλολογία δεν πήρε καν πτυχίο. Είχε αποφασίσει αμετάκλητα να ζήσει στο αγρόκτημα με τον άντρα της και με το μικρό θησαυρό τους, τον Άγγελο. Το ζευγάρι έζησε και μια άλλη μεγάλη τραγωδία όταν ένα ατύχημα κατά τον τοκετό του στέρησε κάθε μελλοντική ελπίδα για άλλο παιδί.

-Γιατί μας κυνηγάει τόσο η μοίρα; έλεγε με πόνο ο Τάσος σε στιγμές ύστατης δοκιμασίας.

Η Γεωργία δάκρυζε, μα ήταν απόλυτα αποφασισμένη. Μετά το πτυχίο του Τάσου δούλεψαν ένα χρόνο σκληρά, έκαναν οικονομία και με τα χρήματα που τους περίσσεψαν εγκαταστάθηκαν στο αγρόκτημα. Δύο χρόνια αργότερα, όλα είχαν αλλάξει. Πολλοί κάτοικοι του Ζυγού παραξενεύτηκαν καθώς είδαν το νέο ζευγάρι με το μικρό να εγκαθίσταται στην καταραμένη αγροικία. Αρκετοί όμως κατάλαβαν πως ο Τάσος είναι γενναία ψυχή, πως τη λέει τη ζωή, πως την πιάνει απ’ τα χέρια, αφού την αντικρίζει κατάματα, κατά τον ποιητή. Σαραντάχρονος πια, έχει ένα δεκαεξάχρονο αγόρι, κερδίζει και πασχίζει να υιοθετήσει δύο τουλάχιστον παιδιά.

Όλη αυτή η ιστορία την οποία γνωρίζει ο πληθυσμός της ευρύτερης περιοχής, πλανιόταν στη σκέψη του Βασίλη καθώς επέστρεφε ο Άγγελος. Ήταν όλοι καθισμένοι στην κυκλική βεράντα του πυργίσκου και ο νέος τους διέκρινε πριν μπει στο σπίτι.

-Έρχεται, είπε ο Τάσος. Ίσως ο θείος σου του είπε πως βρίσκεσαι εδώ.

-Μάλλον. Συναντηθήκαμε όμως στην παραλία του Ζυγού κάμποσες φορές. Είναι χαριτωμένος.

-Θα δούμε, είναι ακόμα πολύ νωρίς.

-Ο Βασίλης και ο Άγγελος θα γίνουν πρώτοι φίλοι, σχολίασε η Γεωργία. Δε μου αρέσουν όλες οι παρέες του Αγγέλου στο Ζυγό. Υπάρχει και αλητεία.

-Μη χωρίζεις τους ανθρώπους σε αλήτες και σε καλούς μητέρα, σε παρακαλώ, έκανε ο Άγγελος καθώς πλησίαζε.

-Μακάρι να μην υπήρχαν κακοί άνθρωποι…

Ο νέος έσυρε μια καρέκλα απ’ το δωμάτιο και κάθισε. Φυσούσε. Όμορφο βραδινό καθώς οι λεύκες θρόιζαν ανέμελα και τα τελευταία τιτιβίσματα της εσπερινής συναυλίας παραδίνονταν στις σκιές της νύχτας. Οι νυχτερίδες σκόνταφταν σπασμωδικά, τα φώτα του Ζυγού φαίνονταν κοντινά και μακρινά ταυτόχρονα, ενώ στη βεράντα άρρητες επιθυμίες και απροσδιόριστες τέρψεις σιγανέμιζαν στις ψυχές.

-Ο θείος σου μου είπε πως στο τέλος Αυγούστου θα σε επισκεφθούν κάποιοι φίλοι.

-Δεν πρόκειται για κάτι ιδιαίτερο. Θα το συζητήσουμε και θα είστε κοντά μας.

-Λοιπόν, προσφέρω τη φιλοξενία και θα λυπηθώ, αν την αρνηθείτε.

-Μα υπάρχουν σπίτια, αρκετά μάλιστα.

-Βασιλάκη, ξέρω πως υπάρχουν σπίτια με πρώτο το σπίτι του θείου σου που φημίζεται για τη φιλοξενία του, μα το αγρόκτημα είναι κάτι διαφορετικό.

-Φυσικά, πρόσθεσε η Γεωργία.

-Υπάρχει και κάτι που δε γνωρίζεις, έσπευσε να συμπληρώσει ο Άγγελος. Οι γονείς θα λείψουν, θα επισκεφθούν τον παππού και τη γιαγιά, οπότε μπορείτε να εγκατασταθείτε χωρίς κανένα περιορισμό.

-Ποιος θα φροντίσει τα ζώα και τη φυτεία;

-Ο Μιχαλάκης, όπως κάθε χρόνο. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι προσφέρονται, εκτός απ’ τους εργάτες τους οποίους προσλαμβάνω εποχικά.

-Δε θα είμαστε πολλοί. Πέντε με έξι φίλοι.

-Μα δεν υπάρχει πρόβλημα αριθμού. Επιμένω και θα επιμένω.

-Ευχαριστώ κύριε Τάσο. Ο Άγγελος θα σας ακολουθήσει;

-Θα παραμείνω για πέντε μέρες. Θέλω να γνωρίζω την παρέα.

-Νόμιζα πως θα σε είχαμε όλο το δεκαήμερο μαζί μας. Κρίμα.

-Ο παππούς και η γιαγιά αγαπούν τον Άγγελο. Θα ’ταν κακό να μην τον δουν.

-Οπωσδήποτε, δόθηκε η άριστη λύση, η χρυσή τομή.

Κείνη τη στιγμή ακούστηκαν τα αργά βήματα το κυρίου Μένιου ο οποίος κατευθυνόταν στο σπίτι. Η Γεωργία άναψε το φως της εξώπορτας κι αμέσως πρόβαλαν τα κάτασπρα μαλλιά του σεβαστού τους φίλου. Ο κύριος Μένιος ανέβηκε αργά τις σκάλες και μετά δύο λεπτά βρισκόταν στη βεράντα. Κάθισε με άνεση στην πολυθρόνα την οποία είχε φέρει στο μεταξύ η Γεωργία. Τα παιδιά χαιρέτησαν με ιδιαίτερο σεβασμό τον ηλικιωμένα για τα κριτήριά τους άνθρωπο και ο ζωηρός Άγγελος αιχμαλωτίσθηκε  για άλλη μια φορά απ’την παρουσία του. Του φιλούσε πάντα το χέρι κι αυτή τη φορά τον μιμήθηκε και ο Βασίλης με αίσθημα συνεσταλμένης ενοχής.

-Η θεία σου Βασιλάκη είναι ακόμη στο σπίτι με την Πόπη. Σε περιμένει για να γυρίσετε μαζί στο Ζυγό. Μπορείτε να πάτε με τον Άγγελο.

Ο Άγγελος όμως μαθήτευε παρά τους πόδας του σοφού ανθρώπου. Αμίλητος τον άκουγε να κουβεντιάζει ώρες ατελείωτες με τους γονείς του κι ένιωθε ιδιαίτερη χαρά. Ήταν έτοιμος να κάνει ό,τι θα του ’λεγε ο κύριος Μένιος. Κείνη όμως τη βραδιά κατάλαβε πως οι μεγάλοι θα συζητούσαν κάτι το ιδιαίτερο. Το διαισθάνθηκε απ’ τον τρόπο με τον οποίο ο σεβαστός του παιδαγωγός είπε την τελευταία του πρόταση: “Μπορείτε να πάτε με τον Άγγελο”.

Τα παιδιά κατευθύνθηκαν στο σπιτάκι με το λιοστάσι.

Ο Τάσος σεβόταν απέραντα τον κύριο Μένιο. Νέος, καθώς έμαθε πως ο πατέρας του σκοτώθηκε στον εμφύλιο ως αξιωματικός του επίσημου στρατού, ήταν αντικομμουνιστής. Είναι αλήθεια πως η γιαγιά του δεν τον φανάτιζε και του διηγούταν πώς κακές στιγμές και κοινωνικές αδικίες χώρισαν τους Έλληνες, πώς δημιουργήθηκε μίσος και μεταξύ συγγενών, πώς υπήρξαν αθώα θύματα και πώς αποκαλύφθηκε στο βάθος η ανθρώπινη φύση, οι σκοτεινές της πλευρές με προπέτασμα την ιδεολογία. Υποστήριζε επίσης πως η πατρίδα κέρδισε την ελευθέρια της χάρη σε αξιωματικούς και οπλίτες σαν τον πατέρα του. Κατέληγε σχεδόν πάντα, με τη γλώσσα της εποχής την οποία όμως υπερέβαινε: ‘‘Εμείς είμαστε εθνικιστές γιατί πιστεύουμε στην αξία της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, κάτι που οι άλλοι αρνούνται, κι ας μιλούν για δικαιοσύνη. Μην τους μισείς όμως χρυσό μου, να είσαι φίλος και αγαπητός με όλους.”

Ο Τάσος περιεργαζόταν τα λόγια της γιαγιάς και σιγά σιγά εξάλειψε κάθε ίχνος αντικομουνισμού. Πίστευε πως αιτία του εμφυλίου πολέμου ήταν η κοινωνική αδικία, κι ας εμφυλοχώρησαν στη συνέχεια τα πάθη εκδίκησης, ηγεμονίας κ.λ.π. Η κοινωνική του φιλοσοφία ήταν πολύ απλή. Έλεγε στον Άγγελο: “Οι κοινωνίες θα είναι άδικες Πηγή όμως της αδικίας δεν είναι ούτε η ιδιοκτησία, ούτε  ο πλούτος. Είναι η  απληστία, ο εγωισμός και γι’ αυτό η ιδιοκτησία και ο πλούτος που δημιουργούν εντάσεις αποτελούν συνέπειες. Ο δίκαιος άνθρωπος είναι ο μεγαλύτερος κοινωνικός αγωνιστής. Χωρίς να περιμένεις παραδείσους, οφείλεις να αγωνίζεσαι για τη δικαιοσύνη.”

Είχε λοιπόν κάθε λόγο να σέβεται και να κατανοεί τον κύριο Μένιο ο οποίος, όταν είχε επιστρέψει πριν πολλά χρόνια, ήταν μουδιασμένος. Τον βοήθησε μάλιστα και οικονομικά, χωρίς να το γνωρίζει κανένας, εκτός απ’ τη γυναίκα του. Ίσως όμως ο κύριος Μένος ενημέρωσε και την Πόπη η οποία τηρούσε στάση ιδιαίτερης ευγνωμοσύνης απέναντι στο ζευγάρι. Στον Άγγελο χάριζε τα ωραιότερα βιβλία που ήταν γραμμένα για την ηλικία του.

Κείνο το βράδυ ο Τάσος περίμενε τον κύριο Μένιο για να ακούσει τη συμβουλή του.

-Τάσο μου, Γεωργία μου, σκέφθηκα πολύ. Είναι συγκινητικό ένα ζευγάρι να θέλει πολλά παιδιά.

-Παλιώσαμε κύριε Μένιο, είπε με παράπονο η Γεωργία.

-Είστε μόλις σαράντα χρόνων. Στην ηλικία σας σχεδόν παντρεύτηκα, άλλο αν η μοίρα τα ’φερε αλλιώς….Το πρόβλημα δε βρίσκεται στην ηλικία σας, αλλά στο ατύχημα του τοκετού. Η υιοθεσία είναι κάτι το παρακινδυνευμένο, όχι ως πράξη, αλλά ως ενέργεια που ίσως επηρεάσει τον Άγγελο.

-Μα θέλει!

-Ας θέλει.

-Μήπως νομίζετε πως θα ζηλεύει;

-Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Αν είχατε υιοθετήσει και δύο παιδιά όταν ο Άγγελος ήταν μικρός, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Τώρα όμως δε γνωρίζουμε τις αντιδράσεις των υποψηφίων, ας πούμε μικρών.

-Έτσι…έκανε η Γεωργία περίλυπη.

-Εγώ βρήκα μια άλλη λύση ο οποία είναι κατά τη γνώμη μου καλύτερη.

-Την ακούμε! έκανε ο Τάσος με ανυπομονησία.

-Είναι πολύ απλή, συνέχισε ο κύριος Μένιος. Ο Άγγελος είναι δεκαεξάχρονος. Αν ακολουθήσει το παράδειγμά σας, σε δέκα χρόνια, θα έχει  δυο τρία μικρά και βλέπουμε…Τι ωραιότερα απ’ το να έχετε στα πενήντα σας δυο τρία εγγόνια και μάλιστα με ευρύτερες προοπτικές; Θεωρώ τη λύση ευχερέστερη.

Ο Τάσος και η Γεωργία κοιτάχτηκαν έκπληκτοι. Δεν είχαν υποψιασθεί αυτήν τη δυνατότητα, γιατί ένιωθαν πολύ νέοι και τον Τάσο μικρό.

-Βέβαια, υπάρχει και η άλλη πλευρά, συνέχισε ο κύριος Μένιος. Εννοώ τα ορφανά και την ιδιαίτερη ευαισθησία σας απέναντί τους. Η ορφάνια είναι η μεγαλύτερη ίσως τραγικότητα, ενώ η στοργή απέναντι στα ορφανά είναι κάτι το θεϊκό, κάτι το ουράνιο.

Ο Τάσος θυμόταν σε παρόμοιες συζητήσεις την ορφάνια του και συγκινούταν. Η συγκίνησή του όμως μεταμορφωνόταν σε ιερό παλμό και θέληση Επιθυμούσε να προστατεύσει ορφανά, κι αν δεν το κατάφερνε, θα ’χε την αίσθηση πως είχε προδώσει τη ζωή.

‘‘Απαιτούνται οι κατάλληλες προϋποθέσεις’’ του ’λεγε συχνά η Γεωργία για να αμβλύνει τους προβληματισμούς του.

‘‘Αυτά είναι δικαιολογίες’’, αντέτεινε ατενίζοντας τα βάθη του ορίζοντα.

‘‘Η θέληση για φιλανθρωπία είναι αδάμαστη’’, συμπλήρωνε ο κύριος Μένιος. ‘‘Εμείς δημιουργούμε συχνά τις προϋποθέσεις, εμείς…’’

Ο Τάσος βοηθούσε κάποια ορφανά του Ζυγού χωρίς ανακοινώνει την πράξη του σε κανέναν.

Όταν ο κύριος Μένιος τελείωνε τις σκέψεις του, έμενε αμίλητος και η σιωπή που δημιουργούταν καρποφόρα. Ο Τάσος και η Γεωργία είχαν συνηθίσει τις σιωπηλές στιγμές και πείθονταν πως δεν είναι απαραίτητο να μιλούν ακατάπαυστα. Σιγούσαν για πολύ και επανέρχονταν χωρίς επιτήδευση, απλά και άμεσα. Το ίδιο συνέβαινε και στο σπιτάκι. Η Πόπη είχε μάθει να μιλάει λίγο και εφάρμοζε την άποψη του πατέρα της κατά την οποία όταν μιλάμε συνεχώς δεν έχουμε να πούμε κάτι το σημαντικό.

Ο κύριος Μένιος σηκώθηκε. Έκανε μια αργή κυκλική βόλτα στη βεράντα και επέστρεψε στην πολυθρόνα του. Απ’ τους θορύβους που ακούστηκαν, κατάλαβε πως η παρέα ερχόταν απ’ το σπιτάκι.

-Έρχονται. Θα μείνετε να φάμε όλοι μαζί; έκανε η Γεωργία, καθώς συνήλθε απ’ τους ρεμβασμούς της.

-Όχι καλά μου παιδιά, όχι. Πότιζα όλο το απόγευμα και αισθάνομαι κουρασμένος. Θα φύγω σε λίγο.

-Ίσως μείνει ο Πόπη.

-Αν θέλει, ας μείνει. Μήπως είναι η πρώτη ή η δεύτερη φορά που τρώμε μαζί σας; Δεν απαιτείται καν πρόσκληση, αλλά είμαι κουρασμένος.

Οι επισκέπτες ανέβηκαν. Η θεία Βασιλική ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένη απ’ τα κεντήματα της Πόπης. Συζήτησε μαζί της αρκετά και κράτησε πολλά σχέδια εκτός απ’ τα δώρα. Ο Βασίλης και ο Άγγελος συζητούσαν για την αυριανή τους περιπέτεια στο ξερονήσι με τις πανύψηλες πουρνάρες και τα αγριογέλαδα.

-Θα πρέπει να σηκωθείτε πολύ πρωί. Ο θείος σηκώνεται στις πέντε όταν πηγαίνει στο νησί.

-Θα είμαστε πανέτοιμοι, είπαν με ένα στόμα οι έφηβοι.

-Ώρα λοιπόν να πηγαίνουμε, έκανε η θεία συμπερασματικά.

Ο Τάσος δεν επέμενε στην πρότασή του για φαγητό. Γνώριζε πως αν έμεναν, θα αργούσαν. Κατέβηκε, έβγαλε το αυτοκίνητο απ’ το γκαράζ και οδήγησε τους φίλους στα σπίτια τους.

 

                               7

 

Τις ίδιες μέρες ο Φαίδρος έδωσε σημεία ζωής με μια κάρτα που έστειλε στο Βασίλη απ’ το Παρίσι. Ο Βασίλης αναχάρηκε, μίλησε για το Φαίδρο στους γνωστούς του κι άρχισε να προβληματίζεται όλο και πιο πολύ μετά τις πρόσφατες εμπειρίες. Εξιστόρησε τα πάντα στο Φαίδρο με μια επιστολή την οποία ταχυδρόμησε για τη Γερμανία. Εκεί, στη Χαϊδελβέργη, στο πανεπιστημιακό κτίριο το οποίο στέγαζε ξένους επιστήμονες, θα λάβαινε ο Φαίδρος την επιστολή του Βασίλη. Στο Παρίσι έμεινε πέντε μέρες. Πέντε μέρες ή πέντε αιώνες; Πέντε αιώνες ή πέντε χιλιετίες; Αναρωτιόταν κι έφτασε να αμφιβάλλει ως προς την ύπαρξη του χρόνου. Βέβαια, υπήρχαν παλαιά εναύσματα τα οποία τον είχαν εντυπωσιάσει καθώς αντίκριζε τους δρυμούς, τα βουνά με την τραχύτητά τους, το πράσινο με το σκιερό του μεγαλείο, τα ποτάμια και τους πύργους, τη μυστική υποβολή των στοιχείων της φύσης, υποβολή που μαγνήτιζε τα ύστατα της ψυχής του και του αποκάλυπτε ανέκφραστα μυστικά με πανθεϊστική εμβέλεια και μεγαλείο.

Θρεμμένος όμως με την ελληνική φιλοσοφία ήταν σε θέση να εκτιμά τους δαιδάλους του γερμανικού στοχασμού και να κάνει σώφρονες συγκρίσεις, χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές. Ζούσε, κι αυτό σήμαινε γι’ αυτόν πως οι αισθήσεις του λειτουργούσαν αντιληπτικά, πνευματικά, πως το πνεύμα του τυπωνόταν στις πιο έντονες στιγμές λειτουργίας των αισθήσεών του. Ένιωθε με απέραντη βεβαιότητα πως η κοινωνία κόσμου και πνεύματος κρυβόταν και αποκαλυπτόταν σε στιγμές της ζωής του, σε στιγμές της ζωής όλων των ανθρώπων. Τότε αδυνατούσε να μετρήσει την ύπαρξη και το νου του, τα πράγματα και το χρόνο τους. Αδυνατούσε, μα πίστευε πως αυτή του η αδυναμία ήταν η ουσιαστική δύναμη ως μεγάλος κλήρος της ανθρώπινης φύσης.

Περιηγήθηκε μόνος του τα πιο αξιοζήλευτα μέρη του Παρισιού. Μόνος, έτσι ήθελε. Σκοπός του ταξιδιού του ήταν εξάλλου η μοναξιά, η επιθυμία του να βρεθεί μόνος από απόσταση απ’ το χώρο των καθημερινών του βιωμάτων. Αγωνιζόταν να ξεχάσει και τα πιο αγαπημένα του πρόσωπα, να τα ξεχάσει για λίγο και να βρεθεί με τον εαυτό του αντιμέτωπο με τα έργα του πνεύματος. Αμφέβαλλε αν αυτό αποτελούσε απομόνωση, ιερή μοναξιά ας πούμε, αλλά παρηγοριόταν  στη σκέψη πως το πνεύμα τον θωρούσε ακίνητο. Ήταν λοιπόν αναγκασμένος να μη μιλάει, παρά το ότι δε φλυαρούσε ποτέ του. Μια ολόκληρη βδομάδα την πέρασε σε δρυμό. Τι μεγαλείο, τι χάρη, μακριά και απ’ τα έργα του πνεύματος, όχι όμως έξω απ’ τη φύση και τις μαγικές υποβολές τους που μοιάζουν με τα μαγνάδια της εσπέρας, της αιώνιας εσπέρας, μετά τις πληροφορίες της ημέρας…Κατάλαβε, μακριά από τραγικοποιήσεις και συναισθηματικές υπερβολές, πως η ιερότερη μοναξιάς είναι ο θάνατος, ο οικείος του θάνατος τον οποίο είχε επιθυμήσει σε στιγμές απέραντης γαλήνης.

Ο Φαίδρος αντιλήφθηκε επίσης κάτι το συγκλονιστικό, κάτι το οποίο δεν του είχε διδάξει ακόμη η φιλοσοφία, έστω κι αν αποτελεί το αιώνιο έναυσμά της. Τα μεγάλα έργα της τέχνης και του πολιτισμού φωτίζουν, λάμπουν και διαλάμπουν, μα το έσχατο μήνυμά τους κρύβεται στην πάλη κατάπαυσης και επιθυμίας που δονεί τις δημιουργικές υπάρξεις. Είναι έργα της δημιουργικότερης αντίφασης, τόποι συνάντησης του ενθαδικού και του επέκεινα, ενός επέκεινα μακριά από κάθε σχήμα, στην καρδιά του ενθαδικού. Γονιμοποιούταν ωστόσο η μοναξιά του καθώς θαύμαζε το Λούβρο, την Παναγία των Παρισίων, τη Σορβόννη, τις Βερσαλλίες και τα έργα τέχνης που στεγάζουν. Όταν οι παραστάσεις γίνονταν αιχμές ζωής, δραπέτευε στα απέραντα πάρκα, ξάπλωνε στο γρασίδι και σταματούσε να στοχάζεται. Στην αρχή αυτή η προσπάθεια ήταν ορμέμφυτη, τον κούραζε, γιατί τον βύθιζε σε ένα παράδοξο μηδέν που μόνο με το χώρο μπορούσε να παρομοιάσει.

Ανασηκώθηκε κείνη τη μέρα με ένθεο πάθος όταν διαισθάνθηκε πως ήταν στο δρόμο αποκάλυψης ενός μεγάλου μυστικού. Δε θα το πρόδιδε, ψέλλισε με αίσθημα το οποίο υπερέβαλλε και τη συγκίνηση της έσχατης μακαριότητας. Ωστόσο, οι διαδοχικές αναλάμψεις του παρελθόντος κορυφώνονταν κι αυτό σήμαινε πως ο Φαίδρος βρισκόταν στον ορθό δρόμο. Δε θα όφειλε όμως να περιμένει απ’ το μέλλον την πλήρωση, τη λύση του μυστηρίου της ζωής, γιατί τα μυστήρια δε γνωρίζουν λύση. Μαγνητίζουν αιώνια. “Αναβλύζουν κάθε στιγμή, κάθε στιγμή, πάντα δηλαδή”, ψιθύρισε. Χωρίς να το θέλει, η σκέψη του επέστρεφε στη μητέρα του, στην Αννούλα, στο Βασίλη, στην Κατερίνα, στο δάσκαλο, στον κύριο Ιωάννου και σε τόσα άλλα πρόσωπα τα οποία δεν έκαναν την εμφάνισή τους σ’ αυτή την ιστορία. Κατόπιν αναστρεφόταν με συγκίνηση τους αγαπημένους του νεκρούς με πρώτο τον πατέρα του και τους θείους του, για να ακολουθήσουν και άλλοι. Επέστρεφε στο χάρμα της παιδικότητάς του και στο μυθικό της διάκοσμο για να αρπάζεται επί πτερύγων ανέμων, για να βιώνει άληστες καταστάσεις.

Γι’ αυτό ακριβώς ο Φαίδρος δε γνώριζε αν οι μέρες του μετρούσαν ως χρόνια, ως αιώνες ή ως αιωνιότητα. ‘‘Και τι γίνεται με την έξοδο, με την περίφημη έξοδο του Βασίλη;’’   

Αυτό το ερώτημα τον απασχολούσε. ‘‘Έξοδος ή απόδραση;’’ συμπλήρωνε.

Θα μπορούσε να συνεχίζει, να παίζει με τις λέξεις, αλλά δεν παρασυρόταν σε φαντασιώσεις.

‘‘Έξοδος, απόδραση, καταφυγή, είναι παντοτινές καταστάσεις οι οποίες δεν επιχειρούνται μια δεδομένη στιγμή’’.

‘‘Τότε γιατί μιλούν για αιφνίδια μεταστροφή; Ποιος είναι ο ρόλος του πλατωνικού εξαίφνης, του οράματος του Pascal, της μεταστροφής του ιερού Αυγουστίνου, κ.ο.κ.;’’

Η απάντηση ήρθε καθώς ο Φαίδρος παρατηρούσε μισοαφηρημένος μα με πάθος τις βαρκούλες κάποιων μικρών που έπαιζαν στη λίμνη του κήπου του Λουξεμβούργου.

‘‘Ναι, το αιφνίδιο έρχεται αιφνίδια, δεν αναμένεται ως αιφνίδιο. Το εξαίφνης αποκαλύπτεται στην ψυχή, χωρίς η τελευταία να επιζητεί με συγκεκριμένο σχέδιο αυτό το οποίο της αποκαλύπτεται. Όταν αρχίζει να καταυγάζει τον άνθρωπο, η έξοδος είναι διαρκής πραγματικότητα. Άλλες μεγάλες εκπλήξεις δεν υπάρχουν πια. Ο άνθρωπος ζει διαρκώς τη μεγάλη και νηφάλια ταυτόχρονα έκπληξη που αποτελεί και ιδιότυπη έκσταση. Τότε, σκεπτόταν, το θαυμασιότερο  στοιχείο δεν είναι τα έργα της τέχνης ή του πολιτισμού, αλλά το αδιάπτωτο συμβαίνον του ανθρώπου, το φως της ανθρώπινης φύσης, το κρύφιο φως που συντηρεί ό,τι ωραιότερο’’.

Ωστόσο, η ωραιότερη έκπληξη βρισκόταν αλλού. Οπωσδήποτε προσπαθούσε να καταστήσει τους κόσμους της ψυχής του διάρκεια, αλλά αυτό ήταν προσωπικό του θέμα. Δέκα μέρες πριν την αναχώρησή του διαπίστωσε πόσο μικρός είναι ο κόσμος μας, παρά τις τόσες και τόσες μεγαλουπόλεις του. Στη Χαϊδελβέργη συνάντησε τον κύριο Ιωάννου με τη γυναίκα του και τις τρεις κόρες τους καθώς επέστρεφαν απ’ το Σάλτσμπουργκ μετά τρεις μαγικές βδομάδες  υπό τους ήχους του  Μότσαρτ, του Μπετόβεν, του Μπαχ, του Χαίντελ και τόσων άλλων μεγάλων μουσουργών. Η έκπληξη του Ιωάννου συνοδευόταν και απ’ τη μαγεία των μουσικών εκστάσεων, σε σημείο που η συνάντησή τους υπήρξε γονιμότατη.

Οι κόρες και η μητέρα βέβαια δεν ήταν σε θέση να υποψιασθούν τις απώτερες σχέσεις του κυρίου Ιωάννου με την οικογένεια των Γαλάτηδων, μα εντυπωσιάστηκαν απ’ τα λίγα που άκουσαν. Πρώτο μέλημα του κυρίου Ιωάννου ήταν να ξεφορτωθεί για λίγο την οικογένεια, ώστε να μιλήσει με το Φαίδρο. Απ’ το βράδυ της συνάντησής τους στο ταβερνάκι αναζητούσε συχνά με τη σκέψη του το νέο διανοούμενο, ελπίζοντας πάντα πως θα τον συναντούσε το καλοκαίρι, αν…Έστειλε λοιπόν τη σύζυγό του και τις κόρες του στη βόρεια Γερμανία σε διήμερη εκδρομή και κείνος έμεινε στη Χαϊδελβέργη με το Φαίδρο. Του πρότεινε μάλιστα να περάσουν ένα διήμερο σε κάποιο κοντινό καλοκαιρινό θέρετρο, μα ο Φαίδρος προτίμησε τους πανεπιστημιακούς χώρους και τη δροσιά των κήπων της γραφικής και ιστορικής πόλης.

Ένα απογευματινό απομακρύνθηκαν και πήραν το δρόμο προς το βουνό. Καθαρή η ατμόσφαιρα, ζωντανά τα τοπία, ζωηρά τα χρώματα, απέριττη ζωγραφιά η φύση. Ο κύριος Ιωάννου δε γνώριζε αν ο Φαίδρος είχε πληροφορηθεί τη σχέση του με την Αννούλα, αλλά είχε τη διάθεση να τα πει όλα, όχι μόνο για να εντονωθεί, αλλά για να συζητήσει επάξια. Ήταν εξομολογητικός, απλός, ήρεμος. Στις πρώτες του εκμυστερεύσεις ο Φαίδρος απάντησε με απλότητα.

-Γνωρίζω την υπόθεση κύριε Ιωάννου. Δεν αποτελεί κάτι το επιβαρυντικό ούτε για σας, ούτε για την Αννούλα.

-Άφησε Φαίδρε τα κύριε Ιωάννου. Θα με λες Τάκη. Εξάλλου συμπορευόμαστε σε πολλές πνευματικές αναζητήσεις και ο πληθυντικός περιττεύει όταν υπάρχει πνευματική εγγύτητα.

-Εντάξει. Δεν επιβαρύνεσαι Τάκη από κείνη την εφήμερη μνηστεία. Ούτε η Αννούλα.

-Η υπόθεση είναι αρκετά περίπλοκη. Ξέρεις πόσο υπέφερα κείνο το βράδυ; Μάρτυς μου ο δάσκαλος ο οποίος μάλιστα οδηγήθηκε σε παραισθήσεις, σε ψευδαισθήσεις. Ήταν κάτι το βαθύτατα κωμικοτραγικό.

Διηγήθηκε παραστατικά κάποιες στιγμές του παραληρήματός του με συγκρατημένη ταραχή την οποία δε μπορούσε να κρύψει η προσπάθεια αυτοελέγχου του. Βέβαια, δεν παρουσίασε την εικόνα η οποία πανικόβαλε τον ευγενικό δάσκαλο τη νύχτα του οδυρμού. Ο Φαίδρος όμως διαπίστωσε πως ο κύριος Ιωάννου ήταν άνθρωπος με απίστευτο δυναμισμό, οξύνοια και τόλμη, παρά το ότι αυτές οι δυνάμεις δρούσαν μέσα του αντιφατικά και δεν έφταναν στην καθαρότητα της θέας, στο φως της διαύγειας. Ως κινήσεις όμως μιας πληθωρικής προσωπικότητας και ενός δημιουργικού πάθους καταγράφονταν ορμητικά και μαρτυρούσαν το δαιμόνιο του ανθρώπου, παρά τα συναισθηματικά τραύματα.

Άκουσε τη δραματική διήγηση του ανθρώπου με το μεγάλο πάθος χωρίς να εκπλαγεί ιδιαίτερα, γιατί κατά βάθος θαύμαζε τον κύριο Ιωάννου και ήταν σε θέση να αποκρυπτογραφήσει τις αιτίες του σπαραγμού του. Ήταν έτσι βέβαιος πως δεν τον τάραξε η σαρκική ομορφιά της Άννας, αφού υπάρχουν διαθέσιμες καλλονές. Πίστευε πως στη συνείδηση του φίλου του πια γινόταν άλλη μάχη με απούσα την αιώνια γυναίκα, το ιδεατό θήλυ. Απόμακρη απ’ τη ζωή του η Αννούλα, ανέλαμπε ως θηλυκό με υποβλητική χάρη και σήκωνε στη συνείδηση του Τάκη θύελλες και ανέμους….Η απουσία ως αρνητική παρουσία είναι η αιχμαλωσία της επιθυμίας, της ύστατης μεταφυσικής επιθυμίας.

-Βέβαια, έκανα οικογένεια, τα κορίτσια μου είναι κόσμια, παρά την οικονομική άνεση, η γυναίκα μου είναι σεμνή και στοργική, συμπονετική και ιδιαίτερα  συζυγική. Δεν υπάρχει όμως Φαίδρε μου το εξαιρετικό στοιχείο, κείνο το δαιμονιώδες, αγγελικό ωστόσο, στοιχείο που συνεπαίρνει.

-Ένιωθες την απουσία αυτού του στοιχείου πριν ξαναθυμηθείς την Αννούλα;

-Φαίνεται πως η Αννούλα βρισκόταν στο υποσυνείδητό μου, αφού με είχε διαγράψει, αφού έκανα ό,τι έκανα. Ο δυναμισμός μου εμφάνισε την τυχοδιωκτική μου φύση, αφού, εκτός απ’ τις επιχειρήσεις μου και το φιλοσοφικοποιητικό μου οίστρο, είχα και άλλα ξεσπάσματα. Κατέφευγα σε δαπανηρά χαρτοπαίγνια χωρίς να γνωρίζω τα χαρτιά πολύ καλά, χανόμουν για λίγο με διαθέσιμες καλλονές σε ερημικά ξενοδοχεία με πισίνες και πρασινάδα, άκουγα μουσική και αγόραζα πανάκριβους ζωγραφικούς πίνακες. Επιθύμησα να είμαι ταυρομάχος και να πεθάνω από χτύπημα ταύρου μετά ηρωική πάλη, μου ερχόταν η επιθυμία να γίνω πιλότος, να αγοράσω αεροπλάνο και να το καρφώσω με πάθος στα γιγαντιαία κύματα…Η ζωή και ο θάνατος αδελφώνονται μέσα μου, σε σημείο που αδυνατώ να τα διακρίνω…Ο Άδης και ο ωκεανός…

-Η Αννούλα δεν είναι μόνο εξαδέλφη, αγαπημένη εξαδέλφη, αλλά και απόλυτη φίλη, κομμάτι του εαυτού μου. Μπορώ να σου πω Τάκη πως αυτή η όμορφη ύπαρξη που έχει ήδη κάποια ηλικία, δεν ανήκει στον κόσμο. Δε θα μπορούσε να γίνει γυναίκα κάποιου, γιατί εκφράζει το αιώνιο θήλυ. Τέτοιες γυναίκες εμπνέουν, προσφέρουν, αλλά δεν προσφέρονται. Και η φίλη της η Κατερίνα την οποία γνώρισα πρόσφατα είναι ένα φως.

-Τι; Υπάρχει και άλλη ύπαρξη σαν την Αννούλα; Θα τρελαθώ…Πλησίασα γυναίκες των οποίων η υποβλητική μορφή υποσχόταν πολλά, μα αποδείχτηκαν αποπνικτικά στείρες.

-Μη συγκρίνεις σε παρακαλώ την Αννούλα και την Κατερίνα με αγοραίες γυναίκες…Πώς είναι δυνατό;

-Κάνεις λάθος, δεν κάνω λόγο για τις εκπορνευμένες. Εννοώ  κάποιες εφήμερες ερωμένες με αρκετά προσόντα χωρίς να παριστάνω τον Καζανόβα, ούτε καν τον Δον Ζουάν.

-Απέκτησαν τα προσόντα τους για να ελκύουν; Μα η εκπόρνευση αρχίζει με την ιδιοτελή φιλαρέσκεια και δεν αφορά μόνο τη σεξουαλική φύση της γυναίκας. Τα προσόντα για τα οποία κάνεις λόγο είναι ψιμύθια, δολώματα. Λίγο πιάνο, στοιχεία ξένων γλωσσών, καλοί τρόποι, κ.ο.κ. Δεν κατάλαβες συ ο τετραπέρατος πως η εκπόρνευση τείνει να γίνει, αν δεν ήταν πάντα, συστατικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων; Ο πραγματικός άνθρωπος κοιμάται στα βάθη των ανθρωπίνων συνειδήσεων, ενώ τα πιο ρηχά, τα επιπόλαια και διεστραμμένα στοιχεία χορεύουν στην επιφάνεια. Βέβαια, παρουσιάζονται με τέχνη και με μαεστρία, αλλά δεν παύουν να είναι η αντιστροφή του πραγματικού. Μοιάζουν με κούκλες, που, παραφορτωμένες, κρύβουν την πρωτινή ομορφιά. Θυμίζουν τις αναποδογυρισμένες βάρκες του ταρσανά που κρύβουν την όψη τους…

-Ο πόνος μου και η βάσανος της συνείδησής μου πείθουν πως μισώ την εκπόρνευση υπό οποιαδήποτε μορφή.

-Συμφωνώ και συγνώμη αν σε πρόσβαλα χωρίς να το θέλω. Οφείλεις όμως να συμφιλιωθείς με το μυστικό μήνυμα της Αννούλας ως ιπποτικός και γενναίος.

-Δυστυχώς, δεν υπάρχει ιπποτισμός. Πρόβλημα είναι αν υπήρξε και όταν το ιπποτικό ιδεώδες δέσποζε και θαυμαζόταν μέχρι αργά, μέχρι τους ρομαντικούς.

-Διάβασες ποτέ σου τον όρκο των ιπποτών;

-Πολλές φορές. Η τελετή ορκωμοσίας και παράδοσης της στολής ήταν συγκινητική.

-Όπου υπάρχουν ιδεώδη, υπάρχουν και κάποιοι που τα εκφράζουν, έστω και ελάχιστοι. Άκουσε να κομμάτι του Χάινε, είναι καταπληκτικό:

            Σ’ όνειρο μου φάνηκε πως

            αγγελιοφόρος τ’ ουρανού

            είχα φυλακίσει στο πονεμένο μου στήθος

            όλα τα πάθη και τους πόνους των ανθρώπων

            όλο το κακό και το θυμό των αιώνων.

            Βαριές αλυσίδες κρατούν την αιχμάλωτη                                              Ωραιότητα:

            κι όμως θα ηχήσει η ώρα της ελευθέρωσης...

            Δύστυχη, σ’ αγαπώ από τότε που υπάρχω!

            Σ’ αγαπώ με μια αγάπη θεία

            και σου φέρνω τη λευτεριά απ’ το κακό,

            απ’ τη ντροπή, απ’ τα βάσανα,

            απ’ τα δάκρυα κι απ’ το αίμα.

-Καταπληκτικό!

-Ο πραγματικός ιππότης είναι ο αιώνιος άνθρωπος, ο ιδαλγός. Ένας ισπανός συγγραφέας λέει για τους ιππότες και για τους ιδαλγούς πως έχουν τα πόδια τους στη γη και την ψυχή τους στους ουρανούς.

Ο κύριος Ιωάννου ηρέμησε αμήχανα. Το άσπρο πρόσωπό του άρχισε να παίρνει μια λάμψη, τα μάτια του έγιναν εκφραστικά, λέτε και οι αόρατοι ιδαλγοί τα καθάρισαν με ουράνια μύρα και τα στίλβωσαν με θεία αρώματα.

-Όταν ήμουν μικρός η μακαρίτισσα η μάνα μου με πήγαινε πάντα στις παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου. Οι στίχοι του Χάινε μου θύμισαν κάποιους άλλους  στίχους τους οποίους δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ, παρά την απιστία μου: Άκουσον θύγατερ και ίδε και κλίνον του ους σου και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του πατρός σου και επιθυμήσει ο βασιλεύς του κάλλους σου…Κάποιο απόγευμα ένας ιεροκήρυκας μίλησε και συγκράτησα μια φράση του:Το θυγατρικό κάλλος. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, η φράση εκείνου του άσημου ανθρώπου μού λέει πολλά. Η θυγατέρα με το κάλλος είναι υποχρεωμένη να ακούσει τη φωνή του βασιλέως της, η αιχμαλωτισμένη ωραιότητα του χάινε ακούει την αιώνια φωνή:

            Δύστυχη, σ’ αγαπώ από τότε που υπάρχω!

            Σ’ αγαπώ με μια αγάπη θεία …

Γι’ αυτό η κόρη οφείλει να νιώσει γυναίκα, ερωμένη, σύζυγος. M’ αυτό το βλέμμα, το ηρωικά αγνό και  αρρενωπό, αντικρίζουν οι ιππότες τις παρθένες πυργοδέσποινες.

-Μιλάς ως ποιητής και ως στοχαστής και γι’ αυτό χρωματίζεις τα δύο ποιήματα με το δικό σου παλμό. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η κόρη καλείται στον έρωτα, στη συζυγία, στη μητρότητα. Αν δε βρεθεί ο άξιος νυμφίος, η κόρη γίνεται παρουσία κάλλους. Αλλιώς θυσιάζεται χωρίς λόγο.

Ο Τάκης πρόσεχε τα λόγια του Φαίδρου τα οποία όξυναν τη διάνοιά του.

-Μου παροξύνεις το πνεύμα. Πίστεψέ με πως δεν επιθυμώ την Αννούλα για σαρκική σπονδή, όχι, χίλιες φορές όχι. Το είναι της όμως μου αποκαλύπτει το μυστήριο της γυναίκας. Μαζί της χάθηκε και αυτό απ’ τις προοπτικές μου.

Δάκρυσε.

-Ναι, χάθηκε, όσο κι αν η γυναίκα μου είναι καλή. Η μορφή της Αννούλας μού προκαλεί ένα άδειασμα κι αν είχα τη δυνατότητα θα ’τρεχα κοντά της να την πιάσω και να γίνω προσκυνητής του κάλλους της.

-Η Αννούλα ζει στον κόσμο της. Εξάλλου, αν έχεις το κουράγιο, θα τη δεις σε λίγες μέρες. Εξάλλου, δε σε περιφρόνησε ποτέ.

-:Oχι, ποτέ. “Δε μπορούμε να συμβαδίσουμε…Είσαι ικανός, θα διαπρέψεις. Στο καλό’’.  Μ’ αυτά τα λόγια χάθηκε.

            Ήμουν για πάντα ανήσυχος και τότε

            χωρίς να ξέρω τα αίτια των πόνων μου

            και της καρδιάς μου τους κρυφούς της σπαραγμούς.

            Οι μέρες, μήνες, και τα χρόνια ολοπερνούσαν,

            η λήθη, δεινή εκδικήτρια ωραίων ψυχών

            ακόνιζε άσπλαχνα την άσπονδή μου μνήμη

            ώσπου ο κεραυνός του ονόματος,

            ηφαίστειο μ΄ άπειρη δύναμη

            συγκλόνισε της φτωχικής καρδιάς μου τους παλμούς.

            Αγαπημένη μου, χίλιες φορές αγαπημένη

            αιωνιότητα, κάλλος και αέναη τροπή

           κλονίζεις τη φρικτή τη ζωή μου.

 

Οι πρόχειροι στίχοι του κυρίου Ιωάννου ενήργησαν απελευθερωτικά. Άρχισαν και πάλι να περπατούν και να αντικρίζουν το γερμανικό τοπίο. Ένας πύργος απέναντι στο βάθος τους θύμιζε φρούρια, ασπίδες, ιππότες, πυργοδέσποινες, λάβαρα και άλλα σύμβολα και αξίες του Μεσαίωνα και των Νέων Χρόνων. Ο Φαίδρος που προσπαθούσε να εισβάλει στην προσωπικότητα του κυρίου Ιωάννου, αφαιρέθηκε για κάποια στιγμή.

-Σε πήρε η Αννούλα μαζί της…Μ’ άφησες μόνο…

-Λες να με πήρε η Αννούλα;

-Νοερά.

-Πιστεύω πως απ’ τη συζήτησή μας βγαίνει μια ηρωική ιδέα. Τα ωραιότερα πράγματα βγαίνουν, προβάλλουν, αναφαίνονται, ξεδιπλώνονται με την ψυχή μας, δεν εφευρίσκονται.

-Συμφωνώ. Μετά την ταραχή με κατέλαβε μια γαλήνη που με γεμίζει ανακούφιση. Ωστόσο, έχω ανάγκη από κρασί. Θέλω να πιω αρκετά, να καπνίσω δυο τρία πούρα και κατόπιν να ακούσω Βάγκνερ. Τι λες; Είσαι για την Ισπανία; Για δυο τρεις μέρες; Θα είναι έξοχα, θα παρακολουθήσουμε και ταυρομαχία.

-Μα τι θα κάνει η οικογένειά σου;

-Θα τους στείλω στην Ελλάδα. Είναι εύπιστα όντα και η γυναίκα μου και οι κόρες μου, εκτός απ’ τη μικρή. Αυτή τη φορά εξάλλου θα είμαι ειλικρινής.

          Λίγο έλειψε ο Φαίδρος να πει ναι.

-Στο μέλλον θα πραγματοποιήσουμε προσκύνημα στην Ισπανία, τη χώρα των ιδαλγών.

-Το μη προγραμματισμένο Φαίδρε μου έχει χάρη. Ο σχεδιασμός της στιγμής εκστασιάζει, προσθέτει δημιουργικό παλμό.

-Συμφωνώ. Αναγνωρίζω πως  θα ήταν όμορφο να αλλάξω αιφνίδια το πρόγραμμά μου. Έχω όμως κάποιες υποχρεώσεις και ο χρόνος είναι λίγος. Δεν πήγα ακόμη στα βιβλιοπωλεία και ξέρεις πόσο παρακολουθώ τη γερμανική βιβλιογραφία.

Το βράδυ δείπνησαν μαζί και αποχωρίστηκαν με την ελπίδα πως θα ξαναβλέπονταν σε λίγες μέρες στο Ιόνιο, μεταξύ του Νησιού και Ζυγού. Όταν ο Φαίδρος γύρισε στο δωμάτιό του βρήκε ένα γράμμα απ’ το Βασίλη και μια κάρτα την οποία υπέγραφαν η Αννούλα και η Κατερίνα. Αν είχε την κάρτα της Αννούλας, θα την έδειχνε στον κύριο Ιωάννου και χαμογέλασε χωρίς να το θέλει, καθώς μισογεύθηκε τις πιθανές αντιδράσεις του φίλου, του τόσο απρόσμενου και εντυπωσιακού φίλου. “Μέχρι στιγμής, είμαι αρκετά τυχερός. Το πάθος μου για τη φιλοσοφία έχει  αναστείλει κάθε ερωτική βλέψη.” Για μια στιγμή, για μια ακροκεραύνεια στιγμή όμως σκέφτηκε πως αν η Κατερίνα ήταν συνομήλικη του, ίσως επαναλαμβανόταν το δράμα του Τάκη.

‘‘Μα, συνέχισε, σα να συζητούσε, στα τριαντατρία της είναι εξαίσια, ώριμα ωραία και μαγευτικά μελαγχολική….’’

Απομάκρυνε στη συνέχεια κάθε σκέψη. “Η Κατερίνα θα είναι για μένα ό,τι και η Αννούλα…” Το πίστευε;

-Ναι, έτσι είναι, έτσι πρέπει να είναι, μα είναι έτσι;  Ακούστηκε μια αφωνή απ’ τα βάθη του είναι του.

Γέλασε κάπως αμήχανα και ένιωσε πλεγμένος σε ένα μαγικό λαβύρινθο που του υποσχόταν ό,τι φαντασμαγορικότερο, ό,τι πιο απρόσμενα γοητευτικό, πέρα απ’ τις συνηθισμένες εικασίες. Στη συνέχεια αναρωτήθηκε αν ο Τάκης ήταν αξιοθρήνητος και προβληματίστηκε αρκετά, για να καταλήξει πως ο όρος είναι αδόκιμος. Του ήρθε κατόπιν στη σκέψη ο όρος τραγικός τον οποίο αγκάλιασε με ζέση. Ναι, η τραγικότητα είναι κλήρος του ανθρώπου και σφραγίζει το μεταφυσικό του είναι. Αλλιώς, ο όρος δεν έχει καμιά σημασία..

Αργότερα ησύχασε και προσπάθησε να αναστραφεί με τα γεγονότα του πρόσφατου και του απώτερου παρελθόντος, μα τα πράγματα άρχισαν να στραβώνουν κάπου. Διαπίστωσε πως ήταν ανήσυχα ήσυχος, όπως ο ουρανός πριν την ξαφνική καταιγίδα. Κατάλαβε πως αργά ή γρήγορα ένα κομμάτι του εύδιου είναι του θα συγκρουόταν αδυσώπητα με την ίδια του την ιστορική συνείδηση…Να λοιπόν τι σήμαινε η επιφανειακή πληρότητα των τελευταίων ημερών, το μυστικό του… Ας ξεσπούσε όμως η καταιγίδα, ήταν αναπόφευκτη και δημιουργική, την ένιωσε με ένταση  και άλλοτε. “Ας μην περιμένω, ας μην ελπίζω, ας ζω έντονα και νηφάλια ταυτόχρονα…” Έτσι νόμιζε κείνη τη νυχτιά.

Σε λίγες μέρες θα βρισκόταν στο Χαλάνδρι, η μητέρα του τον περίμενε όπως πάντα, παρόλο που της τηλεφωνούσε συχνά. Κάποια στιγμή όμως, λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, σκέφθηκε την περίφημη έξοδο, τα πρόσωπα τα οποία θα ’παιρναν μέρος, την αδιόρατη αναμονή. Ποια αναμονή; Η Αννούλα και η Κατερίνα δεν περίμεναν τίποτε, θα κατασκήνωναν στο παλιό χάνι, σε όμορφο και ερημικό μέρος, η Αγλαϊα θα ερχόταν απ’ το Μοκρονήσι, ο Βασίλης ήταν ήδη στο Ζυγό. Υπήρχαν και άλλα δυο τρία πρόσωπα τα οποία γνώρισα απ’ το γράμμα του Βασίλη. Πρόκειται για τον κύριο Μένιο και την κόρη του την Πόπη.

 

                               8

Ο Ιούλιος και ο Αύγουστος ήταν εξαντλητικοί μήνες για την Κατερίνα. Η κυρία Ουρανία αναρωτιόταν γιατί αυτό το κορίτσι κουράζεται χωρίς λόγο, αφού δε φαίνεται να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα

-Γιατί Αννούλα η φίλη σου κουράζεται τόσο πολύ; Δεν καταλαβαίνω γιατί δουλεύει σ’ αυτό το φροντιστήριο απ’ τις οκτώ μέχρι τις τρεις κάθε μέρα. Είναι φοβερό μαρτύριο που το επιτείνει το καλοκαιρινό καμίνι. Υποβάλλεται κάθε ΄χρόνο σ’ αυτήν την ταλαιπωρία;

-Όχι θεία. Είναι η δεύτερη και τελευταία φορά νομίζω. Υπάρχει κάποιος λόγος τον οποίο θα σας εξηγήσει κάποια στιγμή η ίδια.

-Συγνώμη Αννούλα μου, ίσως ήμουν αδιάκριτη. Δεν υπάρχει ανάγκη να μάθω το λόγο.

-Θεία μου, η Αννούλα δεν έχει μυστικά. Τηρεί όμως κάτι ως μυστικό, κάτι το οποίο δεν είναι δική της υπόθεση, μα για το οποίο δεσμεύεται.

-Φτάνει Αννούλα μου. Είναι απόλυτα σεβαστές οι πτυχές της ζωής των άλλων. Αγαπώ και θαυμάζω την Αννούλα.

Εκεί σταμάτησε η σύντομη συζήτηση της Αννούλας με τη θεία της Παρά το ό,τι η ανεψιά δεν έκρυβε τίποτε απ’ τη θεία, κείνη τη στιγμή απέφυγε να αποκαλύψει τους λόγους οι οποίοι ανάγκασαν την Αννούλα να ταλαιπωρηθεί τα δύο τελευταία καλοκαίρια. Ωστόσο, το μυστικό θα αποκαλυπτόταν στη συνέχεια χωρίς να συμβάλει η περιέργεια της κυρίας Ουρανίας. Κείνο το απόγευμα η Κατερίνα είχε τηλεφωνήσει στην Αννούλα και της είπε πως είχε ανάγκη απ’ την παρουσία της.

-Πού θα συναντηθούμε;

-Θα περάσω απ’ το σπίτι να σε πάρω. Θα βγούμε με το αυτοκίνητο. Αν η κυρία Ουρανία είναι εύκαιρη, μπορεί να μας ακολουθήσει.

Λίγο αργότερα η Κατερίνα βρισκόταν στη γνωστή της θέση στο σαλόνι της Αννούλας.

-Θα μιλήσω και στην κυρία Ουρανία για την υπόθεση.

-Όπως νομίζεις. Η θεία είναι εχέμυθη, προσεκτική, διακριτική.

Κάλεσαν τη θεία και η Κατερίνα άρχισε να διηγείται.

-Η Αννούλα γνωρίζει όλη μου τη ζωή. Δεν έχω εξάλλου λόγους να κρύβω τίποτε απ’ τις ημέρες της ζωής μου, αφού υπάρχουν πράγματα τα οποία δεν αποκαλύπτονται. Μου αρκούν, τα άλλα είναι παιγνίδι ματαιοτήτων….Η μητέρα πέθανε πριν δέκα χρόνια, έτσι, ξαφνικά, απ’ το κεραυνοβόλο εγκεφαλικό. Τρία χρόνια αργότερα, κάλεσε μαζί της και τον πατέρα. Έμεινα μόνη. Στην αρχή τα πράγματα ήταν  τραγικά, δεν είχα υποπτευθεί ποτέ μου τι σημαίνει μοναξιά. Πήγαινε κάθε μέρα στο κοιμητήριο και γύριζα μόνη, αφού κάποιοι συγγενείς έμεναν στην επαρχία και  δε μπορούσαν να συμπαρασταθούν. Ο πατέρας μάς έλεγε πως δεν είχε συγγενείς, μιλούσε για προπάππους και γενάρχες, μα ποτέ για κοντινότερα πρόσωπα. Απόδειξη της μακρινής του συγγένειας, καταγωγής καλύτερα, είναι η αγροικία στο Ζυγό, όπου θα πάω με την Αννούλα. Οι τίτλοι έχουν αποδειχθεί, πλήρωσα μάλιστα και αποδοχή κληρονομίας.

Μέχρι εδώ τα πράματα είναι σχετικά απλά, αν βάλουμε κατά μέρος το μυστήριο της οικογένειας του μπαμπά. Κι όμως, κρατούσε πεισματικά μέσα του ένα μυστικό, η μία όψη του οποίου μου αποκαλύφθηκε χωρίς καμιά έρευνα. Λίγους μήνες μετά το θάνατό του δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από ένα εντελώς άγνωστο πρόσωπο το οποίο ζητούσε να με συναντήσει για να μου αποκαλύψει κάτι. Βρισκόμουν ακόμη σε δύσκολη κατάσταση και γι’ αυτό τον παρακάλεσα να μου γράψει.. Μου απάντησε πως αδυνατούσε να γράψει γιατί νοσηλευόταν στο Αντικαρκινικό και πως με περίμενε με ανυπομονησία. Μάλιστα, του αποκρίθηκα με αφέλεια. “Λέγεσθε Κατερίνα Ευθυμίδη και θα ζητήσετε τον κ. Νίκο Ευθυμίδη…”  “Πώς; Είπα έντρομη”. H φωνή έσβησε, το τηλέφωνο έκλεισε και η φρίκη μου κορυφώθηκε. Αυτές τις στιγμές ο αυτοέλεγχος λειτουργεί υποτυπωδώς παραχωρώντας τη θέση του στην ενόραση…όπως μας έλεγε και ο καθηγητής μας ο οποίος ήταν μπερξονικός.

Την επόμενη, άυπνη και εξαντλημένη, τηλεφώνησα στη διεύθυνση και μετά πολλές προσπάθειες, πήρα τα πρώτα νέα. Ο Νίκος Ευθυμίδης έπασχε από καρκίνο στον πνεύμονα και υπήρχε κίνδυνος να σβήσει  από στιγμή σε στιγμή. Έγειρα στο κρεβάτι και βυθίστηκα σε συλλογή, επιστράτευσα στη συνέχεια όλες μου τις δυνάμεις να σηκωθώ και να τραβήξω για το νοσοκομείο, αλλά δε μπόρεσα. Ο τρόμος μου ήταν τόσο μεγάλος, που δε μπορούσα ούτε να δακρύσω. Προσπαθούσα κατόπιν να εισδύσω στη ζωή του πατέρα, στις αποσιωπήσεις του, στο μυστήριό του, στα άγχη του, μα δεν έβγαινε τίποτε το συγκεκριμένο. Την επόμενη ξύπνησα ήρεμη και αποφασισμένη, ίσως η δύναμη της προσευχής μου ’δωσε φτερά, και κίνησα για το αντικαρκινικό.

Η Κατερίνα σταμάτησε για λίγο και ανέπνευσε βαθιά.

-Μη συνεχίζεις χρυσό μου, αν σε κουράζει, έκανε η θεία Ουρανία.

-Όχι, θα γνωρίσετε όλη την αλήθεια, την αλήθεια που κατέχω, που δεν είναι όλη. Έχω πια ξεπεράσει τα πρώτα πλήγματα, φιλοσόφησα αρκετά, νιώθω ήρεμα. Μπαίνοντας στο θάλαμο, αντίκρισα το μακάβριο θέαμα του μόνου, του ανθρώπου που ζει και πεθαίνει μόνος, ίσως εξαιτίας σφαλμάτων άλλων… Συγκλονίστηκα, όταν ευθύς αμέσως διαπίστωσα ότι ήταν αδελφός μου, αφού μου  ’μοιαζε καταπληκτικά. Είχε πια χάσει τις αισθήσεις του και ο επιθανάτιος ρόγχος ήταν το τελευταίο σημάδι της παρουσίας του σ’ αυτόν τον κόσμο. Πλησίασα, ένιωσα πως τον γνώριζα χρόνια, έκλαψα, τον φίλησα, μα κείνος είχε αφήσει τη ζωή. Μια αδελφή με πλησίασε και με ρώτησε πώς λέγομαι. Αμέσως κατάλαβε και μου ’δωσε ένα φάκελο λέγοντάς μου: “Πριν τρεις ώρες με παρακάλεσε να σταθώ δίπλα του. Στη συνέχεια, μου υπαγόρευσε το γράμμα το οποίο βρίσκεται στο φάκελο. Είχε πιστέψει πως θα ερχόσασταν νωρίτερα, πως θα τον προλαβαίνατε. Χθες, όλη τη νύχτα, το βλέμμα του ήταν στραμμένο στην πόρτα…Πριν πέσει σε κώμα, μου είπε πως ήσασταν αδέλφια, αλλά η μοίρα δε θέλησε να γνωριστούμε. Κι όμως, πίστευε πως θα ερχόσασταν…”

Σ’ αυτό το σημείο η Κατερίνα αναλύθηκε σε λυγμούς. Την άφησαν να κλαύσει χωρίς να τη διακόψουν, γιατί γνώριζαν πως έτσι ζούσε λυτρωτικές στιγμές, στιγμές που εξαγοράζουν και απογειώνουν ταυτόχρονα, στιγμές οδύνης και λυτρωτικού πόνου. Λίγο αργότερα η Κατερίνα συνέχισε:

-Πέθανε πέντε λεπτά μετά την είσοδό μου στο θάλαμο. Ένιωσα μόνη, βαθιά εγκαταλειμμένη και τραγική, καθώς οι τύψεις μου για την αργοπορία μου έκαναν ταίρι με τα αισθήματα εκμηδένισης. Για μια στιγμή σκέφτηκα να πεταχτώ απ’ το παράθυρο, να χαθώ, μα κάποιο άγνωστο χέρι με συγκράτησε. Θυμήθηκα το παράπονο της Αντιγόνης για τον άταφο και άκλαυστο αδελφό της και κινήθηκα. Διάβασα γρήγορα το γράμμα στο οποίο ο νόθος γιος του πατέρα μου διεκτραγωδούσε τη δύστυχη ζωή του, τη βιωτή του με την ταλαίπωρη μητέρα του, τους πόνους της μοναξιάς και της κοινωνικής καταφρόνιας, τις κρυφές επαφές του με τον πατέρα, την πάλη του να με γνωρίσει και την αδυναμία του μετά την αιφνίδια αρρώστια του. Στερνή του επιθυμία ήταν να ενταφιασθεί στο ίδιο οικογενειακό μνημείο…Τον ενταφίασα κάπου πρόχειρα με τις δέουσες τιμές και έδωσα αγγελτήριο σε μια εφημερίδα. Κάποιοι δακρυσμένοι φίλοι παρουσιάστηκαν στην Εκκλησία, με συλλυπήθηκαν ψυχρά, γιατί με θεωρούσαν αιτία της δυστυχίας του αδελφού μου κι φίλου τους και χάθηκαν.

…Για αρκετό καιρό βυθίστηκα στην απόγνωση, πήρα άδεια, κατόπιν ζήτησα να αποσπαστώ σε σχολείο της αλλοδαπής και μόλις εφέτος εξεπλήρωσα την επιθυμία του αδελφού μου. Επεξέτεινα τον οικογενειακό τάφο μας και σε λίγο, με τη συνοδεία της Αννούλας, θα κάνουμε την μετακομιδή των οστών. Γι’ αυτό δούλεψα σκληρά, για να καλύψω τα έξοδα…

-Θα σας συνοδεύσω και εγώ, έκανε η θεία Ουρανία.

Η μετακομιδή ήταν απέριττη, συγκινητική, υποβλητική. Ωστόσο, η Κατερίνη ήταν συγκινημένη καθώς θωρούσε τα οστά του αδελφού της και την ταφόπλακα των γονιών της. Δε μιλούσε καθόλη τη διάρκεια της παραμονής τους στο κοιμητήριο, ούτε όταν διέσχισαν τους διαδρόμους ρίχνοντας βλέμματα προσευχής σε νέες, λιγότερο νέες κι ηλικιωμένες φωτογραφίες νεκρών που παρήλαυναν ακίνητοι δεξιά και αριστερά. Επικοινώνησαν επίσης με τους δικούς τους που αναπαύονται και βγήκαν αμίλητες.

-Θα δειπνήσουμε μαζί, σα σε δείπνο παρηγορίας, είπε η ηλικιωμένη γυναίκα.

-Ευχαριστώ, μα δε συνηθίζουμε να δειπνούμε.

-Ας είναι. Θα ετοιμάσω κάτι πρόχειρο…

Γύρισαν στο σπίτι όπου τις υποδέχτηκε ο Φαίδρος. Η ευχάριστη έκπληξη απάλυνε τη μελαγχολική ατμόσφαιρα, παρόλο που ο νέος δεν ήταν ποτέ του ενθουσιασμένος.

-Επέστρεψες όπως πάντα, χωρίς να μας ειδοποιήσεις παιδί μου…

-Μα μητέρα, χθες δε μιλήσαμε;

-Ναι, αλλά δεν είπες πως έρχεσαι σήμερα.

-Γιατί να το πω; Για να ανησυχείς; Δεν είναι καλύτερα που με βλέπεις χωρίς να παρεμβάλλονται ώρες ανησυχίας;

-Έχεις δίκιο.

-Θα μας πεις Φαίδρε πώς πέρασες στα όμορφα μέρη που πήγες..

-Θα έχουμε αυτήν την ευκαιρία στο μέλλον…Εσείς πέστε μου πώς περάσατε τη μέρας σας, ποιο όμορφο κομμάτι της αττικής γης επισκεφθήκατε…

Οι γυναίκες κοιτάχτηκαν ενστικτωδώς. Ο Φαίδρος βρέθηκε σε αμηχανία καθώς είδε τις γυναίκες να κοιτάζονται ανήσυχα.

-Θα μάθεις και μάλιστα αμέσως, είπε η Κατερίνα, παρόλο που θα έπρεπε να ακούσεις  κάτι ευχάριστο μετά την περιήγησή σου σε ευρωπαϊκές πόλεις.

-Δεν επιμένω, αν πρόκειται για κάτι το οποίο πρέπει να παραμείνει μυστικό…

-Όχι Φαίδρε, όχι, δεν υπάρχουν μυστικά. Τι θα μπορούσα να αποκρύψω από σένα;

Η Κατερίνα διηγήθηκε νηφάλια και με λεπτομέρειες τον πόνο της, το μυστικό της. Ο νέος δεν παραξενεύτηκε ιδιαίτερα, γιατί έκρυβε ήδη ένα δικό του μυστικό, αφάνταστα πιο εκρηκτικό. Αν το αποκάλυπτε κείνη τη στιγμή, οι τρεις γυναίκες και ιδιαίτερα η μητέρα του θα σπάραζαν από απέραντο πόνο.

-Ο θάνατος, είπε με περίσκεψη, δε λέει και πολλά πράγματα στο σύγχρονο άνθρωπο, εκτός βέβαια από κάποιες συγκλονιστικές περιπτώσεις οι οποίες μας παραλύουν μόνο για λίγο, οι οποίες δεν εισβάλλουν στο βάθος της συνείδησης. Ο θάνατος του Νίκου είναι πράγματι συγκλονιστικός, αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας την τραγική του μοίρα, μα συ δε φταις σε τίποτε. Το βλέπω στα αγνά και μελαγχολικά ταυτόχρονα μάτια σου. Συμπάσχεις και το συμπάσχειν ανήκει σε συνειδήσεις που κοσμούνται με θεία δώρα. Συμπάσχοντας, σηκώνεις τον παγκόσμιο πόνο στο μέτρο των δυνατοτήτων σου, παρόλο που κάποιοι θα αντέλεγαν πως αυτό δεν έχει καμιά πρακτική συνέπεια. Μεγάλο λάθος!

Ο Φαίδρος σηκώθηκε, πήρε βαθιά ανάσα, αντίκρισε τις γυναίκες και συνέχισε:

-Ιδωμένος ο πόνος του κόσμου από έξω μοιάζει να αποτελεί συνέπεια της πλάνης, της αδυναμίας, της κακότητας, της κακομοιριάς. Μόνο η μόρφωση, η επιστήμη και η θρυλούμενη πρόοδος μπορούν να δράσουν ως ανασχετικοί παράγοντές του. Ιδωμένος όμως εκ των έσω ο πόνος των ανθρώπων επικαλείται την καρδιά, το συμπάσχειν, την ενεργητική συμμετοχή. Δεν εννοώ βέβαια τους συναισθηματισμούς, τις κραυγές και δεν ξέρω ποιες άλλες εκδηλώσεις. Η καρδιά που συμπάσχει, διαστέλλεται, εισβάλλει στην πονεμένη συνείδηση και προσπαθεί να της ανοίξει θαυμαστά παράθυρα, να τη διαστείλει απ’ την πύκνωση της καθημερινής φθοράς. Γι’ αυτό τελικά ο πόνος αγνίζει, ελευθερώνει, όπως έλεγε ο Νίτσε…Πριν όμως, πρέπει να σπάσουν τα δεσμά της αυταπάτης και να που ερχόμαστε στο θάνατο. Όποιος φοβάται το θάνατο, φοβάται τη ζωή, γιατί η τελευταία είναι δεμένη με το θάνατο και δε νοείται χωρίς αυτόν. Το μυστήριο της ζωής είναι και μυστήριο του θανάτου. Η απώτερη γεύση της ζωής είναι θνήσκουσα, χάνεται κάπου και γι’ αυτό αρμός της είναι ο θάνατος, ο διαρκής θάνατος ο οποίος μεταφράζεται με τις εμπειρίες μας ως ζωή.

-Τι έχεις παιδί μου και μιλάς για το θάνατο; Άλλαξε θέμα σε παρακαλώ…

Ο Φαίδρος αντίκρισε τη μητέρα του με απέραντη νηφαλιότητα.

-Ανησυχείς;

Αυτόματα σχεδόν ο νέος έγινε κάτωχρος, μα συγκρατήθηκε. Γέλασε συγκαταβατικά, κάθισε ήρεμα και άφησε τις γυναίκες να συνεχίσουν.

-Όσο κι αν προσπαθεί κανένας να συμπεριφέρεται ως στωικός σοφός ή ως άγιος, δεν τα καταφέρνει…Είναι βέβαιο πως για το στωικό σοφό δεν υπάρχει τραγικότητα, γιατί στα μάτια του η ζωή μας με τις τραγικότητές μας είναι κωμωδία. Μια κωμωδία χωρίς τη γνωστή κάθαρση των τραγωδιών. Ποιος όμως φτάνει τόσο ψηλά; Κι όμως, οι απλές και ταυτόχρονα πολύτιμες συγκινήσεις μας εκεί οδηγούν. Μας βοηθούν να καταλάβουμε πού βρίσκεται η πραγματική ζωή και τι θα γινόμασταν χωρίς αυτές; Ήδη η μνήμη του αδελφού μου ενεργεί καθοδηγητικά…

-Συνεχίστε τη συζήτησή σας, θα ετοιμάσω κάτι πρόχειρο, μα νόστιμο.

Χάθηκε στην κουζίνα σα σκιά, αλλά μαζί της κουβαλούσε ένα αβάσταχτο βάρος το οποίο απειλούσε να συντρίψει όλη της τη συνείδηση, όλο της το είναι, γιατί η διαίσθησή της την πληροφορούσε πως τα λόγια του Φαίδρου στηρίζονταν κάπου. Άρχισε να ετοιμάζει δύο ομελέτες, έκοψε το ψωμί, το τυρί, τη σαλάτα. Δείπνησαν ευχάριστα μιλώντας για διάφορα θέματα και κυρίως για την παραμονή τους στο Ζυγό.

-Σας προσκαλούμε στην αγροικία, είπε η Κατερίνα. Υπάρχουν δωμάτια, θα έχουμε τις στοιχειώδεις ανέσεις…

-Θα το ’θελα τόσο! Όμως, τις μέρες της εξόδου σας θα συνοδεύω την οικογένεια της κόρης μου με τα δύο μικρά. Τους είμαι απαραίτητη αυτές τις μέρες. Η σκέψη μου όμως θα είναι μαζί σας.

-Θα πάμε τελικά στο Ζυγό, έκανε ο Φαίδρος.

-Μα είναι βέβαιο. Δεν πιστεύω να διστάζεις…

-Φυσικά και όχι. Ωστόσο, η έξοδος πραγματοποιήθηκε.

Η Κατερίνα δεν κατάλαβε.

-Πήγες δηλαδή Φαίδρε χωρίς να μας πεις τίποτε;

Το βλέμμα του ήταν ερευνητικό και ελαφρά ανήσυχο.

-Λες να πήγα μόνος μου Κατερίνα;

-Εξήγησέ μας πώς πραγματοποιήθηκε η έξοδος…

-Να, με όσα συζητάμε και σκεπτόμαστε αυτόν τον καιρό, πραγματοποιούμε συνεχείς εξόδους, ξεπερνάμε συνεχώς τους εαυτούς μας.

-Τώρα κατάλαβα, είπε η κοπέλα με ευχαρίστηση.

-Κι όμως, απαιτείται η αλλαγή, η ξεκούραση, η έξοδος. Θα πραγματοποιηθεί και τυπικά. Στην αρχή ήμουν διστακτική, αλλά έγινα κατηγορηματική.

Η Αννούλα ήταν πραγματικά κατηγορηματική. Δεν ήταν σε θέση όμως να υποψιασθεί τι θα της συνέβαινε, τι θα συνέβαινε σ όλη την παρέα.

Η συζήτηση συνεχίστηκε αρκετά. Κάποια στιγμή η κυρία Ουρανία ζήτησε συγνώμη, γιατί, κατά τις συστάσεις των γιατρών, όφειλε να πάρει τα φάρμακά της και να κατακλιθεί. Ήταν φιλάσθενη, αλλά δεν αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Ο Φαίδρος συνόδευσε τη μητέρα του στο υπνοδωμάτιο της, ετοίμασε τα χάπια, μα ένιωσε έντονα την ανάγκη να τη δει για λίγο μετά απουσία αρκετών ημερών.

-Είσαι απολύτως καλά παιδί μου; Έκανε ό,τι είχες προγραμματίσει; Γύρισες ευχαριστημένος;

-Όλα πήγαν καλά… Εσύ πώς πέρασες; Δε μου είπες τίποτε για τον εαυτό σου.

-Όπως πάντα παιδί μου.

Έριξε ένα στοργικό βλέμμα στο γιο της, τον πλησίασε και τον αγκάλιασε με κείνη την απέραντη μητρική στοργή η οποία δεν περιγράφεται. Ο Φαίδρος που δεν ήταν εκδηλωτικός, συγκινήθηκε, καθώς μάλιστα θυμήθηκε το τραγικό μυστικό το οποίο κουβαλούσε…Για μια ατέλειωτη σαν την αιωνιότητα στιγμή θυμήθηκε τόσα και τόσα, όταν ζούσε ο μακαρίτης ο πατέρας του, το θάνατό του, τις στερήσεις και την καρτερία της μητέρας του, τους γάμους των δύο μεγαλύτερων αδελφών του και πολλά άλλα. Ταυτόχρονα ξαναθυμήθηκε το μυστικό του και κεραυνοβολήθηκε. Δεν κεραυνοβολήθηκε από φόβο απέναντι στον εαυτό του, αλλά απ’ τα συναισθήματά του απέναντι στη μητέρα του…Ωστόσο, συγκρατήθηκε και κατόρθωσε να κρύψει τα συναισθήματά του.

-Θα τα πούμε αύριο μητέρα. Ώρα να πάρεις τα φάρμακά σου και να ξαπλώσεις.

-Ναι παιδί μου, ναι. Μην  αργήσετε, γιατί και συ και η Κατερίνα είστε αρκετά κουρασμένοι, αν όχι ταλαιπωρημένοι.

-Μην ανησυχείς.

Ο Φαίδρος βρήκε αργότερα τις δύο γυναίκες στην ταράτσα. Είχαν ήδη στήσει τις κινητές πολυθρόνες τους και παρατηρούσαν αμίλητες τον ουρανό. Ίσως αυτές οι περιπαθείς υπάρξεις ανέμεναν κάποια μυστικά απ’ τον αστικό κόσμο, ίσως κοινωνούσαν με τα βαθύτερα μυστικά του τα οποία δεν είναι παρά τα μυστικά των ανθρώπινων εκζητήσεων, πέρα από παραστάσεις και ανθρωπομορφισμούς. Ίσως συναντιόντουσαν στο βασίλειο της σιγής με άλλες όμοιές τους υπάρξεις…

-Πες μας Φαίδρε για τα φιλοσοφικά σου αναγνώσματα στη Γερμανία, είπε αργότερα η Κατερίνα.

-Δε ζεις τη φιλοσοφία διαβάζοντας…Μόνο που η προσεκτική μελέτη δημιουργεί εναύσματα και νέες αφετηρίες, που προβληματίζει με μια γονιμότητα που αξίζει περισσότερο και απ’ τα ίδια τα φιλοσοφήματα… Κατά βάθος η φιλοσοφία αποτελεί αιώνια αναστροφή με πέντε έξη κύρια ερωτήματα. Οι βαθυνούστεροι φιλόσοφοι έδωσαν τις απαντήσεις τους οι οποίες, παρά την αιώνια γονιμότητά τους, δε συνιστούν οριστικές απαντήσεις Τελευταία προσπαθώ να κατανοήσω τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στον ελληνικό και στον ευρωπαϊκό ιδεαλισμό και νομίζω πως πήγα αρκετά καλά, παρά την επιμονή που απαιτείται για περαιτέρω εμβάθυνση. Βέβαια, πολλά εγχειρίδια ιστορίας της φιλοσοφίας αλλά και μελέτες μιλούν για τη διαφορά, αλλά τυπικά και στερεότυπα. Οφείλει κανένας να αναστραφεί με πάθος με τα κείμενα για να κατανοήσει, αφού στοχασθεί και προσωπικά. Κι όμως, η σκέψη του θείου Πλάτωνα δεν κατανοείται χωρίς ηρωικό πάθος, χωρίς συστολές και αποδιαστολές της ίδιας μας της ύπαρξης.

-Το χρόνο τον έχεις, αλλά και τις δυνατότητες…

Ο Φαίδρος αντίκρισε τις δύο φίλες του με βλέμμα το οποίο πρόδιδε έξαρση και συγκίνηση. Στο υπόφως της νυχτιάς το ωχρό του πρόσωπο και τα ξανθά του μαλλιά πρόδιδαν κάτι το τραγικό, καθώς το βλέμμα του καρφωνόταν ανάλαφρα πότε στην Αννούλα και πότε στην Κατερίνα. Ψεύδονται όσοι λένε πως οι άνθρωποι δε συναντιούνται παρά από ιδιοτέλεια ή από αμοιβαίες φιλαρέσκειες, πως η ανθρώπινη ύπαρξη είναι μόνο πανούργα και ιδιοτελής…Ο νέος ένιωθε τόσο κοντά, που λίγο έλειψε να αποκαλύψει στις υπάρξεις που ήταν κοντά του ως νεύμα της Εγγύτητας το τραγικό του μυστικό. Χωρίς να το δείχνει, αγωνιζόταν να μην το εκμυστηρευθεί κείνη τουλάχιστον τη βραδιά, γιατί πίστευε πως ανάμεσα στους ανθρώπους που κοιτάζονται με την καθαρότητα του βλέμματος δεν υπάρχουν ούτε μυστικά ούτε τραγικές στιγμές… Κι όμως, ένιωθε κάποτε ένα απέραντο, άπειρο κενό και νόμιζε πως σανίδα σωτηρίας θα ήταν η εξαδέλφη του και η κοινή τους φίλη. Αμέσως όμως άλλαζε γνώμη, γιατί δεν επιθυμούσε να βυθίσει στο παρθενικό κάλλος των καθαρών συνειδήσεων τη ρομφαία του πόνου και της αποκαραδοκίας… ‘‘Να μιλήσω αυτή τη στιγμή;…Όχι κάποια άλλη στιγμή…” Ο αγώνας του Φαίδρου ήταν μέγας, γιατί υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες και οι γενναιότερες συνειδήσεις κάμπτονται, έστω και προσωρινά. Νιώθοντας έτσι το ίλιγγο του μηδενός που στο βάθος δεν είναι παρά φαντασιακή αυταπάτη του αρρωστημένου εγώ, αποφασίζουν να μιλήσουν, να ζητήσουν βοήθεια…Φυσικά, σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι φίλοι είναι τα πλησιέστερα πρόσωπα Θα άντεχε όμως η Αννούλα το μεγάλο και τραγικό μυστικό; Η Κατερίνα; Βέβαια, την Κατερίνα τη γνώρισε πρόσφατα, μα ένιωθε πως τη γνώριζε αιωνίως, πριν γεννηθεί. Οι δύο φίλες του όμως δεν έπαυαν να είναι γυναίκες με συναισθήματα  διαφορετικά από εκείνα του άρρενα.

Καθώς όμως τα βλέμματά τους αγκαλιάζονταν με οντολογική θα ’λεγε κανένας, τρυφερότητα, ο Φαίδρος έπαθε την πρώτη του διάλειψη. Έγειρε στην πολυθρόνα λιπόθυμος, άφωνος, ανέκφραστος. Οι δύο φίλες τινάχτηκαν αστραπιαία απ’ τα καθίσματά τους και βρέθηκαν δίπλα του. Η Κατερίνα άνοιξε αμέσως τα κουμπιά του πουκαμίσου, η Αννούλα ξέσφιξε τη ζώνη, του ’βγαλε τα παπούτσια ψιθυρίζοντάς του:

-Φαίδρε μου, είμαστε δίπλα σου, μας βλέπεις; Δεν είναι τίποτε χρυσό μου ξαδελφάκι…

Κοιτάχτηκαν αμήχανες, ανήσυχες, τρομοκρατημένες.

-Μην πανικοβάλλεστε, πέρασε…. Δεν ήταν τίποτε. Πρόκειται για μικρολιποθυμία που ίσως οφείλεται στην κούραση του ταξιδιού, στη φόρτιση της μέρας. Ησυχάστε…

Είδε κατόπιν το ξεκουμπωμένο του πουκάμισο, την ξεσφιγμένη του ζώνη, τα βγαλμένα του παπούτσια και το ρίγος των ημερών ανανεώθηκε. Φίλησε με δάκρυα στα μάτια την Αννούλα και την Κατερίνα και σταύρωσε τα χέρια του στην αναπαυτική του πολυθρόνα.

-Καθίστε…

Κείνες κάθισαν και περίμεναν με αδημονία τα λόγια του.

-Υπάρχει ένα μικροπρόβλημα που έχει σχέση με τη λειτουργία του εγκεφάλου. Πρόκειται για ένα είδος επιληψίας που διαπιστώθηκε στο εξωτερικό, μετά κάποια συμπτώματα. Μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται για σημαντική πάθηση, έτσι είπαν καλοί γιατροί οι οποίοι και μου έδωσαν θεραπεία. Εκείνο για το οποίο σας παρακαλώ είναι η απόλυτη εχεμύθεια. Βέβαια, σας ζητώ συγνώμη γιατί σας παρακαλώ για κάτι το αυτονόητο, μα τυπικά έχω το χρέος να το κάνω. Εχεμύθεια λοιπόν απέναντι στη μητέρα.

Ο Φαίδρος κόμπιασε και δε μπόρεσε να συνεχίσει, κι αυτό γιατί προσποιούταν και δεν ανέφερε τους πραγματικούς λόγους της αδιαθεσίας του.

-Τι σου συνέβη Φαίδρε μου στην Ευρώπη;

-Ήταν ξαφνικό; Σε κούρασε πολλές φορές;

-Ας αφήσουμε τις λεπτομέρειες οι οποίες εξάλλου δεν ωφελούν σε τίποτε. Είχα δύο διαλείψεις και έκανα εξετάσεις. Διέγνωσαν ό,τι σας είπα.

-Είναι ακριβώς έτσι;

-Απολύτως.

-Σε πιστεύω Φαίδρε μου, σε πιστεύω. Μόνο προσοχή…

Ο Φαίδρος έστρεψε το βλέμμα του στην Κατερίνα κι το ακινητοποίησε πάνω της. Αν κάποιος μεγάλος ψυχολόγος και ψυχογράφος ήταν σε θέση να μαντέψει την έκφραση του βλέμματος η οποία πάντα διαφεύγει απ’ τις λαβίδες των ειδικών, θα αποφαινόταν σίγουρα πως και ο Φαίδρος είχε ανάγκη.

-Ας κατεβούμε, ώρα για ύπνο…Η Κατερίνα θα μείνει μαζί μας.

Οι θόρυβοι του προαστίου είχαν κατασιγάσει, η πολιτεία κοιμόταν, ο ουρανός, πλουμισμένος με τα άστρα του, γινόταν όλο και πιο υποβλητικός ως καθάριο βλέμμα της άπεφθης εξωτερικότητας…Κάποια αδιόρατη μα πραγματική μαγεία κατασκήνωνε στις ψυχές. Κείνη τη στιγμή ο Φαίδρος αισθάνθηκε απέραντη αγαλλίαση που κατασίγασε κάθε εσωτερικό του μυστικό. Και οι κοπέλες που παρατηρούσαν τα άστρα λέτε και προσεύχονταν, αισθάνονταν γαλήνια.

-Αλήθεια, πόσες φορές αισθανόμαστε αυτή την ανέκφραστη γεύση ζωής η οποία μας ενώνει με την πνοή της μεταφέροντάς μας σε πραγματικούς μα ανέγγιχτους χώρους; Πόσο συχνά αφήνουμε το μύχιο εγώ μας να απλωθεί στο χώρο, να πεθάνει από κάθε οσμική μέριμνα, να γευθεί τη ζωή, αυτό το μεθυστικό ποτό που ανασταίνει για πάντα; Πιστεύω πως κάπου ο θάνατος ενώνεται και δε συνέχεται απλά με τη ζωή. Ηρωισμός δεν είναι οι μπραβούρες, αλλά η απόκριση στο κάλεσμα της ζωής….

 

Η Αννούλα διαισθανόταν άσχημα πράγματα τα οποία δεν ήθελε να πιστέψει. Φοβόταν μήπως αυτή η νυχτερινή έξαρση του αγαπημένου της Φαίδρου μήνυε συγκλονισμό, βαριά ασθένεια, επικείμενο θάνατο. Έχασε την πνοή της, κόμπιασε, μα κατόρθωσε να διακόψει τον αγορητή.

-Φαίδρε, είναι η ώρα του ύπνου, δεν το κατάλαβες; Μα είσαι κατάκοπος, έχεις ανάγκη από ανάπαυση, μην καθυστερείς.

Ο Φαίδρος έστρεψε το βλέμμα του στην αγαπημένη του φίλη και εξαδέλφη και παρατήρησε νηφάλια:

-Ο θάνατος δεν πρέπει να μας βρει στον ύπνο.

-Τι; έκαναν οι δύο γυναίκες με τρόπο που πρόδιδε πραγματική οδύνη.

-Είπα πως το πιο απαίσιο πράγμα στη ζωή είναι ο εφησυχασμός. Κατά τη μυθολογία η νύχτα γεννήθηκε απ’ το Φάνητα, απ’ τη μορφή την οποία φοβόταν και ο Δίας. Η νύχτα γεννήθηκε απ’ το Χάος και είναι μητέρα της  Ημέρας. Η νύχα παραπέμπει στο Φάνητα, στο Φάνη, στο φως, ότι αυτού φανέντος το παν εξέλαμψεν, κατά τους Ορφικούς. Μη φοβάστε τη νύχτα την οποία τόσο αγαπήσατε, μην τρομοκρατείστε  απ’ την αρρώστια μου που φαίνεται να σκιάζει τις γεμάτες χάρμα συνειδήσεις σας ως άγρια και ασέληνη νύχτα... Η νύχτα καλεί στο φώς, η ασθένεια επικαλείται τη ζωή. Γιατί τρομοκρατείσθε αγαπημένες μου; Ποιος μας διαβεβαίωσε ως προς τη διάρκεια της ζωής μας; Ποιος; Ομολογώ πω δεν περίμενε τις αντιδράσεις σας και πραξενεύομαι τόσο…Μη με απογοητεύετε σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής μου.

-Όχι, όχι, όχι…

Κι όμως, ρίγος διαπερνούσε τις δύο γυναίκες οι οποίες, χωρίς να το θέλουν, αντίκριζαν με πονεμένα πρόσωπα το Φαίδρο υπό την άδηλη βεβαιότητα εμπιστοσύνης και αναμονής. Ο νέος άνθρωπος, παρόλο που διακατεχόταν από ιδιότυπη έξαρση η οποία φυγάδευσε για λίγο τα στίγματα της μελαγχολίας του, κατανόησε τον κόσμο της Αννούλας και της Κατερίνας. Σκέφθηκε πως όφειλε να συνεχίσει κάποια άλλη στιγμή και είπε:

-Πώς πάνε οι προετοιμασίες;

-Όλα είναι έτοιμα. Θα μας ακολουθήσεις;

-Θα σας συναντήσω και στην αγροικία και στο Ζυγό.

-Η αγροικία είναι άνετη και θα μπορούσες να εγκατασταθείς εκεί. Θα σε μεταφέρω εγώ στο Ζυγό για να συναντάς την παρέα.

-Ευχαριστώ Κατερίνα. Οπωσδήποτε θα μείνω μαζί σας κάποιες βραδιές.

-Ο Βασίλης, Αγλαϊα;

-Ήδη μας περιμένουν. Πότε προγραμματίζετε να φύγετε;

-Μεθαύριο αν…

-Τι αν Αννούλα μου; Συζητήσαμε τόσο και τώρα προβάλλεις εμπόδια;

-Όχι Φαίδρε. Ας…είσαι…καλά…

-Και είμαι και θα είμαι. Ελπίζω σ’ αυτές τι μέρες.

-Και μεις!

-Οι προϋποθέσεις επομένως είναι άριστες Ο Βασίλης μου ’γραψε για τον κύριο Μένιο, για την Πόπη, για τον Τάσο και για τους άλλους. Οι περιγραφές του σκιτσάρουν τόσο όμορφα τοπία και ανθρώπους όταν μάλιστα τον συγκινούν.

-Εμείς θα πάρουμε μέρος ως οπισθοφυλακή. Έδρα μας θα είναι η αγροικία.

-Επιπλέον, έχω χρέος, εγώ προσωπικά να ψάξω το δεύτερο μυστικό του πατέρα μου. Το γράμμα του Νίκου μιλάει για δύο μυστικά Ποιο είναι το δεύτερο, αφού το πρώτο είναι πια γνωστό; Βρίσκεται, έγραφε, σε ένα προγονικό σπίτι, στην επαρχία, κοντά στο Ζυγό.

-Πρόκειται για αγροικία.

-Ανυπομονείς;

-Όχι, έχω ήρεμη τη συνείδησή μου.

-Αρκετά. Ας κατεβούμε για ύπνο, σας βλέπω να νυστάζετε.

-Ήταν για όλους μας κουραστική η ημέρα.

Κατέβηκαν. Η Αννούλα και η Κατερίνα δε μπορούσαν να εκφράσουν το συγκλονισμό τους μόλις έμειναν μόνες. Όταν κατά τις τέσσερις απόφάσισαν να ξαπλώσουν, η αϋπνία ήρθε ως άλλος επισκέπτης του άγχους, ως μαστίγιο που επέτεινε τη βάσανο των ψυχών τους. Και τι δεν υπέθεσαν για την αρρώστια του Φαίδρου, και τι δεν υποψιάστηκαν…Κι όμως μια κάποια ελπίδα τις ένωνε με ένα πλήρωμα ζωής που έδιωχνε τις φρικτές σκιές των μακάβριων σκέψεών τους, κάτι σαν υπερκόσμιο έλεος στο οποίο μετείχαν. Θα δέχονταν με σοφία ό,τι κι αν συνέβαινε…Γι’ αυτό την επόμενη βρέθηκαν στη δουλειά τους χωρίς το παραμικρό ίχνος κόπωσης.

 

                                        9

Ο Φαίδρος αποσύρθηκε μετά τις κοπέλες. Ήταν τόσο φορτισμένος που έχασε και την αίσθηση του χρόνου. Για κάποιες στιγμές η σκέψη του έπαυε να λειτουργεί, αισθανόταν ότι ερχόταν σε επαφή με κόσμους τους οποίους δεν είχε καν υποψιασθεί, τόσο δυνατά του φαίνονταν τα μυστικά ριζώματα του ενστίκτου, αυτής της αλάνθαστης μα τυφλής αντίληψης της ζωής. Κάποτε οι παραστάσεις εισέβαλαν μέσα του ορμητικά, ο ειρμός τους διαλυόταν δημιουργώντας εσωτερικό ορυμαγδό κι όλα αφανίζονταν στη στιγμή. Κατόπιν συνερχόταν και ένιωθε την ανάγκη να ελέγξει τα γεγονότα, μα του κάκου, αφού η λογική προσπάθεια ατονούσε και χανόταν στους δαιδάλους των συναισθηματικών εισβολών.

Άνοιξε διάπλατα το παράθυρο του δωματίου του για να βλέπει τα άστρα του ουρανού, βγήκε στο μπαλκόνι για να πάρει βαθιές εισπνοές, αντίκρισε τους παιδικούς του φίλους, τα άστρα, και προσπάθησε να συνταυτίσει  το βλέμμα του με το παγκόσμιο Βλέμμα, με τους εσώτερους παλμούς της σκέψης του. Απογειώθηκε πνευματικά, πέρασε σε άλλους κόσμους και επανήλθε αρκετά ήσυχος στα γήινα. Έβγαλε κατόπιν τα παπούτσια του για να φορέσει κάποια πάνινα που δεν κάνουν θόρυβο και γλίστρησε σα νυχτερινή σκιά. Κατέβηκε ανάλαφρα τη σκάλα, άνοιξε την πισώπορτα απαλά και πέρασε στον κήπο. Οι απόμακρες ανταύγειες τον βοηθούσαν να διακρίνει αμυδρά τις σκιές των δένδρων, τα παρτέρια, το φράχτη, τα γνώριμα μέρη και τις γωνίτσες.

Διέσχισε σκεπτικός τις αλέες, αντίκρισε τα παγκάκια, άκουσε το νυχτοπέταγμα της νυχτερίδας, απήλαυσε τους ρυθμικούς ήχους του δρυοκολάπτη. Το σκιουράκι ανεβοκατέβαινε σβέλτα από πεύκο σε πεύκο, αγρυπνούσε ανήσυχο, καθώς η σκιά του Φαίδρου μετακινούταν. Κουράστηκε γρήγορα, ένιωθε πως τα πόδια του παρέλυαν και κάθισε στο ακρινό παγκάκι ώστε να διακρίνει και τον κήπο και το σπίτι στο βάθος. Άφησε τα παιδικά όνειρα να τον περιλούσουν καθώς κάθε γωνιά ανάσταινε και κάποια παιδική του εμπειρία με τις μύριες μυθικές ακροάσεις. Κι όμως, στη μυστική πανδαισία της νυχτιάς, σιγανέμιζε αδιάστατα μέσα του (;) έξω (;) του κάτι που κατέπαυε και τις υποβλητικότερες υποκρούσεις των στιγμών με το υπαινικτικά χαρμικό τους χαμόγελο.

Ταξίδεψε με τις μνήμες των παιδικών του φίλων, με τη μακάρια σκιά το μακαρίτη του πατέρα του, με τη ζεστή παρουσία της μητέρας του, πάγωσε και  κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε. “Πώς θα αντέξει τον πρόωρο θάνατό μου; ” αναρωτιόταν καθώς ο φρικτός και επικείμενος επισκέπτης κεραυνοβολούσε τα σωθικά του…Στέρεψε για λίγο ο εσωτερικός του κόσμος, εξαφανίστηκε η μνήμη, το συναίσθημα αποδιαλύθηκε. Ο Φαίδρος κολυμπούσε σε ένα απέραντο κενό, σε μια ζοφερή νυχτιά, πνιγόταν όχι στον πολύβοο ωκεανό, αλλά στο υπαρξιακό του μηδέν. “Θα πεθάνει, δε θα αντέξει…” Τη θυμήθηκε κατόπιν χήρα απ’ τα σαράντα της, αφοσιωμένη στη μνήμη του πατέρα και στην αγωγή των παιδιών, κουρασμένη απ’ τα χτυπήματα  της ζωής και παρηγορημένη ταυτόχρονα. “Θα αντέξει, είναι γενναία ψυχή…”

Απαιτήθηκε ώρα ώσπου η ταραγμένη του σκέψη να ησυχάσει και να ξαναβρεί τη μελαγχολική της ησυχία. Προχώρησε νηφάλια  στις μνήμες της ήβης, στο γλυκό χαμόγελο κάποιων κοριτσιών με τα οποία αγαπήθηκε πλατωνικά, αγκυροβόλησε για λίγο στον ορμίσκο με τις μούσες και τις θεότητες, στον απήμονα τόπον  ο οποίος του προκάλεσε την αιώνια φιλοσοφική ανάφλεξη, βυθίστηκε απαλά στις μεγάλες στιγμές της ζωής του, στις στιγμές, στις ερωτικές στιγμές της φιλοσοφικής εγρήγορσης και μελέτης, αναθυμήθηκε τον ιερό του μόχθο, καθώς μελετούσε τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Πλωτίνο, τους μυστικούς του χριστιανισμού και των Ουπανισάδων, τον Καντ, τον Σοπενχάουερ, τον Καρτέσιο, τους Άγγλους εμπειρικούς και αρκετούς μυθιστοριογράφους και ποιητές.

‘‘Οι μεγάλοι της φιλοσοφίας και του στοχασμού με εισήγαγαν  στο ατέρμον φιλοσοφικό οδοιπορικό, με στερέωσαν. Ω ιεροφάντες, ω αιώνιες ψυχές, ω μεγάλα παιδιά, ω θείοι μύστες! Θα ’κτιζα αν ζούσα και ’γω το καλυβάκι μου στο μέγα αυλισμό, θα ’κανα τη σπονδή μου στην αιώνια φιλοσοφία…Ωστόσο, είναι σαν να έγινα όλα. Έζησα έστω και για λίγο τη φιλοσοφική πανδαισία, πέρασα στην αιωνιότητα, έστω και ως υποσκιά των φωτεινών σκιών…Ζω!’’

Τώρα η έξαρση του Φαίδρου φαίδρυνε τα μάτια του σώματος και της ψυχής του, τον γέμιζε με ανείπωτη πληρότητα, τον έπεισε πως το μύχιο είναι του δε θα πεθάνει. Αρμένισε και πάλι στο πρόσφατο και στο απόμακρο παρελθόν για να προσορμίζεται σε ορμίσκους με ωκεάνειο βάθος και αποστίλβουσα ταυτόχρονα διαφάνεια Τι θα μπορούσε να πει για την Αννούλα χωρίς να κινδυνεύσει να προδώσει το θυγατρικό της κάλλος; Η αιώνια εξαδέλφη και φίλη θα ζούσε και με την ευσέβειά της, υπερβολική και ελαφρά  ειδωλική, θα ανέπεμπε στη μνήμη του ευχές, προσευχές, δεήσεις και ευχαριστίες. Θα ζούσε η Αννούλα και μαζί της θα μετέφερε κάτι απ’ τον κόσμο του. “Η Κατερίνα;” αναρωτιόταν στη συνέχεια, για να συνεχίζει ρεμβικά: “Η Κατερίνα, η κατά πνεύμα αδελφή της Αννούλας, το χαριτωμένο και μελαγχολικό ταυτόχρονα θηλυκό! Δεν ξανοίχτηκε στον άρρενα, δεν περιέλουσε καμιά αρρενωπή ψυχή με το αιώνιο μυστήριο της γυναίκας…Όχι, δε συναντήθηκε με κανέναν…Ζει, φαίνεται, κόσμους δυσπρόσιτους στην κοινή συνείδηση…” Ο Φαίδρος μούδιασε για λίγο.

-Σίγουρα συναντήθηκα με την Κατερίνα, αλλά τόσο παράκαιρα, τόσο άτυχα, τόσο ουράνια όμως. Ας είναι, ίσως αυτό είναι σημαντικότερο.

Κατόπιν η σκέψη του Φαίδρου πέρασε στο Βασίλη, στον πρώτο του πραγματικό μαθητή. Ο Βασίλης μυούταν στα μεγάλα μυστικά της ζωής απ’ τον ίδιο.

‘‘Ο Βασίλης θα πονέσει με το θάνατό μου, αλλά ταυτόχρονα θα παθιαστεί ιερά. Θα ζήσει πλέρια και ειλικρινά το μυστήριο της ζωής…Ο Τάκης, ο οραματιστής και κυνικός ταυτόχρονα, ο επιθυμητής καλών και κακών, πληγώθηκε ήδη, επαναστάτησε τραγικά. Τον φοβάμαι, γιατί είναι απίθανα παρορμητικός…’’

Κατόπιν ο Φαίδρος ταξίδεψε για λίγο με το δάσκαλο, με άλλους φίλους και φίλες, με συμμαθητές και συμμαθήτριες, με γνωστούς, φίλους, συγγενείς… Σε λίγο θα τους αποχαιρετούσε χωρίς λόγια, θα τους άφηνε αμίλητος, ακίνητος. Ωχρός, ανέκφραστα εκφραστικός.

Πάλι το ρίγος του επικείμενου θανάτου του τον συγκλόνισε. Οι αγαπημένες του μορφές θα ’μεναν –κανένας δεν ξέρει πόσο-, ο Φαίδρος θα ’φευγε. ‘Ίδρωσε, παρέλυσε, σύρθηκε στο γρασίδι, στο κέντρο του κήπου, πλάι στις τριανταφυλλιές, κοντά στα χρυσάνθεμα, στα γεράνια, στις βιολέτες. Αντίκρισε βουβός τον ουρανό, αναμετρήθηκε με την απεραντοσύνη του και ξαναπροσπάθησε να ορθωθεί ψυχολογικά. Μια σαύρα πέρασε από πάνω του, μα δεν της έδωσε σημασία, ζούσε το μηδέν. Έτριψε το γρασίδι με τις παλάμες του για να βεβαιωθεί πως ήταν ξαπλωμένος στη γη, συνήλθε για λίγο…

Τώρα κατέβαινε νηφάλια την υγρή ράχη του Αχέροντα, θα ’φτανε στην Αχερουσιάδα, θα αναμετριόταν με όλες τις ιερές σκιές της μυθολογίας και της ιστορίας, του θρύλου και της πραγματικότητας, σε κάποιο κοινό τόπο…Παρέμεινε αρκετά  σ’ αυτόν τον αυχμηρό χώρο, αυλίστηκε με αίσθημα παρηγορίας με τις μυριάδες των νεκρών, μα ανεπαίσθητα διάβηκε νέες κοιλάδες με σεληνιακά τοπία, ώσπου δρασκέλισε τις πύλες των Ηλυσίων Πεδίων.

-Φως, πολύ φως, φώναξε χωρίς να καταλάβει.

Φωτίστηκε, καταυγάστηκε, τινάχτηκε όρθιος και έπεσε αμέσως στα γόνατα. Παράδοξη η ζωτικότητα του εκστασιαζόμενου μελλοθάνατου, όταν είναι νέος. Άρχισε να απαγγέλλει ένα έξοχο χωρίο  του Πλάτωνα, χωρίο το οποίο είχε αποστηθίσει μαζί με τόσα άλλα, όταν βυθιζόταν  απ’ τα φοιτητικά του χρόνια στη σπουδή αθανάτων κειμένων. Εκεί δε πάσαν την γην εκ τοιούτων είναι και πολύ έτι εκ λαμπροτέρων και καθαροτέρων ή τούτων. την μεν γαρ αλουργή είναι  και θαυμαστήν το κάλλος, την δε χρυσοειδή, την δε, όση λευκή, γύψου ή χιόνος λαμπροτέραν…σαρδίά τε  και ιάσπιδας και σσμαράγδους και πάντα τα τοιαύτα. Εκεί δε ουδέν  ό,τι ου τοιούτον είναι και έτι τούτων καλλίω. Το δ’ αίτιον τούτου είναι, ότι εκείνοι οι λίθοι εισί καθαροί και ου κατεδηδεσμένοι ουδέ διεφθαρμένοι ώσπερ οι ενθάδε υπό σηπεδόνος και άλμης και υπό δεύρο ξυνερρυηκότων (Φαίδων, 110,c, e).

Τώρα γελούσε μειλήχια, με ανυποχώρητα ορθωμένη τη συνείδησή του, έντιμα και παλικαρίσια.

-Δε συμβαίνει τίποτε το ιδιαίτερο, τίποτε!, ψιθύριζε. Γιατί να συμβαίνει; Ο θάνατος είναι σύντροφος, πλήρωμα, κατάφαση ζωής. Οι συγκινήσεις τις οποίες έζησα δεν πεθαίνουν. Υπάρχει στον άνθρωπο κάτι αθάνατο, κάτι το οποίο δεν αφανίζεται. Ποιος εξάλλου μου υποσχέθηκε πως θα φτάσω γηρατειά; Όχι! Μου συμβαίνει κάτι το λογικό: Χτυπήθηκα απ’ την αρρώστια νέος και αυτό είναι ένα εντελώς λογικό ενδεχόμενο, δεδομένων των συνθηκών της ζωής. Είμαστε όλοι θνήσσκοντα και όχι θνητά όντα και αυτό σημαίνει πως κάθε στιγμή η ζωή ανταμώνει με το θάνατο. Βέβαια, υπάρχει  η οριακή στιγμή την οποία καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε εκ των ένδον…

Ανάπνευσε ευτυχισμένος. Ήταν τόσο έντονη η πληρότητα ζωής που τον κατέκλυζε, ώστε αισθάνθηκε ιδιαίτερα δυνατός. Περιφέρθηκε στον κήπο αναπολώντας και πάλι το παρελθόν, συνομιλώντας με κάθε γωνιά του, παίρνοντας δυνάμεις και μετουσιώνοντας τις πολυποίκιλτες φωνές της παιδικότητας και της ήβης του σε ζωντανό παρόν. Τώρα του μιλούσε η ίδια η ζωή με τις χίλιες γλώσσες και με τις χίλιες φωνές της.

-Είναι η ζωή το πιο μεθυστικό ποτό, γιατί μαρτυρεί την αθανασία, γιατί σφραγίζει την ύπαρξη με κάτι το οποίο δεν ξεπερνάει και το οποίο είναι ο χορηγός του νοήματος.

Είδε κατόπιν φως στο δωμάτιο της Αννούλας.

‘‘Σίγουρα μιλούν τρομοκρατημένες για μένα. Είναι χαριτωμένες, μα δεν έφτασαν κόμη στην ακμή της ρωμαλεότητας, στην πυριφλεγή περιοχή η οποία αποκλείει το φόβο, την οδύνη και τις ψευδαισθήσεις της συμβατικότητας. Χαριτωμένα θηλυκά που τρέφονται απ’ τη σιωπή του παρθενικού τους είναι, μα αδύναμα. Αδύναμα; Όχι και τόσο, αφού προσπερνούν γενναία τις προκλήσεις και τις παγίδες της ζωής. Πριν πεθάνω, θα τις δω και θα προσπαθήσω να τις βοηθήσω να ενοραθούν περισσότερο το γενναίο φρόνημα, θα τους θυμίσω πως η άτμητη θηλυκή παρθενικότητά τους είναι αιώνιος τόκος των ουρανών, ιερή πτώση του κάλλους στη γη. Έτσι θα αντισταθούν στις παγίδες του τρόμου και της φρίκης, θα απαλλαγούν απ’ τα υπολείμματα της δυστυχισμένης συνείδησης, όπως έλεγε ο Έγελος. Θα με ζήσουν τις τελευταίες μέρες της ζωής μου όμορφα, ευγενικά και κυρίως χωρίς τρόμο’’.

Σκέφθηκε να χτυπήσει την πόρτα τους, να τους πει όλη την αλήθεια και να τις παρακαλέσει να ξαπλώσουν ήσυχα, σα να μη συνέβαινε τίποτε.

‘‘Ας μην κάνω το δάσκαλο σε ιερές ψυχές απ’ τις οποίες διδάσκομαι. Αν είχαν την απόλυτη σοφία δε θα ήταν δημιουργήματα αυτής της γης, έστω κι αν ο σπόρος είναι ουράνιος. Μήπως και ’γω δεν τρομάζω; Δεν φρικιώ; Δεν αγωνίζομαι; Είμαι τόσο μικρός για να να ’μαι δάσκαλος δύο ωραίων ψυχών. Θα τις βοηθήσω καθώς θα με βοηθούν  και όλα θα γίνουν μέχρι τη στιγμή του θανάτου μου. Το μήνυμα δεν είναι η θάνατος, αλλά η ζωή, ναι η Ζωή’’.

Τότε θυμήθηκε μυητικές σελίδες της μυστικής γραμματείας όλων των παραδόσεων, αλήθειες οι οποίες ταυτίζουν τη ζωή με το νοητό φως και κατάλαβε πως η ψυχή έχει ως πυρήνα της το μυστικό και νοητό φως και όχι τις προσκτώμενες γνώσεις οι οποίες πτερορρυούν… Πάντα έτεινε να διενώνει τη διάσπαρτη σοφία που συναντούσε στα κείμενα με μια βαθύτερη αλήθεια η οποία τρέφει και το λόγο και τη γνώση και τα θαυμαστικά συναισθήματα, μια σοφία η οποία τελικά διαγράφει τις γραπτές και τις προφορικές πηγές και γίνεται διαλάμπουσα μαρτυρία με άρρητο και πληρωματικό περιεχόμενο. Η φιλοσοφία δεν τον απέτρεπε, τον ενίσχυε, γιατί του επέτρεπε τη φιλοσοφική δικαίωση της μυστικής την οποία οι αμύητοι αποκαλούν μυστικισμό κι μάλιστα χωρίς να ξέρουν τι εννοούν. Βρισκόταν πάντα στο μεταίχμιο, κρατούσε την πόρτα μισάνοιχτη για να μπαίνει το ιλαρό φως της πληρώνουσας μυστικής και ο κρατερός λόγος της φιλοσοφίας, χωρίς να βλέπει αφετηριακές αντιφάσεις. Αυτό το ιλαρό φως φώτιζε τη νύχτα του κόσμου και της συνείδησής του, έδινε νόημα στο ήθος και στο κάλλος. Έτσι αναθερμαινόταν ο φιλοσοφικός του οίστρος και νοηματοδοτούταν  η αναζήτηση της Α-λήθειας, πέρα από κάθε ρητή υπηκοότητα και ομολογία, πέρα και ενάντια, στο βάθος όλων των μεγάλων αναζητήσεων και επιτεύξεων…

            Σμαράγδια της σιγής και του ωραίου,

            ορμέμφυτες ριπές πνοής και ζήσης,

            ωκεανοί φωτός, μαρμαίρουσες εκστάσεις,

            κρίνα χαράς και βήριλλοι της νιότης,

            περιστερές φωτός κι ουράνια πεφταστέρια,

            σκηνώστε στον περίβολο της σιωπής μου,

            γυμνώστε τις απάτες των ενιαυτών μου,

          αισθήσεις της χαμοζωής και πειρασμούς του πάθους…

 

            Πνεύστε αγγέλοι του ελέους και της ρώμης

            αναθερμάντε ό,τι είναι νεκρωμένο

            απ’ τον αμείλικτο εχθρό της ομορφιάς

            απ’ του θανάτου τη σκιά…

            Αθανατίστε με φιλάνθρωπα

            δωρίστε μου τον ίμερο ζωής…

 

            Εγώ και η ζωή μου αντάμα

            αδυνατούμε να χωρίσουμε-είμαστε ένα.

 

            Ψάχνοντας, ερευνώντας και μαθαίνοντας

            μόνος χωρίς τις γνώσεις και τις παραστάσεις

            αυτοβυθίζομαι στο άμετρο του χώρου

            στην άχρονη διάσταση του εγώ μου.

 

            Όμως,

            αδυνατώ ψυχή μου να ξεχάσω

            την Κατερίνα, την Αννούλα, το Βασίλη,

            τους φίλους με τα ιερά τους μέρη

            τους άλλους φίλους με τα πάθη της ζωής.

            Είμαστε ένα και πολλοί συγχρόνως,

            είμαστε η οργή και το χαμόγελο του θείου

            είμαστε, ναι αιώνια παιδιά,

            η χαρμική μνηστεία της ζωής….

 

Αποφάσισε τελικά να ανεβεί στο δωμάτιό του για να ξαπλώσει. Είναι αλήθεια πως η κούραση είχε εξαφανισθεί, παρόλη την ταλαιπωρία, την κούραση και τους στεναγμούς της μέρας που πέρασε.

Ανέβηκε απ’ την ανεμόσκαλα χωρίς να κάνει θόρυβο, σα νυχτερινός κλέφτης, και σε λίγα λεπτά βρισκόταν στο κρεβάτι του. Άθελά του περιπλανήθηκε στο σκηνικό της αρρώστιας του, σε ό,τι ακολούθησε στη Χαϊδελβέργη πριν δέκα μέρες, πρόσφατα… Μια αιφνίδια αδιαθεσία του ’κοψε τα πόδια, τον περέλυσε. Έμεινε στο κρεβάτι του κάπου δυο ώρες μέχρι να συνέλθει, μα την άλλη μέρα του ’πεσαν τα βιβλία απ’ τα χέρια, έτσι, χωρίς καμιά αιτία. Το βράδυ, μια ανεξήγητη υπνηλία τον παράδωσε για δεκαοκτώ ώρες στον ύπνο… Υποψιάστηκε πως συνέβαινε κάτι σοβαρό στον εγκέφαλό του, πως κάποιος όγκος βλάσταινε ολοταχώς. Την επόμενη αποφάσισε να συμβουλευθεί το γιατρό της πανεπιστημιακής κλινικής.

Σαρανταπεντάρης ο γιατρός, διέγνωσε μαζί με την ασθένεια και τη δύναμη ψυχής και πνεύματος του Φαίδρου και τον παρακάλεσε να τον επισκεφθεί το ίδιο απόγευμα στο ιατρείο του, έτσι για να τον γνωρίσει καλύτερα.

-Θα σας περιμένω οπωσδήποτε, θα χαρώ να σας γνωρίσω περισσότερο.

-Και ’γω γιατρέ θα χαρώ ιδιαίτερα. Τι συμβαίνει όμως με τη διάγνωση; Είναι όγκος στον εγκέφαλο, όπως υποψιάζομαι;

-Θα τα πούμε με την άνεσή μας το απόγευμα…

Ο δόκτωρ Στέφαν, διάσημος ογκολόγος και νευροχειρουργός, ήταν εξαίσιος ως άνθρωπος, πνευματώδης και φιλοσοφημένος. Περίμενε ανυπόμονα το Φαίδρο στο ισόγειο της μονοκατοικίας, κοντά στην πανεπιστημιούπολη. Κείνο το απόγευμα δε δεχόταν και γι’ αυτό είχε πλήρη άνεση χρόνου.

-Είστε συνεπέστατος, του είπε ανοίγοντας την πόρτα.

-Οφείλω…

-Χαίρομαι…

-Χαίρεστε ίσως που μιλάτε με ένα τολμηρό μελλοθάνατο.

-Είστε βέβαιος γι αυτό που λέτε;

-Τα συμπτώματα αγαπητέ μου δόκτωρ με πληροφορούν. Μόνο κακοήθης όγκος στον εγκέφαλο δικαιολογεί αυτή την κατάσταση. Πιστέψτε με δόκτωρ πως δε φανταζόμουν τη ζωή μου τόσο σύντομη….Πιστέψτε επίσης πως δε φοβάμαι.

Ο δόκτωρ Στέφαν συγκινήθηκε. Κοίταξε το Φαίδρο στα μάτια, σηκώθηκε και κάθισε δίπλα του στον καναπέ.

-Μου είπατε το πρωί πως σπουδάζετε φιλοσοφία. Και ’γω ξεκίνησα απ’ τη μεταφυσική ή, για να είμαι ακριβέστερος, απ’ τη θεολογία. Είμαι γιος λουθηρανού πάστορα. Στο δρόμο όμως τα πράγματα στράβωσαν, η πίστη μου ατόνησε και ξέρετε τι σημαίνει αυτό για έναν λουθηρανό…Έτσι, μετά διετή περιπλάνηση στους χώρους της μεταφυσικής και της θεολογίας, κατέληξα στην ιατρική. Βέβαια, οι απορίες μου μένουν, οι ανησυχίες μου με κυκλώνουν, τα ναι και τα όχι του Αβελάρδου, αν δεν κάνω λάθος, ριπίζουν πότε βίαια και πότε ως γλυκύς άνεμος την ψυχή μου. Δεν περίμενα όμως πως θα συναντούσα ένα φιλόσοφο της ηλικίας σας τόσο δυνατό, τόσο έτοιμο…Ξέρετε εξάλλου πως οι φιλόσοφοι δεν είναι πάντα φιλοσοφημένοι…

-Οι επαγγελματίες…

-Σωστό. Είμαι δύσπιστος απέναντι σε κείνους οι οποίοι παριστάνουν τους φιλοσόφους και δίνουν τα πάντα για να περιφέρεται το αξιοθρήνητο είδωλό τους στην τρέχουσα αγορά, μα σέβομαι αυτή την έξοχη λειτουργία του ανθρωπίνου πνεύματος. Πέστε μου Φαίδρε: Δεν αγωνιάτε; Δε φοβάστε το θάνατο; Δε φρικιάτε στη σκέψη πως ίσως να μην υπάρχετε σε λίγους μήνες;

Ο Φαίδρος ήταν πια βέβαιος. Η αφοπλίζουσα αφέλεια του γιατρού οφειλόταν στο γεγονός ότι εξιδανίκευε μέσα του το νέο του φίλο, στο ότι ταύτιζε την παρουσία του με την αληθινή παρουσία της φιλοσοφίας. Το κατάλαβε και μάλιστα τη στιγμή που περίμενε απάντηση. Ο Φαίδρος τον αντίκρισε κατάματα, τον είχε ήδη ψυχογραφήσει, με μια απέραντη ειλικρίνεια, με μια άφωνη ειλικρίνεια η οποία δεν του επέτρεπε σαφή απάντηση. Ήταν και ταραγμένος και ψύχραιμος.

-Συγνώμη για τη βιασύνη μου, για την αδιακρισία μου…

-Δόκτωρ, πιστέψτε με, δε φρικιώ…Ανησυχώ κάπως κι αυτό σημαίνει πως είμαι πολύ μακριά απ’ το να είμαι φιλόσοφος. Αυτό με λυπεί, γιατί θα ’θελα να πεθάνω, αφού γευθώ το πλήρωμα το προσφέρεται με την πραγματική φιλοσοφική ενατένιση της ζωής. Ωστόσο, επειδή μελέτησα με πάθος, μπορώ να πω πως γεύομαι κάπως τη φιλοσοφική αθανασία αιφνίδια, εξαίφνης, όπως έλεγε ο Πλάτων.

-Εξαίφνης! Επανέλαβε με συγκίνηση ο δόκτωρ. Ξέρετε, συνέχισε, και οι λουθηρανοί και οι καλβινιστές μυστικοί εξαίφνης πληροφορούνταν το μήνυμα του Θεού, αν πιστέψουμε τα λεγόμενά τους. Μόνο που στη φιλοσοφία αυτό είναι γνήσιο και δεν προέρχεται εκ των έξω. Η φιλοσοφία, αν δεν απατώμαι, είμαι οικουμενική και ανθρώπινη και ας λένε οι άνθρωποι πως δεν την κατανοούν. Είναι γιατί υπνώττουν.

Ο δόκτωρ επανέλαβε τον όρο με άρρητη συγκίνηση και με τα βλέφαρα κλεισμένα.

-Ο πατέρας μου, συνέχισε, κήρυττε και κηρύττει ακόμη. Όταν ενθουσιάζεται επαναλαμβάνει την ακόλουθη φράση: Ο Σταυρός του Κυρίου υπάρχει για την Ανάσταση, ο χρόνος ισχύει για να βεβαιώνει την αιωνιότητα. Πες μου αγαπητέ φίλε και νεαρέ φιλόσοφε αν οι ελπίδες, οι χαρές, οι αναμονές, οι συγκινήσεις κι οι εμβιώσεις των ανθρώπων χάνονται στη σκιά του θανάτου…Η επιστήμη αδυνατεί να απαντήσει, δεν είναι εξάλλου αυτό ο προορισμός της. Πες μου Φαίδρε τη γνώμη σου, συ που γνωρίζεις τι έχεις, συ που ξέρεις πού βαδίζεις.

-Θα σας απαντήσω δόκτωρ με ένα στίχο ένδοξου ποιητή σας, με ένα στίχο ο οποίος αναφέρεται στην πληγωμένη ωραιότητα:

            Δύστυχη, σ’ αγαπώ από τότε που υπάρχω…

Ο δόκτωρ Στέφαν  κεραυνοβολήθηκε.

-Τι; είπε και τινάχτηκε σαν ελατήριο.

Σήκωσε τα νευρώδη του χέρια σα σε ικεσία, ύψωσε τα εκστατικά του μάτια, πέρασε κατόπιν τα τεντωμένα δάχτυλα του αριστερού του χεριού στα διάχυτα μαλλιά του, έχωσε το δεξί το χέρι στην τσέπη του παντελονιού του κι έμεινε ακίνητος. Ο Φαίδρος τον αντίκριζε ήρεμα, ο δόκτωρ έκλεισε τα μάτι κι άρχισε να λέει:

-Πρόκειται λοιπόν για στίχους ή για τους παλμούς κάθε ανθρώπινης καρδιάς; Τα λόγια αυτά τα είπα και στη γυναίκα μου  όταν τη γνώρισα, εδώ και είκοσι χρόνια. Τότε, καθώς το βλέμμα της και η ψυχή της έγιναν ένα με το είναι μου, πείστηκα πως η ανθρώπινη ψυχή δεν έχει ημερομηνία γεννήσεως….Επαναλάμβανε λοιπόν τον ποιητή χωρίς να τον γνωρίζω; Αλλά, τι λέω; Υπάρχουν τάχα μεγάλοι ποιητές οι οποίοι είναι αναίσθητοι απέναντι στις αναμονές των ανθρώπινων συνειδήσεων; Φαίδρε, σε ευχαριστώ που με αναγέννησες, γιατί μου έδωσες αυτό το μεγάλο δώρο της αιώνιας ανάμνησης. Τι κρίμα που η γυναίκα μου και τα παιδιά μου λείπουν στην εξοχή…Να λοιπόν που το ωραιότερο στοιχείο του ανθρωπίνου είναι αρνείται το θάνατο…

Ο δόκτωρ είχε πέσει κείνο το απογευματινό σε παραλήρημα. Καθισμένος πάντα στον καναπέ ο Φαίδρος, παρακολουθούσε τον έγκριτο ογκολόγο στις γονιμότερες στιγμές της ζωής του. Ήταν κι αυτός μεθυσμένος, νηφάλια μεθυσμένος και συγκινημένος και ευχαριστούσε τους ουρανούς για τις θείες στιγμές. Κάποια στιγμή δάκρυσε καθώς αντίκρισε τα νωπά βλέφαρα του δόκτωρα Στέφαν.

-Δεν είναι δικά μου τα δώρα αγαπημένε μου δόκτωρ. Τα εκφράζουν οι ωραίες ψυχές όλων των αιώνων και των εποχών, αλλά τα δρέπουν περίτεχνα και στοργικά απ’ το λειμώνα των ανθρωπίνων συνειδήσεων. Και οι μεγάλοι φιλόσοφοι και οι μεγάλοι ποιητές και οι μεγάλοι δημιουργοί γενικότερα είναι ιδιοφυείς μαθητές της ανθρώπινης ομορφιάς. Μας ανήκουν και τους ανήκουμε….

-Θα  ’θελα αγαπητέ φίλε να είμαι κοντά σου τις τελευταίες σου στιγμές και να ακούω τα πιο όμορφο κομμάτια του θείου Μπαχ, τους ορμητικότερους διθυράμβους του Βάγκνερ, τα γλυκύτερα κομμάτια του Μπετόβεν… Αν μάλιστα κάποιο ιερό πτηνό απήγγελλε ενδιάμεσα ρήματα των Πλάτωνα, Πλωτίνου, Σίλλερ και άλλων, θα αρπαζόμασταν μαζί στην αιωνιότητα….

Ο δόκτωρ Στέφαν ξανακάθισε. Ήταν πια ήρεμος, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Είχε ζήσει κάτι το οποίο τον καταβύθισε στα πιο ένδοξα τενάγη των στεναγμών και του ελέους ταυτόχρονα.

-Θα σε εξετάσω άλλη μια φορά.

-Αρκεί το νοσοκομείο.

-Δε χάνουμε τίποτε…

Τα εγκεφαλογραφήματα ήταν πάλι θετικά. Υπήρχε λοιπόν αμετάκλητη κακοήθεια στον εγκέφαλο και τα συμπτώματα δεν άφηναν κανένα περιθώριο αμφιβολίας.

-Θα μείνεις μια βδομάδα στο νοσοκομείο, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να επιβραδύνουμε την εξέλιξη. Φυσικό, το κυριότερο όπλο είναι οι ακτινοβολίες. Θα σε περιμένω αύριο στις οκτώ στο νοσοκομείο και θα ακολουθήσει ιατρικό συμβούλιο

-Δόκτωρ, δε νομίζετε πως όλα αυτά είναι περιττά;

-Όχι εντελώς περιττά. Μπορεί η ιατρική να προσφέρει κάποια βοήθεια.

-Μα δεν υπάρχει ελπίδα.

-Θα επιβραδυνθεί οπωσδήποτε το μοιραίο. Αυτό είναι βέβαιο.

-Δηλαδή…

-Μπορεί να κερδίσουμε έναν, δύο ή και τρεις μήνες…

-Θα υπακούσω.

Κατόπιν ανέβηκαν στον όροφο και ο δόκτωρ Γιοχάννες Στέφαν  ξενάγησε το Φαίδρο  στο σπουδαστήριό του, στη σάλα, στα υπνοδωμάτια, στη βεράντα. Απλό και άνετο το σπίτι, πρόδιδε κάποια άνεση και στάση ζωής, μια αναμφισβήτητη ποιότητα. Κάθισαν για λίγο στη βεράντα, ο γιατρός ετοίμασε κάτι πρόχειρο, δείπνησαν και συνέχισαν το φιλοσοφικό τους διάλογο.

-Θα ’θελα να σε συνοδεύσω στην Ελλάδα, μα δυστυχώς το πρόγραμμά μου δεν είναι δυνατό να αλλάξει, αφού έχω δηλώσει συμμετοχή σε δύο προγραμματισμένα συνέδρια. Γράψε μου όμως σε παρακαλώ τη διεύθυνσή σου, το τηλέφωνό σου και ό,τι σχετικό με τις μετακινήσεις σου. Ίσως σε συναντήσω στην πόλη της φιλοσοφίας.

-Θα χαιρόμουν να σε φιλοξενήσω και θα χαιρόμουν αν  είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τη γυναίκα σου και τα τρία σου παιδιά…

Ο Φαίδρος συνέχισε την περιπλάνησή του στις μέρες του νοσοκομείου, στις εξετάσεις, στην εντατική θεραπεία, στις ιατρικές οδηγίες. Του είπαν πως όφειλε να επιστρέψει μετά δύο μήνες ή, αν ήταν δύσκολο, να συμβουλευθεί Έλληνα γιατρό.

-Το ποσοστό θνησιμότητας είναι απόλυτο, αποφάνθηκε μόνος του μπροστά στους γιατρούς.

Συμφώνησαν.

Παρόλα αυτά, η εντατική θεραπεία του ’δωσε δύναμη. Θα πήγαινε στο Ζυγό, θα πρόσεχε όσο μπορούσε, θα ακροαζόταν με νηφάλιο πάθος τη ζωή, κι ας ερχόταν ο θάνατος. Πριν τον πάρει ο ύπνος, θυμήθηκε τον Τάκη ο οποίος δε γνώριζε, μα πληροφορήθηκε τα πάντα με ένα τηλεφώνημα. Ο Τάκης ταράχτηκε, ανέβαλε την αναχώρησή του και συντρόφευσε το Φαίδρο στο νοσοκομείο.

Ο Φαίδρος δε μπόρεσε στην αρχή να κατανοήσει τις αντιδράσεις του φίλου του, γιατί είχε άλλη εικόνα για το χαρακτήρα του εφήμερου μνηστήρα της εξαδέλφης του. Τολμηρός, κυνικός και ευαίσθητος ο δαιμόνιος επιχειρηματίας και ποιητής, αφοπλίστηκε, παραδόθηκε σα φοβισμένο παιδί στη φρίκη της έκπληξης, έχασε την αυτοκυριαρχία του.

-Τάκη μου, ίσως φταίω εγώ που σου μίλησα, με κάνεις να έχω τύψεις. Σου ήταν τόσο άγνωστη η σελίδα του θανάτου; Απορώ.

-Το βιβλίο του θανάτου είναι εφτασφράγιστο. Η ίδια η ζωή μας πληροφορεί κρυπτικά. Όμως, η περίπτωσή σου με αφήνει άναυδο, μισώ τη στιγμή που γεννήθηκα…

Ο Φαίδρος είχε συγκινηθεί απ’ την αντίδραση του Τάκη και τον άφηνε να μονολογεί χωρίς να απαντάει.

“Είναι αντιφατικός, μα θα συνέλθει απ’ το πλήγμα. Ωστόσο, φοβάμαι μην προβεί σε απονενοημένο διάβημα…Γιατί όμως; Ο άνθρωπος των ορίων είναι άνθρωπος των ανυπέρβατων ορίων…”

Ο κύριος Ιωάννου φρόντισε για το Φαίδρο όσο πιο πολύ μπορούσε. Βέβαια, δεν ήταν δυνατό να προσφέρει πολλά πράγματα, αφού ο δόκτωρ Γιοχάννες Στέφαν είχε αναλάβει προσωπικά τον ασθενή. Κι όμως, παρόμοιες φροντίδες είναι κάτι περισσότερο από συγκινητικές. Μετά την έξοδο απ’ το νοσοκομείο του ’βγαλε εισιτήριο, τον οδήγησε με το δόκτωρα Στέφαν στο αεροδρόμιο και του υποχέθηκε πως θα τον συναντούσε το ταχύτερο…Υπόσχεση θολή, αφού ο κύριος Ιωάννου δεν προσδιόρισε πότε θα έκανε την κρουαζιέρα του στο Ιόνιο.

Πλημμυρισμένος απ’ τις συγκινητικές μνήμες ο Φαίδρος παραδόθηκε στον ύπνο.

 

                          10

 

Τη μεθεπόμενη το μικρό Σιτροέν της Κατερίνας ξεκινούσε. Μουδιασμένες απ’ το μυστήριο του Φαίδρου οι δύο γυναίκες, άρχισαν με ελπίδα και μυστικές προσδοκίες το όμορφο ταξίδι με τις πολλές και τραγικές εκπλήξεις. Η Αννούλα ταξίδευε για πρώτη φορά προς εκείνα τα μέρη τα οποία γνώριζε μόνο απ’ τις διηγήσεις της Κατερίνας.

Οι καλοκαιρινές ζέστες έσπασαν αισθητά, η κίνηση στον εθνικό δρόμο ήταν σχετικά αραιή, μα η Κατερίνα, έχοντας πιάσει τη δεξιά λουρίδα, πήγαινε αργά. Τάχυνε μόνο όταν κάποιοι βιαστικοί κορνάριζαν ανυπόμονα.

-Ας πιάσουν άλλη λουρίδα, αφού δεν έχει κίνηση. Γιατί κορνάρουν;

-Στον εθνικό δρόμο πρέπει να τρέχουμε κάπως για να μην δυχεραίνουμε την κίνηση.

Κατά τις έντεκα στάθμευσαν σε μια ακρογιαλιά, το βλέμμα της λουλακένιας θάλασσας τις σαγήνευσε. Γλίστρησαν με ευχέρεια στην αγκαλιά της, κολύμπησαν ήσυχα, αντίκρισαν τον κατακάθαρο βυθό, σιγοτραγούδησαν κάποιους παλιούς σκοπούς, απήλαυσαν το δροσερό νερό.

-Πόσο απέχει η θάλασσα απ’ την αγροικία;

-Μισή ώρα με το αυτοκίνητο. Υπάρχει έτσι πρόσβαση σε πολλές χαριτωμένες ακτές, σε κατακάθαρες κι μαγευτικές ακτές όπου έχεις τον πειρασμό να πιεις το κατακάθαρο νερό, όπου ο βυθός σου χαμογελάει συνέχεια…

-Τη γνωρίζεις την υπόλοιπη παρέα;

-Όχι αρκετά. Όμως έχουμε το Φαίδρο και το Βασίλη οι οποίοι ξέρουν πολλά.

-Αν ο Φαίδρος είναι καλά…

-Αν…Υποψιάζομαι πως προσβλήθηκε από κάποια μορφή επιληψίας…

-Λες;

-Τι να πω…Παγώνει η σκέψη μου.

-Θα τον φροντίσουμε, θα μείνει μαζί μας.

-Μα τον περιμένει ο Βασίλης και η θεία του Βασιλική.

-Αυτό δεν είναι δεσμευτικό προηγούμενο, θα τους εξηγήσουμε.

-Κατερίνα μου, εμείς θα κάνουμε ό,τι μπορούμε. Υπάρχουν καταστάσεις τις οποίες δε μπορούμε να ελέγξουμε απόλυτα…

Βγήκαν συζητώντας κι απλώθηκαν για λίγο στον ήλιο. Καθάρισαν από ένα μήλο, ρούφηξαν τον καφέ τους απ’ το θερμό και ετοιμάστηκαν.

-Κρίμα Κατερίνα που δεν οδηγώ, θα σε βοηθούσα. Η διαδρομή είναι αρκετά μεγάλη, το διαισθάνομαι.

-Μην ανησυχείς, γνωρίζω αρκετά καλά το δρόμο και σε λίγο φτάνουμε.

Το ταξίδι συνεχίστηκε αργά και προσεκτικά. Το Σιτροέν προσπερνούσε σχεδόν αθόρυβα την καταπράσινη λουρίδα της παραλιακής ακτής στέλνοντας εφήμερα μηνύματα με τις σκέψεις των γυναικών στους κατάφυτους κήπους, στις κυρτωμένες μα χαριτωμένες ελιές, στους λόφους και στις λαγκαδιές.

-Σε λίγο, με την πρώτη βροχούλα, το ξεθωριασμένο απ’ τη σκόνη και τη ζέστη πράσινο θα ανανεωθεί.

-Θα λουστραριστεί, θα γίνει χάρμα οφθαλμών.

-Τι κακό που ζούμε στην Αθήνα…

– Μπορεί κανένας να ζήσει μόνιμα στην αγροικία;

-Γιατί όχι; Αρκεί να υπάρχει αμετάθετη θέληση.

-Για σένα Κατερίνα είναι εύκολο, αρκεί να ζητήσεις μετάθεση στο Λύκειο της περιοχής.

-Ακριβώς. Και συ μπορείς να διδάξεις Αγγλικά. Θα έχεις μάλιστα πολλούς μαθητές.

-Θα ερευνήσουμε την περιοχή. Θα ’ταν όμορφα, αν δεν έχουμε ήδη χάσει τη γεύση της ζωής, της πραγματικής ζωής.

-Μα γιατί; Ξέρεις πως η συνήθεια είναι δεύτερη φύση.

-Ελπίζω πως οι τυχόν κακές αστικές συνήθειές μας δε μάραναν την αίσθηση της πραγματικότητας.

-Μακάρι.

Έφτασαν στο Ζυγό κατά τις δύο.

-Θα μείνουμε για λίγο στην πολίχνη ή θα πάμε κατευθείαν στην αγροικία;

-Θα προτιμούσα να πάμε αμέσως, γιατί έχουμε δυο τρεις ώρες δουλειάς.

Έκαναν παράκαμψη ακολουθώντας ένα στενό δρομάκι και πήραν την τελική ευθεία. Το τοπίο άρχισε να γίνεται αγριωπό, διαφορετικό, παρά το ότι κάποια χωριά που παρεμβάλλονταν έσπαγαν την αγριάδα των θάμνων και των μεγάλων δένδρων και πρόσφεραν την πράσινη ευφορία της καλλιεργημένης γης. Στη συνέχεια οι αλυσιδωτοί λοφίσκοι με κάποιες ψηλές κορυφές στο βάθος επέβαλλαν την άγρια ομορφιά της άγονης γης με τα ιδιότυπα μυστικά της και τις μαγεμένες γωνίτσες της που ήταν γνωστές μόνο σε λίγους εραστές της άγριας ομορφιάς. Οι βελανιδιές, στημένες στις πλαγιές και στις κορυφές των λόφων, έμοιαζαν αγέρωχες, αδούλωτες, επιβλητικές. Οι ασφακιές έντυναν τις σκληρές επιφάνειες των λόφων, ενώ κάποιες λάκες εδώ και κει πλούτιζαν τη χλωρίδα με αφφοδέλια, κουτσούνες, αγριαγκινάρες, βάτους και πουρνάρια.

-Τα ρυάκια και οι χείμαρροι έχουν στερέψει…Απ’ τον Οκτώβριο δίνουν πνοή στην ξεραμένη γη.

-Τα άγονα κομμάτια της πατρίδας μας έχουν τη χάρη τους…

-Κοίταξε ένα κοπάδι από γελάδια, πρόσεξε τη χάρη και τη φυσική τους αρχοντιά.

-Αυτή η σχετικά πεδινή περιοχή, η λάκα, ας πούμε, λέγεται Γελαδόγρεκο.

-Σταμάτησε για λίγο Κατερίνα μου, μου αρέσουν τα γελάδια.

Στάθμευσαν, αντίκρισαν τα ασπρόμαυρα και κανελί γελάδια που αναπαύονταν κάτω απ’ το μεσημεριάτικο ήλιο. Κάποια ανέμελα μουγκρητά τάραζαν την ησυχία της περιοχής, παρέχοντας βουκολικά εναύσματα στις δύο περιπαθείς λάτρεις της ομορφιάς. Η Κατερίνα θυμήθηκε ένα αρχαίο κείμενο: Ερμής εν σπαργάνοις έτι ων εις Πιερρίαν παραγίγνεται κλέψων τας ενταύθα βοσκούσας βους του Απόλλωνος…

Η Αννούλα συνέχισε: …ένθα ευρίσκει προ άντρου χελώνην νεμομένην. Εθέλων δε κατασκευάσαι λύραν εκ του περιβάλλοντος την χελώνην κύτους εφόνευσε ταύτην…

-Να μια χελωνίτσα! έκανε η Κατερίνα. Να την, κάτω απ’ την αχλαδίτσα. Της αρέσουν τα αχλάδια.

-Μα δεν υπάρχουν πια.

-΄Ο,τι απέμεινε απ’ τα άγρια μικρά αχλάδια τα οποία δεν καταδέχονται οι άνθρωποι.

-Κατερίνα, κοίταξε εκείνο το κανελί γελάδι με το σπασμένο κέρατο. Μας θωρεί με αμέριμνο βλέμμα και μας πλησιάζει…

-Δεν επιτίθενται, είναι όλα εξημερωμένα. Αν ήταν άγρια θα είχαν εξαφανισθεί στα βουνά.

-Χαριτωμένα!  Θα μπορούσαμε να τα χαϊδέψουμε;

-Αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο…

-Πάντως, βλέπουμε τα γελάδια, τη χελώνα και τον αγρό. Μας λείπουν ο Ερμής και ο Απόλλων…

-Παλιά, τις νύχτες, όταν οι βουκόλοι απομακρύνονταν, ο Ερμής ενέσκυπτε, ο Απόλλων κεραυνοβολούσε, τα γελάδια μούγκριζαν. Παλιά βέβαια, όχι τώρα.

Οι δύο φίλες παραδόθηκαν αμίλητες στο γυμνό μεσημεριάτικο τοπίο ώσπου ακούστηκε ένας μακρινός θόρυβος ο οποίος δυνάμωνε προοδευτικά. Απ’ το βάθος πρόβαλε ένα φορτηγό αυτοκίνητο στην καρότσα του οποίου διακρίνονταν πέντε έξι ηλιοκαμένες μορφές με καουμπόικες ψάθες. Το αυτοκίνητο σταμάτησε κοντά στο Σιτροέν κι αμέσως οι κάου-μπόι της περιοχής πήδησαν σβέλτα κρατώντας τις διπλωμένες τους τριχιές. Θορυβώδεις, αστείοι, κινητικοί, σφύριζαν στο βουκόλο ο οποίος κατέβαινε απ’ την πλαγιά και πλησίασαν το Σιτροέν. Κείνη τη στιγμή μια γνώριμη φωνή φώναξε με ενθουσιασμό:

-Καλώς ήλθατε κορίτσια! Βγήτε απ’ το αυτροκίνητό σας, τα γελάδια δε χτυπούν…

Ήταν ο Βασίλης και η Αννούλα τον αναγνώρισε αμέσως. Βγήκαν απ’ το αυτοκίνητο και ο Βασίλης τους παρουσίασε το θείο του και τους βοηθούς. Οι τελευταίοι πλησίασαν, χαιρέτησαν χαμογελαστά κι άρχισαν τα χωρατά Ο πιο λιγνός, ο Μήτσος, είπε με ετοιμότητα:

-Το πανηγύρι θα αρχίσει σε λίγο. Θα χειροκροτήσετε τον καλύτερο σημαδευτή.

Ο κοντός Μιχαλάκης όμως διέκοψε με στόμφο.

-Κοσεβάτε μωρέ, κοσεβάτε…Μήτσο με ήκαψες…

Οι άγριες μα συμπαθητικές μορφές γέλασαν. Τα κορίτσια χαμογελούσαν αμήχανα.

-Είναι η άκρως τοπική διάλεκτος, η σολομωνική της περιοχής, είπε ο Βασίλης στα κορίτσια. Θα ακούσετε και άλλα.

-Βασίλη μου, οδήγησε τα κορίτσια σε κάποιο ίσκιο, αν θέλουν φυσικά να απολαύσουν το θέαμα. Αν δεν είστε κουρασμένες, συνέχισε ο θείος, θα απολαύσετε κάτι όμορφο.

-Σε πόση ώρα;

-Θα κάνουμε παγάνα και θα μαζέψουμε όλα τα γελάδια. Αργότερα θα τα βάλουμε στο βορό για να πιάσουμε πέντε. Μπορείτε στο μεταξύ να κάνετε μπάνιο, να φάτε κάτι, να ξεκουραστείτε κάτω απ’ τον ίσκιο-Θα επιστρέψουμε, είπε η Κατερίνα, αφού ένα τέταρτο δρόμου μας χωρίζει απ’ το κατάλυμά μας. Κατά τις έξι θα είμαστε εδώ.

-Υπέροχα, θα σας συνοδεύσει ο Βασίλης.

Ο Βασίλης  όμως επιθυμούσε να πάρει μέρος στην παγάνα, αλλά, ταυτόχρονα, διψούσε για νέα απ’ την Αθήνα.

-Θα σας συνοδεύσω, είπε μετά ταχύτατη περίσκεψη.

Οι γελαδάρηδες παρακολουθούσαν με περιέργεια και πονηριά γιατί ήθελαν οι αντραγαθίες τους να χειροκροτηθούν απ’ τις νέες γυναίκες.

-Θα σας χάσουμε, έκανε ο Μήτσος που προσποιήθηκε πως δεν κατάλαβε τίποτε

-Όχι, όχι, θα επιστρέψουμε, αποκρίθηκε η Αννούλα με αφέλεια

-Μήπως θέλετε και βοηθό, ρώτησε ο Κουρέπας.

-Όχι! Παρατήρησε αυστηρά ο θείος, ο Βασίλης αρκεί και τα κορίτσια δεν έχουν πολλές αποσκευές.

Το αυτοκινητάκι πήρε ξανά το δρόμο αφήνοντας πίσω του γελάδια και βουκόλους. Διέσχισε ένα στενό ασφαλτοστρωμένο δρομάκι το οποίο αναρριχούταν σε πλαγίτσες και  ξανάπεφτε σε λάκες στις οποίες δέσποζαν παλιά αλώνια. Παρεμβάλλονταν κάποτε και μικροφαράγγια με δροσερό ίσκιο. Η τελευταία στροφή οδήγησε την παρέα σε ένα πλάτεμα που ’μοιαζε με χέρσο αγρό.

 

  Το σπίτι βρισκόταν μπροστά απ’ τη ρεματιά, σε απόσταση εκατό μέτρων απ’ τα τελευταία πετρώματα των λόφων. Αρκετά μεγάλο και με πλατιούς λιθόκτιστους τοίχους, δέσποζε στην ερημιά προδίδοντας ταυτόχρονα κάποιο παρελθόν. Τα πορτοπαράθυρα, μεγάλα και πλατιά, ήταν σχετικά φρεσκοβαμμένα, ενώ τα κεραμίδια, ομορφοτοποθετημένα, κατέληγαν σε παλιωμένα κιόνια που οδηγούσαν το βρόχινο νερό σε πλαϊνή στέρνα. Η μεγάλη σκάλα έφτανε στην κεντρική είσοδο καθώς στη δεξιά και στην αριστερή πλευρά δέσποζαν υπερήφανα δύο μπαλκόνια με σιδερένια κιγκλιδώματα που εικόνιζαν εκφραστικά βέργες και κληματόφυλλα.

-Όμορφο κτίσμα! Δεν το περίμενα τόσο επιβλητικό.

-Δεν πρόκειται για το αρχικό σχήμα. Έγιναν προσθήκες και όπως μπορείς να διακρίνεις αριστερά, υπάρχουν κάποια ερείπια στάβλων. Η είσοδος, το παλιό χάνι δηλαδή, έγινε αποθήκη. Μόχθησα μέχρι να βάλω κάποια τάξη.

-Θα οργανώσουμε ένα βραδινό σ’ αυτό το μέρος, είπε ο Βασίλης.

-Όλα θα γίνουν άνετα και απλά.

-Σας παρακαλώ, έκανε ο Βασίλης, καθώς είδε τις γυναίκες να σηκώνουν τις αποσκευές. Εγώ θα τα μεταφέρω όλα!

-Όλοι μαζί, απάντησε η Αννούλα.

-Είμαι ανυποχώρητος! Εγώ θα τα κάνω όλα!

-Μια στιγμή Βασίλη! έκανε ο Κατερίνα.

Η νοικοκυρά του σπιτιού, άνοιξε, μπήκε στην αποθήκη και γύρισε κρατώντας έναν κουβά.

-Ας βγάλουμε νερό απ’ τη στέρνα να δροσίσουμε το πρόσωπό μας και βλέπουμε.

Ξεκλείδωσε το κάλυμμα και ο Βασίλης βύθισε αμέσως τον κουβά κρατώντας το σχοινί προσεκτικά. Ήδη ο παφλασμός τις δρόσισε. Ο νέος ανέβασε το φρέσκο νερό και οι δύο γυναίκες έβρεξαν με ανακούφιση τα πρόσωπά τους. Ανέβηκαν στη συνέχεια τη σκάλα και σε λίγο βρέθηκαν στο ήδη μαγικό σπίτι. Ένας μακρύς και πλατύς διάδρομος οδηγούσε στη μεγάλη κουζίνα η οποία καταλάμβανε τριάντα περίπου τετραγωνικά μέτρα. Τρία παράθυρα τη φώτισαν καθώς η Κατερίνα άνοιξε με απίστευτη γρηγοράδα.

-Όταν η είσοδος είναι ανοιχτή, δημιουργείται ρεύμα.

Ήδη όμως που Βασίλης που είχε γίνει άφαντος έφτασε κρατώντας τις δύο βαλίτζες. Η Κατερίνα και η Αννούλα άνοιξαν στο μεταξύ τα δύο πορτοπαράθυρα των μεγάλων δωματίων και φως και δροσιά πλημμύρισαν το σπίτι. Ακολούθησαν δύο ακόμη διαδρομές του Βασίλη και σε λίγο οι αποσκευές βρίσκονταν στα δωμάτια των γυναικών. Ο νέος συνοδός, προφανώς ευχαριστημένος, έσυρε μια πολυθρόνα και ρέμβαζε στο μπαλκόνι, καθώς η Κατερίνα και η Αννούλα τακτοποιούσαν τα πράγματά τους. Κατόπιν κατέβηκε και κατευθύνθηκε στη λαγκαδιά. Ωστόσο, δεν απαιτήθηκε μεγάλη προετοιμασία, γιατί ήδη η Κατερίνα είχε περάσει εκεί τις μέρες του Δεκαπενταύγουστου και είχε κάνει όλες τις δουλειές της καθαριότητας. Όλα έλαμπαν, η φρεσκάδα αναβάπτιζε ευφρόσυνα την παλαιότητα. Κουφώματα, πατώματα, ντουλάπες, τραπέζια, μήνυαν κείνη την ερημική χαρά που δεν εντυπωσιάζει παρά εκείνους που βρίσκουν στην αρχαιότητα των πραγμάτων κάποια ίχνη αρχέγονης χάρης και μυστηρίου. Αυτό ζούσαν οι δύο νέες γυναίκες χωρίς να το συνειδητοποιούν απόλυτα.

Το σπίτι είχε τέσσερα μεγάλα δωμάτια δεξιά και αριστερά του διαδρόμου. Στα δύο κεντρικά θα ’μεναν η Κατερίνα και η Αννούλα, ενώ το τρίτο θα ήταν στη διάθεση του Φαίδρου, αν ο νέος αποφάσιζε να μείνει τελικά μαζί τους. Αρκετά κουρασμένες, απλώθηκαν στις πολυθρόνες τις οποίες έσυραν στο δεξί μπαλκόνι και χωρίς να το καταλάβουν δέχτηκαν για λίγο την επίσκεψη του Μορφέα υπό τους ανεπαίσθητους ψιθύρους της ερημικής φύσης.

-Ήταν ό,τι έπρεπε…

-Ακριβώς!

Τα βήματα του Βασίλη τους θύμισαν πως όφειλαν να παραστούν στο άγριο θέαμα…

-Αννούλα, ο Βασίλης δεν είναι μόνος του…Έρχεται με παρέα, ακούω ψιθύρους.

Πριν προφθάσουν να ανασηκωθούν, η παλιά χειρολαβή της εισόδου χτυπούσε προειδοποιητικά.

-Κοπιάστε!

Πράγματι, ο Βασίλης ανέβαινε με τον Άγγελο. Παρουσίασε στις δύο γυναίκες το φίλο του κι αμέσως έδειξε το καλαθάκι με το φαγητό.

-Ο Άγγελος ήλθε να μας συναντήσει εκεί στο γρέκι των γελαδιών. Καθώς όμως έμαθε τα νέα απ’ το θείο, έσπευσε στο σπίτι, ανακοίνωσε στη μητέρα του την άφιξή σας και κείνη του ’δωσε αυτό το καλαθάκι σαν πρώτο χαιρετισμό. Έχει κεφτέδες, τυρί, ψωμί, τομάτες γεμιστές και φρούτα.

Οι γυναίκες δοκίμασαν ευχάριστη έκπληξη και ευχαρίστησαν.

-Μα δεν είναι δυνατό!

-Είναι απλούστατο, αποκρίθηκε ο Άγγελος. Σας περιμέναμε, αλλά όχι τη συγκεκριμένη στιγμή και γι’ αυτό τα δώρα του καλωσορίσματος είναι πρόχειρα…

-Μα πώς ήλθες Άγγελε; ρώτησε ο Κατερίνα.

-Με το Λαντρόβερ του πατέρα μου. Γνωρίζω καλά την περιοχή και η απόσταση δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

-Ποια ώρα οφείλουμε να βρισκόμαστε…πώς ονομάζεται η τοποθεσία;

-Γελαδόγρεκο. Κατά τις έξι. Αυτή τη στιγμή κάνουν πορεία για να συναντήσουν τα γελάδια στο ποτάμι όπου πίνουν νερό. Θα τα μετρήσουν και κατόπιν θα αποκόψουν μερικά για να τα οδηγήσουν στο βορό, στη μάντρα. Εκεί θα δοθεί μάχη.

Η Κατερίνα σέρβιρε τα φαγητά στο τραπέζι της κουζίνας και κάλεσε την παρέα.

-Εγώ και ο Άγγελος θα περπατήσουμε για λίγο. Θα γυρίσουμε σε τρία τέταρτα της ώρας.

-Δε θα τσιμπήσετε κάτι μαζί μας;

-Μα φάγαμε το μεσημέρι. Εσείς έχετε ανάγκη από φαγητό, αν λάβουμε υπόψη μας πως ταξιδεύατε αρκετές ώρες.

Οι δύο νέοι βγήκαν στη λαγκαδιά όπου η ησυχία βασίλευε. Περπάτησαν για λίγο ώσπου συνάντησαν το ρυάκι το οποίο απ’ το φθινόπωρο γίνεται άτακτο και δυναμικό.

-Πέρασε το καλοκαίρι, είπε ο Άγγελος με περισυλλογή καθώς έδειχνε στο φίλο του τα πρώτα κυκλάμινα στην άκρη του ρυακιού.

-Σχεδόν…

-Τέλειωσαν οι ζέστες, τα κυκλάμινα προμηνύουν δροσιά.

Πιο πέρα μια χαριτωμένη νυφίτσα πάλευε με ένα καρύδι το οποίο είχε αφαιρέσει απ’ την κοντινή καρυδιά.

-Ξέρεις πόσο αριστοτεχνικά το ανοίγει… Φοβερή τέχνη που γνωρίζει να αδειάζει το περιεχόμενο χωρίς να θραύει το κέλυφος, παρά αφήνοντας μια ολοστρόγγυλη τρύπα. Να την χτυπήσω;

-Άφησε το ζωάκι…Δε φτάνει η ανησυχία που του προκαλούμε;

-Έχεις δίκιο έκανε ο Άγγελος μετανοιωμένος.

Κάθισαν σε μια φιλόξενη ξερολιθιά, στο βάθος της λαγκαδιάς και αφέθηκαν στην υποβολή του ήρεμου τοπίου.

-Τι γυναίκες, τι παρέα! Σίγουρα θα έχουμε εκπλήξεις. Δε μου λες: Ζουν χωρίς ταίρι;

-Την Αννούλα τη γνωρίζω καλά. Είναι ένα φως που λάμπει και τη νύχτα. Την Κατερίνα τη συνάντησα μόνο μια φορά.

-Πρέπει να μοιάζουν και στο χαρακτήρα, αφού κάνουν παρέα. Δε νομίζεις πως θα ήταν ωραιότερες αν είχαν εραστές;

-Ω, είναι τόσο δύσκολο να πει κανένας κάτι τέτοιο. Υπάρχουν πράγματα τα οποία δεν εξηγούνται Άγγελε…Ίσως ζουν τον έρωτα πνευματικά, έτσι έλεγε ο πατέρας σου καθώς αναφερόταν σε κάποιες υπάρξεις. Τι να πω;

-Διέκρινες κάποια μελαγχολία στα νεύματά τους, στη μορφή τους, στην όλη τους παρουσία;

-Ναι, αλλά αυτό δε μοιάζει με κάτι αρνητικό. Είναι θα έλεγε ο μυστικός τους κόσμος. Κάτι σαν την ωραιότητα που τραυματίζεται.

-Κάτι σαν την ωραιότητα χωρίς το ωραίο. Υπάρχουν τύποι γυναικών τις οποίες σέβεσαι, τις οποίες θαυμάζεις, τις οποίες λατρεύεις και γι’ αυτό δεν τις επιθυμείς.

-Σίγουρα αυτές εδώ τις υπάρξεις τις πεθύμησαν πολλοί άντρες.

-Εγώ μιλάω για μας…Δε νομίζω να κάνω λάθος…

Ο Βασίλης γέλασε με φανερή ειλικρίνεια.

-Βασίλη με διδάσκεις και αισθάνομαι ευγνωμοσύνη απέναντί σου που με γνωρίζεις με παρόμοιες υπάρξεις. Ο Φαίδρος θα είναι ανώτερος…γοητευτικότερος.

-Η γοητεία του θηλυκού είναι άλλη. Όσο για το Φαίδρο, θα τον γνωρίζεις σύντομα.

-Περιμένω τη στιγμή.

-Δεν αργεί.

-Είπαμε αυτές τις μέρες τόσο, διδαχτήκαμε ακόμη περισσότερα. Αυτό το καλοκαίρι που ΄φεύγει είναι το μεγάλο καλοκαίρι της ζωής μου…με έκανε να αγαπήσω τη ζωή με ένα πάθος το οποίο δεν εκφράζεται.

-Θα ακολουθήσει μια άλλη, μια άλλη μεγάλη αγάπη.

-Τι εννοείς; Την Πόπη; Την Πόπη τη θεωρώ αδελφή μου κατέληξε ο Άγγελος.

Ο Βασίλης γέλασε, μα δεν του ήταν δυνατό να αποκρύψει μια κάποια πικρία. Τα αισθήματά του απέναντι στην Πόπη ήταν αισθήματα έφηβου που ανακαλύπτει τη μαγεία της κόρης και γι’ αυτό κατά βάθος ήταν αισθήματα ανεπανάληπτα. Η μορφή της κοπέλας τον μαγνήτιζε ανεξήγητα, ήταν η ανεπανάληπτη παρουσία, αλλά ο κόσμος της του ’γνεφε αλλιώς…

-Εννοώ τη ζωή όπως αποκαλύπτεται σε συγκεκριμένες υπάρξεις.

-Μα και η Πόπη είναι μια συγκεκριμένη ύπαρξη.

-Με μπερδεύεις Άγγελε με τον αυθορμητισμό σου.

-Θα ξεμπερδευτείς μόνος σου Βασίλη μου.

-Δεν πολυκαταλαβαίνω, μα είμαστε τυχεροί που η παρέα είναι υπέροχη. Ως έφηβοι έχουμε ανάγκη από ζωντανά παραδείγματα όχι για να τα μιμηθούμε, αλίμονο, αλλά για να υποψιαστούμε κάτι που μας προφταίνει. Αυτό θέλω να πω…

-Θύμισέ μου κάποιες όμορφες σκέψεις του Φαίδρου, κάποιες σκέψεις του που έχουν σχέση με όλα αυτά…

-Α, ναι. Η ομορφιά είναι αθάνατη, μα οι πολλοί την παραβλέπουν ή την παρεξηγούν. Όσοι τη ζουν, ζουν την αθανασία. Αυτό υποστηρίζει ο Φαίδρος με τρόπο τον οποίο δεν είμαι σε θέση να μιμηθώ. Όμως, καταλήγει σε κάτι απλό: Τίποτε δεν είναι δικό του, δεν έχει να πει τίποτε το νέο, αφού οι ωραιότερες αλήθειες προέρχονται απ’ την ανθρώπινη ψυχή.

-Αυτό είναι σοφό, μας το έλεγε ο καθηγητής μας και έφερνε ως παραδείγματα τους μεγάλους μύθους που ενέπνευσαν αθάνατα έργα.

Κείνη τη στιγμή οι σιλουέτες των δύο γυναικών αργοκινούνταν και χάριζαν μια ιδιότυπη μαγεία στο απογευματινό τοπίο. Ντυμένες με ανοιχτόχρωμα ενδύματα και καλυμμένες με άσπρα ψάθινα καπέλα έδιναν την εντύπωση ανάλαφρων νεραϊδών που κατέβαιναν από άυλους τόπους. Βάδιζαν αργά, σιωπηλά, ανάλαφρα και ευφρόσυνα, λέτε και κάποια εσωτερική μουσική της σιωπής τους εναρμονιζόταν με την ερημική ησυχία του τοπίου…Κάποια στιγμή η Αννούλα ανασήκωσε το ψαθάκι της, τα πλούσια καστανά μαλλιά της ξεχύθηκαν και μαζί τους η φωνή:

-Λεβέντες πλησιάστε, πλησιάζει η ώρα…

-Ερχόμαστε…

Οι φίλοι σηκώθηκαν και άρχισαν να κατεβαίνουν προς τη λάκα, απέναντι απ’ το σπίτι. Συναντήθηκαν κοντά στο αυτοκίνητο και η Κατερίνα έβγαλε απ’ την τσάντα της δύο κίτρινα αχλάδια, κοντούλες.

-Αφού δε γευματίσατε μαζί μας, ένα φρούτο θα είναι το φτωχό μας κέρασμα, το αντίδωρό σας, αφού προέρχεται και αυτό από σας…

-Το βράδυ όλα θα είναι επισημότερα, θα φάμε στης θείας μου.

-Από σήμερα; Μα ήδη γευματίσαμε έστω και ελαφρά….Το βράδυ θα ξεκουραστούμε εδώ.

-Ναι, αλλά όχι νηστικές…

-Μετά τον εξηλεκτρισμό της περιοχής, όλα είναι εύκολα. Το ψυγείο λειτουργεί, η κουζίνα είναι εντάξει, το μαγείρεμα άνετο.

-Θα δούμε. Ας πάμε τώρα εκεί με το όμορφο αυτοκίνητό μου.

-Το Σιτροέν;

-Ας αναπαυθεί για σήμερα. Δεν το χρειαζόμαστε.

-Μα ίσως βουτήξουμε σε κάποια όμορφη ακρογιαλιά….

-Θα το πάρουμε, θα γυρίσουμε εδώ σήμερα το βράδυ.

Ο Βασίλης υποχώρησε και έτσι ξεκίνησαν.

 

                               11

Έφτασαν στο Γελαδόγρεκο την ώρα που οι βουκόλοι οδηγούσαν καμιά πενηνταριά γελάδια, ασπρόμαυρα και κανελί κυρίως, στη μάντρα. Φώναζαν, σήκωναν χέρια και καπέλα, εισέπνεαν την άτακτη σκόνη την οποία σχημάτιζαν τα γρήγορα και απειλητικά βήματα των ζώων και συνεννοούνταν με βιαστικές φωνές, γεμάτοι προσοχή αλλά και τόλμη. Τα αυτοκίνητα σταμάτησαν απόμακρα, ο Βασίλης και ο Άγγελος ξεπετάχτηκαν και ενώθηκαν με τους γελαδάρηδες ως προσεκτικοί οπισθοφύλακες, ενώ οι δύο γυναίκες παρακολουθούσαν απ’ το αυτοκίνητο.

Τα ζώα πλησίαζαν ως μαινόμενο στίφος, ένα δαμάλι μούγκρισε και σκόρπιζε τρόμο, αλλά ο Μηστάρας στον οποίο απευθυνόταν το αγριεμένο βλέμμα του ζώου, μπήκε στη μάντρα παρασύροντάς το. Το δαμάλι τον ακολούθησε με απειλητική μανία, παρέσυρε και τα άλλα, αλλά ο έμπειρος βουκόλος κατόρθωσε να σκαρφαλώσει στη ράχη μιας ψηλής ελιάς απ’ την οποία θα ’ριχνε τις θηλιές του.

Σα μπήκαν όλα τα γελάδια στο βορό, οι άλλοι βουκόλοι έκλεισαν γρήγορα τη σιδερένια πόρτα και την ασφάλισαν.

-Ας ξεκουραστούμε γι λίγο πριν αρχίσουμε το κυνηγητό, πρότεινε ο θείος του Βασίλη.

Οι δύο φίλες βγήκαν απ’ το αυτοκινητάκι και πλησίασαν, καθώς κατάλαβαν πως τα γελάδια ήταν ήδη κλεισμένα. Οι βουκόλοι έβγαλαν τα καουμπόικα ψαθιά τους, ήπιαν νερό απ’ τα δερμάτινα ασκιά τους και κάθισαν για λίγο κάτω απ’ τη βελανιδιά. Άρχισαν αμέσως τα χωρατά.

-Μητσάρα, έκανε ο Μιχαλάκης, το φουλάρο του Τσέου προέρχεται απ’ το Μέξικο….Εκεί δάμαζε βουβάλια.

-Εσύ δεν ξεπέρασες το Ζυγό και μιλάς για Μέξικο που ούτε ξέρεις πού πέφτει…Κοίτα τα χάλια σου….

Καμαρώνοντας ο Τσέος, ίσιωσε το χακί φουλάρο του, πέρασε το χέρι του στην πλατιά του ζώνη και τράβηξε βαθιά ρουφηξιά.

-Καπνίζουμε και αμερικάνικα, συνέχισε ο Μιχαλάκης.

Ο Τσέος έκανε πως δεν άκουσε. Έριχνε λοξές ματιές στις γυναίκες για να διαπιστώσει αν τον προσέχουν  και είπε με στόμφο:

-Είναι ωραίο να κυνηγάς γελάδια από άλογο.

-Την άλλη φορά θα σου φέρουμε τον Ψαρή, αποκρίθηκε ο Μητσάρας γελώντας πλατιά.

-Δεν είπα τέτοιο πράμα ανόητε…Αγράμματοι άνθρωποι, σχολίασε και έσκυψε στις χοντρές τριχιές του.

-Ας πηγαίνουμε, έκανε επιτακτικά ο θείος. Κατερίνα, μπορείς να παρακολουθείς με την Αννούλα απ’ την ανωφέρεια. Άγγελε, οδήγησε τις δεσποινίδες…

Το θέαμα ήταν βάρβαρο και απολαυστικό ταυτόχρονα. Όρθιοι και σε ετοιμότητα πάνω στη μάντρα οι βουκόλοι, άλλαζαν συνέχεια θέσεις και παρακολουθούσαν τις κινήσεις των αιχμαλωτισμένων ζώων. Όταν τα τελευταία ίδρωναν και διψούσαν άρχιζε η κρίσιμη φάση. Στην άκρη του της δεξιάς μάνδρας-τείχους, βρισκόταν μια πέτρινη σκάφη με νερό. Οι βουκόλοι παρακολουθούσαν άγρυπνα και μόλις τα άτακτα γελάδια ηρεμούσαν και κατευθύνονταν διψασμένα στο νερό, η μαεστρία των γελαδάρηδων θριάμβευε. Έσκυβαν ή έκαναν τους αφηρημένους και αμέσως, σε κλάσματα δευτερολέπτου πετούσαν με δύναμη τη θηλιά.

Πρώτος τόλμησε ο Τσέος, αλλά αστόχησε. Το κοπάδι, αφηνιασμένο, πήρε ην άλλη άκρη κι αμέσως ο Μιχαλάκης πέταξε τη δεύτερη θηλιά  οποία αιχμαλώτισε τα κέρατα του μαύρου δαμαλιού.

-Δεν είναι Μέξικο εδώ πέρα, έκανε ο σκοπευτής θριαμβευτικά καθώς περνούσε αστραπιαία την άλλη άκρη της τριχιάς  στο διπλανό χαλκά.

-Σου τα ’φερα βολικά και μιλάς…Στο διάολο, έκανε ο Τσέος καθώς έσπευδε να βοηθήσει.

Ήδη το πρώτο γελάδι βρέθηκε στην άκρη του χαλκά όπου σύρθηκε απ’ τη δύναμη των χεριών και τη βοήθεια του μοχλού που σχηματίστηκε.

Αμέσως μετά και καθώς οι βουκόλοι αστειεύονταν με τα κέρατα του δαμαλιού, μια αιφνιδιαστική ριξιά του θείου αιχμαλώτισε ένα παλιομόσκι. Οι βουκόλοι όμως χάζευαν με το δαμάλι και η ορμή του δεύτερου ζώου κόντεψε να ρίξει το θείο στο βορό.

-Κοιμηθήκατε! φώναξε και άφησε την τριχιά στην ορμή του ζώου.

Ο σβέλτος Μιχαλάκης πήδηξε στη δίνη του βορού, άρπαξε την άκρη της τριχιάς, την πέρασε στο διπλανό χαλκά, πέταξε την άκρη της ορμητικά στο θείο  και σύρθηκε σαν ακροβάτης στη ράχη του τείχους.

-Φτηνά τη γλίτωσες ψευτοπαληκαρά, διαμαρτυρήθηκε ο Μητσάρας, καθώς όλοι διαπίστωσαν πως ο ακροβάτης βουκόλος  ξέφυγε απ’ τα μανιασμένα κέρατα του ζώου σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ωστόσο, και το δεύτερο ζώο αιχμαλωτίσθηκε οριστικά.

-Δεν είμαστε συντονισμένοι, δεν προσέχουμε, έκανε ο θείος αυστηρά και οι βουκόλοι άκουγαν αμίλητοι.

-Είναι άγρια…πέταξε ο Τσέος.

-Άφησε τις δικαιολογίες Μέξικο, έκανε ο θείος μισοχαμογελώντας.

Όλοι γέλασαν και ρίχτηκαν προσεκτικότερα στη δουλειά. Ο Τσέος ίσιωνε το στραβωμένο φουλάρο του, οι δύο φίλες παρακολουθούσαν σχεδόν έντρομες.

-Φοβάμαι…Αν αυτός ο βουκόλος πέσει απ’ τη μάντρα προς το εσωτερικό, αλίμονό του. Θα τον χτυπήσουν άσχημα τα αφηνιασμένα ζώα…Πόσο σκληρή και ανήλεη για τα καημένα τα ζώα δουλειά…

-Μη φοβάσαι Κατερίνα μου, είναι έμπειροι και γνωρίζουν καλά τη σκληρή και βάρβαρη δουλειά τους. Λυπάμαι μόνο για τα ζώα που υφίστανται δεινή ταλαιπωρία χωρίς να φταίνε.

-Ό,τι και να πούμε, το θέαμα είναι ζωντανό. οι βουκόλοι μοιάζουν με αδάμαστα θηρία.

-Έχουν και χιούμορ…

-…το οποίο ενισχύει και η παρουσία μας...

-Πώς σας φαίνεται το θέαμα;

-Αρκετά ενδιαφέρον…Δε μας λες Βασιλάκη, πώς τους γνώρισες αυτούς τους τύπους με τα χαριτωμένα αστεία τους;

-Παλιά ιστορία, έκανε ο Βασίλης καμαρώνοντας. Στο Ζυγό έρχομαι συχνά και οι φίλοι του θείου μου είναι και δικοί μου φίλοι. Ξέρετε, πολλοί είναι χθόνιες δυνάμεις, δεν έχουν το αίσθημα του φόβου. Απίστευτο…

-Κοιτάξτε, κοιτάξτε! έκανε η Κατερίνα. Είναι πραγματικά απίστευτο.

Ο Τσέος έκανε τη θεαματική φιγούρα του. Ένα δυνατό μοσχάρι το οποίο είχαν στο στόχαστρο, κουρασμένο, ξεμοναχιάστηκε στο νότιο τείχος του βορού. Ο Τσέος ζυγίστηκε για καλά από μια κορυφή του τείχους και ρίχτηκε καταπάνω του. Έπεσε μαλακά στη ράχη του σαν πραγματικός καβαλάρης και πριν καλά καλά το ζώο τον αισθανθεί, πέρασε σβέλτα το χέρι του στο κάτω μέρος του ρουθουνιού  του ζώου το οποίο ακινητοποιήθηκε αμέσως. Στη συνέχεια ο μεξικάνος κάου-μπόυ πέρασε με το άλλο του χέρι τη θηλιά στα κέρατα του μοσχαριού κι αμέσως εξαφανίστηκε σκαρφαλώνοντας στο τείχος.

-Εδώ είναι Μέξικο, έκανε θριαμβευτικά.

-Μπράβο Τσέο! φώναξε αυθόρμητα και ειλικρινά ο Μιχάλης.

Το τόλμημα ήταν θεαματικό, το μοσχάρι αιχμαλωτίστηκε και όλοι θαύμασαν. Η μάχη όμως συνεχίστηκε με την ίδια ένταση, ώσπου η πύλη άνοιξε και τα άλλα ζώα ελευθερώθηκαν, καθώς χάνονταν βιαστικά και άφηναν πίσω τους σύννεφα σκόνης. Οι βουκόλοι ανακουφίστηκαν, έτρεξαν προς τη βελανιδιά όπου είχαν αφήσει τα ασκιά τους και ήπιαν λαίμαργα δροσερό νερό. Η συνέχεια της επιχείρησης ήταν σχετικά εύκολη. Ένα φορτηγό θα πλησίαζε την πύλη και εκεί θα φόρτωναν τα κουρασμένα και αιχμαλωτισμένα ζώα. Βέβαια απαιτούταν προσοχή και μυική δύναμη, αλλά όχι εντατική προσπάθεια με κινδύνους. Πραγματικά το φόρτωμα ήταν πιο γοργό σε σχέση με το χρόνο που απαιτήθηκε για την αιχμαλωσία των ζώων και τα χωρατά των βουκόλων έφτασαν στο ζενίθ τους. Σα σήμανε η ώρα της αναχώρησης, ο θείος στράφηκε στις δύο φίλες.

-Το βραδάκι θα σας αναζητήσουμε στην παραλία του Ζυγού. Στη συνέχεια θα πάμε στο σπίτι όπου και θα δειπνήσουμε μαζί. Η θεία του Βασίλη έχει ετοιμάσει κάτι όμορφο.

-Ας μη σας ανησυχήσουμε απ’ την πρώτη μέρα…

-Κάθε άλλο, θα μας δώσετε χαρά.

-Ευχαριστούμε, αποκρίθηκε η Αννούλα.

-Θα σας περιμένουμε.

-Μα είμαστε κουρασμένες…

-Δεν πειράζει…

Ο Βασίλης και ο Άγγελος οδήγησαν τις δύο φίλες στο ομορφότερο ακρογιάλι της περιοχής, στον Ασπρόγιαλο. Οι δύο νέοι αποσύρθηκαν διακριτικά και άφησαν ήσυχες τις δύο γυναίκες με τον περιπαθητικό κόσμο. Τις χαιρέτησαν προσωρινά και με μια επιδέξια στροφή του Λαντρόβερ πήραν το δρόμο προς το Ζυγό.

Ο Ασπρόγιαλος ήταν ήσυχος και μαγευτικός, πλουμιζόταν με πράσινη άμμο και καθάριο νερό που σου ερχόταν να το πιεις. Βάθαινε αργά και προοδευτικά ώσπου ο γαλάζιος όγκος θύμιζε το κανάλι με τους ρυθμούς και τα τραγούδια του Ιονίου. Απέναντι, σε απόσταση τριών μιλίων διακρινόταν ο ήρεμος όγκος του Νησιού, ενός όμορφου και πολυτραγουδημένου νησιού που υποσχόταν πολλά στην Κατερίνα, πολλά νέα καταγωγικής υφής, νέα τα οποία η κόρη ανέβαλλε να μάθει…Θα πήγαινε κάποτε, όταν οι συνθήκες τής το επέτρεπαν.

Οι φίλες, αφού λούστηκαν στα καθάρια νερά, έκαναν νοσταλγικό χάζι παίζοντας με την άμμο και ατενίζοντας το βάθος.

-Ατενίζουμε, μα δεν αντιλαμβανόμαστε πως αυτή η κίνηση ανήκει στην ψυχή και όχι στις αισθήσεις…

-Όλα ανήκουν στην ψυχή, όλα όμως περνούν απ’ το κάτοπτρο του αισθητού.

-Τα κάτοπτρα, τα είδωλα και η αναφής αλήθεια…Έτσι αποκαλούσε ο Πλάτων τον κόσμο των ιδεών: αναφή.

-Κοίταξε πόσο η περιοχή είναι χαριτωμένη: Ήρεμες οι λεπτομέρειες των τοπίων, μα άγρια η ομορφιά στη συνολική της θέα.

-Οι όγκοι χαρίζουν κάτι το ιδιότυπο, έχουν τη χάρη τους.

-Ωστόσο Κατερίνα μου, τούτες τις στιγμές της νηφαλιότητας που μέσα μας κατασιγάζουν όλες μας οι ανησυχίες, αισθάνομαι ανήσυχη…Τι κάνει ο Φαίδρος μας, μπορείς να μου πεις;

-Προσηλώσου στο αναφές της ύπαρξής μας αγαπημένη μου Αννούλα…Αύριο θα είναι μαζί μας, διώξε καλή μου κάθε πονηρή σκέψη…

-Ένας λόγος.

-Για το Φαίδρο όλα είναι παρόν.

-Το αιώνιο παρόν, έκανε η Αννούλα και ανακουφίστηκε.

Ξάπλωσαν για λίγο στην άμμο αμίλητες, καλώντας τους πίσω δρυμούς και τις μυρσίνες που κάλυπταν την περιοχή να θαυμάσουν τα θέλγητρά τους. Κατόπιν βούτηξαν για άλλη μια φορά στα ήσυχα νερά, γλίστρησαν  στις υγρές μάζες της φιλόξενης ακτής και έριξαν επίμονες ματιές στον ακίνητο βυθό. Πίσω τους οι τελευταίοι όγκοι της μεγάλης οροσειράς χαμήλωναν μέχρι που βυθίζονταν στη θάλασσα άλλοτε απότομα και άλλοτε ομαλά. Ο ήλιος είχε δύσει, οι φωτοχυσίες της εσπέρας γλιστρούσαν αργά και αδιόρατα προσθέτοντας μυστήριο στην περιοχή.

-Ιλαρή φωτοχυσία της εσπέρας! έκανε η Αννούλα στοχαστικά.

-Μύρα της δύσης με τα νανουρίσματα των χρόνων της παιδικότητας! πρόσθεσε η Κατερίνα.

Βγήκαν ως αναδυόμενες Αφροδίτες, καθώς τα χρώματα γίνονταν όλο και πιο γλαυκά. Κάθισαν και πάλι αμίλητες στην άμμο καθώς μέσα τους καταλάγιαζε ένας απέραντος κόσμος και τα σώματά τους, ιερά πλεούμενα, μήνυαν τη νηφαιότητα και τις κρύφιες συγκινήσεις.

-Πράγματι η έξοδος του Φαίδρου, η έξοδος δηλαδή για την οποία μας μιλούσε ο Φαίδρος, αρχίζει εκπληκτικά.

-Εκπληκτικά! Μόνο που η λέξη προσλαμβάνει νιόφαντο κάλλος.

-Ναι Κατερίνα, σημαίνει άνοιγμα στη διαρκή έκπληξη της ζωής, στο συνεχόμενο νόημά της το οποίο δεν υποψιαζόμαστε συνήθως.

-Κοίταξε γύρω σου Αννούλα! Όλα εκπλήσσονται σιωπηλά, υπάρχει το αναφές παντού.

-Μα για να γίνω και λίγο πλατωνική, η πραγματική όραση αρχίζει εκεί που τα μάτια του σώματος παύουν να βλέπουν…

-Εκεί που με τα μάτια του σώματος κατοπτρίζεται κάτι αληθινό, αιώνιο…

-Όλα μας εκπλήσσουν. Το μυστικό όμως βρίσκεται στην ανθρώπινη ψυχή.

 

        Έκπληξη της χαράς και της κατάνυξης

        ακένωτη πηγή της ομορφιάς και του ωραίου

        ωκεανέ χαρίτων και νηφαλιότητας

        πλήρωσε τις ταλαίπωρες ψυχές μας

       που σιγοσβήνουν στη μιζέρια της ζωής…

-Τι λες, θα πάμε στο δείπνο;

-Ας πάμε, αφού συγκατανεύσαμε τελικά. Θα γνωρίσουμε ανθρώπους με τους οποίους θα αναστραφούμε, παρόλο που θα προτιμούσα να μείνουμε στο μπαλκόνι του σπιτιού.

-Σωστά. Όμως, νιώθω ξεκούραστη, παρά τις παραστάσεις της ημέρας. Συ Κατερίνα;

-Και ’γω.

Το Σιτροέν τις οδήγησε στην αγροικία και λίγο αργότερο στο Ζυγό. Η παραλία αυτής της πολίχνης είναι αρκετά μεγάλη, πλατιά και δροσερή. Μετά το Δεκαπενταύγουστο η κίνησή της είναι περιορισμένη, αφού οι παραθεριστές φεύγουν. Λιγοστοί οι κάτοικοι, σιγοδιαβαίνουν το λιμάνι, περνούν στην αγορά, ξαναγυρίζουν στην παραλία, κάθονται στις πολυθρόνες κάποιου καφενείου.

Η Αννούλα εντυπωσιάστηκε απ’ το λιμάνι. Βέβαια, η Κατερίνα γνώριζε την περιοχή, αλλά τα τελευταία τρία χρόνια πήγαινε κατευθείαν στην αγροικία χωρίς να σταθμεύει στο Ζυγό. Στο μεταξύ ο κυματοθραύστης είχε επεκταθεί και διακοσμηθεί, η μεγάλη προβλήτα ήταν πλακοστρωμένη, ενώ το λιμάνι φιλοξενούσε κάθε είδους πλεούμενα: Ψαρόβαρκες, τρεχαντήρια, ψαροκάικα, μικροκότερα, κρις κραφτ.

Έφτασαν στο φάρο, στην κορυφή του κυματοθραύστη, κάθισαν στο πλαϊνό παγκάκι και αντίκρισαν την αμφιθεατρική πολίχνη με τα παραδοσιακά σπίτια, τους κήπους, τα δένδρα, τις οικοδομές.

-Η πολίχνη συνδυάζει θάλασσα, κάμπο και βουνό.

-Για μας που ζούμε στην Αθήνα είναι όμορφη. Για τους κατοίκους της όμως;

-Απ’ τις οικοδομές που υψώνονται φαίνεται πως οι κάτοικοι αγαπούν την πολίχνη τους.

-Θα το διαπιστώσουμε.

Κείνη τη στιγμή ο Βασίλης και ο Άγγελος πλησίαζαν μάλλον συνεσταλμένα.

-Καλώς τα παιδιά!

-Είμαστε απεσταλμένοι, σχολίασε με θάρρος πια Άγγελος.

-Μα οι Άγγελοι είναι πάντα απεσταλμένοι συμπλήρωσε η Κατερίνα χαριτολογώντας.

-Σας περιμένουμε.

-Πού ακριβώς;

-Μα στο σπίτι του θείου μου!

-Και αύριο στο δικό μου! πέταξε ο Άγγελος γεμάτος ικανοποίηση.

-Πάμε λοιπόν! έκανε η Κατερίνα και σηκώθηκε.

Ανηφόρισαν προς το σπίτι του θείου με οδηγούς τους δύο νέους. Τους περίμεναν η θεία Βασιλική, ο θείος, ο Τάσος, η Γεωργία, ο κύριος Μένιος και η Πόπη. Όλοι υποδέχτηκαν ευγενέστατα τις δύο φίλες οι οποίες συγκινήθηκαν  απ’ την απλότητας και τη σοβαρότητα των νέων τους φίλων. Μίλησαν για το Ζυγό, για τις ασχολίες των κατοίκων και για τα προβλήματα της περιοχής. Και η Αννούλα και η Κατερίνα συμπάθησαν όλους τους νέους φίλους που πρόδιδαν μια κάποια ευγένεια και αγωγή. Ωστόσο, λίγο μετά την πρώτη γνωριμία, ο Τάσος, η Γεωργία και ο κύριος Μένιος αποχώρησαν.

-Θα ξανασυναντηθούμε αρκετές φορές, είπαν και καληνύχτισαν.

Δείπνησαν στην τραπεζαρία με το μεγάλο τζάκι το οποίο το χειμώνα είναι φαντασμαγορικό. Η Βασιλική, η θεία του Βασίλη, ήταν προσεκτική και απλή. Άριστη νοικοκυρά, αγαπούσε πολύ το σπίτι και τον κήπο, ήταν, θα ’λεγε κανένας, δεμένη με τα αντικείμενα τα οποία ήταν γι’ αυτήν ζωντανές υπάρξεις, προεκτάσεις του εαυτού της και όχι άψυχα όργανα χρήσης και εξυπηρέτησης. Ο θείος, δεμένος με τη σύζυγο του, ήταν περισσότερο δυναμικός και έδινε αυθόρμητα και ανεπιτήδευτα την εντύπωση  ευφυούς ανθρώπου με ευρύτατη κοινωνική δυναμική. Το έντονο του χαρακτήρα του ευγενιζόταν απ’ την ευπροσηγορία του και απ’ την απλότητά του, γνωρίσματα τα οποία τον επέβαλλαν στην τοπική κοινωνία η οποία τον είχε εκλέξει κατ’ επανάληψη κοινοτάρχη χωρίς ο ίδιος να το έχει επιζητήσει. Εξάλλου, στην προσωπικότητά του κατοπτριζόταν και η καταγωγή του, τα ισχυρά οικογενειακά θεμέλια τα οποία τον σφράγιζαν.

Όπως πάντα, ο Πόπη ήταν διακριτική και χαριτωμένη. Γνωστή και φίλη με τη Βασιλική, είχε άνεση κινήσεων, αλλά μιλούσε συγκρατημένα και προσδοκούσε να ακούσει κάτι σπουδαίο απ’ τις δύο νέες της φίλες.

-Ο Βασίλης, είπε κοιτάζοντας στοργικά το νέο, είναι περισσότερο ζυγιώτης και λιγότερο αθηναίος.

-Μέχρι στιγμής, απάντησε ο θείος με έμφαση. Αργότερα όμως, όταν αρχίζουν οι μεικτές εκδρομές στα νησιά του Αιγαίου, θα υπάρχει χρόνος για το Ζυγό;

-Πάντα! Δε με κατάλαβες ακόμη θείε;

-Σε κατάλαβα αγόρι μου, όσο μπορούμε οι άνθρωποι να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο. Εύχομαι να είσαι πάντα όπως είσαι τώρα. Να λύνεις ασκήσεις, να γράφεις ποιήματα και αργότερα βιβλία. Τότε θα καταλάβεις περισσότερο τις παγίδες της ζωής.

-Δε γράφω ποιήματα…Πρόκειται για ποιητικό υλικό που θα χαθεί. Ασκήσεις λύνω με πάθος και αγαπάω τη φιλοσοφία. Και ο Άγγελος είναι φοβερός στους γεωμετρικούς τόπους και στις κατασκευές τριγώνων.

-Είναι φυσικό, αφού είστε φίλοι, είπε η Αννούλα.

-Όσο για τη φιλοσοφία, ο Φαίδρος θα σας μυήσει με πάθος… Φιλοσοφία και φιλοσοφημένη ζωή κάνουν ένα. Έτσι δεν είναι; ρώτησε η Πόπη

Ο Βασίλης όμως πετάχτηκε ανυπόμονος:

-Και η ζωή και η φιλοσοφία δικαιώνονται μόνο όταν διακρίνονται απ’ το πάθος. Θέλουν, απαιτούν αυταπάρνηση. Είναι αψιά ποτά που μεθούν ιερά.

-Μην τρέχεις Βασιλάκη! έκανε ο θείος συμβουλευτικά.

Παρά τον αυθορμητισμό του, ο Βασίλης σεβόταν το θείο του και δεν αντέλεγε ποτέ. Λάβαινε μάλιστα σοβαρά υπόψη του τις συμβουλές και τις παρατηρήσεις του. Βέβαια, ούτε ο θείος, ούτε η θεία, ούτε και οι γονείς του είχαν σχέση με τη φιλοσοφία, αλλά του ενέπνεαν με τον τρόπο τους έναν ιερό σεβασμό προς κάποιες απαραβίαστες απ’ τις καθαρές συνειδήσεις αρχές ζωής.

-Δε βιάζομαι, δεν έχω φιλοδοξίες, απλά διψώ...

-Ο πατέρας μου λέει πως πίσω από όλες τις άδολες προσπάθειες και ενασχολήσεις προβάλλει η φιλοσοφημένη ζωή. Κατόπιν γεννιέται η φιλοσοφία του ωραίου και του αληθινού. Βρίσκω αυτή την άποψη σωστή, έκανε η Πόπη.

-Η καθαρότητα της ζωής, το καθαρό βλέμμα, η καθαρή σκέψη, η διαφανής προσπάθεια, να η κρυφή πραγματικότητα.

-Ακριβώς Αννούλα, αυτή είναι η μέριμνα του Βασίλη. Γιατί δεν έμεινε μαζί μας ο κύριος Μένιος; Θα ’χε πολλά να μας πει.

-Κατερίνα, ο πατέρας μου μιλάει λίγο, ελάχιστα, θα ’λεγα για παρόμοια θέματα. Τελευταία όμως ο Βασίλης κατάφερε να μιλάει ώρες ολόκληρες μαζί του. Είναι κάτι…

-Θα τον ακούσουμε λοιπόν…

Η Βασιλική όμως συμπλήρωσε με βεβαιότητα:

-Κάποιοι άνθρωποι μιλούν με τη σιωπή τους. Κι όταν ακόμη αποφασίζουν να μιλήσουν, παραπέμπουν στη σιωπή τους. Ο κύριος Μένιος είναι άνθρωπος της σιωπής…συνεχίζει το έργο της μακαρίτισσας συζύγου του. Η σιωπή του κυρίου Μένιου είναι τρόπος ομιλίας της αγαπημένης του.

-Της αιώνιας αγαπημένης του, συμπλήρωσε η Πόπη με συγκίνηση. Εγώ, συνέχισε, θεωρώ αυτόν τον τρόπο ζωής ανεξαγόραστο.

-Πόπη, έκανε δειλά ο Άγγελος, τώρα τελευταία ο θείος Μένιος θέλει να βλέπει συχνά και μένα και το Βασίλη. Κατάλαβες πως νιώθουμε μαθητές του;

-Πράγματι, είπε η Πόπη.

-Ωραία μαθητεία, σχολίασε η Βασιλική. Παιδιά μου, έχετε τύχη, κατέληξε.

-Γόνιμη βραδιά σχολίασε ο θείος ο οποίος όμως κατάλαβε πως οι δύο φίλες όφειλαν να είναι κουρασμένες. Μήπως πρέπει να διακόψουμε προσωρινά τη συζήτηση μας εδώ;

-Ίσως, έκανε με νόημα η Πόπη.

-Όσο μας αφορά, είπε η Αννούλα, τις νύχτες κάνουμε τις γονιμότερες συζητήσεις μας. Όταν φθάσαμε, νιώθαμε κουρασμένες, μα αργότερα κάποιος άγγελος εξαφάνισε την κόπωσή μας.

-Πώς σας φάνηκαν οι βουκόλοι μας; Πέστε μας τις εντυπώσεις σας πριν φύγετε…

-Ευχάριστοι τύποι, ζωντανοί, τολμηροί, πνευματώδεις.

-Είναι και τερατολόγοι, συμπλήρωσε εύθυμα ο Άγγελος.

-Το θέαμα ήταν πραγματικά λατινοαμερικάνικο.

-Μέξικο! αναφώνησε ο Βασίλης και γέλασε με την καρδιά του.

-Εξήγησα στα παιδιά, πρόσθεσε ο θειος, ποια μέρη της περιοχής μας θα μπορούσατε να επισκεφθείτε. Βέβαια, κατάλαβα πως δεν είσθε αιχμάλωτες ενός αυστηρού προγράμματος, αλλά ο Βασίλης και ο Άγγελος μπορούν να σας προτείνουν θεσπέσια μέρη στα οποία θα βρίσκατε πραγματική ησυχία. Υπάρχουν όμορφες παραλίες, ωραία νησάκια, χαρούμενα φαράγγια και βουνοκορφές. Κατερίνα, δεν αγνοείς εντελώς την περιοχή…Εξάλλου το σπίτι σου είναι κτισμένο σε μια μαγική γωνιά…

-Θα σας συμβουλευόμαστε, θα σας βλέπουμε.

-Και το σπίτι μας είναι στη διάθεσή σας.

 

                               12

 

Ο Φαίδρος ένιωθε αρκετά υγιής. Είναι αλήθεια πως ακολουθούσε αυστηρά την αγωγή την οποία του επέβαλε ο δόκτωρ Στέφαν μετά την έντονη νοσηλεία στο νοσοκομείο. Βέβαια, τα ανησυχητικά συμπτώματα συνεχίζονταν, μα ο νέος ήταν ήρεμος, νηφάλιος και αποφασισμένος.

Το μεσημέρι της επόμενης μέρας βρισκόταν στο σπίτι του θείου του Βασίλη και μετά το πρώτο γεύμα φιλοξενίας αποσύρθηκε στο άνετο δωμάτιο το οποίο του είχαν παραχωρήσει Το ταξίδι ήταν άνετο, οι παραστάσεις ευχάριστες, οι πρώτες εντυπώσεις θετικές. Είπαμε όμως πως ο Φαίδρος δεν ήταν ούτε αισιόδοξος, ούτε ενθουσιώδης τύπος. Η έμφυτη σχεδόν απαισιοδοξία του πρόδιδε φιλοσοφημένη θεώρηση και ενέπνεε σεβασμό στους συνομιλητές του.

Η αρρώστια του τον βοηθούσε αποφασιστικά να ξεπερνάει και μια άλλη ψευδαίσθηση η οποία βασανίζει πολλούς ανθρώπους. Όχι μόνο απέκλειε κάθε αναμονή, όχι μόνο δεν περίμενε τίποτε απ’ τη ζωή, αλλά αποδεχόταν τα πάντα ως λογικά. “Δεν υπάρχει τραγικότητα”, είχε αποφανθεί τις τελευταίες(;) μέρες…Όλα τα συναισθήματα τα οποία προκαλούν το τραγικό ρίγος είναι θεμιτά, γιατί προδίδουν την ανθρώπινη αδυναμία, αλλά ταυτόχρονα, σοφά ιδωμένα, οδηγούν σε μια άλλη κατεύθυνση, στην υπέρβαση της τραγικότητας’’. “Μα είναι ανθρώπινο;” αναρωτήθηκε τις προάλλες η Αννούλα. “Ποιος θα ταν ο κόσμος μας;” τον είχε ρωτήσει η Κατερίνα στη συνέχεια. Ο Φαίδρος χαμογέλασε και τους υποσχέθηκε πως κάποια μέρα στο Ζυγό θα συζητούσαν το θέμα με μεγαλύτερη άνεση, παρά τις νύξεις και τους προβληματισμούς που ακολούθησαν κείνο το βραδινό. Είχε μάλιστα συνδυάσει το θέμα και με την υπέρβαση του πλατωνικού έρωτα, υπέρβαση την οποία ο ίδιος ο μεγάλος φιλόσοφος είχε αποτολμήσει.

Ήταν πια βέβαιος και πίστευε πως αυτή η βεβαιότητά του δεν ήταν προσωπική του άποψη, αλλά αλήθεια ζωής. Να γιατί ο νέος άνθρωπος αισθανόταν νηφάλιος και πληρωμένος.

Μετά ήσυχο ύπνο, ξύπνησε, πέρασε αθόρυβα στο μπάνιο, φρεσκαρίστηκε και βγήκε για λίγο στο μπαλκόνι του δωματίου. Αντίκρισε το Ζυγό, τις απέναντι ράχες, τη θάλασσα, τις γειτονιές της πολίχνης και βρήκε το περιβάλλον γραφικό. “Η ζωή κυλάει ήρεμα, φυσικά” αναλογίστηκε, σε αντίθεση με τους όλο και πιο γρήγορους ρυθμούς της Αθήνας…Ωστόσο, αμφέβαλλε αν θα μπορούσε να απολαύσει πλέρια το βουνό, τη θάλασσα και τους ανθρώπους αυτές τις μέρες. Δε θα άντεχε τις περιπετειώδεις πορείες τις οποίες αγαπούσε τόσο, δε θα κολυμπούσε με πάθος, δε θα απολάμβανε τη χάρη του βουνού και της θάλασσας. Θα απολάμβανε όμως άλλες αλήθειες πιο ζωντανές, θα συναντιόταν με αξιοπρόσεκτους ανθρώπους, θα ’δινε και θα ’παιρνε πολλά πράγματα.

Ο Βασίλης που δεν κοιμόταν το μεσημέρι, θα χτυπούσε στις πέντε την πόρτα του για να του φέρει τον καφέ. Κοίταξε το ρολόι του και διαπίστωσε πως είχε στη διάθεσή του μισή ώρα. Μπήκε στο δωμάτιό του, έψαξε τη βαλίτζα του και ανέσυρε κάποιο φάκελο. Βγήκε ξανά και διάβασε για πολλοστή φορά το γράμμα που είχε λάβει προχθές απ’ τον Τάκη. Κάθισε αναπαυτικά και ξαναδιάβασε:

Αγαπημένε μου φίλε!

Δεν πίστευα πως η σχεδόν τυχαία γνωριμία μας θα αναστάτωνε τόσο τη ζωή μου. Είναι αλήθεια πως στη συνείδηση του ανθρώπου κρύβονται κάποια νεκρωμένα στοιχεία τα οποία ανασταίνονται μετά κάποια ηχηρό έναυσμα. Δεν αμφιβάλλω πως υπήρξα ζωντανός, δυναμικός, ποιητικός, αλλά…Αυτό το αλλά απέβη σωτήριο. Κατανόησα πως μου ’λειπε η πραγματική γεύση της ζωής και πως πλεόναζε μέσα μου ο “αφρός των ημερών”, για να σου θυμίσω τον εκφραστικό τίτλο ενός κατά τα άλλα μέτριου μυθιστορήματος του Μπορίς Βιάν. Η ανάμνηση της Αννούλας ενήργησε ως κατακλυσμιαία δύναμη που με συγκλόνισε δημιουργικά. Η παρουσία σου στη συνέχεια, ο κόσμος σου, οι λιγοστές αλλά ουσιώδεις συζητήσεις μας και κυρίως το σθένος σου μπροστά στο θάνατο, γκρέμισαν μέσα μου όλα τα είδωλα, όλες τις απάτες. Με απογύμνωσαν λυτρωτικά. Βέβαια, πέρασα φοβερές κρίσεις, έφτασα στα όρια της παραφροσύνης, απομονώθηκα, σκέφθηκα τον ψυχίατρο, έστειλα την οικογένειά μου σε κρουαζιέρα…ένιωσα το ρίγος του μηδενός. Παρόλο που ακόμη περνάω ζοφερές κρίσεις, έχω την εντύπωση πως ανασυγκροτούμαι, πως βλέπω όλο και πιο καθαρά. Τολμώ να πω πως δε φοβάμαι πια ούτε το θάνατο ούτε τη ζωή…

…Θα είμαι στο Νησί στις τρεις Σεπτεμβρίου μόνος. Θα περάσω δέκα μέρες μεταξύ Φισκάρδου και Πόρου, καθώς εξετάζω σοβαρά την περίπτωση να βρεθώ στο Ζυγό. Πριν λίγες μόλις μέρες θεωρούσα αδιανόητο να πλησιάσω την Αννούλα, ένιωθα αδύναμος να σε ξαναδώ, δεδομένης της καταστάσεως της υγείας σου. Τώρα όμως νιώθω δυνατός, αν τολμώ να το βεβαιώσω, αν αυτά που σου γράφω δεν είναι αυταπάτες ή ψευσαισθήσεις της στιγμής.  Θα συναντηθούμε οπωσδήποτε.

 

Ο Φαίδρος δεν παραξενευόταν που διάβαζε παρόμοια πράγματα. Σκεπτόταν μάλιστα να δώσει το γράμμα και στην Αννούλα, αν η τελευταία γνώριζε την πραγματική κατάσταση της υγείας του. Κατά τα άλλα όλοι τους θα συναντιόντουσαν στα όρια της εξόδου και κάτι τον πληροφορούσε πως θα ξετυλίγονταν μπροστά τους όμορφα, πολύ όμορφα πράγματα. Έτσι θα ανανεωνόταν η Έκπληξη, έτσι θα συντηρούταν η επαφή τους με την αρχέγονη πηγή.

Ο Βασίλης ήταν συνεπής. Χτύπησε την πόρτα, πήρε την απάντηση και πρόβαλε με τον καφέ και την φρουτιέρα.. Αμέσως μετά έφερε ένα φορητό τραπεζάκι και μια καρέκλα.

-Ελπίζω να ξεκουράστηκες μετά το ταξίδι.

-Αρκετά, νιώθω ανάλαφρος. Πού είναι ο Άγγελος;

-Θα ’ρθει αργότερα με την Αγλαϊα, γύρω στις επτά.

-Έχουμε λοιπόν χρόνο να πούμε κάποια πράγματα.

-Φυσικά.

-Τι περιμένεις Βασίλη απ’ την έξοδό μας; Ποιοι είναι οι απώτεροι προβληματισμοί σου; Έχω την εντύπωση πως η μέχρι σήμερα παραμονή σου είναι γόνιμη, αυτό τουλάχιστον κατάλαβα απ’ το γράμμα που μου έστειλες στη Γερμανία. Βέβαια, όταν στην αρχή μου πρότεινες την έξοδο, προσέδιδες στην όλη υπόθεση διαστάσεις περιπετειώδους εξερεύνησης, συνέδεες την προσπάθεια με φαντασμαγορικές φάσεις. Απ’ το μικρό όμως ποίημα που έγραψες κείνο το απόγευμα στην ταράτσα, διαπίστωσα πως αναζητούσες το έξοχο, το άρρητο…

-Το ανέκφραστο, είπε ο Βασίλης.

-Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα. Μπορεί κανένας να μιλάει για το ανέκφραστο; Πες μου Βασίλη πώς αισθάνεσαι κάτι το οποίο δεν εκφράζεται. Κάτι που όμως διαθλάται, που αποτυπώνεται κάπου, που αποκαλύπτεται κρυπτικά. Δε θα προχωρήσω όμως, ας περιμένουμε τον Άγγελο και την Αγλαϊα. Η συζήτησή μας θα είναι γόνιμη.

Άθελά του ο Βασίλης ρώτησε:

-Η Πόπη; Νομίζω πως οφείλουμε να την καλέσουμε…Αξίζει τον κόπο.

Ο Φαίδρος γέλασε μεγαλόψυχα.

-Νομίζεις; Μα θα έχουμε την ευκαιρία κάποια άλλη φορά, αύριο, μεθαύριο. Ίσως βιάστηκες.

Ο Βασίλης όμως αμύνθηκε με ειλικρίνεια.

-Υπάρχουν και άλλα πρόσωπα Φαίδρε που οφείλουν να παρευρεθούν…Η Κατερίνα, η Αννούλα, ο θείος Μένιος…Το θέμα μας ενδιαφέρει όλους

-Βιάζεσαι και έχεις τους λόγους σου. Ας μη νομίζεις όμως πως οφείλουμε να οργανώσουμε μικροδιαλέξεις απ’ την πρώτη μέρα. Άφησε τις κόρες στην ησυχία τους, θα ’ρθει η ώρα τους, μην ανησυχείς. Γνωρίζεις εξάλλου καλά πως κάποτε μιλάμε και με την απουσία μας. Ας ησυχάσουν σήμερα η Κατερίνα και η Αννούλα. Το βράδυ θα πεταχτώ στου θείου Μένιου, με παρακάλεσε με τη θεία σου πριν καλά καλά φθάσω.

-Έχουμε μιλήσει για σένα αρκετές φορές.

-Μένει μακριά;

-Όχι, απόσταση ενός περιπάτου.

-Θα με οδηγήσεις μετά τη συζήτησή μας, θα δεις την Πόπη και θα συνεχίσετε μόνοι σας. Τα πράγματα έχουν συχνά κάποια κρύφια όψη, αρκεί να μη βιαζόμαστε. Συνήθως οι μεγάλες στιγμές των συνειδήσεων απαιτούν μεγάλες συναντήσεις. Δε νομίζω πως στη ζωή μας είναι όλα τυχαία.

Ο Βασίλης ήταν σκεπτικός και δε μπορούσε να εξηγήσει την ακαταμάχητη γοητεία την οποία ασκούσε πάνω του αυτή η γοητευτικά και απλά αινιγματική κοπέλα. Η Πόπη τον εμπιστευόταν ως φίλο, τον ήλεγξε με κείνο το φλέγμα που μεγάλυνε τη θηλυκή της γοητεία, αλλά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τα μύχια συναισθήματά της απέναντί του. Και τι δε θα ’δινε να μάθει κάτι το οποίο θα του ’λεγε πως η Πόπη τον συμπαθεί…Μήπως η βέβαιη απόστασή της ήταν αρνητική ματιά μιας θετικής προσέγγισης; “Θα φανεί στο μέλλον…”

Ας είναι. Ο Βασίλης όμως δε ζούμε πλατωνικά μόνο τις πρώτες επισκέψεις του θήλεος, αλλά εμβάθυνε και σε άλλες καταστάσεις, κατακλυζόταν από έντονα βιώματα. Είχε συγκρατήσει κάποιες σκέψεις του Φαίδρου, συμφωνούσε με τις απόψεις του θείου Μένιου, ανερευνούσε τους κόσμους της Κατερίνας και της Αννούλας, ζούσε με μυστικιστικό πάθος τη φύση και αναζητούσε την ομορφιά του ανθρώπου…

-Λύνεις ασκήσεις; τον αιφνιδίασε ο Φαίδρος.

-Κάθε μέρα. Και ο Άγγελος είναι δυνατός, πολύ δυνατός. Είναι μάλιστα πιο μεθοδικός από μένα και δημιουργεί μόνος του νέες ασκήσεις.

-Με τι άλλο ασχολείται ο Άγγελος;

-Διαβάζει και λογοτεχνία. Του ’κανα μάλιστα και κάποιες σχετικές νύξεις για τη φιλοσοφία. Πιστεύω πως αν συνεχίσει έτσι, θα προοδεύσει. Κι όμως, είναι τόσο δεμένος με τον τόπο του, που ποτέ δε θα τον εγκαταλείψει.

-Η Αγλαϊα;

-Ανήκει κι αυτή στην παρέα μας, αλλά νομίζω πως είναι πολύ παιδί ακόμη. Αφελής και δυνατή ταυτόχρονα, σε σημείο που νόμισα πως έχει έμμονες ιδέες. Αγαπάει με πάθος την απλότητα.

Κείνη τη στιγμή πρόβαλαν ο Άγγελος και η Αγλαϊα. Μετά τις πρώτες συστάσεις, κατέβηκαν στον κήπο για να καθίσουν κάτω απ’ την πιο γέρικη και βλαστερή ελιά, στο βόρειο μέρος του σπιτιού. Η Βασιλική τάιζε τις κότες και κείνες, πολύχρωμες και στοιχειωμένες, κυνηγούσαν με πάθος τους κόκκους, κακάριζαν και διαπληκτίζονταν με τους αχόρταγους πετεινούς. Η νοικοκυρά σταμάτησε για λίγο και απευθύνθηκε στην παρέα.

-Σας εύχομαι  καλό μάθημα και καλή μαθητεία πλάι στον Φαίδρο. Βασίλη, στην καμαρούλα υπάρχουν διαθέσιμες παλιές κουβέρτες, είναι ό,τι πρέπει για να καθίσετε με άνεση.

-Καλύτερα στην ξηραμένη χλόη, απάντησε ο Φαίδρος. Μην ανησυχείτε, τα έχουμε όλα.

-Σε λίγο θα σας φέρω φρούτα και αναψυκτικά…

Στρώθηκαν  ανέμελα κάτω απ’ την ελιά και μόνο οι τελευταίες πνοές των τζιτζικιών ηχούσαν σχεδόν άτονα μετά τα τόσα ρεσιτάλ της ημέρας.  Ο ανοιχτός χώρος απάλυνε περισσότερο τους ήχους, ευγένιζε το μουσικό γένος.

-Αγλαϊα, σε προσεχή μας συνάντηση θα μας πεις πώς εξηγεί ο Πλάτων στον Φαίδρο το διαρκές κελάδημα των τεττίγων.

-Το διδαχτήκαμε την άνοιξη σε ένα υπαίθριο σεμινάριο…Θέλετε να το πω;

-Όχι σήμερα. Ας αφήσουμε τους μουσικούς μας φίλους να μας παρακολουθούν. Έτσι θα κατανοήσουμε ανετότερα την ερμηνεία του Πλάτωνα….Πριν λίγο φίλοι μου άρχισα με το Βασίλη μια συζήτηση την οποία θα συνεχίσουμε αντάμα, αφού αναφερθώ σε ό,τι ειπώθηκε. Φυσικά καμιά συζήτησή μας δε θα τελειώνει, δε θα έχουμε οριστικές απαντήσεις, γιατί ίσως να μην υπάρχουν τελικές θέσεις. Κι όμως, θα προβληματιζόμαστε όλο και περισσότερο κι αυτό σημαίνει πως θα πλοηγούμε την ύπαρξή μας στους όμορφους αλλά και σκληρούς κάποτε όρμους της φιλοσοφίας. Μπορείς Βασίλη να μας θυμίσεις το θέμα;

Ο Βασίλης έδειξε την Αγλαϊα και είπε στον Άγγελο:

-Αγαπημένη φίλε, η φίλη μας εκφράζει κάτι. Όταν  μάλιστα τα μάτια της κλείνουν στο άκουσμα μιας καλής μουσικής, τότε εκφράζει εντονότερα κάτι. Όταν η Αγλαϊα μας παρατηρεί ένα όμορφο τοπίο του νησιού της, κυρίως στις μέρες των διακοπών της, εκφράζει κάτι το οποίο δεν είναι ούτε το τοπίο, ούτε το μαγευτικό της πρόσωπο. Παρατήρησέ την Άγγελε και πες μου.

Η Αγλαϊα ήταν πραγματικά έκπληκτη και θαυμαστική κείνη τη στιγμή. Η πράσινη μπλούζα της και η μπλε φούστα της την έκαναν κομμάτι της φύσης και του ουρανού, σμαραγδένια παρουσία που ακινητοποιεί και το χρόνο και τη συνείδηση.

Σταυροπόδι καθώς καθόταν η Αγλαϊα ανάμεσα στον Άγγελο και στο Βασίλη, στρεφόταν πότε στον ένα και πότε στον άλλο, ρίχνοντας ταυτόχρονα και ερευνητικές ματιές στο Φαίδρο. Στράφηκε τελικά στον Άγγελο και είπε:

-Παρατήρησέ με σωστά! Απαιτείται ορθή απάντηση!

Ο Άγγελος όμως που παρακολουθούσε προσεκτικά έκανε μια απότομη κίνηση, πετάχτηκε όρθιος και όρμησε στη ρίζα της ελιάς. Χούφτωσε τάχιστα και μάλιστα χωρίς να το τραυματίζει ένα τζιτζίκι και το πρόσφερε στην Αγλαϊα.

-Πάρτο! Θα σε εμπνεύσει για να μας εμπνεύσεις!

-Προσοχή μην το πληγώσουμε! έκανε η κοπέλα που προσπαθούσε να το κρατάει όσο πιο απαλά.

-Όσο για το πνεύμα της έκφρασης, έκανε ο Άγγελος, θα απαντήσω με αντιπερισπασμό. Προχθές βράδυ χάζευα στην παραλία καθώς περίμενα το Βασίλη ο οποίος είχε μπλοκαριστεί, καθώς προσπαθούσε να λύσει μια άσκηση. Κάθισα λοιπόν στο παγκάκι που είναι δίπλα απ’ το φάρο, στην κορυφή του χαριτωμένου μας κυματοθραύστη. Κείνη τη στιγμή πλησίαζε μια άγνωστή μου κοπέλα, της ηλικίας μας ή λίγο μεγαλύτερη. Λευκοντυμένη, με τέλειες γραμμές, με έξω τα χέρια και σχεδόν το μεγαλύτερο μέρος των ποδιών της, φάνταζε στα γλαυκά χρώματα του περιβάλλοντος. Για μια στιγμή την επιθύμησα, έστρεψα όλη του την προσοχή στη σιλουέτα της που πλησίαζε γοργά. Κάθισε δίπλα μου, απόθεσε το ένα της πόδι πάνω στο άλλο χωρίς καμιά συστολή, σε σημείο που οι σάρκες της αποκαλύφθηκαν μέχρι ψηλά ψηλά. Όπως καταλαβαίνετε, οι πληθωρικές κινήσεις της έδρασαν ανασταλτικά, πάγωσαν την επιθυμία μου. Το τελικό χτύπημα όμως ήρθε όταν την είδε κατά πρόσωπο. “Αγόρι τη φωτιά σου” μου είπε με βραχνή  και φθαρμένη φωνή. Το πρόσωπό της ήταν αλωμένο, τα μάτια της χορτασμένα, ρυτίδες άρχισαν να αυλακώνουν το πρόσωπό της Δεν έχω διάθεση να χαρακτηρίσω την ποιότητα αυτής της νέας γυναίκας την οποία αγνοώ. Αν κρίνουμε όμως απ’ την παρουσία της, θέτουμε με άλλους όρους το πνεύμα της έκφρασης. Τι εκφράζει η Αγλαϊα, τι εκφράζει η λευκοντυμένη ύπαρξη για την οποία σας κάνω λόγο;

-Η Αγλαϊα έχει το λόγο, είπε ο Φαίδρος.

-Μου αρέσει να μιλάω όρθια. Επιτρέψτε μου όμως να κάνω μια βόλτα στον κήπο για να εμπνευσθώ, οι ερωτήσεις είναι γοητευτικές…

Η Αγλαϊα χάθηκε στον κήπο με παιδική χάρη. Ο Φαίδρος ξάπλωσε στο ξηραμένο γρασίδι, ο Άγγελος σκαρφάλωσε στην ελιά και ο Βασίλης περιφερόταν σκεπτικός. Το διάλειμμα διήρκεσε δέκα περίπου λεπτά, καθώς η Αγλαϊα επέστρεφε με αισιόδοξο χαμόγελο. Ο Άγγελος κατέβηκε σα βολίδα, ο Βασίλης πλησίασε και ο Φαίδρος ανασηκώθηκε.

-Λοιπόν! Αν ισχυριζόμουν πως σας δίνω οριστική απάντηση, ο Φαίδρος θα διαφωνούσε. Θα μιλήσω λοιπόν κατά την έμπνευση της στιγμής. Έχω την τιμή να φέρω το όνομα μιας απ΄τις τρεις Χάριτες, της Αγλαϊας. Και οι άλλες δύο όμως δεν υστερούσαν σε ομορφιά. Και η Ευφροσύνη και η Θάλεια ήταν εφάμιλλες της Αγλαϊας. Αυθόρμητα όμως η σκέψη μου πήγε στις μούσες και μάλιστα  στην Τερψιχόρη η οποία εκφράζει το πνεύμα της μουσικής, στην Ερατώ η οποία ενσαρκώνει τον έρωτα, στην Ουρανία και Καλλιόπη που συνδέθηκαν με τη φιλοσοφία. Είναι όλες γυναικείες υπάρξεις, θηλυκά. Περιττεύει να τονίσω επίσης πως και η Διοτίμα η οποία μύησε τον ανέρασο Σωκράτη στον έρωτα ήταν γυναίκα. Τι να πω για την Περσεφόνη, για την Ευρώπη, για την Κορική Τάξη των αρχαίων Ορφικών, για την Αντιγόνη και γενικότερα για το αιώνιο θηλυκό; Υπάρχει, φαίνεται, ένα μεγάλο πρόβλημα, το πρόβλημα της έκφρασης της αλήθειας. Οι ποιητές και οι μυθιστοριογράφοι το συνδέουν κυρίως με την υποβλητική ομορφιά της γυναίκας, οι φιλόσοφοι αναζητούν το έσω κάλλος, την εσωτερική ομορφιά. Εκφράζεται; Συλλαμβάνεται; Υπάρχει; Ο Ρεμπώ κάθισε την ομορφιά στα πόδια του και τη βρήκε άσχημη, ενώ ο Έφηβος του Ντοστογιέφσκυ, ο πρίγκιπας Μούσκιν, ξεπέρασε την ομορφιά προσπαθώντας να σώσει τη δύστυχη Ναστάσια Φιλόπποβνα…Ξέρουμε επίσης την τύχη της Ελένης του Φάουστ…Μπερδεύομαι πραγματικά, αλλά κάτι μου λέει πως οι αγώνες των ανθρώπων, των άσημων και των διάσημων, όλων ανεξαίρετα, αποβλέπουν στην αιώνια ομορφιά. Πώς εκφράζεται λοιπόν η αλήθεια; Είναι η ομορφιά που μαραίνει το κάλλος το αμάραντο; Αν ναι, πώς ιχνηλατείται; Ελπίζω πως η μικρή μας παρέα θα βρει τρόπους γόνιμης αντιμετώπισης. Εγώ, όταν συγκινούμαι, ξεχνώ κάθε μορφή και κάθε σχήμα.

Άθελά του ο Βασίλης έστρεψε τη σκέψη του στην Πόπη, την αγκάλιασε νοερά. Πάγωσε καθώς άκουσε πως το πλήρωμα θα μπορούσε να πλημμυρίσει τη συνείδηση χωρίς τη μορφή, χωρίς το πρόσωπο. Κι όμως, αυτή η φρικιαστική αλήθεια τον είχε επισκεφθεί πολλές φορές. Σαστισμένος, διαμαρτυρήθηκε.

-Κάνεις λάθος Αγλαϊα! Είμαι βέβαιος! Δε μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς τη σάρκα μας, χωρίς το σώμα μας, χωρίς την έκφραση των ματιών, χωρίς το χαμόγελο του προσώπου, χωρίς το μήνυμα των χειλέων και τους χτύπους της καρδιάς μας….χωρίς την ομορφιά των αγρών και το χάδι της θάλασσας, χωρίς την πνοή του ανέμου και τα μύρια χρώματα της εσπέρας…

Πάντα όρθια και έτοιμη η Αγλαϊα τον διέκοψε:

-Όλα αυτά μηδενίζονται, δε λένε τίποτε Βασιλάκη μου χωρίς τη συγκίνηση της συνείδησής μας. Είναι έπεα πτερόεντα, όπως πολλά απ’ τα λόγια του Αχιλλέα και του Αγαμέμνονα…Μην ξεχνάς πως ξεκίνησα απ’ τη γυναικεία ομορφιά που μύησε και στη μουσική και στη φιλοσοφία και στην τέχνη. Κι όμως, ξεπερνιέται, γιατί η έκφραση της αλήθειας δεν είναι υλική.

-Είναι και υλική! Ο πατέρας μου, όταν θυμάται τη δολοφονημένη γιαγιά του, καταλαμβάνεται από ρίγος. Η μορφή, η μορφή, είναι σημαντικό πράγμα, δε χωρίζεται απ’ το πνεύμα, όχι! Οπωσδήποτε υπάρχει μέσα μας μια δύναμη που κινεί όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα, αλλά πώς είναι δυνατό να τη συλλάβουμε χωρίς τις αισθήσεις μας; Γιατί χαιρόμαστε όταν απολαμβάνουμε ένα όμορφο τοπίο; Γιατί θαυμάζουμε μια όμορφη γυναίκα; Συγνώμη Αγλαϊα, είσαι όμορφη…

Όλοι γέλασαν, αλλά η ένταση δε μειώθηκε καθόλου.

-Πολλά δεν είπαμε; είπε η Αγλαϊα, για να αποφανθεί: Οφείλουμε να ακούσουμε το Φαίδρο, είναι νομίζω καιρός.

-Μα ο Φαίδρος μάς άνοιξε την πόρτα. Κι όμως θα βουλιάξουμε  χωρίς οδηγό.

Στράφηκαν στο Φαίδρο. Τον είδαν ωχρό, αδύνατο, γεμάτο έκπληξη. Θα ’λεγε κανένας πως ονειροπολούσε ιδιότυπα, πως ταξίδευε σε ωκεανούς φρίκης. Η σιγή των άλλων όμως τον οδήγησε πάλι στο χώρο της συζήτησης. Τους αντίκρισε με φίλιο βλέμμα το οποίο γρήγορα κατασκήνωσε στις ψυχές τους και γι’ ατό νόμισαν όλοι πως ο Φαίδρος είχε αποδημήσει χωρίς να το αντιληφθούν. Όμως, ήταν μαζί τους και απολάμβανε τις ευγενικές τους διαφωνίες, τη βαθιά τους δίψα για γνησιότητα πέρα από κάθε συμβατικότητα. Τον επισκέφθηκε όμως η φρίκη, καθώς σκέφθηκε κάποια στιγμή πως ο όμορφος δρόμος στον οποίο καλούνται οι τρεις έφηβοι φίλοι του είναι δυνατό να εγκαταλειφθεί εξαιτίας της φθοράς της ζωής που τους απειλεί…Όφειλε να τους τονώσει με δύναμη και πάθος.

-Κελαηδάτε όμορφα, πιο όμορφα κι απ’ τα πουλιά. Σας άκουσα και θα σας ακούσω και πάλι. Δεν καταλήξατε σε συγκεκριμένο συμπέρασμα, αλλά προτυπώσατε αλήθειες οι οποίες αναβλύζουν χωρίς να προκύπτουν απ’ την τρέχουσα εμπειρία της ζωής. Η έκφραση του αληθινού βρίσκεται έξω από μας ή μέσα μας; Σεβαστές οι απόψεις που διατυπώθηκαν, απόψεις οι οποίες θα εμπλουτισθούν και θα ξαναδιατυπωθούν, οι οποίες θα μας προσεγγίζουν χωρίς να μας εφησυχάζουν με ψεύτικα συναισθήματα.

Ανακεφαλαιώνω λοιπόν για να δοθεί συνέχεια μια άλλη φορά. Στη μορφή συναντιέται το ανέκφραστο με ό,τι εκφράζεται, ο παλμός της αμεσότητας μας με τον κόσμο τον οποίο αισθανόμαστε φαινομενικά και λέω φαινομενικά, γιατί η αίσθηση είναι οφθαλμός του πνεύματος, σάρκα του και όχι κάτι ξέχωρο. Το ανέκφραστο όμως εκφράζεται, τυπώνεται, φανερώνεται στις μορφές και πρώτα πρώτα στο σώμα μας. Όταν χαιρόμαστε, όταν εκπληττόμαστε, όταν θαυμάζουμε, όταν αγωνιούμε, όταν …εκφραζόμαστε με νεύματα, με λέξεις, με εικόνες, με παραστάσεις, με μορφές και σχήματα του κόσμου μας. Σιγά σιγά όμως θα κατανοήσουμε τι σημαίνει αυτή η αλήθεια. Μέχρι στιγμής είναι αρκετοί οι προβληματισμοί σας και εμβαθύντε μόνοι σας για να συνεχίσουμε σε δύο μέρες.

Είχε σουρουπώσει για καλά. Απ’ την κεντρική πόρτα πρόβαλε η Βασιλική με τη φρουτιέρα στα χέρια.

-Δε διακόπτω το εσπερινό σας μάθημα!

-Τελειώσαμε για σήμερα.

-Ε λοιπόν, η ώρα των φρούτων.

Έφαγαν με όρεξη τα φρούτα και λίγο μετά κατηφόρισαν. Οδήγησαν στη συνέχεια το Φαίδρο στον κύριο Μένιο ο οποίος περίμενε με την Πόπη και απομακρύνθηκαν καληνυχτίζοντας.

-Βραδινός περίπατος στον κάμπο και στους αγρούς, έκανε ο Βασίλης περιχαρής.

 

                               13

 

Έμεινα μόνοι.

-Ας προχωρήσουμε στο βάθος του ελαιώνα, στις τελευταίες ελιές υπάρχουν δύο τρία παγκάκια. Η Πόπη μάλιστα μετέφερε και δύο ανάλαφρες πολυθρόνες. Είναι ήσυχα.

Στον ελαιώνα η νύχτα είχε κατασκηνώσει. Κείνη η γωνιά ήταν το όριο της πολίχνης, γιατί ευθύς μετά το φράχτη άρχιζε η κοινοτική περιοχή η οποία οδηγούσε στον κάμπο απ’ τα δεξιά και στο βουνό απ’ τα αριστερά.

-Συνηθίζω να περπατάω, μα σήμερα προτιμώ να κουβεντιάσουμε καθισμένοι. Τι λες Φαίδρε;

-Και εγώ συνηθίζω να περπατάω. Όμως, βρίσκω το μέρος ήσυχο και υποβλητικό.

-Σε γνώριζα πριν σε συναντήσω, ο Βασίλης είχε μιλήσει για σένα με τα θερμότερα λόγια στην Πόπη. Κείνη με τη σειρά της μου μετέφερε κριτικά τα λόγια του φίλου της. Λέω κριτικά, γιατί είμαι σε θέση να διαπιστώσω πως κατανόησε την πραγματικότητα, πέρα απ’ τον ενθουσιασμό του έφηβου. Για να είμαι ειλικρινής, ο Βασίλης δε διακρίνεται για τον ενθουσιασμό του, είναι ζωντανή συνείδηση, παρά την εφηβεία του Η Πόπη τον ψυχογραφεί άριστα. Σε γνώριζα λοιπόν πριν σε συναντήσω καλέ μου Φαίδρε…Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;

-Είναι μεταφυσική αλήθεια, ξεφεύγει απ’ τη φυσική τάξη.

Δε γνωρίζω τη μεταφυσική, αλλά τολμώ να πω είμαι σε θέση να διακρίνω το έξοχο απ’ το συνηθισμένο, το όμορφο απ’ το ψεύτικο στολίδι. Ξέρεις καλέ μου Φαίδρε πόσα χρόνια απαιτήθηκαν; Πολλαπλάσια απ’ την ηλικία μου. Μου είναι αδύνατο να πολλαπλασιάσω τα εξηνταεπτά μου χρόνια με οιοδήποτε πολλαπλασιαστή. Υπάρχουν στιγμές της ζωής μου οι οποίες αιχμαλώτισαν αιώνες, όπως υπάρχουν χρόνια τα οποία χάθηκαν όπως μια ανέμελη στιγμή…Έτσι σμιλεύτηκε μέσα μου η ιδέα του άσπιλου, του έξοχου, του θαυμάσιου. Δε θα σε κουράσω με λεπτομέρειες της ζωής μου, ούτε με ερημότοπους της έγκλειστης ψυχής μου. Υπήρξα αντάρτης του ΕΑΜ, υπαρχηγός του γερο-Δήμου, ενθουσιώδης, καθοδηγητής, θερμός, μα άσχετος με αντεκδικήσεις και φόνους. Πέρασα κατόπιν τα σύνορα πληγωμένος απ’ τις δεξιές και αριστερές πληγές της πατρίδας μου, έζησα χρόνια στην Ουγγαρία και στη Τσεχοσλοβακία, σπούδασα στο πολυτεχνείο της Πράγας, έζησα στην πράξη αυτό που ονομάστηκε σοσιαλιστικό όνειρο για να δω τα φρικτά πάθη και τις παρανοϊκές αυταπάτες…Έφτασα στην αποδέσμευσή μου απ’ το μαρξισμό κι αυτό υπήρξε  μια δεύτερη επανάσταση.

Ακροάστηκα όμως τις φωνές του παρελθόντος τόσο στη Βουδαπέστη όσο και στην Πράγα καθώς και σε γερμανικές πόλεις στις οποίες ταξίδευα για υπηρεσιακούς λόγους. Άκουσα με προσοχή το μήνυμα των μνημείων του Μεσαίωνα, τις φωνές των καθεδρικών ναών, το σεμνό χαμόγελο των καλογραιών των ταγμάτων του καθολικισμού, τα λόγια κάποιων ραβίνων που προέρχονται απ’ τη σχολή της Πράγας…Χωρίς να έχω τη διάθεση να γράψω ή να δημιουργήσω, γεύτηκα την ομορφιά εν μέσω θλίψεων και δοκιμασιών. Επαναστάτησα για τρίτη φορά, αλλά ήρεμα. Πιστεύω πως κέρδισα την καλύτερη νίκη, αφού το πνεύμα αυτής της επανάστασης βρίσκεται στο ίδιο μας το είναι. Στράφηκα έτσι σ’ αυτήν την ιλιγγιώδη πηγή σοφίας και έγινα προσκυνητής της με τη βοήθεια ενός ραβίνου και ενός δομινικανού μοναχού. Ο πρώτος μου ’δωσε ένα βιβλίο στο οποίο αναλύονται κάποια κομμάτια του Ταλμούδ και ο δεύτερος μια ανθολογία με ποιήματα μυστικών. Κατάφερα να αντιληφθώ πού κατοικεί το πλήρωμα και να διαισθανθώ γιατί οι πολλοί άνθρωποι κοιμούνται ενώ νομίζουν πως είναι ξύπνιοι, όπως λέγει ο δικός μας Ηράκλειτος

Μπορώ να πω καλέ μου Φαίδρε πως είμαι τυχερός εν μέσω των θλίψεων και των περιπετειών. Δε μιλάω στους ανθρώπους γι’ αυτά τα πράγματα, μένω σιγηλός, χωρίς αυτό να σημαίνει  πως δεν τους αγαπάω. Ανταλλάσσα μαζί τους λόγια σχετικά με τις ματαιότητές τους. Μόνο με την Πόπη μου κουβεντιάζω, με το Βασίλη τον τελευταίο καιρό και με…

-…τη μακαρίτισσα τη γυναίκα σας…

-Πώς το γνωρίζεις; Σου μίλησε μήπως η Πόπη; Είδες τη φωτογραφία της πριν ακόμη μπούμε στο σπίτι;

Ο κύριος Μένιος σηκώθηκε έκπληκτος. Κάποιες μακρινές υποσκιάσεις φωτός ίχνευαν τα χαρακτηριστικά του, καθώς, λιγνός και ψηλός με τα πλούσια άσπρα μαλλιά του περίμενε απάντηση.

-Ποιος σου μίλησε για τη Γενοβέφα, για τη Γενοβέφα των αγρών;

Ο Φαίδρος σηκώθηκε και πλησίασε τον κύριο Μένιο. Του ’σφιξε το χέρι και το ασπάστηκε. Η παλάμη υγράνθηκε και ο έκπληκτος θείος Μένιος συγκλονίστηκε. Αμέσως κάθισε γιατί ένιωσε πως τα πόδια του κρέμονταν στην άβυσσο. Ο Φαίδρος πλησίασε το φράκτη στην άκρη του λιοστασιού, υποστηρίχτηκε και ξαναπλησίασε μένοντας όρθιος.

-Είπατε πως με γνωρίσατε πριν με συναντήσετε…Πώς να απαντήσω στο θείο κόσμο των λόγων σας; Ούτε η Πόπη μού μίλησε για τη μητέρα της, ούτε άκουσα κάτι σχετικό από οποιονδήποτε άλλο. Ωστόσο, ο κόσμος σας και η παρουσία σας μού μίλησαν βαθιά, καθώς η περιπετειώδης σας ζωή ανέφλεξε τη δημιουργική μου φαντασία…Η ζωή με τις πραγματικές επαναστάσεις και την ταυτόχρονα βαθιά σιωπή μηνύει την απουσία κάποιας αγαπημένης η οποία παραμένει μυστικό πλήρωμα. Πίσω σας, μέσα σας καλύτερα, αν και οι εκφράσεις ατονούν, κρύβεται η αιώνια σύζυγος και αγαπημένη. Συμβαίνει κάποτε να γνωρίζουμε κάποια πρόσωπα χωρίς να υπάρχει προσωπική επαφή, χωρίς να έχει προηγηθεί τυπική γνωριμία. Αυτό συμβαίνει με τη μακάρια, αυτό συμβαίνει με τις ωραίες ψυχές.

Ο θάνατός της με σύντριψε, αλλά η μνήμη της με τρέφει Απαιτήθηκε καιρός για να καταλάβω πως ό,τι αποκαλούμε μέλλον είναι αυταπάτη. Η πραγματική αλήθεια είναι το παρόν, ναι το παρόν. Αυτό μας τρέφει, αυτή η αλήθεια προσδιορίζει ό,τι ονομάζουμε μέλλον.

-Δεν υπάρχει μέλλον χωρίς το παρόν, ο θάνατος είναι στάση, οριστική στάση στο παρόν, στάση στη στάση, έκσταση δηλαδή.

-Είναι ίσως η σκληρότερη πραγματικότητα η οποία απαλύνεται μόνο αν ακινητοποιήσουμε όλο το παρελθόν  στη μεγάλη στιγμή του παρόντος.

-Είστε μαθητής του Παρμενίδη και του Πλάτωνα…

-Αγνοώ τις λεπτομέρειες των φιλοσοφιών τους. Ό,τι διατυπώνω είναι προσωπικές μου εμπειρίες, αλλά κάπου συναντώνται με τον κάματο και τον πόνο, το δημιουργικό πόνο των αιώνων. Συ έχεις τη φιλοσοφική κάλυψη, πετάς ψηλά και βλέπω με συγκίνηση πως περιστοιχίζεσαι από κάποια πεταρούδια, από κάποια νεογνά. Άνοιξέ τους τα μάτια στο φως, είναι ό,τι το ωραιότερο, γιατί μόνο το ανέσπερο φως κάνει τη ζωή διαρκές παρόν, αιώνια έκπληξη…Πάμε μέχρι το σπίτι.

Περπάτησαν χωρίς να ανταλλάξουν λόγο. Ο κύριος Μένιος άνοιξε το φως και έκανε τόπο στο Φαίδρο. Το σπιτάκι, όπως το αποκαλούσε η Πόπη, ήταν απλό. Κάποια προσεγμένα κάδρα πρόδιδαν καλλιτεχνικές ευαισθησίες, ενώ τα απέριττα έπιπλα βεβαίωναν νοικοκυροσύνη και καθαριότητα. Το πρώτο δωμάτιο στο οποίο οδηγούσε η είσοδος ήταν, ας πούμε, αίθουσα παραμονής και τραπεζαρία. Στη δεξιά πλευρά μια πόρτα οδηγούσε στο δωμάτιο του κυρίου Μένιου, ενώ απέναντι, αριστερά, μια άλλη παρόμοια πόρτα οδηγούσα στο δωμάτιο της Πόπης.

Ο κύριος Μένιος άνοιξε τον πόρτα του δωματίου της κόρης του.

-Δε χρειάζεται, η Πόπη απουσιάζει.

Βέβαιος πως δεν παραβιάζει τις ανοιχτές θύρες του κόσμου της κόρης του, ο ειλικρινής άνθρωπος αποκρίθηκε:

-Μην επιμένετε, δεν υπάρχουν μυστικά. Ο τόπος παραμονής μας είναι ο κόσμος μας.

Μπήκαν και βρέθηκαν πραγματικά μπροστά στον ορατό κόσμο της κόρης. Παστρική τάξη και καθαριότητα, απλότητα την οποία ο Φαίδρος χαρακτήρισε μεγαλειώδη, ράφια με βιβλία ποίησης και λογοτεχνίας, κυρίως ξένα, θαυμαστή ποικιλία δίσκων μουσικής, αντίγραφα πινάκων με φωτοσκιάσεις που παρέπεμπαν στη φλαμανδική σχολή…

-Τόπος προσευχής, φιλοσοφικής προσευχής και κατάνυξης.

-Φαίνεται πως πήρε πολλές χάρες απ’ τη μάνα της κι αυτό με γεμίζει.

Βγήκαν και πέρασαν στο δωμάτιο του κυρίου Μένιου. Ήταν απλό, λιτό, σχεδόν γυμνό. Κάποιες κορνιζαρισμένες μεσαιωνικές και μεταμεσαιωνικές γκραβούρες πρόδιδαν τις καλλιτεχνικές ευαισθησίες του κυρίου Μένιου, ενώ μια μεγάλη ντουλάπα  έκρυβε όγκο ξενόγλωσσων βιβλίων με τα οποία αναστρεφόταν ο πρώην πρόσφυγας.

-Νεότερος διάβαζα πολύ. Τώρα συλλογίζομαι, αποτιμάω τους προσωπικούς μου καρπούς, αγρυπνώ μόνος.

Άνοιξε κατόπιν το διπλανό μπαούλο  και έδειξε στο Φαίδρο τα εργαλεία της τέχνης του. Έλαμπαν

-Τα συντηρώ και αυτό με ενώνει με τα στάδια του οδοιπορικού μου. Πλησίασε τώρα Φαίδρε μου να δεις το αιώνιο παρόν.

Δίπλα απ’ το κρεβάτι, σε ένα υπερυψωμένο κομοδίνο, δέσποζε η φωτογραφία της μακάριας. Στάθηκαν αμίλητοι μπροστά της, σα σε προσευχή. Η μορφή της, ιλαρή και αθώα, αφόπλιζε κάθε επιθυμητική ματιά, κατένυσσε τα βλέφαρα και έστρεφε τον κόσμο της ψυχής στο κρυφό μεγαλείο της αιώνιας κόρης. Ακύμαντα τα μάτια έμοιαζαν με αδιάστατους προβολείς ζωής, αμάραντης ζωής και χάρης. Αρμονικό το πρόσωπο με τα πλούσια μαλλιά τα οποία περιέλουζαν τους ώμους πρόσθετε ένα καταιγιστικό ερώτημα που αιχμαλώτιζε τους μύχιους παλμούς της ψυχής. Από κάτω, στο λευκό περιθώριο, η επιγραφή του συζύγου, επισφράγιζε τα βιώματα: “Αιώνια Αγαπημένη.” Η αιωνιότητα εστιάζεται στο παρόν,  συρρικνώνεται αδιάστατα στο ασύλληπτο νυν, διαθλάται όμως στα πρόσωπα, στο πρόσωπο της μακάριας συζύγου. Οι δύο άνδρες, αμίλητοι σα να περίμεναν την ευλογία της ιέρειας, άκουγαν νοερά πολυφωνικές συνθέσεις και κατανυκτικές μονωδίες, αντάμωναν με κορυφαίες εκφράσεις της ιερής μούσας, πέταγαν ως ιερά πτηνά. Θα ήταν όμως αδιάκριτο και μάταιο να εισβάλουμε στον κόσμο τους  για να μαντέψουμε την άρρητη ιεραποδημία τους.

-Είναι μαζί μας Φαίδρε και παραστέκει με κείνη την άρρητη στοργή των ουρανών. Ξέρεις, είσαι ο μόνος που βλέπεις τη φωτογραφία, που ξεναγείσαι σε τούτο το απλό και άσημο δωμάτιο. Οι λιγοστοί επισκέπτες μένουν στο σαλόνι. Τι να τους δείξω; Τι θα καταλάβουν; Στο τελεστήριο της Ελευσίνας υπήρχε μια υπογραφή η οποία απαγόρευε την είσοδο στους αμύητους: Εκάς, εκάς οι βέβηλοι. Μη χωρείν είσω των μυστηρίων αμυήτοις ούσιν. Μπορεί κανένας να προσφέρει στους ανθρώπους ό,τι είναι διατεθειμένοι να δεχτούν, την απλότητά του, την καλοσύνη του κλπ., όχι όμως πράγματα τα οποία έχουν απορρίψει ή εκπορνεύσει…

-Οι δια των σπαραγμών οι μύθοι δηλούσιν, μας πληροφορεί η αρχαία σοφία Συμφωνώ. Κάποιος βυζαντινός μυστικός βάζει στα χείλη του Ιησού τα ακόλουθα λόγια που δεν υπάρχουν στις γραφές: Το μυστήριόν μου εμοί και τοις εμοίς, το μυστήριό μου ανήκει σε μένα και στους δικούς μου, σε όσους δηλαδή γεννήθηκαν εκ Θεού και όχι εκ σαρκός. Βέβαια όλα αυτά δεν ανήκουν στους χριστιανούς, αλλά σε όλους τους ανθρώπους και τα συναντάμε σε όλες τις σοφίες, είναι το μόνο κοινό μυστικό στοιχείο το οποίο ενώνει τους ανθρώπους, κι ας το αγνοούν…

-Υπέροχη σοφία. Ποιο μυστήριο παιδί μου ενώνει ένα γέρο με ένα νέο; Ένα άσοφο με ένα φιλόσοφο; Βρίσκομαι στο τέλος του περίπλου μου και συ ξανοίγεσαι αρμενίζοντας τα κατάλευκα πανιά σου.

-Θα σας εξηγήσω.

-Ας γυρίσουμε στη γωνιά μας.

Γύρισαν βηματίζοντας με περισυλλογή. Ξανακάθισαν περίσκεπτοι.

-Όταν πέθανε, μόνο η ύπαρξη της Πόπης με συγκράτησε στη ζωή. Μια δύναμη αγάπης μ’ έσπρωχνε κοντά της, στον τάφο. Κατάλαβα όμως πως η αγάπη μηδενίζει το χρόνο, πως μόνο η δύναμή της καταβροχθίζει το σπαραγμό των συνειδήσεων. Θέλησα να πεθάνω, γιατί έτσι θα συναντούσα την αγαπημένη μου όχι ως πρόσωπο, αλλά ως αιωνιότητα, ως ζωοποιό μηδέν. Την είδα τότε σε στιγμές ύστατης δοκιμασίας μου στο όνειρό μου. Κρατούσε την Πόπη στην αγκαλιά και μου την απόθεσε. Έζησα, δούλεψα, ταξίδεψα, άσπρισα, μα οι δείκτες του ρολογιού της ψυχής μου έμειναν για πάντα κολλημένοι στη μορφή της. Δε λέω πως δε συνάντησα ωραίες ψυχές, δεν υποστηρίζω πως η Γενοβέφα, Ζενεβιέβ την αποκαλούσαμε, υπήρξε η μόνη. Αυτήν όμως γνώρισα και έτσι αναθερμάνθηκε η πίστη μου στην ανθρώπινη φύση, αυτή η παρουσία συνέτριψε τους στείρους ιδεολογισμούς μου. Η μικρή σας η παρέα μού θυμίζει τον κόσμο της και είναι για μένα ένα δώρο. Θα ρθείτε ένα βράδυ με τις δύο φίλες, είναι υπέροχες. Ποια ευλογία της γης και του ουρανού σας έκανε να συναντηθείτε Φαίδρε μου;

Ο Φαίδρος άκουγε προσεκτικά. Ήταν πια βέβαιος πως ο κύριος Μένιος ήταν άξιος εμπιστοσύνης και γι’ αυτό αναλογιζόταν αν όφειλε να του μιλήσει για τον επικείμενο θάνατό του.

-Εγώ θεωρώ τιμή μου τη γνωριμία μου με σας και μάλιστα σε μια αποφασιστική στιγμή της ζωής μου, στη μεγάλη και μόνη στροφή. Κυριολεκτώ.

-Μα…έκανε έκπληκτος ο κύριος Μένιος, η μεγάλη στροφή της ζωής…

-Ναι, μιλάω για τη μία και μοναδική στροφή της ζωής…

-Για την αναμέτρηση με το θάνατο…Πώς είναι δυνατό Φαίδρε; Πώς; Εξηγήσου καλό μου παιδί. Είχα πασχίσει να δεχτώ πως τίποτε δε θα με εξέπληττε και δεν κρύβω πως με καταπλήσσεις. Γιατί θα πεθάνεις νέε μου; Είσαι μια χαρά…

-Ο εγκέφαλος πάσχει από κακοήθη όγκο…

Άθελά του ο κύριος Μένιος έχωσε τις ανοιχτές του παλάμες στα άσπρα του μαλλιά, ενώ σιγή διαδέχτηκε την απεγνωσμένη του κίνηση. Για λίγα λεπτά ο Φαίδρος έπαυσε να σκέπτεται, λέτε και το πνεύμα του κρύφθηκε σε κάποια αόρατα και ανεξήγητα βάθη. Κατόπιν συνήλθε και πετάχτηκε όρθιος. Ο κύριος Μένιος άφησε το λευκό του κεφάλι και σταύρωσε τα χέρια του περιμένοντας με ανέκφραστη ένταση. Ο Φαίδρος άρχισε:

-Ο δόκτωρ Γιοχάννες Στέφαν ο οποίος διαπίστωσε πριν λίγες μέρες την αρρώστια μου στη Χαϊδελβέργη μου είπε κάτι το οποίο συμπυκνώνει σοφία αιώνων Το είπε σε στιγμή βασανιστικής έντασης, καθώς συζητούσαμε για το θάνατο και για την αγάπη, λίγο μετά τη διάγνωση: Η ανθρώπινη ψυχή δεν έχει ημερομηνία γέννησης…

-Καταιγιστικό…Πές μου σεβαστό μου παιδί τα δικά σου λόγια που οδήγησαν το δόκτορα σ’ αυτή τη συγκλονιστική αλήθεια.

-Του μνημόνευσα τους στίχους του ποιητή:

              Δύστυχη σ’ αγαπώ από τότε που υπάρχω…

Αυτό ήταν το έναυσμα.

Ο σοφός ασπρομάλλης αναλύθηκε σε λυγμούς. Ο Φαίδρος σταμάτησε για λίγο.

-Η σοφία δεν προσεγγίζεται, γιατί πάντα θα υπάρχουν στιγμές έκπληξης και θάμβους. Πίστευα πως είχα προσορμισθεί σε κάποια λιμανάκι της στωικής σοφίας, μα να που αποδεικνύομαι ανεπαρκής. Πώς να μη συγκλονισθώ απ’ τα νέα που ακούω, απ’ τα καινοφανή τα οποία εκτυλίσσονται μπροστά μου; Συχώρα με παιδί μου που σε διέκοψα…

-Συνεχίζω έχοντας τη βεβαιότητα πως μιλάω σε μια μεγάλη ψυχή. Δεν κλονίστηκα τόσο απ’ τη διαπίστωση, όσο απ’ τις στιγμές έντασης που έζησα μετά. Στο νοσοκομείο έμεινα δέκα μέρες. Τα συμπτώματα όμως της προηγούμενης μέρας, της μέρας που προηγήθηκε της εισαγωγής μου, μού έλεγαν φανερά πως έχω όγκο στον εγκέφαλο. Ήρθαν λοιπόν στιγμές μοναξιάς, σκληρές στιγμές, γιατί η απόλυτη μοναξιά, η βεβαιότητα πως σε λίγο θα πεθάνεις, παραλύει τις ψευδαισθήσεις και κονιορτοποιεί τις αυταπάτες. Παρήλασε μπροστά μου η μύηση στη φιλοσοφία, ήρθαν οι φωνές των μυστικών, των ποιητών, των ευγενών ψυχών, παρουσιάστηκε η μορφή της μητέρας μου, πεθαμένων συγγενών, της Αννούλας, της Κατερίνας, του Βασίλη, του δάσκαλου, του κυρίου Ιωάννου και άλλων πολλών. Τους αποχαιρετούσα νοερά και νιώθοντας απέραντα αδύναμος, κατάλαβα τη δύναμη, την πραγματική δύναμη. “Τι νικάει το θάνατο;” αναρωτήθηκα. Τότε, μες τη νύχτα, μες την κοσμική νύχτα, περιλούστηκα από ένα φως το οποίο διέλυσε δημιουργικά μέσα μου τα αγαπημένα μου πρόσωπα και κατανόησα πως η ζωή είναι αιώνια Έκπληξη και πως το αρχέγονο είναι μας ελευθερώνεται απόλυτα. Ανέπνευσα με τη βεβαιότητα πως ο θάνατός μου θα ήταν ο ευγενέστερος στέφανος. “Φαίδρε, θα πεθάνεις όρθιος και ήρεμος, όρθιος και πληρωμένος”, είπα. Δεν πιστεύω πως έφτασα σ’ αυτό έξοχο το σημείο μεγαλειότητας, όπως έφτασαν ο Σωκράτης, ο Μάρκος Πόπλιος Κάτων και άλλες μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού μακάριες προσωπικότητες. Όχι…Ωστόσο, αγωνίστηκα και αγωνίζομαι, δοκιμάστηκα και δοκιμάζομαι. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες νιώθω δικαιωμένος, πληρωμένος. Αισθάνομαι πως έζησα αιώνες μαθητείας στην αιώνια φιλοσοφία, πληροφορούμαι πως οποιαδήποτε στιγμή κι αν πεθάνω, θα φύγω με τη γεύση της πληρότητας, με την αμυδρή έστω γεύση της…Γι’ αυτό βρίσκομαι στο Ζυγό, γι’ αυτό το λόγο διαλέγομαι με τις ωραίες ψυχές της μικρής μας παρέας. Απλά και ταπεινά, στο περιθώριο της καθημερινότητας. Είναι τάχα τυχαία η γνωριμία μας;

Ο κύριος Μένιος ανέλαβε τις δυνάμεις του και επανήλθε στις στωικές του στιγμές.

-Για μένα αυτή η γνωριμία είναι πολύτιμη…

Κείνη τη στιγμή ο θόρυβος του Λαντρόβερ διέκοψε το διάλογο των δύο ανδρών. Το αυτοκίνητο σταμάτησε στο δρομίσκο ο οποίος καταλήγει στην αυλή του σπιτιού. Ο κύριος Μένιος κατάλαβε.

-Είναι ο Τάσος και η Γεωργία. Αύριο φεύγουν και ήρθαν να με χαιρετήσουν. Ας πλησιάσουμε.

Συναντήθηκαν στην αυλή.

-Σας διακόψαμε…Σίγουρα θα συζητούσατε σημαντικά πράγματα.

-Χαρά μας που σας βλέπουμε, είπε ο Φαίδρος.

Κάθισαν στο πεζουλάκι, μπροστά στο σπίτι.

-Πόσες μέρες θα λείψεις Τάσο;

-Θα λείψουμε,  σχολίασε η Γεωργία χαμογελώντας.

-Και ο Άγγελος;

-Είναι δυνατό; Ο Άγγελος πετάει απ’ τη χαρά του και δεν αποχωρίζεται με κανένα τρόπο τους φίλους του.

-Θα μας συναντήσει, μετά, σαν η παρέα φύγει…Φυσικά και μεις είμαστε ευγνώμονες στους νέους του φίλους, γιατί πρόκειται για μια καταπληκτική ευκαιρία. Σας εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας Φαίδρε. Πραγματικά. Το αυτοκίνητο είναι στη διάθεσή σας.

-Και το σπίτι μας! πρόσθεσε η Γεωργία. Πιστέψτε μας πως θα θεωρήσουμε τιμή μας την παραμονή σας εκεί. Υπάρχει άνεση, παρά το ότι και στου θείου του Βασίλη και στης Κατερίνας τα πράγματα είναι μαγευτικά. Αν μένατε όμως στο σπίτι μας, ο Άγγελος θα ’παιρνε φτερά.

-Θα επισκεφθούμε το όμορφο υποστατικό σας και ίσως μείνουμε εκεί κάποια βραδιά, μην αμφιβάλλετε. Εγώ σας ευχαριστώ για την αγάπη σας.

Λίγο αργότερα οι τέσσερις νέοι επέστρεφαν απ’ το βραδινό τους περίπατο στους αγρούς. Ήταν αρκετά θορυβώδεις και ενθουσιασμένοι. Οι μεγαλύτεροι παραξενεύτηκαν καθώς διαπίστωσαν πως ο Βασίλης και ο Άγγελος ήταν στεφανωμένοι με κλάδους μυρσίνης, ενώ τα κορίτσια είχαν πλέξει περιδέραια από υακίνθους και μπουγαρίνια.

-Φθάσατε ως την Κασταλία; είπε θυμόσοφα ο κύριος Μένιος.

-Συνάντησαν τον Πάνα και μίλησαν με την Περσεφόνη, συμπλήρωσε ο Φαίδρος χαμογελώντας.

Οι ευωδιές του νυχτολούλουδου απάλυναν την ατμόσφαιρα και δημιουργούσαν την αίσθηση μιας απροσδιόριστης κατάνυξης. Οι νέοι κάθισαν στο πεζούλι, έτοιμοι να διηγηθούν τη βραδινή τους εκδρομή. Νέοι, υποψιασμένοι απ’ τις επισκέψεις της εφηβείας και της νεότητας, περίμεναν το θαυμασιώδες. Βέβαια, ο Βασίλης ήταν μαθητής του Φαίδρου και η Πόπη θήτευε σιωπηλά στη σοφία του πατέρα της. Ήταν όμως αρκετά νέοι για να εισβάλουν  στην καρδιά του τραγικού. Συχνά μελαγχολούσαν, μα οραματίζονταν κάποια όμορφη μέρα χαράς και πληρότητας. Η Αγλαΐα και ο Άγγελος ήταν περισότερο παιδιά, παιδιά με αγνή ζωτικότητα και με ελάχιστες μεταφυσικές υποψίες. Απ’ τις πρώτες όμως στιγμές, απ’ τον πρώτο διάλογο με το Φαίδρο, ένιωσαν κείνη την έκπληξη ζωής η οποία θα καρποφορούσε με δαψίλεια.

Άφησαν στη συνέχεια μόνους τον κύριο Μένιο και το Φαίδρο και διέσχισαν ένα στενό μονοπάτι του κάμπου παίζοντας με τα σκυλιά, με τις χελώνες και με τα βατράχια του παραπόταμου. Έφτασαν κατόπιν στο λοφίσκο απ’ την κορυφή του οποίου  αντίκρισαν το Ζυγό, ντυμένο τα βραδινά του φώτα, το λιμάνι και δεξιά τους τον κάμπο ο οποίος στένευε προοδευτικά για να καταλήξει στη μεγάλη χαράδρα, στο αντάμωμα των δύο βουνών.

-Εκεί θα πάμε! είπε ο Άγγελος.

-Θα αργήσουμε, αντέτεινε η Αγλαϊα.

-Μα δειν πειράζει…Θα δείτε κάτι όμορφο.

-Αν δε μας περίμεναν ο Φαίδρος και ο πατέρας μου…

-Εντάξει, ένα άλλο δειλινό.

-Θα δούμε τι;

-Δεν αποκαλύπτω, συνέχισε ο Βασίλης, νεύοντας ταυτόχρονα στον Άγγελο.

-Ας πάμε βιαστικά, πρότεινε η Πόπη.

-Οι βιαστικές απολαύσεις δεν αξίζουν Ένα άλλο δειλινό θα δείτε.
Κάθισαν στους βράχους του λοφίσκου ανταλλάσσοντας σκέψεις σχετικές με την απογευματινή τους συζήτηση κάτω απ’ την ελιά.

-Ανέκφραστος είναι ο έρωτας, είπε ο Βασίλης λοξοκοιτάζοντας την Πόπη.

Ανέμελη και ανυποψίαστη η Αγλαϊα τον ρώτησε με φυσική ειλικρίνεια:

-Έχεις ερωτευθεί; Μόνο τότε θα γνώριζες τι είναι ο έρωτας. Και ο πόνος; Ποιος μπορεί να συμπονέσει, αν δεν έχει πονέσει; Ποιος μπορεί να πει τι είναι θυσία, αν δεν έχει θυσιάσει κάτι; Μην εξαπλουστεύεις…

-Ναι, αλλά ο έρωτας, αντέτεινε ο Άγγελος, είναι κάτι το διαφορετικό. Γι’ αυτό και έχει μια μοναδικότητα η οποία εκφράζεται στη σχέση του άρρενα με το θήλυ. Η φιλία λ.χ. βλαστάνει ανεξάρτητα απ’ τα φύλα. Δεν είναι κάτι το παράδοξο; Σ’ αυτή την παραδοξότητα δεν οφείλουμε να αναζητήσουμε το μυστικό του;

-Μου θυμίζεις τα λόγια της Εσμεράλδας, της τραγικής τσιγγάνας και ηρωίδας της Παναγίας των Παρισίων. Η φιλία μοιάζει με τα δάχτυλα του χεριού που έχουν αλληλεγγύη μεταξύ τους, που αγγίζονται χωρίς να ενώνονται Αντίθετα, με τον έρωτα οι δύο γίνονται ένας, θυμίζουν τον άγγελο του παραδείσου. Βέβαια, συνέχισε η Πόπη, σε συμφωνώ με την τραγική τσιγγάνα, αλλά δέχομαι την άποψη κατά την οποία φιλία και έρωτας δεν ταυτίζονται.

-Ούτε η φιλία, ούτε ο έρωτας εκφράζονται, πρόσθεσε ο Άγγελος σκεπτικός.

Ο Βασίλης όμως πήρε το λόγο:

-Θα σας μεταφέρω κάποιες απόψεις του Φαίδρου, απόψεις τις οποίες ανέπτυσσε στην Κατερίνα και στην Αννούλα. Δεν είχα την τύχη να βρίσκομαι απ’ την αρχή στη συζήτηση, μα ό,τι άκουσα ήταν καταπληκτικό. Αναφέρθηκε στην αρχή σε ένα Γάλλο ποιητή και μυστικό, στον Φενελόν που έζησε το δέκατο έβδομο αιώνα. Ο Γάλλος σοφός διακρίνει δύο είδη αγάπης. Κάνει λόγο για την ιδιοτελή και για την καθαρή αγάπη. Όμως, με την πρώτη ματιά δεν υπάρχει διαφορά. Όμως, καθώς εμβαθύνουμε, διαπιστώνουμε πως η ιδιοτελής αγάπη είναι αγάπη του εαυτού μας, ένα είδος φιλαρέσκειας που έχει ως αντικείμενο τον εαυτό μας. Αντίθετα, η καθαρή αγάπη ταυτίζεται με την προσφορά, έχει θεϊκές ρίζες, όποιο νόημα και αν δώσουμε στον όρο. Έλεγε στη συνέχεια πως οι τραγωδίες και ο πόνος της ανθρωπότητας οφείλονται στην ιδιοτελή αγάπη, σε ό,τι κατά τη φτωχή μου γνώμη είναι καμουφλαρισμένος εγωισμός. Βρισκόμαστε στη μήτρα του μίσους και όλων των συνεπειών του τις οποίες το προσεκτικό μάτι διαπιστώνει καθημερινά. Οι αδικίες, οι ανισότητες και όλες οι κοινωνικές διαιρέσεις οφείλονται στον εγωισμό. Οι πόλεμοι αποτελούν συλλογική έκφραση αυτής της κατάστασης. Δεν επεκτείνομαι όμως σ’ αυτό το σκέλος της ανάλυσης του Φαίδρου. Θα προχωρήσω με τη βοήθεια της μνήμης μου στο δεύτερο μέρος.

Η καθαρή αγάπη είναι θεϊκή. Αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της ζωής και δημιουργεί στον άνθρωπο τις πιο ανέκφραστες συγκινήσεις. Παρόλα όμως αυτά, όσο η ανθρώπινη ψυχή ωριμάζει στην παιδεία της καθαρής αγάπης, τόσο γίνεται πιο νηφάλια. πιο ψύχραιμη, πιο σοφή. Ανακαλύπτει το ιερό στο προσωπικό της κάτοπτρο και ξεπερνάει κάθε ψυχισμό, μπαίνοντας σε κείνο το δώμα της αγάπης που δεν εκφράζεται ούτε ως αγάπη, αλλά ως αγαθότητα, ως κοινωνία με το παν, ως απάθεια, ως έλλειψη κάθε πάθους και ανησυχίας, ως μεταμόρφωση και του ίδιου του συναισθήματος…Όσο για τον έρωτα, κινείται ανάμεσα στην ιδιοτελή και στην καθαρή αγάπη. Στο μέτρο που το βάρος υπάρχει στην ιδιοτελή αγάπη, στην εγωιστική αγάπη δηλαδή,  ο έρωτας γίνεται τόπος στον οποίο ικανοποιούνται νοσηρές ψυχικές επιθυμίες και καταλήγει στη σαρκολατρία. Δε βλέπουμε τα δράματα των ερωτευμένων, τις ζήλιες τους, τα μίση τους που κάποτε οδηγούν σε τραγωδίες; Είναι δυνατό να ονομάσουμε αυτές τις καταστάσεις ερωτικές;  Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο έρωτας,  η αγνή δηλαδή επιθυμία κοινωνίας ανάμεσα στον άρρενα και στο θήλυ καταστρέφεται, αποδεκατίζεται, δεν είναι πια έρωτας…

…Αντίθετα, όταν ο έρωτας τροφοδοτείται απ’ την καθαρή αγάπη, ο άρρενας βρίσκει στο θήλυ την συμπληρωματική προέκταση του εγώ του και το θήλυ στον άρρενα την καρποφορία των δώρων του…Φυσικά, ο έρωτας δεν ταυτίζεται ποτέ με την καθαρή αγάπη, γιατί, αν συμβεί κάτι τέτοιο, υπερβαίνεται η ερωτική φορά. Μεταπηδάμε στο φιλοσοφικό έρωτα που είναι η άκρα επιθυμία της ψυχής να κοινωνήσει με το απόλυτο, κάτι που ανάγει ορισμένα στοιχεία μας στην αιώνια τάξη. Αυτό είναι όμως μια ιδανική κατάσταση προς την οποία τείνουν λίγες δυστυχώς συνειδήσεις. Ας μην επεκταθώ όμως, γιατί δεν κατάλαβα καλά ούτε αυτά που σας μεταφέρω, παρά την καλή μου μνήμη… Ύψιστος σκοπός της ζωής, κατέληξε, είναι η υπέρβαση και του έρωτα και της τραγικότητας. Πρόκειται για παράδοξη υπέρβαση η οποία δεν αναιρεί τις δύο αλήθειες, αλλά η οποία επιτελείται μέσα τους, στον αυχμηρό τους κόσμο.

-Ξέρετε, είπε η Πόπη μετά παρατεταμένη σιωπή, η γυμνή αλήθεια προκαλεί φρίκη. Κανένας δε μπορεί να τη γευθεί χωρίς να ριγήσει. Έτσι όμως έρχεται η ελευθέρωση. Ίσως αυτά που λέω να έχουν σχέση με όσα μας μετέφερε ο Βασίλης, παρόλο που δεν τα καταλάβαμε. Αρπάξαμε όμως κάποιους μαργαρίτες.

-Μα η ελευθέρωση είναι υπόθεση ζωής, πρόσθεσε η Αγλαϊα.

-Μπορούμε να περιφρονήσουμε τη σαρκική ομορφιά; έκανε ο Άγγελος αμήχανα.

-Ποιος μίλησε για περιφρόνηση; αντέτεινε ο Βασίλης.

Οι τέσσερις φίλοι κοιτάχτηκαν επίμονα. Η συζήτηση που ήταν ειλικρινής, τους προσήγγιζε περισσότερο, άνοιξε τις καρδιές τους, τους δημιούργησε ανέκφραστα αισθήματα. Κάποτε όμως το γενικότερο κλίμα και οι ευρύτερες αναζητήσεις αναστέλλουν ρωμαλέα τις αγνότερες επιθυμίες, τις οδηγούν στον κόσμο της σιγής για να ωριμάσουν, για να επανέλθουν με νέα θωριά.

Η Αγλαϊα σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στην απέναντι ξερολιθιά. Ανέβηκε στον κόρφο της και κοιτάζοντας τους φίλους της με κούρειο χαμόγελο, απήγγειλε ένα μάλλον αυτοσχέδιο ποίημά της.

         Οι νύχτες μας είναι λευκές…

        Οι κόσμοι των καρδιών μας ανοιχτοί

        το νιώθουμε όλοι,

        η πανδαισία της σιγής μάς τρέφει αμβροσία…

        Τα συναισθήματα ανάγλυφα στα πρόσωπα και                           στις ματιές μας...

        Πλέρια κατάφαση στο θείο είναι της ζωής και                            της αγάπης

        όσο ο έρωτας προσμένει σιγηλός…

                      Ας αναστείλουμε κάθε ερωτική επιθυμία

                      μέχρι τη μέρα του μεγάλου ναι, της ομορφιάς,

                      μέχρι την ώρα που η σιγή θα γίνει αιωνιότητα,

                      όταν στα μάτια μας θα αναφαίνεται

                      το θεία εράσμιο εγώ μας.

Χειροκρότησαν χωρίς να σχολιάσουν. Κατηφόρισαν  σιωπηλοί τον κάμπο, έπλεξαν πάλι άνθη με τα οποία στολίστηκαν  και επέστρεψαν ανάλαφροι.

 

14

 

Την επόμενη όλη η παρέα θα συναντιόταν  στην όμορφη ακρογιαλιά έξω απ’ το Ζυγό. Στο μεταξύ, μέχρι τις έντεκα, οι τέσσερις νέοι και ο Φαίδρος θα συνέχιζαν τη συζήτησή τους κάτω από μία ελιά, στο λιοστάσι του κυρίου Μένιου. Ο ασπρομάλλης φίλος τους τούς τίμησε με την παρουσία του, αλλά δεν άνοιξε το στόμα του. Η μορφή του που επέβαλλε σεβασμό δύσκολα απεκάλυπτε αισθήματα χαράς ή λύπης, επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας. Ήταν ευγενικά μελαγχολική, μα κείνο το πρωινό ο απόμαχος της ζωής φαινόταν συγκινημένος. Παρακολουθούσε, άναβε κάθε τόσο την πίπα του, ροφούσε τον καφέ του και απολάμβανε τις σκέψεις των νέων φίλων του.

Ο Φαίδρος σεβάστηκε τη σιωπή του κυρίου Μένιου και πίστευε πως η παρουσία του και μόνο πρόσθετε κάτι πολύτιμο. Κατηύθυνε τη συζήτηση, έδινε εναύσματα και απέφευγε τους μονολόγους, όσο κι αν οι νέοι τον παρακαλούσαν να επεμβαίνει.

-Σήμερα είναι η σειρά σας, θα σας ακούσω.

-Μα παρόμοιες συζητήσεις απαιτούν και τη συμμετοχή των ώριμων, αντέτειναν οι νέοι.

-Προχωρείτε! Προχωρείτε με προσοχή και με τη βεβαιότητα πως τα εύκολα συμπεράσματα είναι αυταπάτες…Κάθε πρόοδος θέτει και νέα προβλήματα, κάθε κατάκτηση δείχνει μια νέα κορυφή. Εξάλλου, δεν εξαντλήθηκαν οι μέρες μας.

-Μακάρι να μην εξαντληθούν ποτέ, φώναξε η Αγλαϊα με ενθουσιασμό.

Οι απόψεις των φίλων συνέκλιναν σε μια διαπίστωση σύμφωνα με την οποία το απόλυτα ωραίο δεν υπάρχει στον κόσμο των μορφών. Όμως και το ανθρώπινο πρόσωπο είναι μορφή, εκφράζουσα μορφή. Η Πόπη διετύπωσε το προσωρινό τους συμπέρασμα λίγο πριν αναχωρήσουν για μπάνιο.

-Δεν υπάρχει απόλυτη ομορφιά στον κόσμο των μορφών. Υπάρχουν όμως αρμονικές συγκλίσεις, συνδυασμοί ή σύνολα που τέρπουν τα θαυμαστικά αισθήματα της συνείδησής μας. Αυτές όμως οι εσωτερικές αφετηρίες δεν είναι κοσμικές, αφού δεν είναι δυνατό να εκφρασθούν. Όλες επομένως οι κοσμικές μορφές αποτελούν κάτοπτρα του ανέκφραστου. Η ομορφιά είναι μια σχετική αλλά αληθινή κατάσταση…Στο πεδίο των προσωπικών σχέσεων ο έρωτας ανάμεσα στο άρρεν και στο θήλυ αποτελεί συνάντηση για κοινή πορεία η οποία θα εκφράζει στο μέτρο του δυνατού την ομορφιά των ψυχών….

-Αρκετά Πόπη, έκανε ο Φαίδρος. Μας συνόψισες άριστα τη μέχρι τώρα συζήτηση. Θα προχωρήσουμε αύριο ή μεθαύριο.

-Μεθαύριο! Αύριο Φαίδρε θα είσαι με την Κατερίνα και με την Αννούλα. Μεθαύριο όμως, στην όμορφη εκδρομή μας θα ζήσουμε αλησμόνητες στιγμές.

Λίγο αργότερα, όλοι βρίσκονταν στην αγκαλιά της θάλασσας, στην Καπάτρα, μερικά χιλιόμετρα έξω απ’ το Ζυγό. Κατά τον Άγγελο που γνώριζε καλά την περιοχή, η Καπάτρα είναι η ωραιότερη ακρογιαλιά της δυτικής Ελλάδας.

-Υπερβολή! διαμαρτυρήθηκε η Πόπη. Όλη η Ελλάδα είναι γεμάτη μαγεμένες ακρογιαλιές.

-Ας δεχτούμε πως η Καπάτρα είναι η καλύτερη ακρογιαλιά του νομού, συμπλήρωσε ο Βασίλης χαριτολογώντας.

Ήταν όμορφα. Ο βυθός χαμογελούσε κάτω απ΄τα διάφανα νερά, το γαλάζιο διαδεχόταν η εκθαμβωτική ασπράδα της άμμου, οι κουμαριές και οι μυρσίνες έφτανα μέχρι τη λευκή ζώνη της ακρογιαλιάς. Ο Βασίλης έκανε τα γνωστά μακροβούτια του, ενώ ο Άγγελος έπεφτε κεφαλιές  απ’ τον προχωρημένο βράχο της δεξιάς πλευράς του κολπίσκου. Η ησυχία της ακτής ταράχτηκε από νεανικές φωνές, οι κοπέλες, πιο διστακτικές, απλώθηκαν για λίγο στον ήλιο για να απολαύσουν αργότερα το φουσκωτό τους στρώμα και τη μαγεία του νερού. Ο Φαίδρος ατένιζε τους φίλους του και αναρωτιόταν αν όφειλε να κολυμβήσει…Αισθανόταν αδιάθετος και φοβόταν μήπως κάποια προσβολή δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα.

-Θα κάνω μια μικρή  βόλτα να προϋπαντήσω την Αννούλα και την Κατερίνα, είπε και πήρε το χωμάτινο δρομάκι. Λίγο πιο πάνω και μετά τα πρώτα του βήματα διέκρινε το αυτοκινητάκι της Κατερίνας που κατευθυνόταν στην ακρογιαλιά. Οι δύο γυναίκες πέζεψαν και χαιρέτησαν το Φαίδρο με φανερή ικανοποίηση.

-Έξοχη η παρέα των νέων φίλων σου, έξοχη όμως και η αγροικίας μας.

-Περνάμε όμορφα κοντά στη λαγκαδιά…

-Σήμερα θα διανυκτερεύσω στην αγροικία σας.

-Μα το θεωρούμε δεδομένο. Το δωμάτιό σου είναι έτοιμο και σε περιμένει κάθε βράδυ…Τα βράδια όμως μας αφήνεις πάντα μόνες, για να παραφράσω ένα ξένο τραγουδάκι.

Το παράπονο της Κατερίνας ήταν ειλικρινές. Βέβαια, μόνες τους οι δύο φίλες περνούσαν καλά, διάβαζαν, συζητούσαν, περπατούσαν στην εξοχή, πετάγονταν σε κάποια κοντινή ακτή να κάνουν μπάνιο, αναπαύονταν ξέγνοιαστα. Είναι εξάλλου αλήθεια πως ούτε η Κατερίνα ούτε η Αννούλα αναζήτησαν την παρουσία του άνδρα, ήταν δυνατές και αυτάρκεις. Γνώριζαν να καλλιεργούν τα στοιχεία της θηλυκότητάς τους στον κήπο και στα περιβόλια της ψυχής τους κατά το δικό τους τρόπο ο οποίος, επιφανειακά τουλάχιστον, φαντάζει αλλόκοτος. Όμως, ποιος γνωρίζει τα μυστικά των ψυχών και τις ύστατες εμπνοές τους; Τυπικά, τα κορίτσια εργάζονταν, κάλυπταν τα “κενά” τους με τη μελέτη και επιδίδονταν με ιδιαίτερη προθυμία σε οικοκυρικές ενασχολήσεις. Κι όμως πρέπει να υπήρχε κενός χώρος και χρόνος ο οποίος προκαλεί την πλήξη και την ακηδία…Ποιος ξέρει; Είναι όμως βέβαιο πως αυτή η πλήξη και η συνακόλουθη ακηδία δεν επισκέφθηκε τις δύο ψυχές, έτσι φαινόταν. Βέβαια, η συμπάθεια, οικουμενική αρχή κατά τους Στωικούς και τον Σοπενχάουερ, είναι κανόνας ζωής, κανόνας που δημιουργεί και τη σεξουαλική επιθυμία. Ωστόσο, ας το επισημάνουμε με την πιο καθαρή βεβαιότητα: Για τις δύο κόρες, δεν υπάρχει σαρκικός έρως αλλά σαρκική επιθυμία η οποία οδηγεί στη σαρκολατρία. Ο έρως είναι ψυχική κατάσταση που εκφράζεται σωματικά.

Χθες βράδυ οι δύο φίλες συζητούσαν στο μπαλκόνι υπό το σεληνόφως.

-Νοστάλγησα πραγματικά την παρουσία του Φαίδρου, είπε η Κατερίνα.

-Και εγώ, σχολίασε η Αννούλα. Τουλάχιστον τα βράδια θα μπορούσε να μένει εδώ.

-Ξέρεις, ανακαλύπτω για πρώτη φορά πως η παρουσία ενός άνδρα ομορφαίνει τη ζωή της γυναίκας.

-Μήπως Κατερίνα μου συμπαθείς το Φαίδρο;

-Ο Φαίδρος βρίσκεται πάνω από οποιαδήποτε βλέψη η οποία θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ιδιοτελής, έστω και σε ελάχιστο βαθμό.

-Το ΄ξέρω Κατερίνα μου, αλλά εννοώ την ύψιστη συμπάθεια, την άδολη αγάπη, αν θέλεις.

-Έχει διαπιστωθεί πως όταν τα βλέμματα συναντιούνται για αρκετό χρόνο ή δημιουργείται έρως ή αγνίζονται ως αιώνια φιλία.

-Το πρόβλημα συνίσταται στο τι συμβαίνει με το δικό σου βλέμμα. Ξέρεις πως το αγαπώ σαν το δικό μου.

-Είναι δυνατό το βλέμμα σου Αννούλα να δει το Φαίδρο ερωτικά;

-Μα τον πρώτο μου εξάδελφο, τον αδελφό μου; Είμαστε μια καρδιά για τόσα χρόνια…

-Ακριβώς. Το ίδιο θα μπορούσες να πεις και για τα δικά μου μάτια. Μάτια καθρέπτης της ψυχής, αγνότητας τεκμήρι, όπως λέει κάποιος στίχος.

-Ωστόσο, δεν υπάρχει ούτε ο βαθμός συγγενείας, ούτε ο δεσμός αίματος, ούτε η μακροχρόνια οικειότητα.

-Κι όμως…

-Προσωπικά δε θα σε παρεξηγούσα, αν επιθυμούσες έστω και φευγαλέα το Φαίδρο. Οι προοπτικές της ζωής…

-Δεν είναι δυνατό να συμβεί κάτι τέτοιο. Ένας νέος με την πνευματική δύναμη του Φαίδρου είναι σύμβολο, για μένα τουλάχιστον.

-Οι σκέψεις σου με κάνουν να θυμηθώ την κοιμισμένη μου θηλυκότητα. Ξέρεις, εξιδανικεύεται, το παραδέχεται και ο Φρόυδ. Προσφέρει δύναμη στις άλλες δυνάμεις της ψυχής. Παίρνει όμως την πρώτη της μορφή μόνο αν συναντήσει τον Άλλο, το μοναδικό, την ετέρα αρσενική μορφή. Σε μένα δε συνέβη, μα ούτε θα συμβεί.

-Ποτέ Αννούλα μου δε γνωρίζουμε τι θα μας συμβεί. Η μόνη ασίγαστη βεβαιότητά μας, το ότι δηλαδή είμαστε αυτάρκεις και μέχρι ένα σημείο πληρωμένες, με γεμίζει ικανοποίηση.

-Κι όμως νοσταλγείς.

-Πρόκειται χρυσή μου φίλη για την πληρωμένη νοσταλγία Ο όρος είναι υπέροχος και τις προάλλες ο Φαίδρος εξήγησε πώς στη σκέψη ενός χριστιανού υπαρξιακού το ον ορίζεται ως πληρωμένη αναμονή, ως attente comblée, για να θυμηθούμε λίγο και τα Γαλλικά μας. Εγώ τον παρήλλαξα άκομψα και βρίσκω πως το ανθρώπινο ον είναι στο βάθος του πληρωμένη νοσταλγία. Έτσι νοστάλγησα το Φαίδρο.

-Αύριο, μετά το μπάνιο στη γνωστή ακτή, θα τον πάρουμε μαζί μας. Σίγουρα τέτοια ώρα θα κουβεντιάζουμε.

-Λες να είναι άρρωστος; έκανε η Κατερίνα με πρόσωπο γεμάτο αγωνία.

-Είμαστε αδύναμες και να το σκεφθούμε.

-Θα ήταν ΄Έκπληξη, η Μεγάλη Έκπληξη.

-Ας μη συνεχίσουμε. Αν πρόκειται για τη μεγάλη Έκπληξη, τίποτε δεν αλλάζει. Η ζωή μας είναι Έκπληξη, η Μεγάλη Έκπληξη που κατανικάει το θάνατο.

-Κι όμως είμαστε τόσο αδύναμες, τόσο μικρές.

-Αννούλα, χθες έγραψα κάποιες ποιητικές σκέψεις. Θέλω να τις ακούσεις.

-Και βέβαια.

  Ψιθυρίζω μηνύματα στις απέναντι κορφές που                

  μένουνε ακίνητες, προκλητικές,

                                                                 

  Σκύβω στη γλάστρα της βεράντας και χαϊδεύω

  την κάτασπρη μπουγαρινιά με τόσα μύρα,

  λυγίζω πόδια στην νηφάλια πολυθρόνα,

  καθώς ο αέρας μου χαϊδεύει τα μαλλιά

  και η σιγή αιώνων στην ψυχή μου.

  Κλείνω για λίγο οφθαλμούς για να χαθώ

 στους άπειρους λαβύρινθους των ενοράσεων

  και εκεί ανακαλύπτω το μηδέν,

που μου χαρίζει την παρηγορία.

           

  Οι γλάροι θα τρέχουν και πάλι στα κύματα,

  τα σύννεφα θα ξαναχαμηλώσουν μακριά,

  οι κορφές θα μένουν ακίνητες, χωρίς χαμόγελο,

  τα μπουγαρίνια θα ανθίσουνε και πάλι…

   Χρόνε φονιά με μύριες αποχρώσεις,

   αίσθηση δαπανηρή και αδαπάνητη,

  τερατουργήματα φαντασιώσεων και κακοτρόπων   πλησμονών,

  ανήλεοι φονευτές της Ωραίας Ψυχής,

  χαθείτε κι αφήστε την ψυχή μου ήσυχη

 στο μέγα έρεβος

 στη λάμψη των κλειστών βλεφάρων

 στην υψικάμινο του μηδενός

 στη σιγή της σιγής

 στη γλυκιά αιωνιότητα…

 

Η Αννούλα πήρε τα χειρόγραφα για να διαβάσει το ποίημα. Σχολίασε μόνο με την έκφραση του προσώπου της, για να συνεχίσει το διάλογο με τη φίλη της. Αποσύρθηκαν αργά, αφού θαύμασαν για μια τελευταία φορά το νυχτερινό τοπίο των δένδρων που φωτοσκιάζονταν απ’ το ωχρό φως της σελήνης.

Τώρα κατανοεί καλύτερα ο αναγνώστης τη νοσταλγία των γυναικών και τη χαρά τους καθώς την επόμενη είδαν το Φαίδρο. Κατευθύνθηκαν και οι τρεις στην ακρογιαλιά όπου ηχούσαν οι φωνές, οι βουτιές και τα παιγνίδια των νεώτερων της παρέας.

Ο Φαίδρος αποφάσισε να κολυμβήσει με μεγάλη προσοχή και για λίγο. Βγήκε γρήγορα και βάλθηκε να ψάχνει για κοχυλάκια στην άμμο της ακρογιαλιάς. Του άρεσαν τα μικρά πολύχρωμα κοχύλια και σκέφθηκε πως θα μπορούσε αυτές τις μέρες  να μαζέψει αρκετά ώστε να κάνει δύο απέριττα περιδέραια για τις δύο φίλες του. Λίγο αργότερα και οι άλλοι κολυμβητές βγήκαν απ’ την αμμουδιά.

-Βασίλη, πες μας με τον Άγγελο κάτι για τα απέναντι νησιά…

-Ο Άγγελος, ο Άγγελος γνωρίζει την περιοχή.

-Λοιπόν: Το ψηλό και μάλλον πετρώδες νησί που απλώνεται μπροστά μας είναι το Καλάμι, ένα νησί το οποίο κατοικείται από εκατό περίπου ψυχές. Αριστερότερα βρίσκεται το Δρακονήσι που μοιάζει, όπως μπορείτε να δείτε, με πεδιάδα, αν συγκριθεί με το Καλάμι. Επειδή όμως αύριο θα περάσουμε τη μέρα μας εκεί, δε σας λέω περισσότερα γι’ αυτό το όμορφο μικρονήσι που θα σας καταγοητεύσει. Αριστερότερα εκτείνονται οι περισσότερες Εχινάδες νήσοι, το γνωστό σύμπλεγμα που φιλοξενεί γελάδια, πρόβατα, κατσίκια προς εκπάχυνση. Κάποιες στέρνες εξασφαλίζουν νερό καθώς οι βοσκοί πηγαινοέρχονται με τις βάρκες. Αύριο θα περάσουμε από κοντά και θα διακρίνουμε  άνετα το Προβάτι, το Καρλονήσι, τη Δραγονέρα, τον Πιστρό, την Άτοκο και άλλα γραφικά ξερονήσια του συμπλέγματος. Στα νερά των Εχινάδων έγινε η γνωστή Ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, όπου κυρίως ο ενωμένος χριστιανικός στόλος νίκησε τον τουρκικό. Σ’ αυτή τη ναυμαχία ο μεγάλος συγγραφέας του Δον Κιχότη, ο Μιχαήλ Θερβάντες, έχασε το ένα του χέρι.

-Φαντασθήτε τη φρίκη της Ναυμαχίας, τους πόνους του Θεβάντες, τις εκατοντάδες των πνιγμένων, τα βυθιζόμενα σκάφη…

-Οι ιδαλγοί, οι ιδαλγοί, ξεφώνισε η Αγλαϊα.

-Πού είναι, ρώτησε ο Βασίλης έκπληκτος.

-Στα βάθη της θάλασσας…

-Δεν είναι λάθος! Οι ανεμότρατες που οργώνουν το χειμώνα την περιοχή, ανασύρουν ασπίδες ακόντια, άγκυρες…

-Και ξιφολόγχες, πρόσθεσε ο Βασίλης με στόμφο.

-Μη βάζεις στα λόγια πράγματα που δε λέω…

-Μα ο Βασίλης βιάζεται. Πές μας κάτι για τους αέρηδες, του πρότεινε η Πόπη που γνώριζε το πάθος του Άγγελου για τα είδη των ανέμων.

Ο Άγγελος δεν κατάλαβε το πείραγμα της Πόπης και άρχισε με πραγματική φόρα.

-Όταν η τραμουντάνα είναι δυνατή, τρέμουν και οι ψαράδες και οι ζευγάδες, έλεγαν οι παππούδες μας. Όπως βλέπετε, τούτη την ακτή την πιάνει εύκολα ο πονέντες και οι συνδυασμοί του, το πουνεντογάρμπι, και ο πουνεντομαϊστρος. Η όστρια είναι ακίνδυνη για τα μέρη μας, ενώ ο λεβάντες και ο σιρόκος είναι άνετοι. Οι ναυτικοί δεν τους φοβούνται και πολύ.

-Σιγά!

-Δε μιλάμε για γενική κακοκαιρία, όταν δηλαδή όλοι οι αέρηδες είναι δύσκολοι.

-Ο γαρμπής;

Ο γαρμπής είναι ο καθαρός νοτιοδυτικός. Όταν φυσάει, λέμε πως στο λιμάνι του Ζυγού έχει μπασιά.

-Μας μπέρδεψες Άγγελέ μου, έκανε η Κατερίνα.

-Μα είναι δεκάξι με τους συνδυασμούς τους.

-Θα ’θελα να τους μάθω, έκανε η Αννούλα.

-Θα σας τους γράψω.

Ο Φαίδρος σταμάτησε τη συλλογή των κοχυλιών.

-Όλοι μας θα μάθουμε τους αέρηδες μεθαύριο, καθώς θα πηγαίνουμε στον Καστό.

-Μα είπαμε για αύριο…

-Καλύτερα μεθαύριο, είπε ο Φαίδρος, πείθοντας χωρίς άλλο τους φίλους του.

-Αύριο, διευκρίνισε, θα συνεχίσουμε μόνοι μας τον όμορφο διάλογο που αρχίσαμε.

-Κάτω απ’ την ελιά, έκανε η Πόπη.

-Και γιατί όχι στο βουνό; αντιπρότεινε ο Άγγελος. Θα ανεβούμε στον κορυφή της Βελούτσας, γνωρίζω πολλά μονοπάτια. Μη φοβάστε που την βλέπετε απόκρημνη, έχει ομαλές προσβάσεις και ωραίες λάκες. Θα δείτε καρπερούς πλαγιές και πανύψηλα μεράδια…

-Έτσι θα γίνει! αναφώνησε η Αγλαϊα.

Άφησαν λίγο αργότερα την όμορφη ακτή. Ο Φαίδρος παρακολουθούσε την διαδρομή η οποία του αποκάλυπτε τις ομορφιές της δυτικής Ελλάδας, αφού επισκεπτόταν τα μέρη εκείνα για πρώτη φορά. Η αρκετά ορεινή περιοχή διακοπτόταν από αγρολίβαδα και από αρκετούς καλλιεργημένους χώρους, η εναλλαγή άγονου με το γόνιμο τον εντυπωσίασε και του θύμισε την υποβλητική μαγεία της άγριας ομορφιάς. Η θάλασσα ωστόσο ημέρευε τα πάντα και υποσχόταν ανάπαυση στο άγνωστο και γλυκύ ταυτόχρονα.

-Κάποια μέρα θα πάρουμε τον παραλιακό δρόμο και θα γνωρίσεις την ευρύτερη περιοχή, του είπε η Κατερίνα που μάντευε τις σκέψεις του.

-Γεωργία και κτηνοτροφία είναι οι κύριες ασχολίες των κατοίκων, έτσι φαίνεται.

-Πρόσθεσε και την αλιεία η οποία προσφέρει πολλά, τη σταδιοδρομία στη θάλασσα, τους ξενητεμένους…

-Το περιβάλλον, επίσης είναι καθαρό, παρθένο.

-Δεν υπάρχει κανένα εργοστάσιο στην περιοχή, ενώ ο τουρισμός είναι περιορισμένος

Ο Φαίδρος όμως έμεινε ενθουσιασμένος απ’ την αγροικία της Κατερίνας.

-Δεν πρόκειται Κατερίνα για αγροικία. Πρόκειται μάλλον για παλιό αρχοντόσπιτο. Κρίμα που δεν κατοικείται.

-Σκεπτόμασταν με την Αννούλα…

-Να εγκατασταθείτε εδώ; Αννούλα, θα αφήσεις το πατρικό σου;

-Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα…

-Πάντως δεν υπάρχει πρόβλημα ανεφοδιασμού, ο Ζυγός μάς καλύπτει, αν θέλουμε. Υπάρχει μάλιστα και φροντιστήριο Αγγλικών και δημόσιο Λύκειο….Μη γελάς Φαίδρε, είπε με ελαφρύ παράπονο η Κατερίνα για να συνεχίσει: Δεν είμαστε ούτε επιπόλαιες, ούτε ονειροπόλες. Τι πιο όμορφο απ’ την απλή και ήσυχη ζωή; Συ ο ίδιος δεν έλεγες πως θα την αφήσεις την πόλη;

-Είναι δυνατό να γελάω εις βάρος σου; Αυτό σου μήνυσε το υπομειδίαμά μου; Αχ Κατερίνα…

Ο Φαίδρος προσπάθησε να συγκρατήσει τη βαθιά του συγκίνηση…

-Σας καμαρώνω, θεωρώ τη φιλία μου μαζί σας δώρο των αθανάτων. Υπάρχουν πράγματα τα οποία δε λέγονται όχι επειδή θέλουμε να τα αποκρύψουμε, αλλά επειδή είναι απ’ τη φύση τους άρρητα. Υπομειδίασα τραγικά, γιατί δεν ξέρω αν θα σας έχω για καιρό κοντά μου…

Οι δύο φίλες ωχρίασαν. Όταν ο Φαίδρος πρόφερε τις τελευταίες του σκέψεις, οι τρεις τους βρίσκονταν έξω απ’ το σπίτι. Σταμάτησαν άναυδες και τον πολιόρκησαν εναγώνια με το βλέμμα τους.

-Μα τι σου συμβαίνει Φαίδρε μου; Έχεις άλλους πιο κοντινούς από εμάς και δε μας μιλάς καθαρά; Αν δεν είμαστε ανάξιες εμπιστοσύνης γιατί δε μας λες την αλήθεια;

Κείνος φωτίστηκε ξαφνικά από ένα εσωτερικό φως, ενώ μια νηφάλια έξαρση τον κυρίευσε. Κατόπιν τις αντίκρισε ειρηνικά και δυναμικά ταυτόχρονα, χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια. Χαμογέλασε με αισιοδοξία, με μια απέραντη αισιοδοξία η οποία εξεδίωξε πάραυτα τη φρίκη των γυναικών.

-Το μυστήριο της ζωής είναι διαφανές, μην ανησυχείτε. Θα σας προσφέρω για πολύ τη δύναμη που μου δίνετε, η αγάπη μας είναι δεδομένη, η διάρκεια δεν απειλείται από τίποτε.

Μπήκαν με αισθήματα παρηγορίας, έδειξαν στο Φαίδρο το δωμάτιό του και εξέφρασαν την ευχή να βρίσκεται κοντά τους τουλάχιστον τις νύχτες.

-Δε λέω, είπε η Αννούλα, ανήκεις στους νέους σου φίλους, σε έχουν ανάγκη και οπωσδήποτε αντλείς θησαυρούς απ’ τον κόσμο τους. Ήσυχες όμως νύχτες κοντά μας θα ήταν κάτι και για μας. Εδώ, στην ησυχία, θα μπορούσαμε επίσης να κάνουμε κάποιες γόνιμες συζητήσεις. 

-Έχω να σου θέσω αρκετές ερωτήσεις, είπε η Κατερίνα.

-Και εγώ σε σας…

Ο Φαίδρος ακολούθησε τις γυναίκες στην κουζίνα όπου η Αννούλα θα μαγείρευε κάτι πρόχειρο.

-Σήμερα μαγειρεύω εγώ. Η Κατερίνα κάνει τη σαλάτα, ετοιμάζει το τραπέζι και θα πλύνει τα πιάτα. Το σημερινό μας φαγητό είναι πολύ απλό, ομελέτα.

-Θαυμάσια. Στο μεταξύ, θα βγω στο μπαλκόνι να κατοπτεύσω την περιοχή. Το απόγευμα, μετά τον υπνάκο μας, θα περπατήσουμε.

Δύσκολα περιγράφεται η άδολη χαρά των δύο γυναικών οι οποίες ένιωθαν τόσο καλά που ο Φαίδρος ήταν μαζί τους. Ίσως αισθάνονταν και πιο ασφαλείς με την παρουσία άντρα στην ερημιά, μα νόμιζαν πως κάτι άλλο πλούτιζε τη συντροφιά τους. Γευμάτισαν συζητώντας και προγραμματίζοντας χοντρικά τα του περιπάτου τους, μα καθώς κατάλαβαν πως ο Φαίδρος είχε ανάγκη από ξεκούραση, αποσύρθηκαν.

Ο Φαίδρος ξάπλωσε, κατά τη συνήθειά του. Ήταν ανήσυχος και αρκετά φορτισμένος απ’ τις παραστάσεις και απ’ τα γεγονότα, μα κατάφερε να κοιμηθεί σχεδόν δύο ώρες. Ξύπνησε ξεκούραστος και ακμαίος, ετοιμάστηκε και βγήκε στο μπαλκόνι. Έριξε μια ματιά στην περιοχή και καταβυθίστηκε για λίγο στην ησυχία της, στο μυστικό της πέπλο το οποίο τον πήρε…Ενώθηκε με ό,τι αποκαλούμε χώρο, έχασε κάθε συγκεκριμένη αίσθηση μα και σκέψη, ένα αδιάστατο νεύμα ανέκφραστης φαιδρότητας τον περιτύλιξε, τον άπλωσε στη συνέχεια σε άπειρους κόσμους, σε κόσμους γλυκιάς μακαριότητας που δεν έχουν ούτε ηλικία ούτε καταγωγή…Κατόπιν συνήλθε και κάθισε στην πολυθρόνα. Σκεπτόταν πως αυτό το σπίτι που βρισκόταν στις παρυφές των λοφίσκων και των αγρών, απέναντι απ’ τη φιλόξενη λαγκαδιά, είναι ό,τι πρέπει για ρέμβη και στοχασμό. Μακάριος όποιος μπορεί να περάσει κάποιες χειμωνιάτικες βδομάδες εδώ. Από πίσω, η ανηφορική λαγκαδιά που θύμιζε χαράδρα, ήταν πανήσυχη. Μπροστά του το ξέφωτο καταλάμβανε κάποια στρέμματα και κατόπιν απλώνονταν τα δένδρα, οι λοφίσκοι με το σιγηλό τους βλέμμα, οι πλαγίτσες και δεξιότερα οι ακρώρειες του κάμπου. Ο Φαίδρος επεξεργάστηκε στη συνέχεια τα χαλάσματα του σταύλου, το πηγαδάκι, περιέστρεψε το βλέμμα του στην εξωτερική επιφάνεια του σπιτιού και συμπέρανε πως η κατοικία είναι μαρτυρία ιστορίας κάποιων αξιόλογων προσώπων απ’ τα οποία κατάγεται η Κατερίνα. Σίγουρα κάποτε οι κραυγές των παιδιών, οι μέριμνες των γονέων, οι ομορφιές και οι θλίψεις της ζωής έραιναν με τα άνθη τους τον τόπο και τις συνειδήσεις που μεγάλωναν εδώ. Οι αυγές και τα δειλινά, τα καυτά καλοκαίρια και οι χειμωνιάτικες λιακάδες, οι μυστικοί ψίθυροι και οι ανέκφραστες φωτοχυσίες της φύσης και του πνεύματος άφησαν σίγουρα τα ίχνη τους στην Κατερίνα η οποία σμιλεύτηκε από ό,τι εξοχότερο, από ό,τι ομορφότερο…Μήπως όμως όλα αυτά είναι εξιδανικεύσεις οι οποίες παραπέμπουν σε ανύπαρκτους κόσμους με τις γνωστές ρομαντικές αυταπάτες; Ο Φαίδρος πάλευε συχνά μ’ αυτόν τον πειρασμό εκμηδένισης της ομορφιάς και αντέτεινε μειλίχια την πανανθρώπινη μαρτυρία όπως καταγράφηκε απ’ τα μεγάλα κείμενα, μα κυρίως όπως εκφράζεται σιγηλά και πραγματικά στο ιερό τελεστήρι της ανθρώπινης ψυχής.

Άνοιξε μετά την πόρτα του δωματίου και προσπάθησε να καταλάβει αν οι δύο φίλες κοιμόνταν ή είχαν σηκωθεί. Η εξώπορτα ήταν ανοιχτή και απ’ έξω ακούονταν ψίθυροι. Βγήκε και αντίκρισε την Αννούλα να κατευθύνεται στο πηγάδι με έναν κουβά στο χέρι.

-Κοιμήθηκες καλά;

-Καλά και πολύ.

-Φυτεύουμε με την Κατερίνα…

-Σαν τι;

-Πικροδάφνες, λευκές και ροζ. Ξέρεις, αντέχουν και ομορφαίνουν τον τόπο. Έχουν μια γλυκύτητα…και όταν κλαίνε, όπως λέει ο ποιητής.

Αμέσως μετά εμφανίστηκε η Κατερίνα ζωσμένη με την ποδιά και με τα λασπωμένα της χέρια.

-Ασχολούμαστε με την κηπουρική Φαίδρε. Έλα να μας βαθμολογήσεις…Ωστόσο, τελειώνουμε σε πέντε λεπτά. Σαν πού θα ’θελες να πιούμε τον απογευματινό μας καφέ;

-Όπου συνηθίζετε.

-Εξαρτάται απ’ τις διαθέσεις μας. Και στο αριστερό μπαλκόνι και στο δεξί και στην αυλή κοντά στο πηγαδάκι και στη λαγκαδιά, όταν περπατάμε.

Ήδη όμως, πέρα απ’ την απλότητά τους οι δύο φίλες δε μπόρεσαν να προδώσουν τα ίχνη μιας ψυχικής βασάνου κι αυτό προβλημάτισε το Φαίδρο. Τα χαρακτηριστικά τους έμοιαζαν αλλοιωμένα, η γλυκύτητά τους αποκάλυπτε μια θλίψη, κι αν πρόσεχε περισσότερο ο νέος θα διέκρινε και ίχνη δακρύων…

-Όπου διατάξετε.

-Τον επόμενο χρόνο, όταν πια οι πικροδάφνες θα έχουν πεταχτεί, θα είναι πιο όμορφα. Το σπίτι θα περιζωσθεί την ερημική του μεγαλοπρέπεια, μα χρειάζονται και άλλα δένδρα. Όμως, για να απολαύσουμε μια άλλη θέα, θα πρότεινα να πάρουμε τον καφέ μας κάπου μακριά, στα Κάστρα. Η Αννούλα ξέρει, είναι πολύ όμορφα. Βέβαια και εδώ είναι ωραία, αλλά αυτό θα συμβαίνει σχεδόν κάθε μέρα. Σήμερα όμως Φαίδρε που ξεκουράστηκες αρκετά και έχουμε χρόνο, μπορούμε να κάνουμε αυτή τη μικρή εκδρομή και να πιούμε εκεί τον καφέ μας.

-Πόσο μακριά;

-Δύο χιλιόμετρα περίπου.

-Ας περπατήσουμε.

Η Αννούλα έχυσε προσεκτικά τον ψημένο καφέ στο θερμό, ενώ η Κατερίνα ανέβηκε να πάρει φρούτα.

Σιγοπερπάτησαν για είκοσι λεπτά. Διέσχισαν ένα μέρος του φαραγγιού και κατόπιν πήραν το αριστερό μονοπάτι το οποίο τους οδήγησε στο ξέφωτο. Απέναντί τους, κάποια επιβλητικά ερείπια δέσποζαν ακίνητα και αμίλητα, λέτε και η σιωπή των αιώνων και των πολιτισμών είχε αγκιστρωθεί στα σπλάχνα τους.

Άλλοτε ανεμοδαρμένα και άλλοτε πυρωμένα απ’ τον ήλιο του μεσημεριού, άλλοτε χαμογελαστά απ’ τις πλαϊνές ακτίνες της δύσης και άλλοτε φρεσκοξυπνημένα απ’ την πρωινή ανατολή, διαφύλατταν τα μυστικά τους και μαζί διεμήνυαν τις εμπνοές των ανθρώπων κάθε ηλικίας και πολιτισμού. Άντεχαν στην πάλη με το θάνατο, κι αυτό είναι για πολλούς η αθανασία του ανθρώπου, τα έργα του, τα μεγαλουργήματά του, όσο κι αν συχνά υποκρύβουν το δόλιο πρόσωπο της βαρβαρότητας. Η μεγάλη μάντρα κτισμένη πριν αμέτρητους αιώνες με την επιβλητική της πύλη προμήνυαν αρχαιότητες άγνωστου ίσως πολιτισμού, ενώ οι σκόρπιες πλάκες με τις μεγαλογράμματες επιγραφές τους επιβεβαίωναν τις πρώτες υποψίες.

-Ερείπια αρχαίας πρωτεύουσας!

-Ακριβώς. Ο χώρος είναι αρχαιολογικός, υπάρχει και φύλακας αρχαιοτήτων ο οποίος εμφανίζεται κάπου κάπου. Σκέπτονται να περιφράξουν την περιοχή.

-Ας μπούμε.

Πέρασαν την πύλη και εντυπωσιάστηκαν περισσότερο καθώς αντίκρισαν ερείπια αρχαίου ναού, χαλάσματα στηλών, απομεινάρια τάφων.

-Χώρος λατρείας. Από πότε άραγε; Οπωσδήποτε προχριστιανική εποχή. Τι μηνύουν τα γύρω απ’ το ναό ερείπια; Οπωσδήποτε από εδώ πέρασαν στο διάβα των αιώνων οικιστές, κατακτητές, πειρατές, χθόνιοι, επιδρομείς, κ.ο.κ. Όλοι, με τον τρόπο τους, κατάθεσαν τη μαρτυρία τους και έφυγαν. Τα ίχνη τους όμως παραμένουν. Εμείς θα δούμε, θα θαυμάσουμε, θα κατανυγούμε ίσως, θα φιλοσοφήσουμε σχετικά με την ανθρώπινη ιστορία και θα φύγουμε Ο χώρος πρέπει να ήταν ακρόπολη με κέντρο κάποια χαμένη πολιτεία, κάποια άγνωστη Ατλαντίδα.

-Κάποια άσημη Ατλαντίδα, όπως κάθε Ατλαντίδα των παιδικών μας χρόνων, έκανε η Κατερίνα με περίσκεψη.

-Θα ’θελα να ταφώ σε μια τέτοια Ατλαντίδα, σε μια μη καταποντισμένη Ατλαντίδα, ερημικά, ρομαντικά και σε πλήρη κοινωνία με όλους τους λησμονημένους, τους ανώνυμους, τους άσημους ανθρώπους. Αυτοί ανδρώνουν τους πολιτισμούς.

-Φαίδρε, ερωτεύτηκες το θάνατο πολύ νέος, παρατήρησε η Αννούλα με πραγματική θλίψη.

Οι φίλες κοιτάχτηκαν με ανησυχία.

Προχώρησαν με διάχυτη ανησυχία στη νοτιοδυτική πλευρά των Κάστρων, ανέβηκαν στην παχιά ράχη του τείχους και κάθισαν. Μπροστά τους η προοδευτική κατωφέρεια κατάληγε σε γκρεμό, στο βάθος συνεχίζονταν οι λόφοι με τις βελανιδιές, ενώ δεξιά μόλις διακρινόταν ο όρμος του Ζυγού και κάποια σπιτάκια στις ακρώρειες, οι πάνω γειτονιές. Η Κατερίνα έβγαλε το θερμό και απόθεσε τα φλιτζάνια, ο αχνιστός καφές αναπήδησε σχηματίζοντας παχιά κρούστα από καϊμάκι.

-Στην υγεία μας! έκανε η Αννούλα και ανασήκωσε το φλιτζάνι.

-Υγεία, αποκρίθηκε ο Φαίδρος.

Οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου που δε φαινόταν πια χρύσωναν τους ψηλότερους λόφους της απέναντι πλευράς, γλιστρούσαν ως τα συννεφάκια του μακρινού ορίζοντα, σκορπούσαν την ιλαρότητα του ηλιοβασιλέματος και φαίδρυναν με τις μύριες αποχρώσεις της εσπέρας φύση και ψυχές. Ένα αίσθημα ευωχίας, στα όρια της αγωνίας και της βαθιάς ανησυχίας ρίπιζε τις συνειδήσεις που γνώριζαν να ντύνουν τη λυρικότητα της ζωής με τις τραγικές αιχμές της συνείδησης.

-Ο καφές είναι ιδιαίτερα επιτυχημένος, είπε ο νέος καθώς δοκίμασε.

-Η Κατερίνα είναι ειδική στον καφέ…

Στο άκουσμα του ονόματός της η Κατερίνα ξαφνιάστηκε.

-Τι λέτε; Δεν άκουσα…

-Σε αποσπάσαμε απ’ τους ρεμβασμούς σου. Ας σκορπίσουμε για λίγο, ας κάνει ο καθένας ό,τι νομίζει. Κατόπιν συζητάμε.

-Καλή η ιδέα, είπε η Κατερίνα και πήδησε κάτω. Στην αγροικία που βρισκόμαστε μόνες μας, για μια δυο ώρες κάθε μέρα, σκορπίζουμε.

Η Κατερίνα διέσχισε τα Κάστρα και μπήκε στο απέναντι σύδενδρο, όπου χάθηκαν τα ίχνη της. Η Αννούλα κάθισε σε ένα πλατύσκαλο, πλάι στην πύλη. Ο Φαίδρος ξάπλωσε στην παχιά ράχη του τείχους. Ξεχάστηκαν για λίγο, για χρόνια, ίσως για αιώνες, βυθισμένοι στον κόσμο τους που στο βάθος δεν είναι παρά ο πραγματικός χρόνος των συνειδήσεων.

 

                               15

 

Πέρασαν αρκετή ώρα απομονωμένοι και ενωμένοι. Ο Φαίδρος ξεκίνησε τον ιλιγγιώδη περίπλου του με τη βεβαιότητα του επικείμενου θανάτου του, γιατί θα πέθαινε σε λίγους μήνες, εβδομάδες ή και μέρες. Βέβαια, οι εμπειρίες του τον πληροφορούσαν πως στα έσχατα όρια της συνείδησης, στην απόλυτη αμεσότητά του, ο θάνατος κοινωνεί με τη ζωή. Κι όμως, κλείνοντας τα μάτια του για πάντα, θα ’παυε να ευφραίνεται απ΄την παρουσία της Αννούλας και της Κατερίνας, της μητέρας του, των φίλων, των εμπειριών της ζωής…Μόνος, απόλυτα μόνος στην τιτανική του αναμέτρηση με το θάνατο, ρίγησε για μια ακόμη φορά. Το αεράκι που τον δρόσιζε συνωμοτούσε με το θάνατο, γιατί του φαινόταν πως άρπαζε τις σκέψεις του σαν πούπουλο, επιτείνοντας έτσι τη μοναξιά του. Εκεί, στα απύθμενα βάθη του, γεύθηκε, έστω και για λίγο, το νόημα της επαναστατικής αποστασίας του Προμηθέα και του Νίτσε, του Εωσφόρου της μυθολογίας και του Ιβάν Καραμαζώφ, των μεγάλων αρνητών κάθε αξίας. Ατίθαση και αναίτια κίνηση η ύπαρξη έβρισκε το πλήρωμά της λοιδορώντας κάθε αξία, κάθε ηθική, κάθε πίστη, κάθε νόημα, νόμο και ευπρέπεια. Η ανατροπή, η ακύρωση, η καταστροφή, η ύβρις και η βλασφημία είναι τα έσχατα καταφύγια της ύπαρξης που ακροβατεί ηρωικά για να πλήξει το θάνατο. Το θάνατο, τον προσωπικό θάνατο. Καταστρέφω τις αξίες σημαίνει πως επιβεβαιώνω δημιουργικά το εγώ μου πριν το κατασπαράξει ο θάνατος. Σφραγίζω έτσι το θάνατό μου με τη δημιουργία μου, αποδείχνω την ελευθερία μου, έστω κι αν όλα είναι μάταια. Για μία, για δύο, για άπειρες  στιγμές ο Φαίδρος χάθηκε στους άγνωστους χώρους της διάλειψης.  Ήταν η Έξοδος και η Έκπληξη συμπτώματα της αρρώστιας του τα οποία αδυνατεί να παρακολουθήσει και ο δεινότερος ψυχαναλυτής; Ό,τι κι αν συνέβη, επανήλθε στον εαυτό του με την αίσθηση πως είχε βυθισθεί σε απύθμενα βάθη τα οποία ταυτίζονται με τα απροσμέτρητα ύψη.

Τώρα αναστρεφόταν με την άλλη διάσταση του θανάτου, τη διάσταση της ηρωικής αποδοχής, της απόλυτης κατάφασης στην Έκπληξη. Τίποτε δε θα όφειλε ούτε να τον τρομάζει, ούτε να τον εκπλήττει…Ναι, θα ’χανε φίλες και φίλους, αγάπες της ψυχής του και παραδείσους της παιδικότητας, αλλά χάνονται ολοσχερώς αυτές οι πραγματικότητες, όσο κι αν η διάνοια τις διαζωγραφίζει μυθικά; Χάνεται ο κόσμος της Αννούλας, η χάρη της Κατερίνας, η σοφία του κυρίου Μένιου, η ευγενής ορμή του Βασίλη και τόσα άλλα συγκινητικά συμβαίνοντα; Όχι, άπειρες φορές όχι! Στην ελάχιστη των περιπτώσεων αποδημούν για να επιστρέφουν αιώνια στο μαγικό κοσμικό γίγνεσθαι και για να αγιάζουν τη ζωή. Να λοιπόν που το έσχατο είναι του δε θα χανόταν όταν θα ’παυε η καρδιά του να χτυπά. Τότε κατάλαβε για καλά πως η ανθρώπινη ψυχή στα ύστατα του είναι της κλείνει μέσα της όλη την ομορφιά που διαπτύσσεται στον κόσμο. Ψυχή του κόσμου είναι η ομορφιά της ψυχής. Γεύτηκε πολλές όψεις αυτής της ομορφιάς και ήταν ιερά αποφασισμένος να γίνει διάκονός της, μα όταν γευθεί κανένας τα υπέρτατα μυστικά, νιώθει πως διαχέεται στις ανθρώπινες ψυχές και πως ενώνεται με τα ωραιότερα στοιχεία τους. Νιώθει αιώνιος, μακριά από κάθε ειδωλική και εγωκεντρική αυταπάτη. Αυτή η βεβαιότητα γέμισε το Φαίδρο με ανέκφραστη ικανοποίηση, τον οδήγησε σε μια υπερερωτική κατάσταση, σε σημείο που δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει, αν διαλεγόταν με τον εαυτό του ή με την ιδεατή ανθρωπότητα, πέρα απ’ τη διάκριση φύλων και μορφών. “Το πλήρωμα της στιγμής είναι η αιωνιότητα ή ο θάνατος, ο θάνατος, ο θάνατος;” Ναι, πέρα από κάθε φιλοσοφική ή θρησκευτική υπηκοότητα.

Η Κατερίνα περιφέρθηκε στο διπλανό πευκώνα η πυκνότητα του οποίου καθιστούσε αδύνατη τη θέα της. Τα ριγμένα πευκόφυλλα, ξηραμένα και ακίνητα, δημιουργούσαν φιλόξενο σώμα στο οποίο η νέα γυναίκα έγειρε σα σε ιερή κατάκλιση. Τι θα μπορούσε στ’ αλήθεια να σκεφθεί: Τις θύελλες ή τις χαρές της ζωής της; Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Άφησε για λίγο το πανάκι της ψυχής της να αρμενίζει άλλοτε σε ταραγμένα και άλλοτε σε ακύμαντα νερά. Τώρα πια και οι θλίψεις της την έτρεφαν θετικά. Αισθανόταν ευτυχής και, πάντα ξαπλωμένη και με τα μάτια κλειστά, δίπλωσε τα χέρια της μπροστά στα στήθη της σα σε δέηση. Με βλέφαρα κλειστά και νωπά ταξίδευε εν στάσει, κινούταν εκστατικά, θα ’λεγαν οι φιλόσοφοι. Οι παραστάσεις της αφανίστηκαν, η συνείδησή της μίλησε ελεύθερα. Ναι, πίσω απ’ τα γεγονότα και από ό,τι αισθανόμαστε και γνωρίζουμε υπάρχει η άυλη ψυχή, το άρρητο, το ανέκφραστο, όπως λέει ο Φαίδρος. ‘‘Αχ να μπορούσα αν αυλίζομαι για πάντα σ’ αυτό το χώρο τον υπερουράνιο…Αχ να μπορούσα να κατευθύνω τη ζωή μου με οδηγό αυτή την αλήθεια…Αλλά τι λέω; Η αρχή, η μεγάλη αρχή έγινε χάρη στην Αννούλα και στο Φαίδρο, η παρουσία τους χτύπησε την ψυχή μου σα νοητό γεωτρύπανο και να τι αναβλύζει. Κόσμοι τους οποίους ποτέ μου δεν πρόδωσα, αλλά οι οποίοι ύπνωττα μακάρια μέσα μου…” Κυλίστηκε με ένθεο πάθος στην ελαφρά κατωφέρεια, πάνω στα πευκόφυλλα, και σταμάτησε μπρούμυτα αυτή τη φορά. Η μεγάλη Πληροφορία είναι η ίδια η αιώνια Επίσκεψη. Ναι, αθώα η παιδικότητα, ετοιμάζει την άγια ωριμότητα και μακάριοι όσοι διασώζουν αυτό το θησαυρό ενάντια στις προκλήσεις και τις φονικές τάσεις του πνεύματος του εγωισμού… Κείνη τη στιγμή η Κατερίνα νοστάλγησε το θάνατο, λέτε και προερχόταν απ’ το βασίλειό του, μα στην πραγματικότητα, για την κόρη, θάνατος, απόλυτο μηδέν είναι η Ζωή. Θαμβώθηκε απ’ την πληρωμένη νοσταλγία και κατάλαβε πως ο θάνατος είναι άγρυπνος και διαρκής επισκέπτης, πεμπτουσία του είναι μας, πραγματική ζωή. “Στο χλοερό λιβάδι της ομορφιάς και της αγνότητας οι ψυχές τρέφονται και κάθε στιγμή τους αναιρεί την επιφάνεια της θνητής μας φύσης…Θα ζήσω σ’ αυτό το χλοερό λιβάδι, ναι, χωρίς άντρα, χωρίς έρωτα, χωρίς παιδιά. Δε με συγκίνησαν οι άντρες, ίσως γιατί δεν έτυχε να συναντήσω αξιόλογους Ο Φαίδρος, ο Φαίδρος μας, ο Φαίδρος μου είναι σύμβολο…Αχ, θα πεθάνει, θα πεθάνει νέος, αλλά τι λέω; Είναι δυνατό;”

Ανασηκώθηκε χωρίς να ξέρει πού βρίσκεται. Απέναντί της, σε απόσταση πέντε μέτρων, μια αλεπουδίτσα την παρακολουθούσε με μάτια χαμογελαστά.

-Είναι η αύρα μου, ψιθύρισε. Τα σκυλιά δε με γαβγίζουν, τα ζωάκια με πλησιάζουν, τα φίδια με θωρούν ακίνητα.

Η αλεπουδίτσα τής χαμογέλασε και πάλι, σα να της μηνούσε κάτι Κίνησε αργά προς την άκρη του σύδενδρου, σταματώντας κάθε τόσο και γνέφοντάς της. Η Κατερίνα σηκώθηκε και παρακολούθησε το ζωάκι. Το ακολούθησε ανέμελα. Βγήκαν απ’ το σύδενδρο  και η αλεπουδίτσα κατευθύνθηκε προς την πύλη, χωρίς να σταματήσει τα νεύματά της προς την κόρη. Ήδη το ζωάκι κατευθυνόταν προς το Φαίδρο και αφού διαπίστωσε πως η Κατερίνα που ακολουθούσε, διέκρινε τελικά τον άνδρα, η μικρή αλεπού με τη θυσανωτή ουρά έκανε επίσημη στροφή και εξαφανίστηκε σαν κυνηγημένη απ’ τις πρώτες ριπές της ερχόμενης νυχτιάς. Χαιρέτησε το ζώο με κίνηση του χεριού της και πλησίασε το Φαίδρο. Ο νέος είχε ανακαθίσει ήδη στην πλάτη του τείχους και στράφηκε στην Κατερίνα.

Η Αννούλα στο μεταξύ είχε συνέλθει απ’ τους διαλογισμούς της οι οποίοι ήταν προσευχές λευκής ψυχής, προσευχές που απευθύνονταν στο θείο παν το οποίο αγκαλιάζει όλο το είναι του ανθρώπου.

Η Κατερίνα ακούμπησε στο τείχος μπροστά απ’ το Φαίδρο και με μάτια που θύμιζαν ικεσία ζήτησε τα χέρια του.

-Δικά σου, είπε ο Φαίδρος νηφάλια.

Η κοπέλα κρατούσε τα απλωμένα χέρια περιμένοντας την Αννούλα.

-Σε ακούμε Κατερίνα, είπε η φίλη με φωνή που την ενθάρρυνε.

Η Κατερίνα σάρκωνε κείνες τις στιγμές τις δυσπρόσιτες ισορροπίες ψυχραιμίας και συγκίνησης, ήταν η παρουσία που είχε υποτάξει κάθε ψυχισμό στη δύναμη της καθαρότητας, γιατί η απέραντη συγκίνηση σμίγει κάποτε με τη νηφάλια ψυχραιμία, κι αυτό δημιουργεί ανυπέρβλητα προβλήματα στους ψυχολόγους και στους ψυχογράφους. Ήταν δασκάλα χωρίς να το θέλει, δασκάλα όσων τόσο όψιμα έσπευσαν να συνηγορήσουν υπέρ πλεγμάτων των οποίων οι ίδιοι είναι αιχμάλωτοι…Για τους τρεις φίλους η ζωή άρχισε να αναδύεται ως Έκπληξη και Πληροφορία, μα τώρα η Κατερίνα πιστοποιούσε πως αυτή η κατάσταση δεν έχει ούτε αρχή, ούτε τέλος, γιατί είναι Αρχή κάθε αρχής.

-Φαίδρε μου, Φαίδρε μου, Φαίδρε μου, σ’ αγαπώ από τότε που υπάρχω, ναι σ’ αγαπώ από τότε που υπάρχω…Μέχρι το μεσημέρι που, καθώς διαβάζαμε με την Αννούλα τις συνταγές των φαρμάκων σου και γνωρίσαμε έκπληκτες και βαθιά ταραγμένες την πραγματική κατάσταση της υγείας σου, δεν είχα ποτέ διανοηθεί πως θα σου μιλούσα έτσι. Ήσουν ο ιδεατός και απόλυτα οικείος φίλος, η τιμή της ζωής μου. Οφείλω επίσης να πω πως ό,τι θα ακολουθήσει είναι ορμέμφυτο, αυθόρμητο και γι’ αυτό είμαι έτοιμη να δεχθώ τις παρατηρήσεις σας…Αννούλα μου, ξέρω πως θα συμφωνήσεις μαζί μου, τουλάχιστον κατά το πνεύμα των λεγομένων μου.

…Φαίδρε μου δε θέλω να πεθάνεις έτσι.  Είσαι νέος και  ίσως ο έρως σου για τη φιλοσοφία σε άφηνε άγαμο, αν οι ουρανοί σου ’διναν περισσότερα χρόνια ζωής. Έχω όμως την ιερή αξίωση να με ακούσεις με όλη σου την προσοχή. Σ’ αγαπώ από τότε που υπάρχω, αλλά με μια αγάπη η οποία δεν εκφράζεται ούτε με τα πολυτιμότερα λόγια, ούτε με τα τιμαλφή όλου του κόσμου και όλων των εποχών. Ίσως όφειλα να σιγήσω, να τυλιχτώ στη σιωπή, μα νομίζω πως η ζωή μας είναι μαρτυρία. Θέλω γι’ αυτό το λόγο να σε παντρευτώ εγώ που ποτέ μου δεν επεθύμησα συγκεκριμένο άνδρα. Επιθυμώ να με λαξεύσεις εμένα ως αιώνια σύζυγο…Ίσως αφήσεις κάτι μέσα μου, το Φαίδρο το νεότερο, το ευγενικό ίχνος της παρουσίας σου. Ω, οι οριακές στιγμές της ζωής είναι η ίδια η ζωή η οποία αναιρεί το θάνατο! Ας μπούμε μαζί στην πυρίκαυστη ζώνη της αλήθειας, ας αθανατισθούμε αντάμα…Ίσως αυτά που λέω είναι τρέλες, ίσως προκαλούν το κοινό αίσθημα, αλλά, πες μου, ποια αγνή ψυχή θα φοβόταν το κοινό αίσθημα εις βάρος των μύχιων ενοράσεών της;

…Η Αννούλα μάς έκανε να γνωρισθούμε, σε γνωρίζω απ’ τον Απρίλη, μα ποιος μπορεί να προσδιορίσει με ημερομηνίες, με χρονολογίες, τις μακάριες συναντήσεις των ψυχών; Είμαι έτοιμη γι’ αυτό το μεγάλο άλμα το οποίο θα κραταιώσει τις ενορμήσεις μου, είμαι έτοιμη να αγκαλιάσω τη μανούλα σου και την Αννούλα, εγώ η έρημη και τυχερή ταυτόχρονα ύπαρξη. Θα έχεις πεισθεί πως τα λόγια μου δεν αποτελούν ερωτική εξομολόγηση, γιατί είναι μαρτυρία υπερερωτικής κοινωνίας, είναι η σπίθα της ψυχής μου που ξανοίγεται στο φως σου. Κοινωνία με σένα είναι αιώνια συζυγία. Αγαπώ και θα αγαπώ ό,τι αγαπάς. Γεννηθήκαμε ως τόκοι της αιωνιότητας και δε θα πεθάνουμε.

Κάπου εκεί σταμάτησε η Κατερίνα. Δε δάκρυσε, όπως θα περίμενε ο αναγνώστης, γιατί είχε ξεπεράσει τις σπασμωδικές συγκινήσεις, γιατί είχε κατατροπώσει και τα τελευταία ίχνη του ψυχισμού. Κρατούσε πάντα τα χέρια του Φαίδρου και τον κοιτούσε κατάματα, ανυποχώρητα, με κείνα τα μάτια που είναι το μεγάλο και άσβεστο ορατό φως του νου…Η Αννούλα παρακολουθούσε χωρίς έκπληξη, ήταν κι αυτή δυναμωμένη, παρά το μεσημεριάτικο πλήγμα.

Ο Φαίδρος πήδησε απ’ το τείχος και βρέθηκε μπροστά στην Κατερίνα. Την αγκάλιασε με απέραντη αγάπη και κατόπιν, πιάνοντάς την ελαφρά απ’ τους ώμους και κοιτάζοντάς την μακάρια, της είπε:

-Κατερίνα υπήρξες και είσαι η κόρη. Δε με εξέπληξες, γιατί φαίνεται πως γεννηθήκαμε αχρόνως. Επειδή όμως κολυμπάμε στο χρόνο, έχουμε χρέος να κινούμαστε, να εισπνέουμε τον κόσμο του. Θέλεις λοιπόν αγαπημένη μου ενωτιστείς το είναι μου, να σμίξεις με τη θνήσκουσα πνοή μου; Θέλεις η απέραντη αγάπη μας να αγκαλιάσει και το ερωτικό και μάλιστα τόσο βραχύβια; Έχεις το απόλυτο ναι μου, παρόλο που ποτέ μου δε φαντάστηκα τον εαυτό μου έγγαμο. Ομολογώ όμως πως στη Χαϊδελβέργη ανέλαμψες μέσα μου ως αγαπημένη, έστω και για λίγα δευτερόλεπτα. Ήταν λίγο πριν ή μετά την πιστοποίηση της ασθένειάς μου. Διαίσθηση; Επιθυμία; Νομίζω πως τα λόγια σου φωτίζουν κείνη τη φευγαλέα σκέψη μου. Κείνο το καταιγιστικό σ’ αγαπώ από τότε που υπάρχω έχει μεγάλη ιστορία: Θα επισκέπτεται τις ωραίες ψυχές, αλλά ανήκει στην αιωνιότητα. Το βράδυ ή αύριο θα σας πω περισσότερα και θα θαυμάσετε.

Κατερίνα μου, η Αννούλα είναι ο δεύτερος εαυτός μου. Το γνωρίζεις καλά. Εγώ θα φύγω, σεις θα μείνετε, άγνωστο πόσο. Αν θες να μείνεις ως χήρα του Φαίδρου, δεν έχω αντίρρηση, συγκατανεύω απόλυτα. Τι να πω για τη μάνα μου;… Ναι, θα γίνεις η αιώνια σύζυγός μου, παρά τη βραχύτητα των ημερών. Ξέρεις, οι όμορφες πράξεις που τελούνται στο χρόνο επαναλαμβάνουν την αιώνια τάξη, φωτίζουν τη ζωή. Αν ήταν δυνατό, θα σε νυμφευόμουν σήμερα, γιατί η ζωή είναι ένα μεγάλο σήμερα χωρίς πρωινά, βραδινά και νυχτιές. Ακοίμητο μεσημέρι.

-Θα σας παντρέψει ο κύριος Μένιος, είπε η Αννούλα με βεβαιότητα

-Ο θείος Μένιος και συ, συμπλήρωσε η Κατερίνα.

Οι σκέψεις της Αννούλας ήταν σύντομες, δεν είχαν να προσθέσουν τίποτε το ιδιαίτερο, αφού και ο Φαίδρος και η Κατερίνα κάλυψαν την ουσία.

-Αγαπημένοι μου, είπε, ευλογώ τη στιγμή που γεννήθηκα, ευγνωμονώ τους ουρανούς για το μεγάλο δώρο. Δε λέω πως έφτασα δε ύψη σοφίας και τελειότητας, κάθε άλλο. Ό,τι ζούμε τις τελευταίες μέρες είναι μυσταγωγία και αθανατίζει τη ζωή μας. Είναι το χαμόγελο του Θεού, ένα χαμόγελο που παραπέμπει στον παράδεισο της ανακτισμένης παιδικότητας. Δε σας κρύβω πως ακούοντάς σας νοστάλγησα το θάνατο….Ποιον θάνατο; Ποια άγνωστη νοσταλγία; Φαίνεται πως στα βάθη της ψυχής μας έχει αποτυπωθεί απ’ το Δημιουργό το άσβεστο χαμόγελο της Ζωής στο οποίο θα επανακάμπτουμε μετά το εγκόσμιο οδοιπορικό μας. Ε λοιπόν! Πεθύμησα την τμήση του οδοιπορικού. Επεπόθησεν η ψυχή μου του επιθυμήσαι…Το βλέμμα είναι η έσω θέα, η αιώνια πνοή. Μου αποκαλύφθηκε περίλαμπρα.

Άνοιξε η Αννούλα την αγκαλιά της και τους φίλησε. Είχε νυχτώσει για καλά, η ακινησία του χώρου ήταν υποβλητική, τους μεταρσίωνε. Γυρίζοντας οι τρεις φίλοι ένιωσαν τα χάδια της πανσελήνου, τη αστρική της γλυκύτητα.

-Πανσέληνος σήμερα, είπε ο Φαίδρος.

-Η πιο γλυκιά πανσέληνος.

-Η αιώνια πανσέληνος.

Γλυκό το φως του φεγγαριού, φώτιζε τις σκιές των απέναντι κορυφών, λαμπύριζε τη μακρινή θάλασσα, φωτοσκίαζε τα ερείπια των κάστρων, έλουζε με μυστήριο τον απέναντι δρυμό.

-Έκσταση της σιγής!

-Παρθενική ανάκρουση της ομορφιάς!

-Γυμνό κάλλος της αλήθειας!

Βγήκαν απ’ την ερειπωμένη πύλη και συνέχισαν άνετα ως τη χαράδρα.

-Η χαράδρα έχει τις αποτομιές της, είπε η Αννούλα. Φαίδρε πρόσεχε…

-Μην ανησυχείτε, έχω μαζί μου το φακό, αποκρίθηκε η Κατερίνα.

Συνέχισαν αμίλητοι ώσπου έφτασαν στο ίσωμα, κοντά στο σπίτι όπου βρέθηκαν μπροστά σε μια απρόσμενη έκπληξη. Λίγα μέτρα απ’ τα ερείπια του στάβλου, ένα αυτοκίνητο ακινητοποιημένο αναβόσβηνε τα φώτα.

-Τι συμβαίνει; είπε η Κατερίνα με ανησυχία.

-Μην ανησυχείς, κάποιο μήνυμα.

-Μήνυμα από ποιον;

-Ω, έχουμε αρκετούς γνωστούς.

Ο Φαίδρος μάντεψε αμέσως τον οδηγό του ταξί. Σίγουρα ο κύριος Ιωάννου, έδινε σημεία ζωής. Ο οδηγός πλησίασε και χαιρέτησε ευγενικά. Στράφηκε κατόπιν στο Φαίδρο και είπε:

-Έχω ένα επείγον γράμμα για σας. Ο αποστολέας παρακαλεί να μου επιδώσετε την απάντηση.

-Μετά χαράς.

-Ας ανεβούμε, πρότεινε η Κατερίνα.

Ανέβηκαν. Ο Φαίδρος άρχισε να διαβάζει το γράμμα, οι γυναίκες πέρασαν τον οδηγό στο σαλόνι και του πρόσφεραν αναψυκτικό.

Ο Τάκης βρισκόταν στο Φισκάρδο, σε έναν πανέμορφο οικισμό της βόρειας πλευράς μόνος. Η οικογένειά του που είχε γυρίσει απ’ την Ευρώπη ήταν σε κρουαζιέρα στο Αιγαίο. Έρημος, δοκιμασμένος και περίφροντις, όπως έγραφε, επιθυμούσε να συναντήσει το Φαίδρο και την παρέα του οπουδήποτε. Ο Φαίδρος, αφού διάβασε το γράμμα, πρότεινε στην Άννα και στην Κατερίνα να φιλοξενήσουν τον Τάκη την επόμενη βραδιά. Την επόμενη, αν ήθελε, θα τους ακολουθούσε στον Καστό. Οι φίλες δεν είχαν καμιά αντίρρηση.

Έτσι και έγινε. Ο Φαίδρος συνέταξε την απάντηση και την έδωσε στον ταξιτζή, ρωτώντας τον ταυτόχρονα πώς ανακάλυψε τα ίχνη τους. Κατά τον κομιστή της επιστολής, ο Τάκης γνώριζε πολλούς κεφαλονίτες οι οποίοι μένουν στο Ζυγό. Έτσι έμαθε πολλά πράγματα και αμέσως έστειλε το μήνυμά του με ταχύπλοο απ’ το Φισκάρδο στο Ζυγό, για να καταλήξει στην αγροικία.

Αργότερα έμειναν πάλι μόνοι. Καθισμένοι στο μπαλκόνι απολάμβαναν το σεληνόφως και εκεί ο Φαίδρος εξήγησε στις κόρες την ιστορίας της φράσης σ’ αγαπώ από τότε που υπάρχω. Αναφέρθηκε με άνεση στο δόκτορα Στέφαν, στις συζητήσεις του με τον Τάκη, στο ιστορικό της αρρώστιας του, στον κύριο Μένιο και στη μικρή συντροφιά των νέων. Ζούσε πια τις συζητήσεις εσωτερικά, είχε αποκτήσει κείνη την ωριμότητα που για τους πλείστους είναι θεωρητική, είχε μάλιστα υπερβεί και τα διλήμματα. Διηγούταν, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσε να μεταλαμπαδεύσει το φως της Μεγάλης και Διαρκούς Έκπληξης στις δύο φίλες οι οποίες τον ενέπνεαν κατά βάση. Αντίφαση; Όχι, γιατί ο νέος στοχαστής διευκρίνιζε πάντα πως ό,τι μεγάλο δεν ανήκει σε κανέναν, αλλά σε όλους και πολύ περισσότερο σε όσους προσπαθούν να το συνειδητοποιήσουν…Κατά βάθος, δίδασκε τον εαυτό του εμπνεόμενος απ’ τις ζηλευτές του φίλες.

Οι συζητήσεις τους συνεχίστηκαν και το επόμενο πρωί. Όπως όμως ήταν φυσικό ανέκυψε ένα μεγάλο πρόβλημα.

-Τι θα κάνουμε με τη θεία Ουρανία Φαίδρε μου;

-Θα την ενημερώσεις και αύριο κιόλας θα πας να τη φέρεις εδώ.

-Μα…

Υπάρχει Αννούλα μου μα; Όταν συνειδητοποίησα την κατάστασή μου στη Χαϊδελβέργη, σπάραξα καθώς σκέφθηκα τη μητέρα μου. Τώρα όμως μια εσωτερική πληροφορία με βεβαιώνει πως θα αντέξει. Βέβαια θα πονέσει και κανένας μας δεν είναι σε θέση να πει κάτι για το μητρικό πόνο. Όμως κοντά της θα βρίσκεται η Κατερίνα, η Αννούλα.

-Αννούλα, θα μπορούσα να εκτελέσω την αποστολή την οποία σου ανέθεσε ο Φαίδρος, αν διστάζεις.

-Θα πάμε μαζί.

-Θαυμάσια, μεθαύριο αναχωρείτε και επιστρέφετε το συντομότερο.

-Όσο για τις διευθύνσεις κλπ., όλα υπάρχουν στο σπίτι.

-Τι θα γίνει όμως με την αδελφή σου και με το γαμπρό σου Φαίδρε μου;

-Θα δούμε αργότερα, αν προφθάσουμε. Προηγείται ο ερχομός της μητέρας.

Το απόγευμα έκαναν μπάνιο σε μια άλλη πλαζ και επέστρεψαν σχετικά νωρίς, γιατί περίμεναν τον κύριο Ιωάννου ο οποίος, κατά τη διαίσθηση του Φαίδρου, θα εμφανιζόταν κατά τις εννιά.

-Στην επιστολή που του έστειλα, τον παρακάλεσα να έλθει σχετικά αργά. Αννούλα, δε νομίζω να έχεις πρόβλημα…

-Όχι Φαίδρφε μου, όχι. Ο Τάκης παραληρεί και υποφέρει, σύμφωνα με τη μαρτυρία του δασκάλου και των δικών σου περιγραφών που είναι αληθινές. Εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα, το ξέρεις καλά.

-Ας υποφέρει. Είναι παρήγορο γιατί βρίσκεται στο δρόμο του εξιλασμού.

-Θα βγω να κάνω μια βόλτα ως τη δημοσιά, να τον προϋπαντήσω.

Μισή ώρα αργότερα το ταξί σταματούσε στη στροφή, κοντά στη δημοσιά. Ο Τάκης πλήρωσε αμέσως και έπεσε στην αγκαλιά του Φαίδρου. Για πέντε λεπτά-αιώνες ήταν αμίλητος, δε μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Ο Φαίδρος χαμογελούσε γαλήνια.

-Είναι μακριά η αγροικιά; ρώτησε αμήχανα.

-Θα περπατήσουμε για μισή ώρα. Βέβαια, η απόσταση είναι μικρότερη, αλλά νιώθω παραλυσίες, εξαντλούμαι εύκολα.

-Αργά…Θα συζητήσουμε στο μεταξύ μόνοι μας.

-Τάκη, θα εκπλαγείς, γιατί δε θα πιστέψεις όσα ακούσεις. Κατά τα άλλα, σε παρακαλώ να είσαι ψύχραιμος, η Αννούλα θα σε δεχθεί ως πραγματικό φίλο.

-Το ελπίζω.

-Να το πιστεύεις απόλυτα.

Ο Τάκης ησύχασε, μα μετά μικρή σιγή πρόεσθεσε:

-Τώρα πια πονάω για σένα Φαίδρε. Πώς πάει η θεραπεία;

-Σε περίμενα σοφότερο. Είναι βέβαιο πως θα πεθάνω σύντομα. Βέβαια, έχω χρέος να ακολουθήσω τη θεραπεία του δόκτορα Στέφαν, αλλά ας μη γελιόμαστε. Η κατάσταση δεν έχει σταθεροποιηθεί, δεν υπάρχει βελτίωση, παραλύω εύκολα και έχω συχνές διαλείψεις. Μα δεν είπαμε τόσα και τόσα σε κείνον τον περίπατό μας στη Χαϊδελβέργη;

-Είπαμε, μα ξέρεις πως υποφέρω απ’ το βάρος των συχνών μεταπτώσεων.

-Σ’ αυτό οφείλεται και το δαιμόνιό σου. Πες μου κάτι για το δάσκαλο…

-Τον ταλαίπωρο…Μετά το νυχτερινό μου παραλήρημα το οποίο του δημιούργησε κωμικές ψευδαισθήσεις, με θεωρεί άρρωστο. Κάθε τόσο μου τηλεφωνεί και με συμβουλεύει να επισκεφθώ ψυχίατρο. Δεν του μίλησα για σένα, ας τον πικράνει κάποιος άλλος.

Έφτασαν. Οι δύο φίλες περίμεναν στο πλατύσκαλο. Αγκαλιάστηκαν απλά και με εγκαρδιότητα.

-Λες και ήταν χθες…είπε ο Τάκης στην Αννούλα με ένα βλέμμα περίσκεψης και σεβασμού.

-Πέρασαν χρόνια Τάκη και νομίζω πως γίναμε λιγότερο άσοφοι…Το πιστεύεις νομίζω.

-Το ελπίζω.

-Κύριε Ιωάννου, ακούω τις επιτυχίες σας και χαίρομαι, είπε η Κατερίνα με αβροφροσύνη.

-Κατερίνα σε γνωρίζω πριν σε γνωρίσω. Τάκη θα με λες.

Κάθισαν στο πρώτο πλαϊνό δωμάτιο το οποίο χρησιμοποιούσαν ως σαλόνι. Ο Τάκης έβγαλε απ΄την τσάντα του τρία χρυσά κοσμήματα τα οποία προσφερε στους φίλους του. Η Άννα αντέδρασε πρώτη:

-Μεγάλο το ατόπημά σου Τάκη. Θα όφειλες να είχες διαισθανθεί πως τέτοιου είδους αντικείμενα μας είναι παντελώς άχρηστα. Σε παρακαλώ να τα καταθέσεις σε κάποιο φιλανθρωπικό ίδρυμα.

-Κάποτε, απολογήθηκε ο Τάκης, προβαίνουμε σε συμβολικές πράξεις. Θέλουμε έτσι να εκφράσουμε ό,τι δεν εκφράζεται. Υπ’ αυτό το πνεύμα σας έφερα τα χρυσά δώρα.

-Εμείς, απάντησε η Αννούλα, έχουμε καταργήσει και αυτές οι συμβατικότητες. Πίστεψέ μας…Προσπαθούμε να ξεπεράσουμε τα σύμβολα και να οδηγηθούμε στη γυμνή αλήθεια.

-Στο κάλλος, όπως ισχυρίζεται ο αγαπημένος σου Πλωτίνος, πρόσθεσε ο Φαίδρος.

-Μάθαμε αρκετά νέα σου και χαρήκαμε, είπε η Αννούλα για να στρέψει αλλού τη συζήτηση.

Ο Τάκης κοίταξε το Φαίδρο κατάματα.

-Είπες Φαίδρε στις φίλες σου όλη την αλήθεια των συζητήσεών μας; Μήπως με εξωράισες αποκρύπτοντας τα ουσιώδη;

-Μα…θα συναντιόμασταν και δεν ήταν ανάγκη να μπω σε λεπτομέρειες. Η συμπαράστασή σου, η ποιητική σου πτέρωση, η οικογενειακή σου πρόοδος και οι επαγγελματικές σου επιτυχίες είναι τα κύρια σημεία αναφοράς.

-Θα σας μιλήσω εγώ, θα σας διηγηθώ τι μου πρόσφερε αυτός ο νέος και θαυμαστός φιλόσοφος.

Ο Φαίδρος δε θέλησε να διακόψει τον Τάκη, ούτε προσπάθησε να του δημιουργήσει εκπλήξεις. Όλα θα έρχονταν ομαλά. Προσπάθησε όμως να τον προϊδεάσει για να προφθάσει οποιαδήποτε κρίση του ψυχισμού του φίλου του.

-Τάκη, πριν μας μιλήσεις, θα ’θελα να πω πως θα ακούσεις πράγματα τα οποία θα σε καταπλήξουν. Πρόκειται για γυμνές αλήθειες.

-Πληροφορούμαι ένδοθεν. Ελπίζω πως με τη βοήθειά σας θα ξεπεράσω τυχόν σπασμωδικές αντιδράσεις. Επιτρέψτε μου όμως να απευθυνθώ στην Άννα. Όταν η εφήμερη μνηστεία μας έληξε άδοξα, ένοιωσα μεν απόβλητος, αλλά προσπάθησα να ξεπεράσω ένα αναμφισβήτητο αίσθημα μειονεξίας. Φεύγοντας για την Αυστραλία, κατόρθωσα να διακριθώ, να κάνω πολλά χρήματα, παρόλο που αγάπη μου ήταν η δράση και όχι το κέρδος. Ασχολιόμουν επίσης με την ποίηση και με τη φιλοσοφία, έκανα οικογένεια, μα κάτι σιγόκαιγε μέσα μου χωρίς ίσως να το καταλαβαίνω. Ήρθε κατόπιν η κρίση μια νύχτα, τη νύχτα της γνωριμίας μου με το Φαίδρο. Η δεύτερη κρίση στη Χαϊδελβέργη εκτόνωσε σημαντικά την κατάσταση. Έκτοτε παλεύουν μέσα μου χθόνιες και ουράνιες δυνάμεις και πιστεύω πως βρίσκομαι στο στάδιο της ανάρρωσης. Παράδοξες ιδέες ξεπηδούν από μέσα μου, ύμνοι ζωής πλέκονται με σκιές θανάτου, μα ελπίζω πως οδεύω προς την εγκαρτέρηση αντί της παραίτησης στην οποία κινδύνευα να παραδοθώ. Αννούλα, σου εκφράζω την απέραντη ευγνωμοσύνη μου, είσαι μια αποκάλυψη για μένα. Σε ευχαριστώ που δε δέχτηκες να με παντρευτείς. Έτσι με έσωσες. Για το Φαίδρο, τι να πω;

-Καλύτερα να μην πεις τίποτε, όπως και εγώ δε θα πω τίποτε για τη μνηστή μου την Κατερίνα.

-Τι; φώναξε ο Τάκης με ιερή εξαλλοσύνη. Τι;

Ανασηκώθηκε κάτωχρος και παρατηρούσε άναυδος τους τρεις φίλους. Ήταν τόση η έκπληξή του που ’πεσε χωρίς να το αντιληφθεί στο καναπεδάκι.

-Είπαμε πως οι ιερές αλήθειες καταπλήσσουν, αλλά όχι για πολύ, αφού στη συνέχεια μας ελευθερώνουν. Τάκη, γιατί χάνεις τα λογικά σου;

Ο Τάκης τους κοίταζε λέτε και δεν καταλάβαινε τίποτε, λέτε και είχε χάσει κάθε αντίληψη του χώρου. Ο Φαίδρος τον πλησίασε και του είπε:

-Ξέρεις πού βρισκόμαστε;

-Ξέρω…μάλλον προσπαθώ να καταλάβω.

Η Κατερίνα πλησίασε και του ’πιασε τα χέρια.

-Ο Φαίδρος έγινε από χθες αιώνιος σύζυγός μου. Απομένει η στέψη και η συζυγική κοινωνία. Γνωρίζω την κατάσταση της υγείας του, όπως είμαι βέβαιη πως μου δόθηκε μια μεγάλη δωρεά. Τον αγαπάω από τότε που υπάρχω, με αγαπάει από τότε που υπάρχει. Είναι μια πολύ παλιά αλήθεια, ο Πλούταρχος μας λέει πως η Ίσις και ο Όσιρις ηγαπώντο πριν γενέσθαι, πριν γεννηθούν…

Ο Τάκης αργοκινούσε τα μάτια του ατενίζοντας πότε το Φαίδρο, πότε την Κατερίνα και πότε την Αννούλα. Κάτωχρος και κάθιδρος, φώνεξε νερό και λιποθύμησε. Η Αννούλα τον συνέφερε άνετα, λύνοντάς του τη γραβάτα, βγάζοντάς του τα παπούτσια και τεντώνονβτας τα πόδια του στο διπλανό καναπέ όπου τον μετέφεραν.

-Τάκη, μήπως θέλεις να περάσεις τη νύχτα σου στο Ζυγό; Έχουμε μεταφορικό μέσο.

-Όχι, μαζί σας θα περάσω τη νύχτα μου…Τρία φώτα θα διαλύσουν το σκότος μου. Πού πορευθώ από του πνεύματος σας;

Συνήλθε σιγά σιγά και ξανακάθισε στο τραπέζι. Άκουσε μάλιστα τα νέα των φίλων με αρκετή αυτοσυγκράτηση και χωρίς σπασμωδικές αντιδράσεις. Βέβαια, δεν άνοιξε το στόμα του, δε μπόρεσε να σχολιάσει τίποτε. Κατά τα βαθιά μεσάνυχτα και λίγο πριν ξαπλώσουν, είπε:

-Ο Ροβέρτος Γυσκάρδος υπήρξε μεγάλος τυχοδιώκτης και κατακτητής. Ευσεβής τυχοδιώκτης. πέθανε το 1082 στο Φισκάρδο, στο βόρειο ακρωτήρι του Νησιού, από όπου και το παραφθαρμένο όνομα. Κατάγομαι απ’ το Φισκάρδο και το επισκέφθηκα αυτή τη χρονιά μόνο υπό την προϋπόθεση να σας συναντήσω. Διάβασα την ιστορία του Γυσκάρδου, ταξίδεψα αναζητητικά στη δυτική πλευρά, μπήκα στη συνέχεια στα λιμανάκια των όμορφων ψαροχωριών, έκανα και τον πηγαιμό προς το αιώνιο Ν. Αμφιβάλλω αν ο συγκλονισμός μου μπορεί να συγκριθεί με τις συγκινήσεις που μου πρόσφεραν τα ονόματα-σύμβολα για τα οποία σας μίλησα. Ελπίζω να μου κάνετε την τιμή να με πάρετε μαζί σας στον Καστό. Θέλω να γνωρίσω και τους νεότερους της παρέας σας.

-Τον Άγγελο, το Βασίλη, την Αγλαϊα, την Πόπη και το μεγαλύτερο και σοφότερο όλων μας, τον κύριο Μένιο.

-Θα χαρούμε να σε έχουμε μαζί μας αύριο, κατέληξε η Αννούλα.

 

                               16

 

Η εκδρομή ήταν ευχάριστη. Ο Τάκης προσπάθησε να την αναβάλει για μια μέρα ώστε να έχουν στη διάθεσή τους τη θαλαμηγό, μα ήταν αδύνατο.

-Ο θείος του Βασίλη μας προσφέρει το μεγάλο τρεχαντήρι ενός παιδικού του φίλου ο οποίος δε θέλει να ακούσει για αμοιβή. Θα τον προσβάλουμε αν αρνηθούμε.

Ο Φαίδρος ήταν κατηγορηματικός, ο Τάκης υποχώρησε.

Η μέρα ήταν δροσερή, τα πρώτα σύννεφα του αποκαλόκαιρου τους προστάτευαν απ’ τον ήλιο, παρόλο που η μεγάλη άσπρη τέντα του πλοίου θα τους εξασφάλιζε άνετη σκιά. Ο Βασίλης και ο Άγγελος είχαν κουβαλήσει απ’ τα χαράματα κουβέρτες, μαξιλάρια, σκαμνάκια και πολυθρόνες. Τα φαγητά τα είχε μαγειρέψει η θεία του Βασίλη η οποία όμως αρνήθηκε από διάκριση την πρόσκληση.

Το τρεχαντήρι, γοργό και αετήσιο, διέσχισε το μεγάλο κόλπο του Ζυγού και έβαλε πλώρη για τον Καστό. Οι Εχινάδες θωρούσαν ακίνητες, τα βράχια των ακτών τους γυάλιζαν στο φως της μέρας ή στη λάμψη των παροδικών ηλιαχτίδων, ψαρόβαρκες με πανάκια και μηχανές διέσχιζαν ήρεμα τη θάλασσα αλλάζοντας κάβο και αναζητώντας την κατάλληλη ακτή για αποδοτικό ψάρεμα. Η ζωή έσφυζε πολυδιάστατα στέλνοντας από παντού μηνύματα.

-Αυτό το πανάκι, το ορθογώνιο, το λέμε πένα. Το άλλο, το μεγαλύτερο που απαιτεί αντένα, το ονομάζουμε λατίνι. Υπάρχουν πολλά είδη, έλεγε ο Βασίλης στην Πόπη.

-Ο πατέρας μου τα γνωρίζει όλα! Υπάρχουν περισσότερα από είκοσι είδη.

-Όπως τα ονόματα των ανέμων, σχολίασε ο Άγγελος

-Κοιτάξτε! έκανε η Αγλαϊα. Κοιτάξτε το πτερύγιο ενός σκυλόψαρου!

Σε απόσταση δέκα μέτρων απ’ το πλεούμενο, ένα σκυλόψαρο τεσσάρων μέτρων κολυμβούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όλων τα βλέμματα στράφηκαν στο κύτος.

-Είναι πατερίτσα, έκανε ο κύριος Μένιος. Πρόκειται για επιθετικό καρχαριοειδές το οποίο όμως δε ζυγώνει τις ακτές. Δε μεγαλώνει πολύ, παρόλο που τα σιαγόνια του είναι χαλύβδινα.

Το κύτος χάθηκε, το τρεχαντήρι συνέχισε γοργά μέχρι που το Δρακονέρι φάνηκε καθαρά. Ομαλό νησάκι, μακρόστενο που καλύπτεται από χιλιάδες ελιές και μικροθάμνους. Σε μια γραφική γωνίτσα του-όρμο βρίσκεται ο μοναδικός οικισμός και το υποτυπώδες λιμανάκι  με μερικές ψαρόβαρκες και δύο τρία μεγαλύτερα πλεούμενα. Το τρεχαντήρι ελάττωσε ταχύτητα και ο ναύτης, στην πλώρη, ήταν έτοιμος για το δέσιμο του πλοίου και την ομαλή προσόρμιση.

-Ήσυχο μέρος, αναλογίστηκε η Κατερίνα.

-Ιδανικό για περισυλλογή.

Πραγματικά, η ησυχία ήταν πανταχού παρούσα. Τα λιγοστά σπιτάκια άρχιζαν απ’ την παραλία και εκτείνονταν σποραδικά δεξιά και αριστερά, η παραλία, χωρίς έργα υποδομής, ήταν φιλόξενη για τα μικρά σκάφη, ενώ η απουσία τροχοφόρων ήταν εμφανής. Νησιώτικη η ατμόσφαιρα την οποία σφράγιζαν οι ασβεστωμένες αυλές και οι περιποιημένοι κήποι των λιγοστών κατοίκων με τον ήρεμο και φιλόξενο χαρακτήρα. Στο κέντρο περίπου του οικισμού ένα μεγάλο πλάτωμα με πανύψηλους ευκάλυπτους εντυπωσιάζει και σκορπάει ευωδιά που φτάνει μέχρι τα πνευμόνια, ενώ αριστερότερα δεσπόζει η εκκλησία του αγίου Ιωάννη η οποία παλιότερα  προσείλκυε προσκυνητές από πολλά σημεία. Φαίνεται πως παλιότερα ήταν μοναστήρι, γιατί διασώζονται σκήτη και κελλιά τα οποία τώρα ο εφημέριος παραχωρεί σε παραθεριστές.

Δε θα υπερβάλλαμε, αν λέγαμε πως το Δρακονέρι είναι ένα απ’ τα ησυχότερα μέρη της Ελλάδας. Είναι μάλιστα γραφικός και φιλόξενος, ενώ οι ήπιοι κάτοικοί του δε φτάνουν ούτε τους πενήντα κατά τον χειμώνα. Καθώς ο επισκέπτης αργοδιαβαίνει την παραλία και τα λιγοστά σοκάκια νιώθει πως αυτή η νησιώτικη γωνιά τον αρπάζει σε άλλους κόσμους τους οποίους νοσταλγεί μυστικά. Ίσως η έλλειψη κοσμοπολιτισμού και ανέσεων ωθεί ρομαντικές και νοσταλγικές περιπλανήσεις οι οποίες δεν έχουν καμιά σχέση με τις τουριστικές προσφορές άλλων μερών. Γι’ αυτό ακριβώς το αίσθημα γαλήνης είναι ανεξαγόραστο.

Πίσω απ’ τον οικισμό, σε όλη σχεδόν την επιφάνεια του νησιού, οι λάκες διαδέχονται τις ελιές και τα χαμόκλαδα, πιο κάτω εκτείνονται μοναχικές και θεσπέσιες ακρογιαλιές με απόκρυφα χαμόγελα και υπέροχες υποσχέσεις. Στο νησάκι συνέβη κάτι το μοναδικό λίγο πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο: Μια τεράστια φάλαινα μήκους εικοσιπέντε μέτρων ακούμπησε την ακτή. Ίσως παγιδεύτηκε καθώς ακολουθούσε μεγάλα πλοία του αντικρινού πελάγους, ίσως τόλμησε εθελούσια έξοδο  στο ήσυχο νησί, κουρασμένη απ’ την απεραντοσύνη των ωκεανών και την πολυτάραχη ζωή της…Ο σκελετός της βρισκόταν για δεκαετίες πλάι στην εκκλησία του αγίου Ιωάννη, προστάτη του νησιού. Το γεγονός επαναλήφθηκε και το 1979, μα ο φυσητήρας που ξώκειλε είχε μήκος δεκαπέντε μέτρων. Παράξενες φήμες κυκλοφορούσαν οι οποίες όμως δε μπορούσαν να εξηγήσουν τη μοναδικότητα των φαινομένων για τις ελληνικές τουλάχιστον ακτές.

Η παρέα μας ξεναγήθηκε γρήγορα απ’ το γραμματέα της κοινότητας και απ’ τον πρόεδρο και γρήγορα κατευθύνθηκε στα δυτικά του νησιού. Ο κύριος Μένιος και ο Τάκης αποτραβήστηκαν και άρχισαν μια ενδιαφέρουσα συζήτηση στον ίσκιο μιας ελιάς. Η Αννούλα, η Κατερίνα και ο Φαίδρος προτίμησαν ένα μεγάλο θάμνο κοντά στην ακρογιαλιά. Οι νέοι, αφού μετέφεραν τις κουβέρτες, τα μαξιλάρια, τις πολυθρόνες και τα φαγητά σε ένα παντέρημο ξέφωτο, ρίχτηκαν στη θάλασσα.

Ο Τάκης γοητεύτηκε απ’ τον κύριο Μένιο, ανακάλυψε στο πρόσωπό του τους άγνωστους της ιστορίας και της επικαιρότητας, τους άγνωστους που είναι οι εμπνευστές ωραίων συλλήψεων και ενοράσεων.

-Τι έχετε να πείτε για τους σημερινούς μας φίλους κύριε Ιωάννου;

-Εγώ καταργώ τους πληθυντικούς όταν διαπιστώνω πως υπάρχει εγγύτητα. Μένιο μου, νομίζω πως η φλόγα της ομορφιάς θα κατατρώγει δημιουργικά κάποιους, έστω κι αν είναι μειοψηφία…Τι να πω; Υπάρχει ελπίδα, ο άνθρωπος δεν αλώθηκε οριστικά απ’ το πνεύμα του ωφελιμισμού και της σκοπιμότητας. Νιώθω πολύ διαφορετικά, θα ’λεγα πως αντικρίζω με νέα μάτια τη ζωή, κι αυτό χωρίς υπερβολή. Κάποτε έρχεται, η ωραία, η μοναδική στιγμή για όλους. Είναι το τέλος των αυταπατών και μια αρχή που δεν έχει τέλος, η αρχή της ωρίμανσης, ο δρόμος προς την ωριμότητα…

-Υπάρχει πνοή και ζωή και πώς θα ήταν δυνατό να είναι διαφορετικά; Ξέρεις, και μόνο η ύπαρξη της ιδιοτέλειας και της ποταπότητας παραπέμπει στον κόσμο της ομορφιάς. Νάτος!

Το υποτυπώδες πρόγραμμα προέβλεπε μπάνιο, ελαφρό γεύμα το μεσημέρι, δίωρη ανάπαυση ή απομόνωση και υπαίθρια φιλοσοφική συζήτηση μέχρι το δείλι. Στο μπάνιο συναντήθηκαν όλοι σχεδόν, εκτός απ’ τους δύο μεγάλους της παρέας οι οποίο έμειναν απορροφημένοι στη γωνιά τους. Ο Φαίδρος χάρηκε τη ζωτικότητα των νέων –δε θεωρούσε πια τον εαυτό του νέο-, θαύμασε τη χάρη τους και την ειλικρίνειά τους. Όλη η ακρογιαλιά γελούσε με τα αστεία τους, πλαντάζονταν τα καθαρά νερά με τις βουτιές τους, ζήλευαν οι Νηρηίδες τη χάρη τους και την ταχύτητα του γλιστρήματός τους στη θάλασσα. Κόσμος με ευγενικές υποσχέσεις, σιγόγνεφε ανεπαίσθητα και ελπιδοφόρα στη ζωή, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ακόμα τις ύστατες διακινδυνεύσεις της. Το ψάρεμα είχε απαγορευθεί ως συνήθεια η οποία είναι αντίθετη με την αλληλεγγύη που οφείλει να υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση, στους ζωντανούς της οργανισμούς.

-Οριακά, όλοι μας οφείλουμε να γίνουμε χαρτοφάγοι, είχε τονίσει η Αννούλα.

-Μα είναι πρακτικά αδύνατο, αντέτεινε ο Άγγελος.

-Σήμερα είναι ίσως δύσκολο για τους ανθρώπους των μεγαλουπόλεων. Ωστόσο, οφείλουμε να ξεκινήσουμε μια καλή προσπάθεια

Ο Άγγελος γνώριζε τα μυστικά του ψαρέματος και λυπήθηκε. Γρήγορα όμως ξεπέρασε  την ψυχολογική του δυσκολία.

-Πρέπει να απαγορευθεί και το κάπνισμα! είπε γελώντας.

-Μα κανένας μας δεν καπνίζει, παρατήρησε η Κατερίνα Ο κύριος Μένιος ανάβει σπάνια την πίπα του και τα πούρα του κυρίου Ιωάννου είναι λιγοστά.

Έφαγαν ανάλαφρα μετά το μπάνιο και ξάπλωσαν κοντά στο ξέφωτο, κάτω απ’ τις ελιές. Ευτυχώς που η ανάλαφρη συννεφιά συνέβαλλε στη διατήρηση της πρωινής δροσιάς.

Ξεκούραστοι κατόπιν σχημάτισαν το μέτωπο της συζήτησης. Ο κύριος Μένιος και ο Τάκης απλώθηκαν στις ελαφρές αλλά αναπαυτικές τους πολυθρόνες πίσω απ’ τους νέους οι οποίοι είχαν καθίσει χάμω, αφού τακτοποίησαν ανάλογα τις κουβέρτες και τα μαξιλάρια. Η Κατερίνα και η Αννούλα προτίμησαν τα σκαμνάκια αριστερά, ανάμεσα στους νέους και στο Φαίδρο ο οποίος αντίκριζε κατά μέτωπο όλους. Τη διάταξη την είχε επιβάλει ο Βασίλης και έγινε ευχάριστα δεκτή από όλους.

-Φίλες και φίλοι, είπε ο Φαίδρος, επί μία εβδομάδα βρισκόμαστε σ’ αυτά τα όμορφα μέρη της δυτικής Στερεάς πραγματοποιώντας αυτό που ο Βασίλης ονόμασε Έξοδο. Φύγαμε απ’ το άστυ, θα ’λεγα μάλιστα πως το ξεχάσαμε, για να ψάξουμε ο καθένας με τον τρόπο μου κι όλοι αντάμα τους εαυτούς μας, για να βγούμε, για να ελευθερωθούμε απ’ τα δεσμά της συμβατικότητας. Προσωπικά ωφελήθηκα όσο δε θα μπορούσα να φαντασθώ. Δε θα υπερέβαλλα μάλιστα αν σας έλεγα πως μου περισσεύει η ζωή, χωρίς φυσικά να υποστηρίζω πως έφτασα σε ύψη σοφίας. Έστι των καλλίστων η σοφία, μας λέει ο θεϊκός Πλάτων. Επιτυγχάνεται όμως στην παρέα μας κάτι το έξοχο. Αρχίζουμε, μόλις που αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε το πνεύμα της φύσης μας και τα συναφή μεγάλα ερωτήματα, όπως η τραγικότητα, ο έρως, το ανέκφραστο, το κάλλος, ο θάνατος.

Ήδη ανταλλάξαμε απόψεις και μετεωριστήκαμε στο χαίνον κενό της πληρότητας. Όμως, μετά τη σύντομη εισαγωγή μου, θα παρακαλέσω τους νεότερους φίλους μας να πάρουν το λόγο, γιατί είναι περιττό να τονίσω πως στην παρέα μας δεν υπάρχουν ούτε δάσκαλοι, ούτε δασκαλευόμενοι, αφού όλοι μας είμαστε μαθητές της σοφίας. Αγλαϊα, θύμησέ μας σε παρακαλώ το σημείο στο οποίο μείναμε προχθές.

-Είχαμε πει πως το ανέκφραστο υποτυπώνεται στον κόσμο μας και στο πρόσωπό μας, στις κινήσεις μας και στις καταστάσεις της ψυχής μας. Όλα όμως είναι νεύματα, κινήσεις, σύμβολα που συμπορεύονται κατά κάποιο τρόπο με το χρόνο του κόσμου. Υπάρχει όμως Φαίδρε, εσύ μας το είπες αυτό, κάτι το άχρονο και το ανέκφραστο. Είναι το μέτρο, το σταθμό, ένα είδος οικουμενικής σταθεράς το οποίο προσδιορίζει και το βάθος και την επιφάνεια του ανθρώπου.

-Θα συμπληρώσω κάτι, πετάχτηκε ο Βασίλης. Είπαμε, επίσης, πως ορισμένες καταστάσεις, όπως η τραγικότητα, ο έρως, ο θάνατος, το κάλλος κ.ο.κ. τείνουν να εκφράζουν ανετότερα, αποκαλυπτικότερα το ανέκφραστο στοιχείο μας. Προχθές βράδυ, καθώς ο Φαίδρος συζητούσε με τον κύριο Μένιο, προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε την έννοια του έρωτα.

-Ακούω Πόπη το προχώρημά σας.

-Δεν προςχωρήσαμε. Προσπαθήσαμε να εμβαθύνουμε στις σχέσεις έρωτα και αγάπης. Είχαμε ως αφετηρία την άποψη του Φενελόν και το δικό σου σχόλιο. Πεισθήκαμε πως μόνο με τον Πλάτωνα θα ήμασταν σε θέση να πάμε πιο μπροστά, αλλά αυτό δε μας ήταν δυνατό…

Σ’ αυτό το σημείο ο Βασίλης πήρε το λόγο ορμητικά.

-Είναι αλήθεια πως είπαμε πολλά, πως συνεχίσαμε το διάλογο. Το κύριο όμως πρόβλημα παραμένει: Υπερβαίνεται ο έρωτας; Υπερβαίνεται η τραγικότητα; Φαίδρε, δε θα αποφύγεις να μας μιλήσεις, δε θα είναι εύκολο να συνεχίσουμε χωρίς να σε ακούσουμε.

-Μην είσαι βιαστικός Βασιλάκη! Είπαμε πως δεν είμαστε σε θέση να λύσουμε κανένα πρόβλημα. Οι μεγάλοι σοφοί ανάλωσαν τη ζωή τους και εξέφρασαν απόψεις, σοφές βέβαια, αλλά απόψεις οι οποίες θα σχολιάζονται και θα ξανασχολιάζονται. Εκφράζουν όψεις της αλήθειας, αλλά όχι την Αλήθεια η οποία δε θα εκπορθηθεί ποτέ.

-Θα πραγματοποιούσαμε το ωραιότερο ξεκίνημα της ζωής μας, αν αυτές τις μέρες μαθαίναμε να θέτουμε στους εαυτούς μας σωστές ερωτήσεις. Θα βρίσκαμε σιγά σιγά το δρόμο, το μόνο δρόμο.

-Μου θυμίζεις Αγλαϊα τον Βιττκενστάιν ο οποίος παραπέμπει σε ακόμη σοφότερους… Ας συνεχίσουμε όμως: Έλα Άγγελε!

-Υπάρχει στο βάθος μας κάτι το ανέκφραστο το οποίο υποτυπώνεται, το οποίο χαμογελάει με τις κινήσεις μας και με την όλη μας συμπεριφορά. Οι σημαντικότερες στιγμές του είναι ο έρωτας, η τραγικότητα, η συγκίνηση.

-Απαιτούν όμως συνέχεις, μνήμη, συνείδηση, κρίση, κ.ο.κ.

-Ναι, είπε η Πόπη. Μπαίνουμε όμως σε δύσβατη περιοχή. Όλες αυτές οι διεργασίες οφείλονται στις έγχρονες τροποποιήσεις της αμεσότητάς μας, εκείνου δηλαδή του στοιχείου που παραμένει αμετάβλητο στο βάθος του, παρόλο που διαλέγεται  με την εξωτερικότητα.

Όλοι στράφηκαν στην Πόπη. Τους εντυπωσίασε η παρέμβασή της, γιατί γνώριζαν πως το υποβλητικό κορίτσι είχε σχέσεις  με την λογοτεχνία και όχι με την φιλοσοφία.

-Μην ανησυχείτε, αντέδρασε η Πόπη προλαμβάνοντάς τους. Σηκώθηκε και συνέχισε: Έπεσε στα χέρια μου ένα άρθρο του Φαίδρου το οποίο δημοσιεύθηκε σε ένα περιοδικό. Το ξαναδιάβασα χθες και μάλιστα πολλές φορές. Έτσι, προσπάθησα να σας δώσω την κεντρική ιδέα.

Η κοπέλα έβγαλε ένα φωτοαντίγραφο απ’ την τσέπη της φούστας της και το έδειξε. Κατόπιν το έδωσε στο Φαίδρο, καθώς ο Βασίλης σηκώθηκε να πάρει το λόγο αρκετά πειραγμένος.

-Ο εκπλήξεις Πόπη δεν είναι σωστές. Όφειλες να μας διαβάσεις το άρθρο, όταν ο Φαίδρος βρισκόταν με την Αννούλα και με την Κατερίνα.

-Καθίστε…Εδώ διαλεγόμαστε χωρίς βιβλία και άρθρα. Η ώρα της σπουδής θα έλθει αβίαστα.

-Εξήγησέ μας Φαίδρε τι σημαίνει έγχρονο…

Η ησυχία αποκαταστάθηκε απόλυτα.

-Θα μας το πει η Αννούλα, αποφάνθηκε ο Φαίδρος.

-Σίγουρα με άσοφο τρόπο…Από ό,τι μπορώ να υποθέσω, έγχρονο δεν είναι το χρονικό, ο χρόνος που μετριέται και που αποθηκεύεται στη μνήμη μας σαν μία διάρκεια. Έγχρονη κατάσταση είναι η συνάντηση του ανέκφραστου στοιχείου μας που είναι η αμεσότητα με τον κόσμο, με τα εξωτερικά σχήματα, με την εξωτερικότητα. Αυτό δημιουργεί την ιστορική μας συνείδηση, τη γνώση. Όσο όμως εμβαθύνουμε σ’ αυτήν την κατάσταση, τόσο γευόμαστε το άχρονό μας, την πηγή της αλήθειας και της ομορφιάς. Μόνο έτσι εξηγείται η συγκίνηση, ο θαυμασμός, η αγάπη, ο έρωτας…Το περιβόλι της ψυχής μας δεν έχει περίβολο.

-Η ψυχή μας δεν έχει ημερομηνία γεννήσεως, συμπλήρωσε αυθόρμητα η Κατερίνα. Φίλες μου και φίλοι μου, συνέχισε η μνηστή του Φαίδρου, έμαθα απ’ το νεαρό  μας δάσκαλο κάποια πράγματα μαζί με την Αννούλα. Το αναφέρω για να δώσω την ευκαιρία στο Φαίδρο να συνεχίσει. Οι κατηγορίες άχρονο, αειδές (χωρίς μορφή δηλαδή), ομογενές, αναφέρονται σε κάτι το άφθαρτο το οποίο είναι ταυτόχρονα ο χώρος και η αμεσότητα σαν ενότητα. Η ύπαρξή μας τις ντύνεται για να εκφράσει το ανέκφραστο στοιχείο της. Φιλοξενείται στο χώρο και τρέφεται απ’ τον κόσμο, απ’ τα αισθητά μεγέθη με τα οποία ερχόμαστε σε άμεση επαφή. Αυτό είναι το πνεύμα της αίσθησης και της σωματικότητας. Ό,τι ονομάζουμε άπειρο ή μηδέν είναι η αμετάβλητη και ανέκφραστη αλήθεια ως πηγή κάθε έκφρασης και αντίληψης. Δεν αναφέρω ονόματα φιλοσόφων οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτές της αλήθειες, γιατί δεν κάνουμε σεμινάριο. Θα ήταν όμως παράλειψη αν δεν ψέλλιζα τις “λέξεις”  Παρμενίδης, Ηράκλειτος, Πλάτων, Αριστοτέλης, Πλωτίνος, Ντεκάρτ, Μπέρκλεϋ, Καντ, Σοπενχάουερ, Φίχτε, Σέλλινγκ, Μπερξόν, Χάιντέγγερ και πολλούς άλλους οι οποίοι ας με συγχωρήσουν…Ό,τι βέβαια ακούσατε, το πήρα απ’ το Φαίδρο ο οποίος εντρυφεί με πάθος στη σοφία των αιώνων προσθέτοντας το πετραδάκι του. Αν ζούσε περισσότερο, θα μας πρόσφερε τον όμορφο καρπό των μακάριων στεναγμών του…

Η Κατερίνα συγκινήθηκε, αλλά συγκρατήθηκε. Ωστόσο, χωρίς να το θέλει, ωθημένη από κάποια τυφλή και μακάρια ταυτόχρονα δύναμη, προσέθεσε:

-Ο μνηστήρας μου, ο αιώνιος μνηστήρας της ψυχής μου, δε θα ζήσει για πολύ. Είναι άρρωστος.

-Τι; τι; της έκαναν  οι τέσσερις νέοι και πετάχτηκαν κάτωχροι.

Οι μεγάλοι που γνώριζαν, πάσχιζαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους και μόνο ο Φαίδρος έδειχνε ψύχραιμος. Σηκώθηκε και προσπάθησε να δαμάσει τον πανικό.

-Ησυχάστε…Ας μην είμαστε κατώτεροι των περιστάσεων, κατώτεροι της μοναδικής πρόκλησης της ζωής που είναι ο θάνατος. Η πραγματικά φιλόσοφη θεώρηση της ζωής είναι ηρωική και ας μην αποδειχθούμε νάνοι…Ένα μικρό διάλειμμα ενός τετάρτου θα συμβάλει στη συνέχιση της όμορφης συζήτησής μας. Αγλαϊα, Πόπη, Άγγελε, Βασίλη, αγαπήσατε τόσο αυτές τις μέρες και μη διαψεύδετε την ομορφιά που διαπλώνεται έξω και μέσα μας…Ως αιώνιοι φίλοι θα μάθετε πράγματα τα οποία θα σας προσεγγίσουν στο κάλλος, στην αιωνιότητα της στιγμής. Κάντε λοιπόν μια βόλτα, ο καθένας προς ξεχωριστή κατεύθυνση, και γυρίστε σε ένα τέταρτο, σε μισή ώρα, ας πούμε…

Η Κατερίνα έψησε καφέ για τους μεγάλους, ο κύριος Μένιος άναψε την πίπα του και ροφούσε αφηρημένος τον καφέ, ο κύριος Ιωάννου ροφούσε το πούρο του και ζήτησε απ’ την Κατερίνα δεύτερο καφέ.

-Δεν έπρεπε να αιφνιδιάσουμε τους νέους, είπε μετά περισυλλογή, με μάτια που ατένιζαν το αχανές πέλαγος.

-Δεν ήταν προσχεδιασμένο, απολογήθηκε ειρηνικά η Κατερίνα.

-Δεν πειράζει, αν δε μάθουμε στα παιδιά την αλήθεια, σε ποιον θα ’χουμε εμπιστοσύνη; Ο εξάδελφός μου μας εγκαταλείεπι, έτσι φαίνεται…

-Είναι νέοι, σχολίασε ο κύριος Μένιος στωικά. Ίσως έτσι έπρεπε να γίνει, γιατί οι βαθιές εκπλήξεις ανοίγουν τα ειρηνικά τενάγη…Κοιτάξτε τη βαθυγάλαζη θάλασσα, αντικρίστε τον άπειρο ουρανό και μετά τούτα τα χώματα…Ενώνονται μέσα μας ως μυστική πληροφορία, μας αδειάζουν και μας γεμίζουν…Η ποιητική της ψυχής μας τα αγκαλιάζει και κρούει τη λύρα τους. Είναι η θεσπέσια μουσική της ζωής που άδει το θάνατο ως κατίσχυση, ως, ας πούμε, άχρονη και απρόσωπη αιωνιότητα, ως άρνηση των ματαιοτήτων της έγκοσμης συνείδησης. Να πού πρέπει να κολυμπήσουν οι νέοι μας…

-Επιτρέψτε μου να χειρισθώ το θέμα …Σήμερα, θα συνεχίσουμε, αλλά δε θα πω τίποτε για την υγεία μου. Στην επόμενη όμως συνάντηση στην οποία θα κάνουμε λόγο για το θάνατο, θα εξηγήσω στους φίλους όλη την αλήθεια.

-Όπως νομίζεις Φαίδρε μου. Δε σου κρύβω όμως πόσο προσπάθησε να συγκρατήσω το συγκλονισμό μου, όταν η Κατερίνα σε απεκάλεσε μνηστήρα της. Πιστεύω πως αυτή σας η απόφαση είναι επιθυμία των αθανάτων όλων των παραδόσεων και των εμπνεύσεων, όλων των αθανάτων…Φαντάζομαι πως ο κύριος Ιωάννου διακατέρχεται από παρόμοια αισθήματα.

-Αναμφίβολα. Όμως, η ταραχή μου είναι τόσο μεγάλη, που δε μπορώ να εκφρασθώ. Θα συνέλθω σιγά σιγά…

-Χρειάζεται να σας πούμε πως αυτή η απόφαση ήταν εξαίφνης, χωρίς ειδύλλιο, χωρίς σχέδιο;

-Είναι φανερό χρυσό μου κορίτσι, έκανε ο κύριος Μένιος.

Οι νέοι επέστρεψαν από διαφορετικές κατευθύνσεις, κατηφείς και αμίλητοι. Ούτε καν δέχτηκαν τα αναψυκτικά που τους πρόσφερε η Αννούλα.

-Ξαναρχίζουμε…Σας παρακαλώ φίλοι μου να τρέψετε σε φυγή ό,τι σας τρομάζει και να κάνετε λίγη υπομονή. Η αλήθεια θα αναδυθεί πάμφωτη και θα λάμψει μέσα σας και γύρω σας. Έχω εμπιστοσύνη στην ετοιμότητά σας και σας καλώ να καταπολεμήσετε με ιερό πάθος κάθε μορφή δουλείας, αφού η ζωή μας δεν είναι στο βάθος παρά αγώνας για την ύστατη απελευθέρωση.

Ας επιστρέψουμε λοιπόν στο θέμα μας. Από όσα είπαμε, προκύπτει πως ο έρωτας και η τραγικότητα εκφράζουν, όσο βέβαια είναι δυνατό, δύναμη και αδυναμία. Δεν απαιτείται ειδική αναφορά μεγάλων ερωτικών ιστοριών ή βαθύτατων τραγωδιών για να το πιστοποιήσουμε. Ο Πλάτων όρισε τον έρωτα ως ταυτόχρονη έλλειψη και επιθυμία πλήρωσης και γι’ αυτό, με το στόμα του δαιμόνιου Σωκράτη, τον αποκάλεσε παιδί του Πλούτου και της Πενίας. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την τραγικότητα. Υπάρχει επομένως μέσα μας, ο όρος δεν είναι ικανοποιητικός, δεν υπάρχει ούτε μέσα μας, ούτε έξω μας, ένα άφθαρτο, ανέκφραστο, άκτιστο στοιχείο το οποίο πολιορκείται απ’ την ατέλεια του κόσμου, απ’ τις αντιφάσεις μας, απ’ τις αδυναμίες μας. Ο μεν έρωτας επιζητεί την πλήρωση και είναι φανερό πως το πλήρωμα δεν το προσφέρει ούτε η χαρισματικότερη αγαπημένη. Ο πραγματικός έρωτας υπερβαίνεται ως αγάπη, κάτι που σημαίνει αληθινή γνώση. Τι γνωρίζουμε όμως; Αυτό είναι σπουδαίο και συνοψίζεται στις ακόλουθες σκέψεις: Ό,τι γνωρίζουμε ως αλήθεια δε μεταβάλλεται αλλά περιχέεται από κάλλος το οποίο είναι αιώνιο και νοητό. Κοιτάξτε την πανδαισία της φύσης γύρω σας, θαυμάστε και προσπαθήστε να εντοπίσετε το είναι του θαυμασμού σας…Δε βρίσκεται σε κανένα σχήμα, μορφή, τοπίο, λόγο, ηδονή. Είναι η αιώνια φύση των πραγμάτων η οποία δεν έχει καμιά σχέση με τη φθορά του κόσμου μας….Έτσι μόνο το τρισχαριτωμένο συ της αγαπημένης αναδύει ένα υπερκόσμιο μυστήριο το οποίο, αν  αγνοηθεί, κάνει τον έρωτα εγωκεντρική απληστία με τόσες και τόσες παρενέργειες, υποκριτικές και ψεύτικες στο βάθος τους. Ο άρρην και το θήλυ, όταν υπάρχει γνήσια εμπνοή ζωής, τελειώνονται πια όχι ως ερωτευμένοι, αλλά ως αγαπημένοι. Μπαίνουν ως σύ-ζυγοι στην αιωνιότητα.

Με την τραγικότητα τα πράγματα δεν αλλάζουν ουσιαστικά. Αν συνειδητοποιήσουμε το είναι μας, νιώθουμε τραγικοί ήρωες. Η ζωή είναι τραγική, γιατί πλάι στο ανέκφραστο στοιχείο μας, υπάρχει η φθορά, η διαφθορά, οι προσωπικές και κοινωνικές αντινομίες, με τόσες γνωστές συνέπειες: Πολέμους, αδικίες, ανταγωνισμούς, φθόνο, δολοφονίες, εγωπάθεια… Ιστορία είναι η τραγική αντιστροφή των απαρχών μας. Στην καρδιά της τραγικότητας όμως ο τραγικός ήρωας αισθάνεται δικαιωμένος, υπερβαίνει το τραγικό αίσθημα της ζωής, για να χρησιμοποιήσω τον τίτλο ενός γνωστού έργου του τραγικού ισπανού φιλοσόφου και ελληνιστή, του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο. Γιατί; Γιατί, απλούστατα, θρεμμένος απ’ την άσπιλη αμεσότητά του, την προσφέρει στη φθορά του χρόνου με ηθικό μεγαλείο. Τι κι αν συντρίβεται απ’ τη δύναμη του οργανωμένου ψεύδους; Τι κι αν αγνοείται απ’ τις δειλές συμμορίες των τιποτένιων; Τι κι αν πεθαίνει; Όσο κορυφώνεται η τραγική αίσθηση της ζωής, τόσο το παρθενικό εγώ μας καλεί στην υπέρβαση. Βέβαια, το τραγικότερο γεγονός είναι η βεβαιότητα πως είμαστε θνήσκοντα όντα. Εδώ όμως η υπέρβαση είναι η ηρωικότερη πράξη. Γι’ αυτό όμως το θέμα θα μιλήσουμε μεθαύριο.

Ο Φαίδρος μίλησε άλλα δέκα λεπτά, γιατί προσπάθησε να είναι σύντομος, ώστε να δώσει τη δυνατότητα στους νέους να μιλήσουν, παρά την αιφνίδια και ισχυρή δοκιμασία τους. Πρώτος πήρε το λόγο ο Βασίλης.

-Θα μιλήσω ειλικρινά, όσο βέβαια είμαι σε θέση να είμαι απόλυτα ειλικρινής. Υπάρχει πραγματικά ένα στοιχείο μέσα μας που είναι στην ουσία του ανέκφραστο και άφθαρτο, στο μέτρο που έχουμε συνείδηση του εαυτού μας. Γιατί να μην αφήνουμε αυτό το στοιχείο να εκδηλώνεται άνετα και δημιουργικά; Γιατί να μην αναλώνεται σαν απόλαυση; Σκεφθείτε λ.χ. τα κορίτσια της παρέας μας σαν όμορφες σάρκες…Η ερωτική επιθυμία, το σαρκικό σμίξιμο, είναι κάτι το καταλυτικό. Μας γεμίζει με άπειρη ηδονή η οποία, κατά τη γνώμη μου και τη συνείδηση και αποκαλύπτει το βάθος της ύπαρξης. Δεν περιορίζω όμως τις σκέψεις μου στον έρωτα, παρόλο που το ερωτικό στοιχείο είναι το υπαρξιακότερο, το αποκαλυπτικότερο. Η αμεσότητά μας μπορεί να εκφρασθεί και ως σκληρότητα και ως φιλοδοξία, και ως οικονομική, πολιτική, κ.ο.κ. δράση και ως προμηθεϊσμός γενικότερα. Δεν είναι αυτές οι μορφές ζωής δημιουργικές; Αυτές κάνουν την ιστορία. Ο κύριος Μένιος έλεγε πριν λίγο πως η ιστορία είναι συνισταμένη παθών και όχι αρετών. Δεν πολυλογώ, ούτε διακηρύττω πως πιστεύω σε αυτά που είπα. Τα εκμυστερεύομαι ως πιθανό υλικό συζήτησης, μετά όσα ακούσαμε…

Οι νέοι έριξαν περίεργες ματιές στο Βασίλη. Η Πόπη όμως σηκώθηκε και τον πλησίασε. Ήταν και κείνος όρθιος.

-Ολοι μας γνωρίζουμε, είπε, το χαμόγελο της σαρκικής ηδονής αλλά και τις ωκεάνιες υποσχέσεις του, όλοι υποπτευόμαστε τους παραδείσους στους οποίους υπόσχεται να μας βάλει. Λίγοι όμως διαπιστώνουν την υποκρισία της σαρκολατρίας, της κατάστασης στην οποία κάθε ειλικρίνεια καταστρέφεται και οι δύο συνερχόμενοι δεν είναι παρά παίχτες ενός ανίερου παιχνιδιού με την επίκληση φαντασιώσεων και της οφθαλμοπορνείας…Ο Βασίλης όμως αγνόησε κάτι το οποίο συζητήσαμε τις προάλλες: Η τυφλή σαρκική επιθυμία καθιστά το σώμα αντικείμενο ηδονής και σκοτώνει την προσωπικότητα. Φαίνεται πως ικανοποιεί, μα στην πραγματικότητα βυθίζει στο ανικανοποίητο. Το μόνο σίγουρο είναι πως δημιουργεί ανεξέλεγκτα πάθη, πως καταστρέφει την ομορφιά. Έχουμε βέβαια τη δυνατότητα να γευθούμε και αυτή τη διάσταση της ζωής, αλλά ας γνωρίζουμε πως έτσι όλα εκτρέπονται και πως βλαστάνουν ως συνέπειες και άλλα πάθη. Εκτός όμως απ’ την ιστορία των παθών υπάρχει και η μυστική ιστορία των ωραίων ψυχών που οδηγεί στο πλήρωμα. Απαιτείται όμως ηρωική φρόνηση για να αποφασίζουμε κάθε στιγμή αντάξια των προσμονών της μυστικής μας φύσης, για να ξεφεύγουμε απ’ τη δουλεία του χρόνου. Έτσι μόνο ο έρωτας γίνεται υπερερωτικός, έτσι η τραγικότητα αυτοδιαλύεται μπροστά στην ειρηνική επέλαση του πληρώματος. Τώρα κατανοώ γιατί η Κατερίνα είναι μνηστή του Φαίδρου μας. Αυτή η μνηστεία, αυτός ο γάμος, αποτελούν αιώνια και ακοίμητα συμβαίνοντα. Είμαι ευτυχισμένη γι’ αυτές τις στιγμές, γι’ αυτές τις μέρες.

-Συμφωνώ με την Πόπη, έκανε η Αγκλαϊα

-Εγώ, είπε ο Άγγελος, βρίσκομαι μετέωρος. Ομολογώ πως δεν είχα υποψιασθεί αυτές τις πραγματικότητες, μα άρχισαν να μου νεύουν και φαίνεται πως εκπλήττουν δημιουργικά τα βάθη μου…

…Η συζήτηση  συνεχίστηκε μέχρι το δειλινό. Περπάτησαν κατόπιν στο γαλήνιο νησάκι και έβαλαν πλώρη για το Ζυγό. Κατά την επιστροφή, καθισμένοι στην κουπαστή, ελάχιστα μιλούσαν. Ρέμβαζαν απολαμβάνοντας τα γλαυκά και πορφυρά χρώματα του δειλινού και του λυκόφωτος και βομβαρδίζονταν ειρηνικά απ’ τα αιώνια ερωτήματα με τα οποία είχαν αναστραφεί για ώρες.

 

                               17

 Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ραγδαία. Την επόμενη η Αννούλα ανέβηκε στην Αθήνα, ένώ λίγες ώρες αργότερα συζητούσε με την κυρία Ουρανία, την εξαδέλφη της και το σύζυγο της τελευταίας. Η Αννούλα δε φανταζόταν ποτέ της πως θα έφθανε σε τόσο μεγάλο βαθμό ειλικρινούς τόλμης και σθένους ώστε να αποκαλύψει την τραγωδία του Φαίδρου στη θεία της και μητέρα του. Ακολούθησαν στιγμές πραγματικά γοερές, στιγμές στεναγμών και οδύνης. Κανένας δεν ήθελε να πιστέψει πως ο Φαίδρος ήταν άρρωστος σοβαρά, πως αντιμετώπιζε άμεσα το φάσμα του θανάτου…Μετά τον πρώτο ισχυρό κλονισμό, η κυρία Ουρανία είπε:

-Ναι, ας την νυμφευθεί την Κατερίνα το ταχύτερο δυνατό. Ίσως ζήσει μερικά χρόνια το αγαπημένο μου παιδί. Θα ζήσει, θα ζήσει, θα δει και παιδί, το βλαστό του. Θα πάει πάλι για θεραπεία στη Γερμανία ή όπου αλλού, η ιατρική προοδεύει…

Κατόπιν έπεσε σε παραλήρημα. Την επόμενη, άυπνη και πονεμένη, παρουσιάστηκε με τη χλαμύδα της εγκαρτέρησης αυτή η τόσο δοκιμασμένη γυναίκα. Δέχτηκε όλη τη νύχτα το δώρο των δακρύων και αυτό την ηρέμησε κάπως. Η κόρη της και ο γαμπρός της με τα δυο τους παιδιά διέκοψαν τις διακοπές τους και γύρισαν εσπευσμένα. Η Αννούλα έλειψε απ’ την αγροικία της Κατερίνας για τρεις  μέρες. Γύρισε συντροφιά με τη θεία της η οποία είχε ήδη ανακτήσει αρκετά το κουράγιο της με τη συμβολή και της αγαπημένης της ανεψιάς.

Τις μέρες της απουσίας της Αννούλας ο Φαίδρος έμεινε με την Κατερίνα. Ελαφρά εξασθενημένος ο νέος, περνούσε μεγάλα διαστήματα της μέρας ξαπλωμένος ή καθισμένος στην πολυθρόνα του μπαλκονιού. Η Κατερίνα, πάντα δίπλα του, ήσυχη, ευτυχισμένη και όμορφη, αντίκριζε συχνά το Φαίδρο στα μάτια λέγοντάς του εσύ και εγώ δε θα πεθάνουμε, ό,τι κι αν συμβεί…Εσύ, εγώ, κάθε ψυχή τούτου του κόσμου…Έμοιαζε περισσότερο με ιέρεια του κάλλους, παρά με πρόσωπο του καιρού μας.

-Η μύησή σου στη φιλοσοφία αγαπημένε άνοιξε διάπλατα όλα τα μέχρι πρόσφατα μισόκλειστα παράθυρα της ψυχής μου. Ω! όλα είναι φως. Όλα είναι χάρη, όπως συνηθίζει να λέει η Αννούλα μας, επαναλαμβάνοντας τη φράση ενός ήρωα του Μπερνανός. Ευλογώ απ’ τα βάθη της καρδιάς μου το μυστήριο της ζωής και της αγάπης.

Ο Φαίδρος σηκώθηκε και την αγκάλιασε.

-Δεν έχει καμιά σημασία αγαπημένη μου η έγκοσμη θητεία μας. Σημασία έχουν οι εκστάσεις της στιγμής, η έλλαμψη του αιώνιου μέσα μας και γύρω μας, η με το θείο παν ταύτισή μας.. Όταν η Πρωτογενής Πληροφορία φλογίζει την αμεσότητά μας, ζούμε τη συνεχή Έκπληξη και Έκσταση. Αυτό το πλήρωμα είναι ισχυρότερο απ’ το θάνατο.

-Συμφωνώ, μόνο που χρειάζεσαι ξεκούραση. Σε δύο, τρεις, τέσσερις μέρες θα παντρευτούμε. Θα είμαι η αιώνια γυναίκα σου, θα ενωτισθείς την πληροφορίας μου, θα αφουγκρασθώ την εμπειρία του άρρενα, του Φαίδρου. Ίσως υπάρξει και καρπός, ένα παιδί το οποίο θα αιωνίζει την παρουσία σου, ό,τι κι αν συμβεί.

-Και θα κρατύνει την ομορφιά σου…

-Πρόπερσι ήμουν μόνη στην αγροικία. Ποτέ μου, μέχρι προχθές, δεν επεθύμησα την παρουσία άνδρα. Κάποιο απόγευμα, ένα τροχόσπιτο σταμάτησε δίπλα απ’ το πηγαδάκι για να κατασκηνώσει για κάποιες μέρες. Οι ένοικοι ήταν ένα σχετικά νέο ζευγάρι με δύο αγοράκια κι ένα κοριτσάκι. Μόλις οι γονείς διαπίστωσαν πως έμενα στο σπίτι, κίνησαν να φύγουν. Αντέδρασα γρήγορα και τους παρακάλεσα να μείνουν όσο ήθελαν σα να μην ήμουν εδώ. Γνωριστήκαμε και το επόμενο απόγευμα βγήκα στο μπαλκόνι να χαρώ τα μικρά που ’παιζαν κάτω απ’ το πεύκο. Η μικρή που είχε συγκρατήσει το όνομά μου άρχισε να με κοιτάει κατάματα και να τραγουδάει το γνωστό τραγουδάκι: Η Κατερίνα, η Ζωή, το Αντιγονάκι, η Ζηνοβία/ ω τι χαρούμενη ζωή χτυπάς φτωχή καρδιά με βία…Ήρθε ο χειμώνας ο κακός…Κατόπιν μου ’στειλε με το εσπερινό αεράκι ένα αιώνιο χαμόγελο και κίνησε να κρυφτεί πίσω απ’ το τροχόσπιτο. Κατέβηκα, φίλησε τα μικρά, τους έδωσα δώρα…Αυτή η στιγμή αιωνίστηκε στη μνήμη μου και ξεπεταγόταν συχνά για να ζωντανεύει τις κρυφές λαχτάρες, τις αναμονές, τις πράξεις των ανθρώπων. Τώρα βλέπω με μια πρωτόφαντη διαφάνεια, γιατί οι σκηνές και οι μορφές ζωής πήραν μέσα μου άλλη διάσταση. Γίνονται πια αιώνια μουσική οι κόσμοι της οποίας εκπηγάζουν απ’ την παιδικότητα για να καταρδεύουν νεότητα και ωριμότητα. Σ’ αυτά τα μυστικά οφείλουμε να μυούμε τους φίλους μας, κάθε νέο άνθρωπο. Πόσο χαριτωμένη είναι η παρέα των φίλων, αλλά και πόση αγρύπνια απαιτείται!

-Αν συνεχίσουν τους προβληματισμούς τους και δεν τους πάρει το διάβα της επιφανειακής ζωής, θα γίνουν πολύτιμες υπάρξεις.

-Είμαι βέβαιη.

-Αν φύγω νωρίς, να τους δέχεσαι συχνά. Να συναντιέστε, να κάνετε έναν άτυπο όμιλο, θα είμαι μαζί σας.

Έτσι περνούσαν τις ώρες τους, διαλεγόμενοι αβίαστα και νηφάλια, λέτε και ο απόλυτος κύριος, ο θάνατος είχε τραπεί σε φυγή…Τις ίδιες περίπου ώρες ο κύριος Ιωάννου και ο κύριος Μένιος συζητούσαν  στο κτήμα του Τάσου και στον ελαιώνα της Πόπης. Όλο το πρωινό περιφέρονταν αργά στους ίσκιους του αγροκτήματος, σταματούσαν, παραδίνονταν στη σιωπή και συνέχιζαν. Ξεδίπλωσαν τις ζωές τους, γνωρίστηκαν και διαπίστωναν με κατάπληξη πως τα βάθη του χρόνου δεν έχουν όρια, πως ζωή, όνειρο και αιωνιότητα διαπλέκονται μυστηριωδώς. Εκεί, στα ανόρια βάθη συναντούσαν και άλλες αγαπημένες τους υπάρξεις και οι δύο, μα ο αυλισμός ήταν μέγας, αφού η συνάντηση είχε χαρακτήρα οικουμενικό, αγκάλιαζε όλα τα ανθρώπινα όντα.

-Πώς αλήθεια σμίξαμε χωρίς να γνωριζόμαστε;

-Ίσως κάποια πλατωνική ανάμνηση, ίσως η φρεσκάδα των νέων, και, αυτό είναι βέβαιο, το φως του Φαίδρου.

-Οι νέοι μας εκφράζουν την ανθισμένη νεότητα, ενώ ο Φαίδρος την αιώνια φιλοσοφία. Γνωρίζω πως πλοηγήθηκε με πάθος σε όλα τα μεγάλα φιλοσοφήματα για να αγκαλιάσει με ευρύτητα πνεύματος τις αθάνατες διαστάσεις τους, χωρίς να δηλώνει οπαδός ή ακόλουθος συγκεκριμένης φιλοσοφίας.

-Έχω την αίσθηση πως πεθαίνει νέος, ναι τον χάνουμε, αυτή είναι η διαίσθησή μου, γιατί δεν τον αντέχει η χαμοζωή.

-Να χάριζε ένα βλαστό στην Κατερίνα! Να πρόφθαινε…

-Θα είναι η μεγάλη υπόσχεση.

Τις ίδιες περίπου ώρες οι νέοι βρίσκονταν στην ψηλότερη κορυφή της περιοχής. Ο Άγγελος που γνώριζε αρκετά καλά τα μέρη, βρήκε ένα υποφερτό μονοπάτι και τους οδήγησε. Παρά την ομορφιά, την άγρια ομορφιά που τους αγκάλιαζε αδιάστατα, οι νέοι ήταν μουδιασμένοι. Δε μπορούσαν να καταλάβουν τι ακριβώς είχε ο Φαίδρος, ούτε τους ήταν εύκολο να πιστέψουν πως θα τους αφήσει για πάντα τόσο γρήγορα. Υπήρχαν στιγμές κατά τις οποίες εξανεμίζονταν οπι ελπίδες τους και η πίστη τους  στον ωραίο κόσμο τον οποίο ονειρεύονταν. Κι όμως, άλλες στιγμές ξεπερνούσαν την κρίση τους και αποδέχονταν την πραγματικότητα, ό,τι κι αν τους επιφύλασσε σχετικά με την τύχη του φίλου τους. Πώς θα μπορούσαν να συνεχίσουν τον άτυπο όμιλο κάθε αποκαλόκαιρο στα ίδια μέρη τα οποία σφράγιζε ο νέος και αιώνιος φίλος με την παρουσία του;

-Θα είναι ευλαβικό μνημόσυνο, είπε η Πόπη με υγραμένα τα μάτια.

-Κοιτάξτε τη θάλασσα μακριά! πρότεινε η Αγλαϊα Απέραντη, σμίγει στο βάθος με τον ουρανό, μα ουρανός δεν υπάρχει. Να φίλοι μου το βάθος: Η ζωή μας δεν έχει όρια, είμαστε ατελεύτητοι και ο Φαίδρος βρίσκεται μαζί μας. Ω αιώνια στιγμή της Ζωής!

Ο Βασίλης άκουγε και στοχαζόταν. Κάποια στιγμή είπε:

-Αξίζει η ζωή, έχει πανώρια κάλλη. Θα τη ζήσουμε προσμένοντας ταυτόχρονα το θάνατο, γιατί στο βάθος της ακοίμητης συνείδησης αυτοί οι δύο εχθροί συμφιλιώνονται. Ω! ας ξανοιχτούμε στο μυστήριο, στο χαρμικό μυστήριο!

Σιωπούσαν και ξανάρχιζαν. Κάποιες στιγμές η έξαρσή τους ήταν τόση, που τους παρέδιδε στον ανέκφραστο κόσμο της συγκίνησης.

Περπάτησαν, περιεργάστηκαν την περιοχή, είδαν χαράδρες, δρυμούς, ξεκουράστηκαν κάτων από σκιές πεύκων, ήπιαν νερό από δροσερές πηγές, απήλαυσαν τα κουδουνίσματα των κατσικιών, μπήκαν σε ένα λησμονημένο ξωκλήσι και αντίκρισαν τις παλιωμένες  μορφές των αγίων.

 

                               18

 

Όπως είδαμε, η Αννούλα επέστρεψε έγκαιρα. Μαζί της ήταν και η θεία της η οποία προσπαθούσε να κάνει την ανυποψίαστη μπροστά στο Φαίδρο, παρά το ότι στο δωμάτιό της έκλαιγε και στέναζε. Ο Φαίδρος βρήκε να μιλήσει στη μητέρα του χωρίς την παρουσία της Κατερίνας. Απέραντα ειλικρινής ο διάλογος, παρηγόρησε κάπως τη θεία. Κατόπιν κάλεσε την Κατερίνα και την Αννούλα και εκεί, στην άχρονη συνάντηση, το βλέμμα των τριών γυναικών θύμιζε άσβεστο καντήλι, έτοιμο να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε δυσκολία, όπως σε στιγμές απόλυτης νηνεμίας.

-Σας ευχαριστώ μητέρα για το Φαίδρο…Τίποτε δε θα μας χωρίσει, ούτε η ψεύτικη σκιά του θανάτου, όποτε κι αν έλθει. Είστε η μητέρα του Φαίδρου και η μητέρα μου. Όσο για την Αννούλα, τη θεωρώ δίδυμη αδελφή μου.

Η κόρη δεν άντεξε, αναλύθηκε σε λυγμούς.

Ο Φαίδρος παρέμεινε ψύχραιμος, η Αννούλα προσπαθούσε να συγκρατηθεί. Έχοντας πλούσιες θρησκευτικές εμπειρίες, ανέφερε ένα χωρίο της Βίβλου: Ιδού τι καλόν ή τι τερπνόν αλλ ή το κατοικείν αδελφούς επί το αυτό; Μη μπορώντας να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, βγήκαν στο ξέφωτο. Στο μεταξύ ο Φαίδρος είχε διαβάσει το γράμμα του δόκτωρα Στέφαν το οποίο η Αννούλα βρήκε στο γραμματοκιβώτιό του.

-Ο δόκτωρ Γιοχάννες Στέφαν θα μας επισκεφθεί γιατί του είναι αδύνατο, γράφει, να μην αποκτήσει αυτή την εμπειρία. Αλλά και η γυναίκα του και τα παιδιά του διακατέχονται απ’ την ίδια ανυπομονησία. Θα τους γνωρίσετε αν…

-Θα τους γνωρίσουμε Φαίδρε μου, παιδί μου, αμφιβάλλεις;

Είναι φανερό πως η τραγική μητέρα δεν ήθελε με τίποτε να συμφιλιωθεί με την κατάσταση…Λίγο αργότερα κατέφθασε η παρέα των νέων φίλων. Ο Βασίλης γνώριζε την κυρία Ουρανία και της παρουσίασε τους άλλους οι οποίοι  της φίλησαν το χέρι με βαθύ σεβασμό.

-Οι φίλοι του Φαίδρου, της Κατερίνας και της Αννούλας! Η παρέα σας χρυσά μου μοιάζει με παραμύθι , με παραμύθι του καλού καιρού το οποίο δεν είναι ικανές οι καλές νεράιδες να πάρουν μαζί τους. Να ζείτε ευτυχισμένοι όλοι σας.

Λίγο αργότερα έφτασαν ο κύριος Ιωάννου με τον κύριο Μένιο. Έσφιξαν στην αγκαλιά τους τη μητέρα του Φαίδρου και μπόρεσαν να συγκρατήσουν τη συγκίνησή τους. Οι νέοι τοποθέτησαν τις πολυθρόνες και τις κουβέρτες στη σκιά του πεύκου και όλα ήταν έτοιμα για την απογευματινή τους συνάντηση. Η μητέρα του Φαίδρου διαισθάνθηκε το θέμα της συζήτησης και αποτραβάχτηκε.

-Θα ανεβώ για να ετοιμάσω ένα εύκολο βραδινό φαγητό. Καλή επιτυχία στη συζήτησή σας.

Η Κατερίνα έσπευσε να την μεταπείσει, μα στάθηκε αδύνατο. Ο Φαίδρος άρχισε καθώς η Αννούλα ένευε αποτρεπτικά στην Κατερίνα.

-Είπαμε πως σήμερα θα μιλήσουμε για το θάνατο. Πριν όμως αρχίσουμε, ήλθε η ώρα να ακούσουν οι νεότεροι φίλοι μας κάποιες αλήθειες. Είμαι βέβαιος Άγγελε, Βασίλη, Αγλαϊα, Πόπη πως θα ξεπεράσετε οποιαδήποτε δυσκολία με κρατερό φρόνημα. Επικαλούμαι λοιπόν το σφρίγος της νεανικής σας ψυχής για να σας πω πως είμαι σοβαρά άρρωστος, πως πάσχω από κακοήθη όγκο στον εγκέφαλο. Έκανα ό,τι μου συνέστησαν οι γιατροί στη Χαϊδελβέργη όπου εκδηλώθηκε η πάθησή μου και συνεχίζω ακόμη τη θεραπεία. Ίσως η κατάσταση επιδεινωθεί ραγδαία, ίσως περάσουν κάποιοι μήνες, ποιος ξέρει; Όπως διαπιστώνετε, γνώριζα την κατάστασή μου πριν έλθω στο Ζυγό, μα δεν άλλαξα το πρόγραμμά μου. Διαισθανόμουν πως θα ζούσαμε μαζί αιώνιες στιγμές και πως ο θάνατος αδνατεί να τις ακυρώσει. Δε σας κρύβω πως αναμετρήθηκα πολλές φορές με τον ύστατο εαυτό μου, πως φρικίασα, πως δοκιμάστηκα, πως απελπίστηκα…Μου είναι όμως αδύνατο να σας αποκαλύψω πώς ξεπέρασα τις δυσκολίες και πώς πορεύομαι προς το θάνατο ως μαθητής της αιώνιας φιλοσοφίας….

…Ταυτόχρονα όμως σας  γνωρίζω πως η Κατερίνα θα είναι από αύριο σύζυγός μου. Δε μου είχε περάσει απ’ το νου η εμπειρία της γυναίκας, ανέβαλλα να αντιμετωπίσω αυτό το ερώτημα εξαιτίας του πάθους μου για τη φιλοσοφία. Πολλοί λένε πως η εμπειρία του θήλεος φωτίζει τον άρρενα, πως μαρτυρία του άρρενα είναι θεία εμπνοή για το θήλυ. Στην περίπτωσή μας όμως δε φαίνεται να υπήρχε κανένα αίσθημα, δε βλάστησε καμιά επιθυμία. Η απόφαση την οποία εμπνεύστηκε εξαίφνης η Κατερίνα μας ήλθε ως άλλαμψη και σίγουρα πρόκειται για αιώνια ένωση η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τις προοπτικές της έγχρονης συζυγίας. Ποιας συζυγίας, όταν εγώ απέρχομαι; Της άρρητης και της αρχέτυπης, της πληρωμένης.

Ας επιστρέψουμε όμως στο θέμα μας. Είπαμε προχθές πως το τραγικό και το ερωτικό στοιχείο της ζωής αυθυπερβαίνονται απ’ την ηρωική συνείδηση, παρόλο που ο κόσμος μας φαίνεται και ερωτικός και τραγικός. Υπάρχει κάτι το οποίο υπερβαίνει εκ των ένδον τις αντινομίες της έγχρονης φύσης μας, κάτι το οποίο συναντάει τον αμείλικτο ηγεμόνα της ζωής, το θάνατο. Εδώ ακριβώς το ερωτικό και το τραγικό φθάνουν στους έσχατους αναβαθμούς τους. Τα πιο όμορφα στοιχεία της ύπαρξής μας αντιμετωπίζουν το φάσμα του θανάτου, είμαστε θνήσκοντα όντα.

Το ερώτημα όμως συνίσταται στο αν είμαστε τελεσίδικα θνητοί. Και ο έρως συγκρούεται με το θάνατο, άσχετα αν αιωνίζεται με τη ζωή των επιγόνων. Με λίγα λόγια, αν ο θάνατος ακυρώνει τα πάντα, ακυρώνει και την υπέρβαση της τραγικότητας και παραδίνει τη συνείδησή μας στην κοσμική αθανασία, στη δημιουργία. Όλα τα έργα της τέχνης και του πολιτισμού, της επιστήμης και της τεχνικής, όλες οι προσπάθειες τείνουν να ορθώσουν την αθανασία, την κοσμική βέβαια αθανασία. Δεν ακούτε πολλούς ψευτοσυγγραφείς που διακηρύσσουν χωρίς να ντρέπονται πως η πένα τους τούς εξασφαλίζει την αθανασία;

Το πρόβλημα όμως είναι πολύ βαθύτερο από όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά. Χανόμαστε με το θάνατο ή συνεχίζουμε να υπάρχουμε; Αν υπάρχουμε, υπάρχουμε αιώνια ή όσο διαρκεί η βιολογική μας υπόσταση; Είναι αθάνατο το άρρητο στοιχείο του εγώ μας, η αμεσότητά μας δηλαδή, ή όχι; Το χαίνον βάραθρο της εκμηδένισης υφίσταται πραγματικά ή είναι αυταπάτη; Είναι πρόσκαιρη η παρουσία μας ή αιώνια; Υπάρχει το θείο παν στο οποίο βυθιζόμαστε, όπως οι σταγόνες της βροχής στον ωκεανό, ή επιβιώνουμε προσωπικά;

Θα μπορούσα φίλες και φίλοι να επιμηκύνω το λόγο, αλλά είναι βέβαιο πως το πρόβλημα του θανάτου είναι πρόβλημα ζωής και γι’ αυτό θα απασχολεί τη μικρή μας παρέα για πολύ. Πριν ακουσθούν οι προβληματισμοί σας, θα ήθελα να προσθέσω κάτι. Απαιτείται ύστατη προσπάθεια, ηρωική θέα των βαθύτερων εκζητήσεων και αναμονών μας, γυμνή και μεγαλειώδης αποσύνθεση του προσωπείου μας για να αντικρίσουμε κατάματα το πρόβλημα. Εκεί ακριβώς, στα όρια της ζωής, αναβαπτίζεται και ο λόγος μας και το συναίσθημά μας και οι εμπειρίες μας. Εκεί και μόνο εκεί, στο αιώνιο Τώρα, στη Στιγμή, αναβλέπουμε την αλήθεια. Κάθε ανάβλεψη ρίχνει και νέο φως. Βέβαια, η απλή άρνηση είναι εύκολη και τείνει να γίνει της μόδας, αλλά δεν έχει καμιά σχέση με τη γνήσια φιλοσοφική αναζήτηση. Εκφράζει απλά και μόνο εμπειρίες οι οποίες μπορούν να αναλυθούν μεταφυσικά….

…Θα ρωτήσετε: “Γιατί Φαίδρε νυμφεύεσαι την Κατερίνα, αφού γνωρίζεις πως θα πεθάνεις σύντομα από όγκο στον εγκέφαλο;” Αυτή η αιφνίδια απόφαση η οποία δεν έχει ούτε πρόλογο, ούτε σκεπτικό, οφείλεται μεν στην Κατερίνα, αλλά ανήκει και σε μένα ο οποίος την αποδέχτηκε άμεσα και απόλυτα. Μήπως η Κατερίνα επεθύμησε την εμπειρία του άντρα για να ολοκληρωθεί ως γυναίκα; Μήπως συνέβη το ίδιο και με μένα; Δε νομίζω. Ο λόγος είναι κατά τη γνώμη μου συγκλονιστικός και βρίσκεται στην αιώνια συναρπάσουσα αλήθεια κατά την οποία η αγάπη νικάει το θάνατο, ως θυσία, ως προσφορά, ως κοινωνία. Η συνάντηση του άνδρα και της γυναίκας ως ερωτική συζυγική κοινωνία αιωνίζει στο χρόνο  τη θαυμασιότητα του υπάρχειν, λέει διάτορο ναι στη ζωή και αρνείται το θάνατο. Δε σπεύσαμε, αλλά συναντηθήκαμε  ορμέμφυτα ως αιώνια όντα. Θα ακροαζόμαστε τη μουσική της αιώνιας φιλοσοφίας, ό,τι κι αν συμβεί.

Το ακροατήριο άκουσε με συγκίνηση το σύντομο λόγο του Φαίδρου. Είναι βέβαιο πως όλοι συμφωνούσαν με το πνεύμα τουλάχιστον των λεγομένων του. Τι θα μπορούσαν να πουν; Ο κύριος Μένιος δίσταζε σε όλη του τη ζωή να αποφασίσει ως προς το αν ο άνθρωπος είναι θνητός ή αθάνατος Η τρομακτική εμπειρία της αγαπημένης του Ζενεβιέβ τον προσήγγιζε  στη δεύτερη άποψη. Ο κύριος Ιωάννου ήταν συχνά κυνικός αρνητής, αλλά όταν οι ευαισθησίες του κορυφώνονταν, πλησίαζε την ενορατική θέα. Οι νέοι μας μαρτυρούσαν με τη φρεσκάδα τους το υποκρυπτόμενο στη φύση τους κάλλος. Τώρα όμως άρχισαν να αναζητούν εναγώνια το νόημα της ζωής. Πήραν το λόγο.

-Ίσως ως άνθρωποι μοιάζουμε λίγο με τα τζιτζίκια  του Φαίδρου, είπε η Αγλαϊα η οποία χρωστούσε μια απάντηση. Οι άνθρωποι είναι ιερά πτηνά που ξέπεσαν, πο ’γιναν γήινα όντα. Πιθανότατα οφείλουν να εξαϋλώσουν, να εξιδανικεύσουν όλες τους τις φυσικές λοειτουργίες. Τότε θα ξαναγίνουν ιερά πτηνά, ένθεα όντα…Αυτό μας είπε ο Φαίδρος, αυτό πράττει και η Κατερίνα, σ’ αυτό και η πολιτεία της Αννούλας. Αυτό οφείλουμε να αναζητάμε όλοι μας.

-Το ανθρώπινο πρόσωπο δεν εκφράζει το παιγνίδι των μορφών που έρχονται και παρέρχονται, φωτίζει την αυθεντική επανάληψη του αιώνιου είναι. Μεταβάλλεται, υφίσταται τις φθορές του κόσμου μας, αλλά δεν αφανίζεται. Η εσωτερική πληροφορία για την οποία μιλήσαμε αποτελεί αιώνια τροφή της αμεσότητάς μας. Δε χανόμαστε. Η μητέρα μου την οποία έχασα σαν ήμουν παιδούλα, υπάρχει. Δε μου χρειάζονται ούτε τα μέντιουμ, ούτε οι πνευματιστές για να πεισθώ.

-Οι αντίστροφες εμπειρίες, οι μαρτυρίες δηλαδή των κυνικών, των ηδονιστών, των ηδιπαθών, των αρνητών και των εκπορνευτών του ωραίου έχουν λόγο ύπαρξης. Με την απληστία και με το ανικανοποίητο οδηγούν στην άλλη πλευρά και αυτό μια εκδοχή της ανθρώπινης φύσης, κατέληξε ο Βασίλης.

Ο Άγγελος πρόσθεσε πως οι φρικτές εμπειρίες του πατέρα του τον βοήθησαν να καταλάβει όλα όσα ακούστηκαν. Η Αννούλα και η Κατερίνα δε μίλησαν. Προτίμησαν να ακούσουν τους παλμούς και τους διαλογισμούς των νέων οι οποίοι συνέχισαν για αρκετή ώρα, καθώς ο Φαίδρος και οι μεγαλύτεροι της παρέας τους άκουγαν.

-Θα συνεχίσουμε, αρκετός ο σημερινός προβληματισμός.

Στο μεταξύ, η κυρία Ουρανία τηγάνιζε μελιτζάνες, πατάτες, κολοκυθάκια και αυγά. Το κρέας είχε εξοβελιστεί για πάντα. Οι γυναίκες και οι νέοι έσπευσαν να μεταφέρουν  στην αυλή πιάτα, μαχαιροπήρουνα, πετσέτες, τραπεζάκια για το πρόχειρο δείπνο. Υπήρχε φυσικά και κρασί το οποίο γεύτηκαν οι μεγαλύτεροι. Το λιτό δείπνο όμως δε διάκοψε τους προβληματισμούς τους. Κατά παράξενο τρόπο  όλη η παρέα είχε προβληματισθεί τόσο, που ανέμενε τον αυριανό γάμο σαν κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Αργότερα οι νέοι μας κατάλαβαν πως όφειλαν να φύγουν, ώστε να αφήσουν τους άλλους να ετοιμασθούν. Ο Φαίδρος αποσύρθηκε κατάκοπος, μα ο ύπνος μιας ώρας τον ανανέωσε. Ξαναγύρισε και βρήκε τους δύο μεγάλους φίλους να συζητούν. Η Αννούλα με τη θεία τους αργοπερπατούσαν στο φαράγγι, ενώ η Κατερίνα τακτοποίησε την κουζίνα, έκανε το μπάνιο και κατέβηκε.

Συζητούσαν σαν παράξενες σκιές μέχρι αργά.

-Φαίδρε μου, πρέπει να κοιμηθείς, είπε ο κύριος Μένιος. Θα σε αφήσουμε.

-Νιώθω άνετα.

-Ναι, αλλά…

Έφυγαν. Η Αννούλα κρατούσε συντροφιά της θείας της η οποία όλο και ξεχνούσε την αρρώστια του γιου της. Ξεχνούσε; Προσπαθούσε να πιστέψει πως όλα ήταν πλάνη…

-Αύριο Αννούλα μου…τόσο απλά, με τα ρούχα που φορούν στις διακοπές τους, χωρίς κουφέτα, ρύζι, γλυκά, τραγούδια και ευχές…χωρίς καλεσμένους….

-Μα θεία, πρόκειται για κάτι το εξαιρετικό. Είναι τιμή μας που όλα γίνονται τόσο απλά, μακριά από συμβατικότητες και ψεύτικο διάκοσμο ο οποίος τόσο συχνά αποδεικνύεται ανερμάτιστος και ματαιόδοξος.

-Ναι χρυσό μου κορίτσι, όσο κι αν προσπαθώ να το κατανοήσω, δεν το ξεπερνάω εντελώς. Ούτε ευχές δε θα είμαστε σε θέση να εκφράσουμε με τα μπερδέματα των γιατρών.

-Ευχές…Γέμισε ο κόσμος από ανόητες ευχές, κατακλυζόμαστε από δώρα, μα όλα σχεδόν παραπέμπουν στη ματαιότητα των ημερών και μόνο.

Η Κατερίνα μιλούσε με το Φαίδρο λίγο πιο πέρα.

-Το πιστεύεις Κατερίνα;

-Μα εγώ το πρότεινα αγαπημένε μου. Ξέρεις πως σ’ αγαπώ από τότε που υπάρχω. Δε μπορώ πια να νιώσω το είναι μου χωρίς το δικό σου.

Ο Φαίδρος την αντίκριζε κατάματα, με μάτια που συναιρούσαν ορατό πεδίο και αόρατο κόσμο, με μάτια που χάνονταν σε άπειρους ορίζοντες.

-Αυτές τις στιγμές, συνέχισε η Κατερίνα, νιώθω κοντά μου τους γονείς μου, τον αδελφό μου, τον πατέρα μου, τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Αισθάνομαι τόσο κοντά τους, κι όμως συ αγαπημένε μου είσαι το άλλο εγώ μου. Δε θα χωριστούμε ποτέ, όποια κι αν είναι η εξέλιξη της αρρώστιας σου.

-Θα ’θελα να σε ακούω όλη τη νύχτα, μέχρι το πρωί που θα γίνει ο γάμος μας στο ξωκλήσι του αγίου Νικολάου.

-Θα κοιμηθείς Φαίδρε, θα κοιμηθούμε. Η ώρα είναι περασμένη κι ας μην πρκαλούμε τον όγκο σου…

Κοιμήθηκαν ήσυχα, χωρίς όνειρα, χωρίς οράματα, χωρίς θεάματα.

 

                               19

 

Την επόμενη στις εννιά τελέστηκε ο γάμος τους με την παρουσία της παρέας. Μετά το μυστήριο πήραν τον καφέ τους και δοκίμασαν εύγευστα φρούτα κάτω απ’ τον ίσκιο μιας γέρικης βελανιδιάς.

Οι συναντήσεις τους αναβλήθηκαν για δυο τρεις μέρες, η Αννούλα και η θεία Ουρανία θέλησαν να απομακρυνθούν  για να αφήσουν μόνους το Φαίδρο και την Κατερίνα.

-Δε χρειάζεται, το σπίτι είναι μεγάλο και έχουμε άνεση κινήσεων χωρίς να εμποδιζόμαστε, είπε η Κατερίνα.

Ωστόσο, θεία και ανεψιά έκαναν μακρινούς περιπάτους, απουσίαζαν για ώρες διακριτικά.

Ο Φαίδρος και η Κατερίνα γνωρίστηκαν και σαρκικά. Η αγάπη τους συνάντησε τον έρωτα με τρόπο που κανένας τρίτος δε μπορεί να εκτιμήσει. Η μυσταγωγία του συζυγικού έρωτα παραμένει μυστήριο το οποίο μόνο οι αγαπημένοι ζουν. Ο Φαίδρος έδωσε το είναι του στη γυναίκα του λαξεύοντας μέσα του το είναι της σκέψης του και της σάρκας του. Η Κατερίνα αποκρίθηκε εκστατικά. Ήσυχη η μητέρα, αναχώρησε με την ελπίδα πως όλα ήταν ιατρική πλάνη.

Η κοινή τους όμως ζωή διήρκεσε μόνο δέκα μέρες. Ένα απόγευμα, καθώς η παρέα ήταν συγκεντρωμένη έξω απ’ την αγροικία και συζητούσε, ήταν η τελευταία συνάντηση του αποκαλόκαιρου, ο Φαίδρος πήρε το λόγο. Όρθιος και φιλοσοφικά ρητορικός, άρχισε. Απότομα, πριν τελειώσει την πρώτη του φράση, σωριάστηκε. Τον μετέφεραν στο συζυγικό κρεβάτι, μα δε συνερχόταν…Ο Βασίλης και ο Άγγελος πήραν το αυτοκίνητο και κίνησαν για το γιατρό, η Αννούλα του έβγαλε τα παπούτσια και το παντελόνι, η Κατερίνα, όρθια τον αντίκριζε, γιατί της ήταν αδύνατο να κινηθεί.

Η Πόπη και η Αγλαϊα έσπευσαν να φέρουν οινόπνευμα και νερό, ο κύριος Ιωάννου και ο θείος Μένιος δε μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους. Κάποια στιγμή ο Φαίδρος άνοιξε τα μάτια του, τα περιέφερε αργά σε όλους και τα ακινητοποίησε στη γυναίκα του. Άπλωσε το χέρι του να την αγγίξει και κείνη γονάτισε δίπλα του, έπιασε με τα δυο της χέρια τα απλωμένα δάχτυλα του άντρα της και τα φίλησε. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν για μερικά δευτερόλεπτα, μα αμέσως μετά τα μάτια του Φαίδρου έπαυσαν να ατενίζουν τον ορατό κόσμο. Σκηνώματα πανώριων βλέψεων και ακροάσεων ταυτόχρονα ενώθηκαν με το άπειρο του χώρου, με την παρθενική και απειρική φορά της αμεσότητας. Ακολούθησαν συγκρατημένα αναφυλλητά, καθώς η Αννούλα έσπευσε σαν ανάλαφρη σκιά να κλείσει τους ακινητοποιημένους οφθαλμούς. Με τη δύναμη της δοκιμασμένης της ψυχής, παρακάλεσε όλους σταθούν όρθιοι, παρακάλεσε τους όρθιους καλύτερα, να μείνουν όρθιοι. Μόνο η Κατερίνα παρέμεινε ριγμένη στην αγκαλιά του αγαπημένου της.

Η Αννούλα άρχισε να λέει με φωνή που μόλις έβγαινε απ’ τα χείλη της ένα ψαλμό του Δαβίδ: Κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει…Εις τόπον χλόης κατεσκήνωσέ με, επί ύδατος αναπαύσεως…

Η Κατερίνα ανασηκώθηκε. Τη στιγμή που έμπαινε ο γιατρός η κόρη ασπαζόταν όλους όσοι βρίσκονταν δίπλα απ’ το νεκρό με μάτια των οποίων η έκφραση δεν είναι δυνατό να αποτιμηθεί.

-Τέλειωσαν όλα γιατρέ μου, είπε ο κύριος Μένιος με συντριβή. Ο γιατρός πιστοποίησε το θάνατο, ο Βασίλης και ο Άγγελος ρίχτηκαν συντριμμένοι στο νεκρό σώμα φιλώντας τα χέρια και τις παρειές. Η Πόπη και η Αγλαϊα παρέμεναν γονατισμένες με το κεφάλι τους στα πόδια του αγαπημένου τους Φαίδρου.

-Είναι μαζί μας φίλοι μου, ψέλλισε κλαίοντας η Κατερίνα.

Αυθόρμητα οι τέσσερις νέοι σηκώθηκαν και την αγκάλιασαν.

-Φίλες και φίλοι, συνέχισε η νεαρή χήρα, καθώς όλοι πια ήταν στραμμένοι προς το νεκρό, υποσχόμαστε στο Φαίδρο μας που βρίσκεται εν ζωή πως θα συνεχίσουμε την όμορφη Έξοδό μας προς την Αιώνια Έκπληξη της Ζωής, πως θα τηρούμε άσβεστη τη μνήμη του, πως θα προσπαθούμε να είμαστε λευκές ψυχές.

Όλοι  φώναξαν με μια φωνή:

-Ο Φαίδρος μας ζει!

                                                            20.8.1989